Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Συναυλίες της σπουδαίας Φιλαρμονικής της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης από την αρχή της ίδρυσής της, το 1842 (ως Φιλαρμονική Ακαδημία) μέχρι τις μέρες μας, δεν έχει παύσει να ευχαριστεί και να γοητεύει το κοινό της. Πρόκειται για μυθική ορχήστρα, η οποία έχει λάβει κάθε έπαινο από αρχιμουσικούς, σολίστ, κριτικούς και κοινό.
Υπό τη διεύθυνση δύο διακεκριμένων μαέστρων είχαμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), κατά τη διάρκεια τριών συναυλιών.
Αναλυτικότερα, η πρώτη συναυλία δόθηκε στις 29/4, το πρωί (11.00 π.μ.), ειδικά για παιδιά και νέους. Ο  Βρετανός, Ιταλικής καταγωγής, Sir Antonio Pappano διήθυνε τη Συμφωνία αρ. 22, Ο Φιλόσοφος, Hob.I:22, του Franz Joseph Haydn και τα δύο τελευταία μέρη (Allegro giocoso και Allegro energico e passionatο) από τη Συμφωνία αρ. 4, Op. 98, του Johannes Brahms. Με εξαιρετικό γούστο και πλαστικότητα σχημάτισε τις φράσεις των έργων.  Απευθυνόμενος με γοητευτική αμεσότητα στο νεανικό κοινό, έδινε βασικές πληροφορίες σχετικά με τους συνθέτες και τα έργα.
Το ίδιο βράδυ πρόσφερε ερμηνείες των δύο προαναφερθέντων παρτιτούρων παρεμβάλλοντας ανάμεσα το συμφωνικό έργο Teufel Amor του σύγχρονου Γερμανού συνθέτη Jörg Widmann (γ. 1973). Η συνεργασία του Pappano και της ορχήστρας κρίθηκε ιδιαίτερα επιτυχής. Η καλοσχεδιασμένη ερμηνευτική άποψη των έργων, η δυναμική διεύθυνση και ο υπέροχα λαξευμένος ήχος του συνόλου συνέδραμαν σε αναγνώσεις υψηλού επιπέδου. Ειδικότερα, δόθηκε προσοχή τόσο στα βασικά όσο και στα επιμέρους δομικά στοιχεία της κλασικής συμφωνίας του Haydn, ενώ το επικό έργο του Brahms αποκαλύφθηκε με έντονα αφηγηματική ρομαντική διάθεση. Ασφαλώς πρόκειται για δύο συνθέτες που ανήκουν στους πλέον αγαπημένους της ορχήστρας και αυτή η σχέση φαινόταν σε κάθε μέτρο της μουσικής. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι γεμάτες συγκίνηση εκτενείς φράσεις του αργού μέρους της Τέταρτης του Brahms εκτελέστηκαν από τα έγχορδα με υποδειγματική θέρμη και αξεπέραστη αίσθηση του legato. Το έργο του Widmann διέθετε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία και ήταν εντυπωσιακά ενορχηστρωμένο. Το θεατρικό στοιχείο, ο διαβολικός οίστρος και τα πολλά θεατρικά στοιχεία φωτίστηκαν εξαιρετικά από τον Pappano και την ορχήστρα. Εκτός προγράμματος λάβαμε ως αναμενόμενο bis τον Ουγγρικό Χορό αρ. 1 του Brahms, παιγμένο με ένταση και λαμπρό ενθουσιασμό.
Την ακριβώς επόμενη βραδιά (30/4), το podium της ίδιας ορχήστρας κατέλαβε ο Γερμανός αρχιμουσικός Christian Thielemann, άλλος ένας διάσημος μαέστρος της ίδιας γενιάς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τόσο αυτός όσο και ο Pappano είναι γεννημένοι την ίδια ακριβώς χρονιά, το 1959. Επίσης, αμφότεροι έχουν αποδείξει τη μεγάλη τους αγάπη για την όπερα: ο Pappano είναι μουσικός διευθυντής της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, ενώ ο Thielemann είναι μουσικός σύμβουλος του Festival του Bayreuth.    
Πιο συγκεκριμένα, το πρόγραμμα της δεύτερης συναυλίας σχηματίστηκε από έργα αποκλειστικά του Robert Schumann: Εισαγωγή, Scherzo και Finale, Op. 52, Συμφωνία αρ. 1, Op. 38, Της Άνοιξης, Φαντασία για βιολί, Op. 131, και Συμφωνία αρ. 4, Op. 120. Ο γεμάτος, ευαίσθητα χρωματισμένος, διάφανος και τεχνικά άμεμπτος ήχος της ορχήστρας διακρίθηκε σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα έργα. Ο Thielmann, με ακριβέστατη και ιδιαίτερα εκφραστική κινησιολογία, φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια τα δραματικά στοιχεία των έργων, τα χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενα νευρικά ρυθμικά σχήματα (λ.χ. πρώτο μέρος της Τέταρτης Συμφωνίας,  Ziemlich langsam - Lebhaft) και ιδιαίτερα τους ξεχωριστούς συνδυασμούς των ορχηστρικών ομάδων. Ωστόσο, δεν κρύβουμε ότι βρήκαμε μάλλον ενοχλητικές τις συχνές αλλαγές ταχυτήτων μέσα στα μέρη των έργων (που, βεβαίως, δεν σημειώνονται από τον μουσουργό στην παρτιτούρα) και τα  παρατεταμένα ritenuti που εφήρμοζε ο αρχιμουσικός κατά τους σχηματισμούς των φράσεων.
Ο βετεράνος Αυστριακός βιολονίστας Rainer Küchl, που από την ηλικία των είκοσι ετών κατέχει τη θέση του Konzertmeister (εξάρχοντα) της Φιλαρμονικής της Βιέννης, ερμήνευσε με μουσικότητα και προσοχή το σολιστικό μέρος της Φαντασίας. Εντούτοις, δεν κατάφερνε πάντα να ανταποκριθεί με άνεση και ασφάλεια στα υπερβολικά δύσκολα τεχνικά περάσματα του έργου, γεγονός που συγχωρείται εύκολα σε έναν εξαίρετο μουσικό της δικής του καλλιτεχνικής στάθμης. Δεν λησμονούμε το γεγονός, ότι μεγάλο μέρος της άφθαστης ποιότητας της βιεννέζικης Φιλαρμονικής οφείλεται στη δική του συνδρομή. Και του είμαστε απολύτως ευγνώμονες για το γεγονός αυτό.



 .



       

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Traviata από την Met



Σκηνή από την όπερα La Traviata (φωτο: Τhe Metropolitan Opera)



Μπορεί σήμερα η  όπερα La Traviata του Giuseppe Verdi να ανήκει στα πιο διάσημα δημιουργήματα του ιταλικού ρεπερτορίου, ωστόσο η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου, τον Μάρτιο του 1853 (La Fenice, Βενετία), υπήρξε αρκετά επεισοδιακή εξαιτίας όχι της μουσικής, αλλά της πρωταγωνίστριας. Η Ιταλίδα σοπράνο Fanny Salvini-Donatelli (περ. 1815-1891), σπουδαία ερμηνεύτρια πολλών μεγάλων ρόλων ιταλικών μελοδραμάτων, κρίθηκε μάλλον προχωρημένης ηλικίας (ήταν μόλις 38 ετών!) και κάπως υπέρβαρη. Το κοινό εξέφρασε την απογοήτευσή του. Ο ίδιος ο συνθέτης χαρακτήρισε την πρεμιέρα ως φιάσκο και ζήτησε την αντικατάσταση της ντίβας, όμως δίχως αποτέλεσμα. Εντούτοις, υπήρξαν κριτικοί που εκθείασαν τις θαυμάσιες ικανότητες της αοιδού και ειδικά την εκπληκτική ερμηνεία των άφθονων κολορατούρων. Κατά τις επόμενες καλλιτεχνικές περιόδους, το έργο παρουσιάστηκε σε άλλα λυρικά θέατρα -βεβαίως όχι μόνο της Ιταλίας- και καταχειροκροτήθηκε. Έκτοτε πολλές ντίβες ανά τον κόσμο αναζητούν κατάλληλη ευκαιρία προκειμένου να ενσαρκώσουν την μοιραία παραστρατημένη Violetta Valéry, που στο τέλος της ζωής της, βαθειά ερωτευμένη και βαριά άρρωστη οδηγείτε στον θάνατο.
H φετινή καλλιτεχνική περίοδος της σειράς ζωντανών ή μαγνητοσκοπημένων μεταδόσεων από τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Met Live in HD), την οποία παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ολοκληρώθηκε με την Traviata.  Στις 20/4, η Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, είχε ασφυκτικά γεμίσει από έλληνες οπερόφιλους και λάτρεις του Verdi. Η παράσταση που παρακολουθήσαμε είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα, στις 14/4.  
Η παραγωγή υπογραφόταν από τον Γερμανό σκηνοθέτη Willy Decker. Επρόκειτο για την πολυσυζητημένη μοντέρνας αισθητικής κατεύθυνσης παραγωγή που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2005 στο Φεστιβάλ του Salzburg και που σήμερα κυκλοφορεί σε DVD Blue-ray  (Deutsche Grammophon 0440 073 4525 2). Τότε, την Traviata είχε τραγουδήσει η γοητευτική Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko (στο πλάι της είχε τους Rolando Villazon και Thomas Hampson).
 Κατά την πιο πρόσφατη αμερικανική παρουσίαση, ο πρωταγωνιστικός ρόλος ερμηνεύτηκε από την Γαλλίδα σοπράνο Natalie Dessay. Θυμίζουμε ότι η Dessay έγινε διάσημη τον Μάιο του 1992 ερμηνεύοντας τον ρόλο της Olympia (Jacques Offenbach, Παραμύθια του Hoffmann) στην Όπερα της Βαστίλης. Έκτοτε η καριέρα της απογειώθηκε και όλα τα επόμενα χρόνια κέρδισε την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό του κοινού ερμηνεύοντας όλους του μεγάλους ρόλους κολορατούρας σοπράνο και πολλούς άλλους γραμμένους για φωνή λυρικής σοπράνο. Με λύπη αναφέρουμε ότι η ενσάρκωση του κοσμαγάπητου ρόλου που πρότεινε, δεν έπεισε εντελώς. Ναι, υπήρξαν πολλές στιγμές που συγκίνησε: ειδικά κατά την τελευταία πράξη όταν χρωματίζοντας με νόημα συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά του κειμένου φώτιζε  το δράμα της πορείας της ηρωίδας προς το τέλος. Και γενικότερα, με αμεσότητα τόνιζε την ανθρώπινη και τόσο εύθραυστη πλευρά της Traviata. Ωστόσο, η φωνή της ακουγόταν μάλλον κουρασμένη  και όχι πάντα έτοιμη να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που θέτει ο Verdi. Ειδικότερα, κατά την πρώτη πράξη βιώναμε την προσπάθεια της καλλιτέχνιδος και ανησυχούσαμε για το αν και πώς θα τα έβγαζε πέρα. Η αναπνοή δεν επαρκούσε για τον άνετο σχηματισμό των μεγάλων φράσεων. Η μεγάλη άρια του τέλους της πρώτης πράξης (Sempre libera) δεν τη βρήκε σε καλή φόρμα. Παρά τη συγκέντρωσή της δεν πέτυχε να ερμηνεύσει με απόλυτη ακρίβεια όλες τις νότες της υψηλής περιοχής και ειδικά την καταληκτική νότα μι ύφεση (κατά τη συνέντευξη που έδωσε στο διάλειμμα, ζήτησε συγγνώμη από το κοινό για το τελευταίο γεγονός). Εντούτοις, υπογραμμίζουμε το γεγονός ότι η εκλεκτή τραγουδίστρια προσπαθούσε με ηρωισμό να ξεπεράσει τα δυσάρεστα αποτελέσματα κρυολογήματος που την ταλαιπωρούσε τις τελευταίες εβδομάδες. Την επόμενη μέρα από τη διεύθυνση της Met ανακοινώθηκε ότι αυτή ήταν η αιτία που εμπόδιζε την Dessay να πραγματοποιήσει τις υπόλοιπες παραστάσεις της παραγωγής (αντικαταστάθηκε από την Hei-Kyung Hong).  
O τενόρος Matthew Polenzani έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για την ενσάρκωση του Alfredo. Με εξαίρετου ηχοχρώματος λυρική φωνή και τεχνική σιγουριά αποκάλυπτε τη ρομαντική διάθεση του ήρωα. Ως πατέρας Gérmont ο βαρύτονος Dmitri Hvorostovsky κρίθηκε ιδανικός: η βαθιά στρογγυλή φωνή του είναι πραγματικά εντυπωσιακή και η σπάνια εκφραστικότητα με την οποία ερμήνευσε τη μεγάλη του άρια στη δεύτερη πράξη (Di Provenza il mar, il suol chi dal cor ti cancellò?), του χάρισε πολλά χειροκροτήματα.
Οι μικρότεροι ρόλοι καλύφθηκαν από τους φωνητικά πολύ καλούς Luigi Roni (Γιατρός Grenvil), Kyle Pfortmiller (Μαρκήσιος dObigny), Patricia Risley (Flora Bervoix), Jason Stearns (Baron Douphol), Scott Scully (Gastone), Peter Volpe (Ένας κύριος), Maria Zifchak (Annina), Juhwan Lee (Ένας υπηρέτης), Joseph Turi (Ένας αγγελιοφόρος) και Athol Farmer (Ένας προσκεκλημένος). Από τους προαναφερθέντες, ειδική αναφορά οφείλεται στον Roni, ο οποίος με προσοχή και καλοσχηματισμένη φωνή τραγούδησε και υποδύθηκε τον ρόλο του γιατρού. Σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη εμφανιζόταν περίπου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ενσαρκώνοντας τη σκοτεινή και μυστηριώδη φιγούρα του θανάτου-συνοδού της Traviata.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, επικεφαλής της έξοχης ορχήστρας του λαμπρού αμερικανικού λυρικού θεάτρου, διηύθυνε την παρτιτούρα και καθοδήγησε τους τραγουδιστές και τη χορωδία (η οποία αντιμετώπιζε σποραδικά  προβλήματα συγχρονισμού με την ορχήστρα) με συνέπεια και ετοιμότητα. Ο ίδιος εκμαίευσε ορισμένα εκφραστικά και αιθέρια pianissimi από την ορχήστρα.  
Τέλος, η ενδιαφέρουσα και σε πολλά στοιχεία της πρωτότυπη σκηνοθεσία του Decker, τα απέριττα σκηνικά-κοστούμια του Wolfgang Gussmann, o εύστοχος σχεδιασμός φωτισμών του Hans Toelstede και η χορογραφία του Athol Farmer στόχευσαν σε μια  μινιμαλιστική παρουσίαση της ιστορίας. Τα γεγονότα της πλοκής διαδραματίζονταν μπροστά από έναν τεράστιο τοίχο και ένα μεγάλο ρολόι, που τοποθετημένο σε εμφανές σημείο θύμιζε το πέρασμα του χρόνου και την έλευση της  ύστατης ώρας.