Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Επικός Verdi



Ο Roberto Alagna στον ρόλο του Radamès



       Στις 18/12 (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση, την όπερα Aida του Giuseppe Verdi, από παράσταση που είχε δοθεί μερικές μέρες νωρίτερα (15/12), στην Metropolitan Opera της Ν. Υόρκης. 
       Η Aida, μια από τις δημοφιλέστερες όπερες του Verdi, αποτελεί ύστερο καρπό της ώριμης δημιουργικής περιόδου του συνθέτη. Ο φιλότεχνος Χεδίφης Ισμαήλ Πασάς της Αιγύπτου ζήτησε από τον Verdi να συνθέσει την εν λόγω όπερα προκειμένου να παρουσιαστεί τον Ιανουάριο του 1871, στο Κάιρο. Του πρόσφερε μεγάλη αμοιβή (εκατόν πενήντα χιλιάδες φράγκα), ο συνθέτης δέχθηκε και με καθυστέρηση αρκετών μηνών, λόγω του γαλλοπρωσικού πολέμου, το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του Καΐρου, στις 24 Δεκεμβρίου 1871. 
        Η επιτυχία ήταν αδιαμφισβήτητη και τα χειροκροτήματα παρατεταμένα. Το κοινό της πρεμιέρας σχηματίστηκε από αξιωματούχους και κριτικούς. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Verdi, που δεν κατάφερε να παρευρεθεί στην παράσταση, εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν επιτράπηκε η είσοδος σε απλούς πολίτες.  Η ευρωπαϊκή πρεμιέρα δόθηκε μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1872, στην Scala του Μιλάνου.
       Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε από την Met, τον ρόλο της Aida, που είχε δημιουργηθεί ειδικά για τη  Βοημή δραματική σοπράνο Teresa Stolz (ο Verdi  λάτρευε τη φωνή της και η ίδια έγινε σύντροφός του μετά τον θάνατο της γυναίκας του, το 1897), κράτησε η Ουκρανή σοπράνο Liudmyla Monastyrska. Η καλλιτέχνης διαθέτει θερμή φωνή πραγματικής spinto, με πλούσια ηχοχρώματα (ειδικά στις χαμηλότερες περιοχές) και μεγάλη τεχνική άνεση. Τραγούδησε ιδιαίτερα πειστικά τον ρόλο: εντυπωσιακή και μουσικότατη υπήρξε η ερμηνεία της άριας O patria mia (τονικά ολόσωστο το υψηλό ντο), ενώ πρόσφερε μεγάλη συγκίνηση στην τελευταία πράξη. Οι μεγάλοι δραματικοί ρόλοι του Verdi την περιμένουν. 
      Δίπλα της, η Ρωσίδα Olga Borodina, ως Amneris, κρίθηκε εξίσου συναρπαστική: έχει ερμηνεύσει πολλές φορές τον ρόλο και η μεστή δραματική φωνή που διαθέτει, σε συνδυασμό με έξοχη έκφραση και ασφαλή τεχνική, την καθιστούν ιδανική ερμηνεύτρια του ρόλου. Επιπλέον, δεν θα παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι οι νότες τις χαμηλής περιοχής ήταν γεμάτες και σωστά στηριγμένες.
       Το μέρος του Radamès κράτησε ο διάσημος Γάλλος τενόρος Roberto Alagna, αφήνοντας ανάμικτες εντυπώσεις. H λυρική φωνή του απέδωσε καλύτερα στις πιο τρυφερές στιγμές του έργου (εξαίρετος ήταν στον αισθαντικό σχηματισμό των μεγάλων φράσεων) και λιγότερο στις πιο ηρωικές, όπου χρειαζόταν μια φωνή πιο δραματική από τη δική του. Στο τέλος της διάσημης άριας Celeste Aida αρνήθηκε να τραγουδήσει το υψηλό σι ύφεση σε δυναμική forte, όπως είθισται, προτιμώντας να τηρήσει την αρχική επιθυμία του συνθέτη και να τραγουδήσει την ίδια νότα pianissimo και morendo (πεθαίνοντας = σβήνοντας σταδιακά) και στη συνέχεια, να επαναλάβει τη φράση μια οκτάβα χαμηλότερα.  
        Ο Γεωργιανός George Gagnidze πρόσφερε έναν μεγαλοπρεπή Amonasro, δυναμικό στην έκφραση. Στους ρόλους του Ramfis και του Βασιλιά, διακρίθηκαν με άρτιες φωνές, αντίστοιχα, οι  Stefan Kocán και Miklós Sebestyén.
      H χορωδία ερμήνευσε τα μεγάλα μέρη της με προσοχή και επιβλητική διάθεση. Η χορογραφία του Alexei Ratmansky εκτελέστηκε με επιτυχία και άερινη διάθεση από τους χορευτές του μπαλέτου της Met.
        Ο Fabio Luisi, επικεφαλής της θαυμάσια προετοιμασμένης ορχήστρας του σπουδαίου λυρικού θεάτρου, πρόσφερε μια ανάγνωση καλά φορμαρισμένη, άλλοτε ηρωική και άλλοτε ποιητική, πάντα πιστή στα ζητούμενα του Verdi. Όπως κάθε φορά, στήριξε άψογα τους τραγουδιστές και τους βοήθησε να εξερευνήσουν σε βάθος την ψυχοσύνθεση των ρόλων τους.
        Τέλος, η εύστοχη σκηνοθεσία της Sonja Frisell, τα πλούσια και τεραστίων διαστάσεων σκηνικά του Gianni Quaranta, τα καλοσχεδιασμένα κοστούμια εποχής της Dana Saligeri και ο καλά σχεδιασμένος φωτισμός του Gil Wechsler, που ανήκουν στην παλιά, γνωστή παραγωγή της όπερας, του 1988, μετέφεραν όλο το μεγαλείο του αθάνατου αριστουργήματος του Verdi με επικό τρόπο.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Philharmonia, υπό Maazel



Ο Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel



        Ο Βρετανός Walter Legge (1906-1979) υπήρξε ένας από τους πλέον μουσικά μορφωμένους και εμπνευσμένους παραγωγούς δίσκων της εποχής του. Η περίοδος που συνεργάστηκε με τη δισκογραφική εταιρεία EMI θεωρείται μια από τις πιο επιτυχημένες στην ιστορία της διεθνούς δισκογραφίας. Ανέδειξε και καθοδήγησε με γνώση και αγάπη ερμηνευτές (ήταν σύζυγος της σπουδαίας Γερμανίδας σοπράνο Elisabeth Schwarzkopf) και συνθέτες, επέλεγε με προσοχή το ρεπερτόριο που θα ερμήνευαν και θα ηχογραφούσαν οι καλλιτέχνες του, υπήρξε πολύτιμος σύμβουλος μεγάλων αρχιμουσικών (διετέλεσε βοηθός του Sir Thomas Beecham στο στη Βασιλική Όπερα του Covent Garden), ενώ υπήρξε ιδανικός στο να κτίζει εξαιρετικές διανομές στις όπερες που ηχογραφούσε.
      Το 1945 είχε τη φαεινή ιδέα να ιδρύσει μια ορχήστρα, που θα είχε έδρα το Λονδίνο, θα σχηματιζόταν από μουσικούς πρώτης ποιότητας και θα αφιέρωνε τον χρόνο της σε συναυλίες και ηχογραφήσεις. Η ορχήστρα δημιουργήθηκε και έλαβε το όνομα Philharmonia. Σύντομα έγινε μια από τις αρτιότερες της Αγγλίας. Ο Legge προσκάλεσε μεγάλους αρχιμουσικούς της κλάσης  ενός Arturo Toscanini, Wilhelm Furtwängler και Herbert von Karajan, να τη διευθύνουν. Πέτυχε να πείσει και τον σημαντικό συνθέτη-αρχιμουσικό Richard Strauss, να σταθεί στο podium της. Οι πάμπολλες ηχογραφήσεις που υπάρχουν από τις πρώτες δεκαετίες της δραστηριότητές της, αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια υψηλής ποιότητας.
           Σήμερα, με κύριο αρχιμουσικό της τον Φινλανδό Esa-Pekka Salonen, η Philharmonia θριαμβεύει διεθνώς και αναγνωρίζεται ως μια από τις διασημότερες ορχήστρες της Ευρώπης. Εμφανίζεται σε τακτική βάση στο Royal Festival Hall του Λονδίνου και συνεχίζοντας το όραμα του ιδρυτή της, πραγματοποιεί πολλές ηχογραφήσεις. Έχει δώσει πολλές συναυλίες στη χώρα μας, με μεγάλη επιτυχία. 
         Η πιο πρόσφατη αθηναϊκή της επίσκεψη, έλαβε χώρα στις 15/12, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Επικεφαλής της ήταν ο Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel, που από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μέχρι σήμερα συνεργάζεται σε σταθερή βάση με την ορχήστρα.  
       Δύο πολυαγαπημένα έργα κάλυψαν το πρόγραμμα της βραδιάς: η Συμφωνία αρ. 6, Op. 74, Παθητική, του Piotr Ilyich Tchaikovsky και η Συμφωνία αρ. 2, Op. 73, του Johannes Brahms
      Κατά την εκτέλεση της Παθητικής,  το έργο ολοκληρώθηκε τη χρονιά του θανάτου του συνθέτη της (1893), ο Maazel πέτυχε να φωτίσει το δραματικό και αγωνιώδες πνεύμα που διέπει το τόσο αυτοβιογραφικό αυτό αριστούργημα. Προσεκτικά και επιλέγοντας κατάλληλες αργές ταχύτητες έκτισε τις μεγάλες παραγράφους του πρώτου μέρους, Adagio-Allegro non troppo, υπογραμμίζοντας πάντα την τραγικότητα των συναισθημάτων που περιέχονται σε αυτό. Το δεύτερο μέρος, Allegro con grazia,  αποδόθηκε με φινέτσα (ο ρυθμός του βαλς ξεχωρίζει εδώ).  Το τρίτο μέρος, Allegro molto vivace, κέρδισε σε ένταση και οι στιγμές έντονης αισιοδοξίας, που κλιμακώνονται στις τελευταίες σελίδες, ερμηνεύτηκαν με ζέση και ενθουσιασμό. Το καταληκτικό μέρος, Finale: Adagio lamentoso-Andante, που περιέχει μουσική ζοφερή και μας δίνει μια έντονη γεύση του θανάτου, τον οποίον δεν θα αργούσε να συναντήσει ο Tchaikovsky, κέρδισε σε δραματικό πάθος, απόγνωση και τραγικό μυστήριο. Η Philharmonia κέρδισε τις εντυπώσεις με τον εκφραστικά πλούσια και αναλυτική απόδοσή της. Ξεχωρίσαμε την έξοχη ομάδα των εγχόρδων, που θέρμαιναν καρδιές με τον βελούδινο και στρογγυλό ήχο τους, και με την ομάδα των πνευστών, που διακρίθηκαν για τον καθαρό και (σχεδόν πάντα) τονικά ακριβή ήχο τους.
       Η Συμφωνία του Brahms, που ολοκληρώθηκε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 1877, βρήκε στο πρόσωπο του Maazel έναν απολύτως έμπειρο ερμηνευτή, που γνωρίζει καλά το ύφος του συνθέτη. H αισιόδοξη και μάλλον χαρούμενη διάθεση του έργου, το ποιμενικό αίσθημα και η στιβαρή δομή των μερών της παρτιτούρας, αναδείχθηκαν με επιτυχία. Εκτιμήσαμε τη θαυμάσια ηχοχρωματική παλέτα της ορχήστρας και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον με το οποίο σχημάτιζε τις χαρακτηριστικά εκτενείς λυρικές μπραμσιανές φράσεις. Η τάση του Maazel, σε αρκετές στιγμές, να κρατάει πίσω και στη συνέχεια να απελευθερώνει το tempo, τελικά δεν στάθηκε εμπόδιο για τη σωστή ροή της μουσικής.
       Εκτός προγράμματος λάβαμε –αναμενόμενο encore- μια σπινθηροβόλα και δεξιοτεχνική  ανάγνωση του Ουγγρικού Χορού αρ. 1, του ίδιου συνθέτη.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

“Un Ballo in Maschera” από Met



  Dmitri Hvorstovsky (Renato) και Marcelo Álvarez (Gustavo).
 Φωτο: Ken Howard/Metropolitan Opera



       Μια ακόμη επιτυχία της Metropolitan Opera υπήρξε η πρόσφατη παραγωγή της όπερας Un Ballo in Maschera (Ένας Χορός Μεταμφιεσμένων) του Giuseppe Verdi. Στις 9/12, στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από την Met, παράσταση της όπερας, που είχε δοθεί την ακριβώς προηγούμενη ημέρα.
         Το μεγαλύτερο αμερικανικό λυρικό θέατρο είχε εξασφαλίσει μια λαμπρή ομάδα τραγουδιστών που αποδείχθηκαν απολύτως αντάξιοι των απαιτήσεων της  αριστουργηματικής όπερας του Verdi, που ανήκει στη λεγόμενη μέση δημιουργική του περίοδο. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1859 μετά από πολλές περιπέτειες και αλλαγές που χρειάστηκε να γίνουν, κυρίως εξαιτίας του λιμπρέτου, που λογοκρίθηκε έντονα λόγω του ότι περιείχε ονόματα υπαρκτών πολιτικών προσώπων. Η πλοκή βασίζεται στη δολοφονία του Βασιλιά Γουσταύου Γ’ της Σουηδίας, κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων. 
          Κατά την πρόσφατη αμερικανική παραγωγή, τον ρόλο του Βασιλιά κράτησε ο τενόρος Marcelo Álvarez, τραγουδώντας με ωραία και ανθεκτική φωνή. Φώτισε με επιτυχία τη ρομαντική-ηρωική, χωρίς να παραβλέψει την πιο σκοτεινή πλευρά του ρόλου του, που τον θέλει να παρασύρει τη γυναίκα του φίλου του σε παράνομες ερωτικές ιστορίες. 
           Δίπλα του ο βαρύτονος Dmitri Hvorstovsky έπλασε έναν Renato εξαιρετικά συγκεντρωμένο στην αυστηρότητα των συναισθημάτων του και στην σταδιακή εξέλιξη του ρόλου, που τον θέλει να μεταμορφώνεται από στενό φίλο του Βασιλιά, στον χειρότερο εχθρό του, όταν αντιλαμβάνεται την ερωτική διάσταση της σχέσης που διατηρεί ο μονάρχης με τη σύζυγό του. Η φωνή του Hvorostovsky βρίσκεται στις πιο ώριμες στιγμές της. Ο ίδιος έπεισε για τον τρόπο που την ελέγχει και που την χρησιμοποιεί προκειμένου να εκφράσει τα μεγάλα συναισθήματα και τις τρομερές αγωνίες του ρόλου. Η συναισθηματική φόρτιση την οποία επιστράτευσε προκειμένου να τραγουδήσει τη δημοφιλή άρια  Eri tu che macchiavi quell'anima (πράξη τρίτη, σκηνή πρώτη), κατά την οποία παραδέχεται ότι ο Βασιλιάς αξίζει τον θάνατο και όχι η γυναίκα του, ήταν πραγματικά συναρπαστική. 
          Η σοπράνο Sondra Radvanovsky, προστατευόμενη του θρυλικού τενόρου Placido Domingo, τραγούδησε τον ρόλο της Amelia (αντικατέστησε την Kartia Mattila, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να καλύψει τον ρόλο) με φλόγα, κατανόηση του βερντιάνικου ύφους και ευκολίες στην υψηλή φωνητική περιοχή. Στις μεγάλες άριες, τις οποίες τραγούδησε με εντυπωσιακή φωνητική  και εκφραστική άνεση, η  καλλιτέχνις απέδειξε ότι διαθέτει προσωπικότητα και φωνητικές αντοχές για τους μεγάλους δραματικούς ρόλους του ιταλικού ρεπερτορίου. 
         H μέτζο Stephanie Blythe, που έγινε διάσημη το 1996, όταν αντικατέστησε την Marilyn Horne, στο ρόλο της Mistress Quickly (Verdi, Falstaff), που είχε ανεβεί πάλι στην Met, επωμίστηκε τον ρόλο της σκοτεινής μάγισσας Ulrica: στη μεγάλη άρια Re dell'abisso, affrettati (Πράξη Πρώτη, Σκηνή Δεύτερη) εντυπωσίασε με τη βαθιά φωνή της και με τον τρόπο που υπογράμμιζε τις λέξεις τις φοβερής μάντισσας. Τραγούδησε με ένταση και σκιαγράφησε με προσοχή τον χαρακτήρα της τρομερής αυτής γυναίκας που καλείται να αποκαλύψει την αλήθεια στον Βασιλιά.   
        Με  καθαρές κολορατούρες και εύπλαστη φωνή, τεχνικά βέβαιη και ελαφριά, η μικροκαμωμένη σοπράνο Kathleen Kim πρόσφερε έναν αξιομνημόνευτο Oscar (τη θυμόμαστε ως έξοχη Olympia, στα Παραμύθια του Hoffmann,  του Jacques Offenbach, το 2010, πάλι στο ίδιο λυρικό θέατρο). 
           Οι τραγουδιστές, η χορωδία και η ορχήστρα κέρδισαν από την έμπειρη γνώση, μουσικότητα και αναλυτική μουσική διεύθυνση του Γενοβέζου Fabio Luisi. Ο τελευταίος στόχευσε σε μια φορτισμένη και δραματική ερμηνεία της όπερα επιστρατεύοντας γνήσιο ιταλικό αίσθημα. 
          Την παραγωγή υπέγραφε ο Αμερικανός θεατράνθρωπος David Alden, που εκτός από δημοφιλής σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου, έχει κερδίσει τις εντυπώσεις και στον χώρο του μελοδράματος, με πάμπολλες παραγωγές σε μεγάλα λυρικά θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Συνεργαζόμενος με τους Paul Steinberg (σκηνογράφο), Brigitte Reiffenstuel (ενδυματολόγο) και Adam Silverman (υπεύθυνο φωτισμού), μετάφερε την πλοκή στις αρχές του εικοστού αιώνα (από τα τέλη του δεκάτου εβδόμου) και με γνώση των βαθύτερων εννοιών της παρτιτούρας του Verdi, πέτυχε να αναδείξει την ουσία του έργου αλλά και πλήρες το φάσμα των λεπτομερειών που απαρτίζουν τους ενδιαφέροντες και συναισθηματικά πολυσύνθετους ήρωες. Κίνησε τους τραγουδιστές με οικονομία στοχεύοντας στο να εκμαιεύσει μεγάλη έκφραση μέσα από την σκηνοθετική αφαίρεση. Και βρήκαμε ότι το πέτυχε. Είναι γνωστό ότι μελετάει σε βάθος το μουσικό κείμενο πριν αρχίσει να διαμορφώνει την σκηνοθετική του άποψη σχετικά με την όπερα που θα παρουσιάσει, γεγονός που διαπιστώθηκε κατά την πρόσφατη νέα παραγωγή. Τα χρώματα του σκηνικού και των κοστουμιών κινήθηκαν γύρω από το γκρίζο και τις αποχρώσεις του. Τα κοστούμια ήταν ιδιαίτερα κομψά και κολάκευαν τους τραγουδιστές.