Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Εξαιρετική παραγωγή του «Ευγένιου Ονιέγκιν»


Η σοπράνο Yekaterina Shcherbachenko στον ρόλο της Tatyana


Στις 14/7, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε την παραγωγή  της όπερας Εugene Onegin του Piotr Ilyich Tchaikovsky, πέμπτη από τις δέκα ολοκληρωμένες όπερες του συνθέτη, παρουσιασμένη για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1879. Ο Tchaikovsky εμπνεύστηκε την όπερα από τη νουβέλα του Alexander Pushkin που επικεντρώνεται στον είκοσι έξι ετών δανδή Εugene Onegin και στον έρωτά του για την όμορφη Tatyana Larina, η οποία αρχικά τον ερωτεύεται παράφορα, ενώ εκείνος αρνείται να εμπλακεί σε σχέση. Όταν αργότερα, με τη σειρά του, εκείνος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ζήσει μακριά της, είναι αργά, καθώς η ηρωίδα έχει παντρευτεί και αρνείται να εγκαταλείψει τον σύζυγό της.  
Το Θέατρο Bolshoi ανέθεσε το 2006 την σκηνοθεσία και σκηνογραφία του έργου στον προικισμένο όσο και αμφιλεγόμενο Ρώσο Dmitry Chernyakov, ο οποίος έχει κερδίσει πολλά βραβεία και έχει ασχοληθεί εκτενώς (σχεδόν αποκλειστικά, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς) με τη σκηνοθεσία όπερας. Αυτή ήταν η παραγωγή που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στην Αθήνα και ομολογούμε πως πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από τη νέα ματιά και από τα όσα είχε να υποστηρίξει ο σκηνοθέτης σχετικά με αυτό το τόσο διάσημο και συχνά παρουσιασμένο έργο. Θα πρέπει εντούτοις να σημειώσουμε ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που διαφώνησαν με την  άποψη του Chernyakov, πρώτη μεταξύ των οποίων υπήρξε  η παλιά Ρωσίδα ντίβα Galina Vishnevskaya, χήρα του αξέχαστου βιολοντσελίστα και αρχιμουσικού Mstislav Rostropovich, που κατηγόρησε την εν λόγω σκηνοθεσία και δήλωσε ότι δεν θα ξαναπατούσε το πόδι της στο Bolshoi.
 Ο Chernyakov επανεξέτασε τους ήρωες και φώτισε την ψυχοσύνθεσή τους με ιδιαίτερα έντονο, άμεσο και συχνά ποιητικό τρόπο. Πρόσφερε μια άποψη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κινηματογραφική λόγω του στησίματος των τραγουδιστών, της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας που δομούσε και κυρίως λόγω του όλο νόημα φωτισμού (υπεύθυνος φωτισμού, Gleb Filshtinsky). Τοποθέτησε  τις δύο πρώτες πράξεις στην προεπαναστατική Ρωσία και την τελευταία κάπου στα μέσα του εικοστού αιώνα. Όπως μας τις παρουσιάζει, όλες οι σκηνές διαδραματίζονται μέσα σε κλειστούς χώρους και πιο συγκεκριμένα μέσα σε μεγάλα σαλόνια-τραπεζαρίες, τα οποία ήταν ιδιαίτερα κομψά σχεδιασμένα και φωτισμένα (στις πρώτες πράξεις δεσπόζει ένα μεγάλο τραπέζι και χρώματα κρεμ, ενώ στην τελευταία πράξη, η τραπεζαρία περιβάλλεται από σκούρο κόκκινο ξύλο, που αντικατοπτρίζει το πάθος του Onegin).  Καλαίσθητα ήταν τα κοστούμια, σχεδιασμένα και ραμμένα από την Maria Danilova με εξαίρετο γούστο και αίσθηση διαχρονικής κομψότητας.  
Η ηρωίδα Tatyana για τον Chernyakov δεν είναι απλά ένα ονειροπόλο κορίτσι, αλλά μια θηλυκή ύπαρξη που βασανίζεται, υποφέρει και ξεσπά οδηγούμενη σε νευρική κρίση. Οι διαφορετικές ποιότητες των χαρακτήρων των δύο ηρώων, Onegin και Lenski, υπογραμμίζονται με σαφήνεια: ο πρώτος σκοτεινός, αλλά τελικά συμπαθής μέσα στην τραγικότητά του (στην παραγωγή του Chernyakov τον βλέπουμε να σκοτώνει τον Lenski κατά λάθος, την ώρα που ο τελευταίος κυριολεκτικά προσπαθεί να του βάλει το όπλο στο χέρι προκειμένου να μονομαχήσουν), ενώ ο δεύτερος πιο προσιτός και ευσυγκίνητος. 
Οι τρεις πρωταγωνιστικοί ρόλοι ανατέθηκαν στους εξαίρετους  νέους λυρικούς τραγουδιστές Audun Iversen (Onegin), Yekaterina Shcherbachenko (Tatyana) και Alexei Dolgov (Lenski). H Shcherbachenko, που το 2009 υπήρξε νικήτρια του σημαντικού διαγωνισμού «Cardiff Singer of the World» και  ανήκει πλέον στα μεγάλα αστέρια της ρώσικης οπερατικής σκηνής, έπλασε με πλούσια μουσικά και υποκριτικά μέσα μια ηρωίδα ρομαντική, σχεδόν ψυχωτική στην πρώτη πράξη και δυναμική στην τελευταία, που αρνείται τον έρωτα του Onegin. Έπεισε ως Tatyana μέσω της υπέροχης λυρικής φωνής της, των ευαίσθητων pianissimi και της πανέμορφης παρουσίας και προσωπικής γοητείας της: στοιχεία που σε μαγνήτιζαν. Κατά τη διάρκεια της περίφημης σκηνής του γράμματος (πρώτη πράξη, δεύτερη σκηνή) προκάλεσε ρίγη συγκίνησης τονίζοντας την αγωνία της ηρωίδας μέσω των εναλλαγών δυναμικής και ηχοχρωμάτων της φωνής της και βεβαίως με την κίνηση του σώματός της.
Ο Νορβηγός βαρύτονος Iversen πρότεινε έναν τραγικό και ανασφαλή Onegin, ανακαλύπτοντας κρυμμένα νοήματα στις μουσικές φράσεις και στις λέξεις του κειμένου του ρόλου. Απέδωσε την τελική σκηνή ήταν ιδιαίτερα σπαρακτικό τρόπου που προκαλούσε τον οίκτο μπροστά στο ερωτικό αδιέξοδο που οδηγήθηκε ο ήρωας λόγω της νεανικής του απληστίας, αναποφασιστικότητας και αντιφατικότητας.
Ο Dolgov επιστράτευσε τη λυρική φωνή του τενόρου που διαθέτει για να αποκαλύψει την εύθραυστη αλλά και αθώα  πλευρά του χαρακτήρα του Lenski. Ο ίδιος ερμήνευσε και το χαρακτηριστικό γαλλικό τραγούδι (δεύτερη πράξη, πρώτη σκηνή) που ο Tchaikovsky συνθέτει όχι για εκείνον, αλλά για τον Monsieur Triquet: αυτή η αδικαιολόγητη αλλαγή –επιλογή μάλλον του σκηνοθέτη- δεν μας βρήκε σύμφωνους. 
  Η Margarita Mamsirova απέδωσε με γοητεία και φρεσκάδα το ρόλο της Olga, ενώ οι  έμπειρες Makvala Kasrashvili (Larina) και Irina Udalova (Filippyevna) τραγούδησαν με μεστές και καλά στηριγμένες φωνές. Τον ρόλο του Πρίγκιπα Gremin κράτησε με λαμπρή φωνητική επάρκεια ο Mikhail Kazakov. Άξια θαυμασμού υπήρξε η βαθειά και μεγάλη σε έκταση φωνή του μπάσου Valery Gilmanov, ο οποίος ερμήνευσε τον μικρό ρόλο του Zaretsky.
Η Χορωδία του Θεάτρου Bolshoi υπήρξε ακριβέστατη στην ερμηνεία των μερών της και επιστράτευσε ενθουσιασμό για τις μεγάλες σκηνές. Ιδιαίτερα ποιοτική κρίθηκε η απόδοση του Sinaisky και της ορχήστρας, τα μέλη της οποίας λάξευσαν με έξοχη ηχητική ομορφιά την κάθε μουσική φράση και φρόντισαν να μην χαθεί καμία λεπτομέρεια της αριστοτεχνικά δουλεμένης παρτιτούρας του κορυφαίου Ρώσου μουσουργού. Η ιδιαίτερη μεταχείριση των χάλκινων και ξύλινων πνευστών από τον συνθέτη, οι διάλογοι μεταξύ των οργάνων ή των ομάδων οργάνων και γενικότερα τα πολλά και βαθιά συναισθήματα των ηρώων, τα οποία με τόση αμεσότητα και νόημα σχολιάζονται ή υποστηρίζονται από την ορχήστρα, έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής από τον Sinaisky.
Μια από κάθε άποψη εξαιρετική παραγωγή.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Matsuev και Συμφωνική Ορχήστρα Θεάτρου Bolshoi



Ο πιανίστας Denis Matsuev

Η ιστορία των καλλιτεχνικών δυνάμεων του Θεάτρου Bolshoi της Μόσχας χρονολογείται κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, ενώ το κτίριο που σήμερα στεγάζει την όπερα και το μπαλέτο ανοικοδομήθηκε το 1824 και εγκαινιάστηκε τον Ιανουάριο του 1825 (αντικαθιστώντας το Θέατρο Petrovka, που καταστράφηκε από πυρκαγιά, το 1805). Στον έξοχο αυτόν χώρο δόθηκαν πολλές πρεμιέρες διάσημων έργων (Boris Godunov του Modest Mussorgsky, Λίμνη των Κύκνων του Piotr Ilyich Tchaikovsky, Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Sergei Prokofiev, Σπάρτακος του Aram Khachaturian κ.ά.). Από το 2010 τη θέση του μουσικού διευθυντή του θεάτρου κατέχει ο Vassily Sinaisky, που διηύθυνε τη συναυλία και την παράσταση της όπερας Eugene Onegin του Tchaikovsky, εκδηλώσεις που παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ.
Ειδικότερα, η συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Θεάτρου Bolshoi, δόθηκε στις 13/7, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, με σολίστ τον διάσημο Ρώσο βιρτουόζο των πλήκτρων Denis Matsuev. Σημειώνουμε ότι ο Matsuev κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Tchaikovsky του 1998 και έκτοτε έγινε διάσημος ανά τον κόσμο ως ένας από τους λαμπρότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ρώσικης σχολής του πιάνου. Η βραδιά άνοιξε με το δημοφιλέστατο Κοντσέρτο αρ. 3, Op. 30, του Sergei Rachmaninov, που έλαβε την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση τον Νοέμβριο του 1909, στην Αμερική, με σολίστ τον ίδιο τον συνθέτη.  
Είχαμε ακούσει τον Matsuev στο ίδιο ακριβώς έργο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 21/10/2009, και οι ανάμικτες εντυπώσεις που είχαμε αποκομίσει τότε, επαληθεύτηκαν και τώρα: πρόκειται για μουσικό άφθαστων πιανιστικών δυνατοτήτων, κάτοχο μιας πραγματικά θηριώδους τεχνικής. Υπήρξε εντυπωσιακός στις καντέντσες και σε όλα τα δεξιοτεχνικά περάσματα του Κοντσέρτου (άραγε πόσοι πιανίστες σήμερα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν με τόση άνεση και ευκολία τα περίπλοκα και από τεχνικής άποψης αξεπέραστα δεξιοτεχνικά περάσματα του τρίτου μέρους, Finale: Alla breve;). Επιπλέον, κέντριζε την προσοχή μας με τον απόλυτο έλεγχο της δυναμικής και των ηχοχρωμάτων. Ούτε η ευαισθησία έλειπε. Ωστόσο, ορισμένες φορές νιώθαμε ότι έθετε σε λειτουργία τον «αυτόματο πιλότο» με αποτέλεσμα κάποια μέρη του έργου να εκτελούνται με μάλλον υπολογισμένο και προβλέψιμο τρόπο. Η υπερβολική βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση ενός καλλιτέχνη δεν εξασφαλίζει  πάντα την επιτυχία της ερμηνείας. Η αλήθεια είναι ότι ο Matsuev καλείται να ερμηνεύσει το συγκεκριμένο έργο πολλές φορές στο πλαίσιο των περιοδειών του και είναι αρκετά δύσκολο να εξασφαλίζει πάντα τον ίδιο βαθμό εκφραστικού αυθορμητισμού.  Από την πλευρά τους, η ορχήστρα και ο μαέστρος τον ακολούθησαν πιστά και του επέτρεψαν να «τραγουδήσει» τις πλατιές λυρικές μελωδίες αυξομειώνοντας τις ταχύτητες σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες. Εκτός προγράμματος ο σολίστ χάρισε αρχικά το Μουσικό Κουτί, Op. 32, του Αnatoly Liadov, παιγμένο με απέριττη φινέτσα και γούστο, και στη συνέχεια, έναν δικό του αυτοσχεδιασμό Jazz επιδεικνύοντας δεξιότητα και σε ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό είδος.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκε η Συμφωνία αρ. 8, Op. 88, B. 163, του Antonín Dvořák, η σύνθεση της οποίας ολοκληρώθηκε μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες, το 1889, και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Πράγα, έναν χρόνο αργότερα, με τον ίδιο τον συνθέτη ως αρχιμουσικό. Πρόκειται για ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του Dvořák, το οποίο βρίσκει συχνά τη θέση του στο ρεπερτόριο των ορχηστρών. Η Συμφωνική Ορχήστρα του Θεάτρου Bolshoi και ο Sinaisky απέδωσαν το έργο με εξαίρετο λυρισμό και προσοχή στον σχηματισμό των  μελωδιών και των ποικίλων φολκλορικών μοτίβων. Επιπλέον, τόνισαν τη ρομαντική και αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζουν το εν λόγω έργο. Τα θαυμάσια ξύλινα και χάλκινα πνευστά της ορχήστρας είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν τις ικανότητές τους (ειδικά τα χάλκινα έλαμψαν στο τελευταίο μέρος, Allegro ma non troppo). Εκτός προγράμματος προσφέρθηκαν δύο μέρη από την Κόρη του Χιονιού, σκηνική μουσική, Op. 12, του Piotr Ilyich Tchaikovsky: μια εκλεπτυσμένης μελαγχολικής διάθεσης ερμηνεία του μέρους Μελόδραμα και τέλος, ένας εντυπωσιακά κεφάτος χορός (dance of the thumblers).


Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

«Ιδομενέας» από τον Rhorer


H μετζοσοπράνο Kate Lindsey
 

Μόλις τον περασμένο Απρίλιο (29 και 30/4) είχαμε παρακολουθήσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον νεαρό Γάλλο αρχιμουσικό Jérémie Rhorer να διευθύνει την όπερα «Έτσι Κάνουν Όλες» (Così fan tutte, KV 588) του Wolfgang Amadeus Mozart. Επικεφαλής των δυνάμεων της Κρατικής Όπερας της Βιέννης μάς είχε κερδίσει με τη ζωντάνια και τον ιδιαίτερο ενθουσιασμό της διεύθυνσής του, που βεβαίως στηρίζονταν σε μια στέρεη μουσική βάση. 
Πιο πρόσφατα, στις 4/7, στον ίδιο χώρο, αλλά στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ αυτή τη φορά, τον απολαύσαμε για άλλη μια φορά, πάλι σε όπερα του Mozart. Πιο συγκεκριμένα, στην όπερα «Ιδομενέας» (Idomeneo, KV 366), πρώτο από τα επτά μεγάλα μελοδράματα του συνθέτη, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μόναχο (Θέατρο Cuvilliés), στις 29/1/1781.
 Ο Rhorer, στο τιμόνι των «δικών του» συνόλων, Le Cercle de L’ Harmonie και της Χορωδίας Les Eléments (σύνολα τα οποία είχαμε εκτιμήσει πάλι στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ, στις 2/7/2009), ξεδίπλωσε σε συναυλιακή μορφή (χωρίς σκηνικά και κοστούμια) μια ερμηνεία πραγματικά υποδειγματική. Επιλέγοντας γρήγορες και γεμάτες ενέργεια ταχύτητες, πέτυχε να διεισδύσει με άνεση στην καρδιά του έργου και να φωτίσει με γούστο τα συναισθήματα που αναδεύονται μέσα από το ερωτικό τρίγωνο που κτίζεται γύρω από τους ήρωες Illia-Idamante-Elettra. Στους ρόλους αυτούς οι Sophie Karthäuser, Kate Lindsey και Alexandra Coku, έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Η Lindsey με φωνή βελούδινη, υπέροχο legato και έξοχη σκηνική παρουσία πρόσφερε συγκίνηση στον ρόλο της, η Karthäuser ερμήνευσε με έξοχη μουσικότητα και η Coku πότισε με τα κατάλληλα αισθήματα οργής και ερωτικής αντιζηλίας τον δραματικό ρόλο της Ηλέκτρας. Ο Richard Croft αντιμετώπισε τον απαιτητικότατο ρόλο του Ιδομενέα με επιτυχία και έμπειρη γνώση, διαθέτοντας τα κατάλληλα τεχνικά και μουσικά μέσα (είχε κερδίσει τις εντυπώσεις τραγουδώντας τον ίδιο ρόλο πριν από δύο χρόνια, στο Φεστιβάλ του Aix en Provence).
Τους υπόλοιπους ρόλους κάλυψαν εξαιρετικά πειστικά από μουσικής άποψης και με ωραίες φωνές οι Xavier Mas (Arbace), Emiliano Gonzalez-Toro (Αρχιερέας) και Nahuel di Pierro (Ποσειδώνας). Στα καλολαξευμένα ensembles οι καλλιτέχνες συνεργάστηκαν άψογα μεταξύ τους. Η απόδοση της χορωδίας δωματίου Les Eléments στάθηκε στο ίδιο υψηλό μουσικό επίπεδο αποδίδοντας τα μέρη της με δραματικότητα και ένταση. Η ορχήστρα, άριστα δουλεμένη από τον θαυμαστό Rhorer, αποδείχθηκε όπως και τις άλλες φορές που την ακούσαμε, πραγματικό διαμάντι ποιότητας ήχου, ύφους, τεχνικής ακρίβειας και εκλέπτυνσης. Ο μαέστρος φρόντισε να φέρει στο προσκήνιο με μεγάλη τέχνη, γνώση του ύφους και ζηλευτό γούστο, τα ποικίλα συναισθήματα που ο Mozart με μαεστρία επεξεργάζεται και εξελίσσει σε αυτό το ιδιοφυές δημιούργημά του, εμπνευσμένο από την Ελλάδα και την μυθολογία-ιστορία της.
Κλείνοντας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η παραγωγή που παρακολουθήσαμε παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι (Théâtre des Champs Elysées), στις 15/6, όχι όμως σε συναυλιακή μορφή, αλλά πλήρως σκηνοθετημένη από τον  Stéphane Braunschweig και με κοστούμια του  Thibault Vancraenenbroeck. Είναι κρίμα που το Ελληνικό Φεστιβάλ στέρησε από το αθηναϊκό κοινό τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την παραγωγή σε αυτή την εικαστικά ολοκληρωμένη της μορφή. Πάντως, το γεγονός κάθε άλλο παρά εμπόδισε τους τραγουδιστές να  κινηθούν με θαυμαστή άνεση και θεατρική διάθεση επί σκηνής.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Φιλαρμονική της Scala στο Ηρώδειο



Ο βιολονίστας Joshua Bell



  Οι συναυλίες και γενικότερα οι μουσικές εκδηλώσεις που προτείνονται φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών δυστυχώς δεν είναι πολλές, εντούτοις είναι ποιοτικές, γεγονός που κατά κάποιον τρόπο αποζημιώνει –αν και μόνο εν μέρει- τον απαιτητικό ακροατή (και κριτικό μουσικής) συνηθισμένο στην πληθώρα των εκλεκτών συναυλιών και παραστάσεων όπερας άλλων δεκαετιών.
Στις 26/6, ακούσαμε τη Φιλαρμονική της Scala του Μιλάνου (ορχήστρας του περίφημου ιταλικού λυρικού θεάτρου), υπό τον διαπρεπή Ρωσοαμερικανό αρχιμουσικό Semyon Bychkov,  σε έργα Max Bruch και Gustav Mahler. Στη συναυλία δόθηκε από το Φεστιβάλ Αθηνών ο τίτλος «Αφιέρωμα στον Gustav Mahler», με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Βοημού μουσουργού.
Αναλυτικότερα, σολίστ στο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 1, Op. 26, του Bruch (πρώτο και αναμφίβολα διασημότερο από τα τρία Κοντσέρτα του συνθέτη, γραμμένο το 1866) ήταν ο Αμερικανός πολυβραβευμένος αστέρας του βιολιού (και από φέτος Μουσικός Διευθυντής της σημαντικής βρετανικής ορχήστρας γνωστής με την ονομασία Ακαδημία του Αγ. Μαρτίνου των Αγρών) Joshua Bell.  Θυμίζουμε ότι είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε την τέχνη του μουσικού και πάλι στην Αθήνα, στις 25 και 26/4/2010, όταν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών συμμετείχε σε συναυλία με την Καμεράτα και την επόμενη πρόσφερε συναυλία μουσικής δωματίου συνεργαζόμενος με τον πιανίστα Sam Haywood. Πρόκειται για δεξιοτέχνη του βιολιού που συναρπάζει τόσο με τις ζηλευτές τεχνικές του ευκολίες όσο και με την υψηλή ποιότητα του ήχου που παράγει (στα χέρια του κρατάει το περίφημο Stradivarius του 1713, που κάποτε ανήκε στον θρυλικό βιολονίστα Bronislav Huberman).
Ο Bell ερμήνευσε το Κοντσέρτο του Bruch με μεγάλη προσοχή στον σχηματισμό των μεγάλων ρομαντικών φράσεων και στην έκφραση των λυρικών συναισθημάτων. Με βαθύ αίσθημα και επιλέγοντας γενικότερα αργές ταχύτητες, οι οποίες υποστηρίχθηκαν με θαυμάσια νόημα από την ορχήστρα και τον Bychkov, προχώρησε σε μια ερμηνεία γεμάτη θέρμη και έξοχη μουσικότητα, απαλλαγμένη από κάθε περιττή εκφραστική υπερβολή. Εκτός προγράμματος έπαιξε με λάμψη, δεξιοτεχνική χάρη, ρυθμική ακρίβεια και -όπου χρειαζόταν- εκλεπτυσμένη χιουμοριστική διάθεση, τη σύνθεση Souvenir dAmerique, Op. 17 (1844), του μεγάλου ρομαντικού Βέλγου συνθέτη και  βιρτουόζου του βιολιού Henri Vieuxtemps. Το έργο χρησιμοποιεί ως κύριο θέμα το πασίγνωστο αμερικανό τραγούδι «Yankee Doodle», το οποίο παραλλάσσεται ευφυώς από τον Vieuxtemps.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 6 («Τραγική») του Gustav Mahler, γραμμένη μεταξύ των ετών 1903 και 1904 (αναθεωρημένη το 1906). Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμφωνίες που συνετέθησαν ποτέ, ένα έργο  -σύμφωνα με τον ίδιο τον μουσουργό- γεμάτο αινίγματα όσον αφορά στα νοήματα που εκφράζει, ξέχειλο από τη γνωστή μαλεριανή αγωνία και βαριά μελαγχολική ατμόσφαιρα.
 Ο Bychkov έχει ασχοληθεί εκτενώς με τα έργα του Mahler και κάθε φορά που τα προσεγγίζει δείχνει να κατανοεί σε βάθος το σύμπαν του συνθέτη, τεράστιο σε μέγεθος, αξία και φιλοσοφική σκέψη. Διηύθυνε στην Φιλαρμονική της Scala με μεγάλη γνώση όσον αφορά στα ζητούμενα του έργου προτρέποντας τους μουσικούς του να φέρουν στην επιφάνεια πότε τα τραγικά συναισθήματα και την αίσθηση απόγνωσης και πότε τον  νοσταλγικό, ρομαντικό και λυρικό χαρακτήρα του έργου. Οι ποικίλου αποχρώσεων αντιθέσεις διαθέσεων, που κατακλύζουν την υπέροχη παρτιτούρα, τονίστηκαν με ευστοχία και σκέψη (λ.χ. τα ειρωνικού-σαρκαστικού χαρακτήρα trio στο Scherzo).
Ο ήχος της μεγάλης ιταλικής ορχήστρας, που αριθμούσε πάνω από εκατό μέλη, εντυπωσίασε με την ομοιογένεια και εξαιρετική ποιότητά του. Ειδικότερα, ο ήχος των εγχόρδων ήταν γεμάτος και πολύ εκφραστικός (έξοχος κρίθηκε στο ραψωδικού χαρακτήρα αργό μέρος της Συμφωνίας, Andante), και ισορροπήθηκε άριστα με εκείνον των πνευστών και των κρουστών. Κάποιες σύντομης διάρκειας τονικές αστοχίες των χάλκινων πνευστών, που μάλλον θα οφείλονταν στις συνθήκες του ανοιχτού χώρου, δεν ενόχλησαν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Bychkov επέλεξε να τοποθετήσει το Scherzo στη θέση του δεύτερου μέρους της Συμφωνίας και να τοποθετήσει το αργό μέρος, Andante moderato, στη θέση του τρίτου μέρους (σύμφωνα με την κριτική έκδοση του έργου): σημειώνουμε ότι ο ίδιος ο συνθέτης είχε αρχικά τοποθετήσει το Scherzo πριν από το Andante moderato, αλλά στην πορεία άλλαξε τη σειρά των μερών και σύγχρονοι μελετητές πιστεύουν ότι αυτή η τελευταία επιλογή είναι και η πιο εύστοχη (σε κάθε περίπτωση, ο εκάστοτε αρχιμουσικός είναι ελεύθερος να αποφασίσει για τον εαυτό του). Θα προσθέσουμε ακόμα ότι  ο Bychkov -ακολουθώντας αυτή τη φορά την αναθεωρημένη από τον συνθέτη εκδοχή του έργου-αφαίρεσε από το τελευταίο μέρος, Finale, το τελικό χτύπημα του σφυριού, που ολοκληρώνει, σύμφωνα με τη σύζυγο του συνθέτη, Alma, τα τρία χτυπήματα της μοίρας που έμελε να συνθλίψουν τον μουσουργό μετά τη σύνθεση του έργου (θυμίζουμε ότι τα τρία χτυπήματα ήταν: ο θάνατος της κόρης του Maria Anna, η διάγνωση σοβαρού καρδιακού προβλήματος, που έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή το 1911, και το γεγονός ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του Διευθυντού της όπερας της Βιέννης).  Σε αυτό ακριβώς το μέρος, που διαρκεί περίπου μισή ώρα, μαέστρος και ορχήστρα πέτυχαν να κρατήσουν την ένταση, να κλιμακώσουν τα μουσικά νοήματα και να ολοκληρώσουν με επιτυχία την τεράστια συμφωνική όσο και (παν) ανθρώπινη διαδρομή που καταγράφει ο μοναδικός Gustav Mahler.