Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Brava Marita!





 
      Παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον τη σταδιοδρομία της μέτζο Μαρίτας Παπαρίζου σχεδόν από την αρχή της. Ήδη από τα πρώτα στάδια των σπουδών της κέρδιζε τις εντυπώσεις όσων την άκουγαν. Χάρη στην Υποτροφία Αλεξάνδρα Τριάντη είχε την ευκαιρία να συνεχίσει τη μελέτη της σε ευρωπαϊκές χώρες. Διακρίσεις σε διαγωνισμούς και προτάσεις για εμφανίσεις σε μεγάλα λυρικά θέατρα και διεθνή φεστιβάλ δεν άργησαν να ακολουθήσουν. Σήμερα θεωρείται μια από τις καθιερωμένες λυρικές τραγουδίστριες σε διεθνή κλίμακα.
       Η καλλιτέχνις ανήκει στις φιλέρευνες τραγουδίστριες της γενιάς της, συνεχώς ανακαλύπτοντας και αποκαλύπτοντας συνθέτες διαφορετικών εποχών και κατευθύνσεων. Το ρεπερτόριο που ερμηνεύει –πάντα με τρανή πειστικότητα!- ξεκινάει από την εποχή μπαρόκ και φθάνει μέχρι τις μέρες μας.    
     Οι φωνητικές ποιότητες και γενικότερα η τέχνη της Παπαρίζου είναι  ιδιαίτερες: το ζεστό (σκούρων αποχρώσεων) ηχόχρωμα του οργάνου της, ο εκπληκτικός έλεγχος της αναπνοής της και ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, συναρπάζουν κάθε φορά που την ακούμε. Όλες αυτές οι αρετές θριαμβεύουν στη νέα δισκογραφική της κατάθεση, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της διεθνούς δισκογραφικής εταιρίας MDG, και τιτλοφορείται Vivaldi ma non solo. Σε αυτό το album η Παπαρίζου συνοδεύεται από τη σημαντική ορχήστρα δωματίου I Solisti Veneti, υπό τη διεύθυνση του λαμπρού ιδρυτή και μόνιμου αρχιμουσικού του συνόλου, Claudio Scimone (μαθητή του Δημήτρη Μητρόπουλου). Οι πάνω από τριακόσιες ηχογραφήσεις του συγκροτήματος και οι συνεργασίες με ονομαστούς σολίστ, το κατατάσσουν στα αρτιότερα της εποχής μας: σημειώνεται ότι μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου του καλύπτεται από έργα συνθετών της εποχής μπαρόκ, οι μουσικοί που το απαρτίζουν παίζουν σε σύγχρονα όργανα και όχι σε όργανα που δημιουργήθηκαν την αντίστοιχη εποχή ή που κατασκευάστηκαν με βάση τις προδιαγραφές της.
       Όπως μαρτυρεί ο τίτλος, το νέο CD είναι αφιερωμένο στον μεγάλο Ιταλό συνθέτη της εποχής μπαρόκ Antonio Vivaldi, αλλά και σε ακόμα δύο ακόμα μουσουργούς, τον κορυφαίο George Frideric Handel και τον σήμερα λιγότερο γνωστό, αλλά κάποτε διαπρεπή, Ferdinando Bertoni.
       Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Bertoni (1725-1813) έλαβε τα φώτα της μουσικής από τον Giovanni Battista Martini, μέγα Δάσκαλο και μουσικό της εποχής του, που κατά τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του κατείχε τη θέση του οργανίστα του Βασιλικής του Αγ. Μάρκου (βυζαντινής αρχιτεκτονικής ναού) της Βενετίας. Τα έργα θρησκευτικής μουσικής, όπως και οι πάμπολλες όπερες, που άφησε πίσω του (περίπου διακόσια θρησκευτικά έργα και εβδομήντα όπερες), αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια ενός προικισμένου συνθέτη, χαρισματικού κάτοχου των μυστικών της τέχνης της σύνθεσης. Η Παπαρίζου, που έχει ερμηνεύσει έργα του συνθέτη στο παρελθόν, επέλεξε την άρια Addio, o miei sospiri, από την όπερα Tancredi, αποδίδοντάς την με ιδιαίτερη προσοχή και αγάπη: η δεξιοτεχνική γραφή και οι πάμπολλες κολορατούρες δεν τρομάζουν τη μουσικό, η οποία βρίσκει την ευκαιρία να αποδείξει τη στέρεη τεχνική της και τη θαυμάσια ικανότητά της να ανταπεξέρχεται στις προκλήσεις της παρτιτούρας επιστρατεύοντας τη γνώση του σχηματισμού των φράσεων και του εύστοχου κτισίματος των εκφραστικών κλιμακώσεων. Αφήνει την εν λόγω άρια για το τέλος του δίσκου. Αυτού του μέρους προηγούνται έξοχες ερμηνείες μουσικής των Vivaldi και Handel.
      Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ο δίσκος ανοίγει με δύο άριες (Nel profondo cieco mondo και Sorge lirato nembo e fatal tempesta) από την τρίπρακτη όπερα Orlando Furioso, RV 728,  του Vivaldi, βασισμένη στο γνωστό ποίημα του Ludovico Ariosto, και παρουσιασμένη για πρώτη φορά στη Βενετία, το 1727 (το 1714, είχε προηγηθεί, άλλο έργο του ίδιου συνθέτη, με τον ίδιο τίτλο). Στις δυο αυτές μεγάλες άριες, η Παπαρίζου δίνει τον καλύτερό της εαυτό, πείθοντας για τη γνώση του ιταλικού ύφους μπαρόκ και για την ευαισθησία της απέναντι στην ερμηνεία του ποιητικού κειμένου.
      Στη συνέχεια, ερμηνεύει πλήρες το Stabat Mater, RV 621, του ίδιου συνθέτη, που κατά πάσα πιθανότητα (δεν υπάρχουν αδιάψευστες μαρτυρίες που μπορούν να επιβεβαιώσουν με βεβαιότητα το γεγονός) γράφτηκε το 1712 και αποτελεί το πρώτο του θρησκευτικό έργο. Πετυχαίνει με συνέπεια, ορθή αίσθηση της πνοής και της πνευματικότητας του έργου, και κυρίως με ένα πραγματικά ανώτερο αίσθημα να φέρει στην επιφάνεια την τραγικότητα και ευαίσθητη μελαγχολία της μουσικής. Ο Scimone και το σύνολό του, αποδεικνύονται και εδώ εξαιρετικοί συνεργάτες της, μετέχοντας με ειδική γνώση και συνεισφέροντας με ουσιαστικό τρόπο σε αυτή την όντως υποδειγματική ερμηνεία.
      Στις δύο άριες που ακολουθούν (Handel, Morirò, ma vendicata, από την πεντάπρακτη όπερα Teseo, 1713, και Vivaldi, Gelido in ogni vena, από την όπερα Farnace, 1727), η διεισδυτική δραματική έκφραση, το πολύ καλό γούστο και η άμεση ανταπόκριση της Παπαρίζου στις απαιτήσεις, συγκινούν βαθιά. Η μουσικός σέβεται τόσο το λυρικό όσο και το ηρωικό στοιχείο της μουσικής και υπογραμμίζει με ετοιμότητα  τα έντονα συναισθήματα που εκφράζονται.
      Ο Claudio Scimone και οι Solisti Veneti φροντίζουν να αναδεικνύουν σε κάθε άρια τα ιδιαίτερα στοιχεία της ενορχήστρωσης των τριών τιμωμένων μουσουργών και προσφέρουν πάντα συνοδείες υψηλών προδιαγραφών και απόλυτης αίσθησης των υφολογικών ζητουμένων. [ΜDG 609 1744-2].




Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Νέα αποστολή για την Cecilia Bartoli






     H Ιταλίδα μέτζο Cecilia Bartoli δεν είναι μια συνηθισμένη σύγχρονη λυρική καλλιτέχνις. Από την αρχή της διεθνούς σταδιοδρομίας της (ο Herbert von Karajan ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους της μουσικής, που εντόπισαν το πλούσιο ταλέντο της) και μέχρι σήμερα έχει προσφέρει μια σειρά από ερμηνείες και δισκογραφικές καταθέσεις, που συνδυάζουν έργα διάσημων συνθετών, με εκείνα ξεχασμένων δασκάλων του παρελθόντος. Με τη μεγάλη τέχνη και τη ξεχωριστή φωνή της, η diva καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον του διεθνούς κοινού και να αναδείξει τα έργα που προσεγγίζει. 
     Το τελευταίο της album φέρει τον τίτλο Mission και είναι αφιερωμένο στον Agostino Steffani (1654-1728), μουσουργό, κληρικό και διπλωμάτη (πιθανότατα, και κατασκόπου): προσωπικότητα προορισμένη για πολλές αποστολές και ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες ανάμεσα στην εποχή του Claudio Monteverdi και του Antonio Vivaldi. Ο Steffani, στα νεανικά χρόνια της ζωής του, διακρίθηκε για την ωραία φωνή του, την εποχή που τραγουδούσε στη χορωδία του Αγ. Μάρκου της Βενετίας. Ο Κόμης Georg Ignaz von Tettenbach εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του νεαρού, φρόντισε για τις σπουδές του στο Μόναχο. Κυριότεροι δάσκαλοί του υπήρξαν οι Johann Kaspar Kerll (1627-1693, συνθέτης και οργανίστας, τον οποίον εκτιμούσαν  οι George Frideric Handel και Johann Sebastian Bach)  και Ercole Bernabei. Το 1674 εξέδωσε την πρώτη του σύνθεση και το 1675 διορίστηκε οργανίστας στην Αυλή του Μονάχου. Στη συνέχεια έγινε κληρικός και παράλληλα συνέθεσε μια σειρά από λαμπρά έργα  (μεταξύ των οποίων αρκετές όπερες). Η διπλωματική του σταδιοδρομία τον έφερε στις Βρυξέλλες (1698). Πολλά από τα έργα του, σε χειρόγραφη ή εκτυπωμένη μορφή, φυλάσσονται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη: μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο το 1714 από τον Εκλέκτορα του Ανοβέρου, που την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους θα ονομαζόταν  Βασιλέας Γεώργιος Ι της Μεγ. Βρετανίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1724, ο συνθέτης έλαβε τον τίτλο του δια βίου επίτιμου προέδρου της Ακαδημίας Παλιάς Μουσικής του Λονδίνου.  Άφησε πίσω του μεγάλο αριθμό ορχηστρικών και φωνητικών συνθέσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό. Σίγουρα, στην εποχή του, εθεωρείτο ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους συνθέτες όπερας.   
     Το φιλέρευνο πνεύμα της Bartoli την ώθησε στην εξερεύνηση των παρτιτούρων του Steffani και στην έξυπνη επιλογή μερών από φωνητικές συνθέσεις του (γραμμένες για castrati τραγουδιστές), που δίνουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη ιδέα της αξίας του: Είκοσι μία από αυτές, ηχογραφούνται για πρώτη φορά. Η μουσική του Steffani, μέσα από τις ερμηνείες αυτές, κρίνεται εντυπωσιακά ενδιαφέρουσα, επινοητική, με ωραιότατα λαξευμένες μελωδίες, δραματικό χαρακτήρα (που σίγουρα επηρέασε τα έργα του Handel) και τεχνικά απαιτητική. Η Bartoli, συνοδευόμενη από την έξοχη ορχήστρα  αποτελούμενη από όργανα εποχής, I Barocchisti, υπό τον ακούραστο εμπνευστή του συνόλου, Diego Fasolis, δίνει τον καλύτερό της εαυτό και με μεγάλη πειστικότητα αναδεικνύει τις ποιότητες του Steffani. Ειδικότερα, η εκφραστική της δύναμη φωτίζεται σε μέρη όπως η τρυφερή άρια Amami e vederai ή την ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας άρια  La cerasta più terribile. Κατά την άποψή μας, η άρια Dell’alma stanca a raddolcir le tempre, είναι η πιο πολύτιμη και συγκινητική του δίσκου, όπου ο Αμφίων προσπαθεί να βρει παρηγοριά από την κοσμική αρμονία: η Bartoli μεταφέρει την εκστατική ατμόσφαιρα του μέρους αυτού με μεγάλη ευστοχία. Γενικότερα, στο album αυτό εκτιμά κανείς, πέραν της υποδειγματικής έκφρασης της καλλιτέχνιδας, τις λαμπρές και ακριβέστατες κολορατούρες και τον έλεγχο της αναπνοής,  αρετές άξιες πολλών επαίνων.  
     Στην ηχογράφηση συμμετέχουν η πολύ καλή Χορωδία της Ελβετικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης και ως guest star, ορθότερα special guest, ο διάσημος Γάλλος κόντρα τενόρος Philippe Jaroussky. Η φωνή του τελευταίου, πάντα δροσερή και απόλυτα εκφραστική, δένει άψογα με εκείνη της Bartoli. Τα τέσσερα ντουέτα που ερμηνεύονται από τους δύο, είναι κυριολεκτικά απολαυστικά.
     Ο Fasolis, ένας από τους εκλεκτότερους μαέστρους παλιάς μουσικής της εποχής μας, και το θαυμάσιο σύνολό του, I Barocchisti, προσφέρουν καλοδουλεμένες και ιδιωματικές συνοδείες στους τραγουδιστές, υπογραμμίζοντας την ιδιάζουσα ενορχήστρωση του συνθέτη. Κάθε ηχογράφησή τους αποτελεί μια ποιοτική κατάθεση. 
     Ο δίσκος συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα  κατατοπιστικό και καλαίσθητο σκληρόδετο βιβλίο εκατόν εβδομήντα τεσσάρων σελίδων, στο μέγεθος του δίσκου, το οποίο εκτός από τις πληροφορίες περιέχει φωτογραφικό υλικό της καλλιτέχνιδας, της γνωστής σύγχρονης Αμερικανίδας συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου Donna Leon, που συνέγραψε ένα βιβλίο με θέμα τη ζωή του τιμώμενου (The Jewels of Paradise) και βεβαίως του ίδιου του συνθέτη.
    Μακάρι η εν λόγω ηχογράφηση να ανοίξει δρόμους σε επόμενες παρουσιάσεις και ηχογραφήσεις ολόκληρων έργων του Steffani. [Decca 0289 478 3542 4].





Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ο Chopin του Pollini





     


      Ο πιανίστας Maurizio Pollini ανήκει ασφαλώς στους θρύλους της σύγχρονης μουσικής σκηνής. Πρόκειται για μουσικό που έχει εμπνεύσει και επηρεάσει πολλές γενιές ομοτέχνων του και όχι δίχως λόγο. 
     Γεννημένος στο Μιλάνο, είχε την τύχη από νωρίς στη ζωή του να λάβει μια πρώτης ποιότητας μόρφωση. Πατέρας του ήταν ο Gino Pollini, αρχιτέκτονας και μέλος της περίφημης όσο και επαναστατικής ομάδας «Gruppo 7». Έχοντας μελετήσει κοντά στους Carlo Lonati και Carlo Vidusso, δεν άργησε να διακριθεί σε σημαντικούς πιανιστικούς διαγωνισμούς, που του άνοιξαν τις πόρτες της μεγάλης σταδιοδρομίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1959 κέρδισε πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Ettore Pozzoli και το 1959, πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Chopin. Ο δεύτερος διαγωνισμός ήταν που τράβηξε την προσοχή του διεθνούς κοινού, το οποίο έσπευσε να τον αγκαλιάσει και να τον φέρει στην πρώτη γραμμή των αγαπημένων πιανιστών. 
     Έκτοτε δεν έχει παύσει να κερδίζει τις εντυπώσεις. Έχει διακριθεί για την ερμηνεία ενός ευρύτατου φάσματος ρεπερτορίου που αρχίζει από τον Johann Sebastian Bach και φθάνει σε συνθέτες του εικοστού αιώνα. Όσον αφορά στους παλαιότερους συνθέτες, έργα των Wolfgang Amadeus Mozart, Ludwig van BeethovenFrédéric Chopin, Franz Liszt και Johannes Brahms φιλοξενούνται συχνά στα προγράμματά του. 
     Ο συνθέτης που ίσως βρίσκεται από όλους πιο κοντά στην καρδιά του, είναι ο Chopin. Τα δικά του έργα είναι που ερμηνεύει τακτικότερα από οποιουδήποτε άλλου. Η δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon (με την οποία ο καλλιτέχνης συνεργάζεται σταθερά από το 1971), κυκλοφόρησε μια μεγάλη σειρά από δίσκους αφιερώματα που περιλαμβάνουν συνολικές ηχογραφήσεις έργων συνθετών που βρίσκονται πολύ κοντά στην καρδιά του πιανίστα. Στο πλαίσιο της εν λόγω σειράς εξέχουσα θέση κατέχει η κασετίνα με τίτλο The complete Chopin recordings from 1972-2008, που βεβαίως περιλαμβάνει τους θησαυρούς των σοπενικών ηχογραφήσεων που οι ειδήμονες αλλά και απλοί θαυμαστές του Pollini, γνωρίζουν και λατρεύουν. Ο συντάκτης του παρόντος κειμένου θυμάται τον εαυτό του παιδί να ανακαλύπτει το σοπενικό σύμπαν μέσα από τις πρώτες αυτές ηχογραφήσεις του Pollini.
     Πιο συγκεκριμένα στους εννέα δίσκους περιλαμβάνονται οι Σπουδές, Opp. 10 και 25, τα 24 Πρελούδια, Op. 28, οι Πολωνέζες, Opp. 26/1-2, 40/1-2, 44, 53 και 61, οι Σονάτες για πιάνο αρ. 2, Op. 35, και αρ. 3, Op. 58, τα Scherzi αρ. 1-4, αντίστοιχα Opp. 20, 31, 39 και 54, η Berceuse, Op. 57, η Βαρκαρόλα, Op. 60, οι Μπαλάντες αρ. 1-4, αντίστοιχα Opp. 23, 38, 47, 52, η Φαντασία, Op. 49, τα Νυχτερινά, Opp. 9/1-3, 15/1-3, 27/1-2, 32/1-2, 37/1-2, 48/1-2, 55/1-2, 62/1-2, 72/1, οι Μαζούρκες Opp. 33/1-4, τα Βαλς Op. 34/1-3 και η Impromptu αρ. 2, Op. 36. Αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένα έργα προτείνονται σε δυο διαφορετικές ηχογραφήσεις, όπως λ.χ. στην περίπτωση της Σονάτας αρ. 2. 
     Σε αυτό το ευρύτατο σοπενικό ρεπερτόριο έχει κανείς την ευκαιρία να εκτιμήσει την τέχνη του βιρτουόζου πιανίστα σε όλο της το εύρος. Είναι κοινό μυστικό ότι η μουσική του Chopin ζητά πολλά από τον ερμηνευτή της.  Ευαισθησία σε συνδυασμό με απόλυτη κατανόηση της δομής και μια τεχνική που δεν θα κομπιάζει πουθενά, αποτελούν προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προσέγγιση των έργων του μεγάλου Πολωνού μουσουργού. 
     Ο Pollini διαθέτει όλα τα παραπάνω, συν ένα μουσικό ήθος και θαυμαστή ερμηνευτική ακεραιότητα, που δύσκολα βρίσκονται στις μέρες μας (κυρίως ανάμεσα στους αστέρες των πλήκτρων των τελευταίων ετών, που παράλληλα με τις συναυλίες τους δεν διστάζουν να διαφημίζουν αθλητικά παπούτσια και να κερδίζουν εκατομμύρια).  
     Ειδικότερα, όσον αφορά στην παρούσα συλλογή, με αριστοκρατική άνεση και φλογερή τεχνική διεισδύει με άνεση στα απόκρυφα των αριστουργηματικών έργων που επιλέγει να αποδώσει. Στις Σπουδές θαυμάζει κανείς τον συνδυασμό υψηλής μουσικότητας και δακτυλικής ευχέρειας: στα έργα αυτά, που ενίοτε πολλοί συνάδελφοί του μετατρέπουν σε απλά πυροτέχνημα, πετυχαίνει να αγγίξει την ουσία και να ισορροπήσει έμπνευση με λάμψη. Στις μικρές φόρμες της Μαζούρκας και Βαλς, φέρνει στην επιφάνεια τις πιο προσωπικές σκέψεις του Chopin, αντιμετωπίζοντας με αισθαντικότητα και προσοχή τις φράσεις. Στις μεγάλες Σονάτες φωτίζει τόσο τη φόρμα (ναι, ο Chopin ήταν σε θέση να συγκρατήσει μεγάλες φόρμες και το αποδεικνύει συχνά!) όσο και το αφηγηματικό στοιχείο. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι που υπογραμμίζεται από τον ίδιο, με μεγάλη συνέπεια, και στις Μπαλάντες. Σε κάθε μια από αυτές στοχεύει στην ουσία και επιτρέπει στη μουσική να ξεδιπλωθεί με ασύλληπτη πνοή.
      Προχωρώντας, σηκώνει με φαντασία το πέπλο του πλήρους κύκλου των Πρελουδιών, παρουσιάζοντας με υποδειγματική μουσική ευγλωττία τους διαφορετικούς κόσμους που απαρτίζουν τον κύκλο: κάθε νότα κερδίζει σε νόημα. Τις φλογερές σελίδες των Scherzi προσεγγίζει με ζηλευτή ενέργεια φροντίζοντας για τον χρωματισμό των διαφορετικών φωνών που συναποτελούν την υφή. Στον κύκλο των Νυχτερινών (μια από τις αρτιότερες ηχογραφήσεις του πλήρους κύκλου που κυκλοφορούν σε δίσκους) αποδίδει έξοχα την ποίηση, τον ρομαντικό στοχασμό, αλλά και τις εφιαλτικές στιγμές, που παραμονεύουν και συχνά διακόπτουν την ονειρική ατμόσφαιρα. Στην Berceuse και την Barcarolle επιστρατεύει όλη του τη λυρική διάθεση προκειμένου να αποδώσει καλύτερα τις τρυφερές αυτές σελίδες του Chopin. 
     Θα μπορούσαμε για ώρες να γράφουμε σχετικά με τις αρετές τόσο του Pollini όσο και των ηχογραφήσεών του, εντούτοις θα μείνουμε στη μεγαλύτερη αρετή του, η οποία δεν είναι άλλη από την εκπληκτική του ικανότητα να εξαφανίζει το «εγώ» από τις ερμηνείες που προσφέρει και με σεμνότητα, που πηγάζει από τη γνώση των ζητουμένων και της ουσίας, να αποκαλύπτει τις παρτιτούρες με ιδιαίτερο τρόπο. 
     Κλείνοντας, μια συλλογή σπουδαίων έργων του Chopin, πραγματικό σημείο αναφοράς. [Deutsche Grammophon 0289 477 9908 5, 9 CDs ADD/DDD GX9, The Maurizio Pollini Collection].


Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Ονειρικός Debussy από Aimard






     Ο διαπρεπής Γάλλος πιανίστας Pierre-Laurent Aimard, είχε την τύχη να μελετήσει κοντά σε μεγάλους Δασκάλους, όπως οι Yvonne Loriod και η Maria Curcio. Σε νεαρή ηλικία έπαιξε για τον σύζυγο της Loriod και σημαντικότατο συνθέτη Olivier Messiaen, ο οποίος αμέσως εξέφρασε τον θαυμασμό και την εκτίμησή του. Σε όλη τη διάρκεια των σπουδών του είχε την δυνατότητα να μελετήσει τόσο το κλασικό όσο και το πρωτοποριακό ρεπερτόριο, το δεύτερο μάλιστα, συχνά κοντά στους ίδιους του συνθέτες. Θυμίζουμε ότι το 1976 και για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια ήταν ο πιανίστας του περίφημου Ensemble Intercontemporain, που είχε δημιουργήσει ο Pierre Boulez το ίδιο έτος στο Παρίσι. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας γνώρισε και συνεργάστηκε με πολλούς σύγχρονους συνθέτες και οι γνώσεις που έλαβε από τον Boulez, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν.
     Ο Aimard είναι ένας από τους σύγχρονους πιανίστες που εκτιμάται για τη βαθύτατη μελέτη του μουσικού κειμένου που προσεγγίζει και για την πιστότητα των ερμηνειών του. Όπως και στην περίπτωση του Maurizio Pollini, έτσι και για εκείνον, έρχεται πρώτα ο συνθέτης και το έργο, και στη συνέχεια ο ερμηνευτής. Και οι δύο ερμηνεύουν το κείμενο όπως «είναι» και όχι όπως θα επιθυμούσαν να είναι ή όπως νομίζουν ότι είναι. Η ανάλυση, η ειδική και γενική γνώση, όπως επίσης και μια μεγάλη δόση –ας μας επιτραπεί ό όρος- ερμηνευτικής ιδιοφυΐας απαιτούνται για την πιστή απόδοση μεγάλης μουσικής.
     Πριν από μερικά χρόνια, ο Aimard υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon, ναυαρχίδα των δισκογραφικών εταιριών, προσφέροντας μια σειρά ηχογραφήσεων αγαπημένων του συνθετών, διαφορετικών περιόδων της μουσικής ιστορίας, που κέρδισαν επαινετικά σχόλια κριτικών και κοινού.
     Νεώτερος καρπός της συνεργασίας του με την Deutsche Grammophon αποτελεί ένα album στο οποίο αποτυπώνεται η ερμηνευτική του άποψη του πλήρους κύκλους των είκοσι τεσσάρων Πρελουδίων του Claude Debussy. Τα έργα αυτά ανήκουν, βεβαίως, στα διασημότερα του Γάλλου συνθέτη, γράφτηκαν από τον Δεκέμβριο του 1909 μέχρι και τον Απρίλιο του 1913 και χωρίζονται σε δύο τεύχη, ακολουθώντας το παράδειγμα του Johann Sebastian Bach, αν και δεν ακολουθούν συγκεκριμένη σειρά τονικοτήτων όπως στην περίπτωση του τελευταίου.
     Ο Aimard έχει δηλώσει ότι θαυμάζει στα έργα αυτά την τελειότητα της φόρμας και την σιγουριά με την οποίαν εκτελεί τις συνθέσεις του ο Debussy. Ως γνήσιο τέκνο της μεγάλης γαλλικής μουσικής Σχολής, στην οποία ανήκει και ο Debussy, μπορεί και «μιλάει» τη μουσική γλώσσα του συνθέτη με μεγάλη ακρίβεια και πειστικότητα. Μέσα από τη μουσική αυτή αισθάνεται το μέλλον, τους συνθέτες που ακολουθούν.
     Σε κάθε ένα από τα Πρελούδια, ο πιανίστας βρίσκει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το  ιδιαίτερο χρώμα. Έχει σκεφτεί και αναλύσει σε βάθος τα έργα. Με προσοχή, συγκέντρωση, ενδιαφέρον και γνώση ξεδιπλώνει τα εικοσιτέσσερα αριστουργήματα. Ποτέ δεν τον βρίσκουμε να υπερβάλει ή να προσπαθεί να επιβάλει μια αφύσικη ή ξένη σκέψη προς τη μουσική. 
      Ειδικότερα, σε πρελούδια όπως το La terrasse des audiences du clair de lune εντοπίζει και αναδεικνύει την ποιητική διάσταση της μουσικής. Οι ταχύτητες (tempi) που επιλέγει βρίσκονται πάντα κοντά στα ζητούμενα της μουσικής: θαυμάσαμε το fluidum της ρυθμικο-μελωδικής ανάπτυξης σε έργα όπως τα Danseuses de Delphes και Voiles. Η κρυστάλλινη και πάντα εκλεπτυσμένη άρθρωση και ανάδειξη της υφής ξεχώριζε σε όλα τα Πρελούδια. Το ανάλαφρο toucher του, συντελεί στο κτίσιμο ξεχωριστής ατμόσφαιρας, λ.χ. Brouillards. Το έξοχο legato και η προσοχή στην υπογράμμιση της εξέλιξης της μουσικής, διακρίνονται σε κομμάτια όπως το Canope. Τα ρυθμικά στοιχεία ερμηνεύονται στη λεπτομέρειά τους, λ.χ. La Danse de Puck. Οι συγχορδιακές ακολουθίες και τα ορχηστρικά ηχοχρώματα εντυπωσιάζουν στα χέρια του, λ.χ. La Cathédrale Engloutie.
     O πιανίστας αρνείται να προσθέσει στείρο συναισθηματισμό στα έργα, έτσι αποδίδει τη μουσική μέσα από μια πιο αντικειμενική σκοπιά, δίνοντας ερμηνείες που προκαλούν τη σκέψη του ακροατή.
     Η τελειότητα της γραφής του Debussy, ο στοχασμός, τα ιμπρεσιονιστικά-περιγραφικά στοιχεία (δεν λείπει το χιούμορ από τo Πρελούδιο του General Lavine ή στο Hommage à S. Pickwick Esq. P.P.M.P.C.), η φαντασία, ο πλούσιος συναισθηματικός κόσμος και η εναλλαγή των διαθέσεων, η πρωτότυπη αρμονία, αλλά και η ιδιαίτερη ανάπτυξη της μουσικής, βρίσκουν στο πρόσωπο του Aimard έναν ιδανικό ερμηνευτή, μουσικά και τεχνικά αψεγάδιαστο.
     Μια ηχογραφημένη έκδοση έτοιμη να λάβει θέση κοντά στις μεγάλες και δοκιμασμένες ερμηνείες των Claudio Arrau, Arturo Benedetti-Michelangeli και Krystian Zimerman. [Deutsche Grammophon 0289 477 9982 5 CD DDD GH].