Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Les Arts Florissants






Η φετινή χρονιά είναι σημαδιακή για το διάσημο (μπαρόκ) Γαλλικό φωνητικό και οργανικό σύνολο Les Arts Florissants αφού φέτος γιορτάζει τη συμπλήρωση τριάντα ετών συνεχούς δημιουργικής πορείας. Iδρύθηκε από τον Αμερικανό αρχιμουσικό και τσεμπαλίστα William Christie και φέρει την ονομασία της σύντομης όπερας δωματίου του Marc Antoine Charpentier (1685). Στα τριάντα χρόνια της λειτουργίας του έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από εκλεκτές ερμηνείες έργων των Jean-Baptiste Lully, Jean-Philippe Rameau, George Frideric Handel, Wolfgang Amadeus Mozart κ.ά.
Το σύνολο, υπό τον Christie, σημείωσε στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ δύο εμφανίσεις στη χώρα μας (26 και 28/6, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Τριάντη) παρουσιάζοντας την όπερα (Tragedie en musique) «Ιππόλυτος και Αρικία» (αποσπάσματα) και την όπερα-μπαλέτο (Acte de ballet) «Πυγμαλίων» του Rameau (παρακολουθήσαμε την δεύτερη παράσταση).  
Η απόλυτη πιστότητα στην απόδοση του μουσικού κειμένου, η γνώση των απαιτήσεων της μουσικής μπαρόκ –καρπός ενδελεχούς και πολύχρονης μουσικολογικής έρευνας- εξασφάλισαν ερμηνείες συγκλονιστικού μουσικού ενδιαφέροντος. Η μεγαλοπρέπεια, η αισθαντικότητα και η ερωτική διάθεση της υπέροχης μουσικής του Rameau βρήκαν στο πρόσωπο του Christie έναν πολύτιμο ερμηνευτή. Τόσο ο τελευταίος όσο και οι σολίστ (τραγουδιστές και εκτελεστές οργάνων) του συνόλου Les Arts Florissants βούτηξαν με κέφι και γνώση στα βαθιά νερά της εκλεπτυσμένης αισθητικής μουσικής αντίληψης του Rameau.  Οι αριστοκρατικής πνοής και ευγένειας χορευτικοί ρυθμοί τονίζονταν με ανάγλυφο τρόπο, ενώ οι υπέροχοι τραγουδιστές Sophie Karthäuser, Emmanuelle de Negri, Ed Lyon, Karolina Blixt ερμήνευσαν τα μέρη τους με αφηγηματική διάθεση, ιδιωματικό τρόπο και άφθονη προσοχή στη διατήρηση της μεγάλης γραμμής των μελωδικών σχημάτων. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι κινήθηκαν με τη χάρη και την τεχνική επαγγελματιών χορευτών.
Υπεύθυνη για την σκηνοθεσία, την χορογραφία και τα σκηνικά ήταν η διάσημη Αμερικανίδα μεταμοντέρνα χορογράφος και χορεύτρια Trisha Brown, γνωστή για τις χορογραφίες γνωστών έργων της κλασικής μουσικής. Πιο συγκεκριμένα, οι πολλές έξυπνες ιδέες και το διακριτικό χιούμορ της, η φρέσκια απόδοση της ψυχοσύνθεσης των μυθολογικών χαρακτήρων, η απέριττη και δυνατή σε νοήματα εικαστική εικόνα που κατέθεσε, ο απόλυτος έλεγχος του ήθους της μουσικής μπαρόκ το οποίο μετέφερε με εύγλωττο τρόπο στην κίνηση των τραγουδιστών και των χορευτών (τους οποίους ενίοτε βλέπαμε να αιωρούνται) και τέλος ο ευαίσθητος τρόπος με τον οποίον ταίριαξε τους μονωδούς με τα θαυμάσια μέλη της χορευτικής της ομάδας (The Trisha Brown Company), άφησαν άριστες εντυπώσεις.
Μια λαμπρή παραγωγή από κάθε άποψη!

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Η κορυφαία Φιλαρμονική της Βιέννης






Η Φιλαρμονική της Βιέννης (Wiener Philharmoniker) είναι ίσως η πιο αγαπητή ορχήστρα του κόσμου (και όχι μόνο λόγω της ετήσιας πρωτοχρονιάτικης συναυλίας). Πρόκειται για ένα σύνολο που διαθέτει μοναδικής ποιότητας ήχο και  μεγάλη ερμηνευτική τέχνη που θαυμάστηκε και εξακολουθεί να θαυμάζεται από όλους όσους έχουν την χαρά να έρχονται σε επαφή μαζί της.
Στις 22/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την ακούσαμε υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Ιταλού μαέστρου Riccardo Muti. Το τρανών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων πρόγραμμα περιέλαβε έργα των Wolfgang Amadeus Mozart (Συμφωνία αρ. 36, KV 425, «του Linz»), Franz Schubert (Συμφωνία αρ. 7 –ή αρ. 8, με την παλαιότερη αρίθμηση- D. 759, «Ημιτελής») και Piotr Illyich Tchaikovsky (Συμφωνία αρ. 6, Op. 74, «Παθητική»).
Αισθάνεται κανείς αμηχανία κάθε φορά που καλείται να σχολιάσει εμφανίσεις της Φιλαρμονική της Βιέννης, λόγω του ότι αυτές είναι που στην τελειότητά τους συνήθως ορίζουν το πρότυπο με βάση το οποίο κρίνονται όλες οι υπόλοιπες αναγνώσεις των άλλων ορχηστρών. Και συνήθως κανείς παρατηρεί ότι άσχετα με το ποιος από τους διάσημους μαέστρος την διευθύνει, είναι η ίδια η ορχήστρα που κατέχει πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στα τρία «επώνυμα» αθάνατα μουσικά δημιουργήματα που ερμήνευσε, μας προέτρεψε για άλλη μια φορά να πιστέψουμε στο ακατόρθωτο, σε εκείνο δηλαδή που πρέπει να το βιώσει κανείς εκείνη τη στιγμή που ξετυλίγεται προκειμένου να αντιληφθεί στην πληρότητά του μέγεθος της υπεροχής. Υπερπολυτελής ήχος δουλεμένος με απόλυτη ακρίβεια στη λεπτομέρειά του, προσεκτικός σχηματισμός των μουσικών φράσεων και της κλιμάκωσης των δυναμικών, ιδιωματική εκφορά και κυρίως συνεχής αίσθηση της ευθύνης απέναντι στην παρτιτούρα. Ειδικότερα, η τρυφερή μελαγχολία του Mozart, τα μεγαλόπρεπα τραγικά χρώματα της «Ημιτελούς» του Schubert και ο αγωνιώδης λυρισμός –που μας οδηγεί στην άκρη του τάφου- της «Παθητικής» του Tchaikovsky εξερευνήθηκαν σε βάθος και με λαμπρό τρόπο από την ορχήστρα και τον πάντα συνεπή και εξαιρετικά προικισμένο Muti (ίσως τον σπουδαιότερο μαέστρο όπερας της εποχής μας). Δεν ήταν απλά το μεγαλείο και η αρτιότητα αυτών των προσεγγίσεων που προκάλεσε αίσθηση, αλλά ένα ιδιαίτερο  μουσικό-ερμηνευτικό ήθος που συνδέεται άρρηκτα με το ήθος της ίδιας της υπέρτατης μουσικής τέχνης.
Δυστυχώς μεγάλη μερίδα του αθηναϊκού κοινού τόσο αψυχολόγητα και δείχνοντας προκλητική άγνοια βιάστηκε να χειροκροτήσει αμέσως μετά το πέρας του τελευταίου μέρους της Συμφωνίας του Schubert καταστρέφοντας βάναυσα τον απόηχο της μουσικής. Ακόμα, βιάστηκε να χειροκροτήσει πριν από το τελευταίο μέρος της Συμφωνίας του Tchaikovsky και αμέσως μετά τα τελευταία μέτρα της καταληκτικής κίνησης του ίδιου έργου, τα οποία οδηγούν απευθείας στο αιώνιο σκότος και τον θάνατο. Γιατί άραγε ορισμένα μέλη του κοινού, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τον –μάλλον προσποιητό- ενθουσιασμό τους και να επιτρέψουν στον μαέστρο να κατεβάσει τα χέρια του και στη μουσική να εκπνεύσει δίνοντας την ευκαιρία στους εαυτούς τους και στα υπόλοιπα μέλη του ακροατηρίου να βιώσουν την συγκλονιστική τραγική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σφραγίζεται το κορυφαίο έργο του Tchaikovsky; Όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο οι μουσικοί της βιενέζικης ορχήστρας όσο και ο μαέστρος έδειξαν την δυσαρέσκειά τους από το γεγονός.