Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Όπερες σύγχρονων συνθετών




Γιάννης Φίλιας και Έλενα Μαραγκού στην όπερα "The Darkness of Mistico" του Γρηγόρη Εμφιετζή. Φωτο: Stefanos 



Ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά είδη, η όπερα, που γεννήθηκε στα τέλη του δεκάτου έκτου αιώνα και που στη συνέχεια ακολούθησε μια τεράστια, πολυσχιδή και βαρυσήμαντη πορεία, πετυχαίνει πάντα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των σύγχρονων συνθετών. Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο αριθμός μελοδραμάτων που γράφονται κάθε χρόνο από συνθέτες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Γεγονός άξιο προσοχής και θαυμασμού. Ειδικά στην εποχή μας, που οι τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις για το ανέβασμα ενός λυρικού έργου βρίσκονται αντιμέτωπες με την οικονομική κρίση που μαστίζει πολλές χώρες και τα λυρικά θέατρά τους.
 Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) συνεχίζει με συνέπεια να υποστηρίζει τη σύγχρονη οπερατική παραγωγή, γεγονός άξιο κάθε επαίνου. Σε ετήσια βάση παρουσιάζει έργα Ελλήνων δημιουργών και συνήθως ενός ξένου. Πέρυσι (23/6/2012), στη σκηνή του Θεάτρου Ολύμπια, είχαμε παρακολουθήσει όπερες των Λίνα Τόνια (Διωγμένος), Ιωσήφ Βαλέτ (Ο Φρόυντ για εκείνη) και Boris Blacher (Παλίρροια), και είχαμε με ενθουσιασμό αναφερθεί στις αρετές των έργων.
Φέτος, η ΕΛΣ, παρουσίασε πάλι δύο έργα Ελλήνων και ενός Γερμανού. Αναλυτικότερα, στις 30/6 (Θέατρο Ολύμπια), η αυλαία άνοιξε με το έργο The Darkness of Mistico του διεθνώς ανερχόμενου συνθέτη Γρηγόρη Εμφιετζή (γ. 1980) από τη Θεσσαλονίκη, με λαμπρές σπουδές στην Ελλάδα και στη Βρετανία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Εμφιετζής, που ζει μόνιμα στο Λονδίνο, βραβεύθηκε πρόσφατα στο διεθνή διαγωνισμό που διοργάνωσε το Konzerthaus της Βιέννης, με τίτλο Towards the next 100 Years και με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα λειτουργίας. Το κουιντέτο πνευστών του με τίτλο Fear (not), που διακρίθηκε στην πέμπτη κατηγορία-κουιντέτο πνευστών, ερμηνεύτηκε στις 4 Ιουνίου (Wiener Konzerthaus) από μέλη των Φιλαρμονικών της Βιέννης και του Βερολίνου. Στον εν λόγω διαγωνισμό υπήρξαν τριακόσιες εξήντα μία  συμμετοχές από τριάντα πέντε διαφορετικές χώρες, για δέκα κατηγορίες βραβείων. Επιπλέον, μέσα στην επόμενη χρονιά,  νέο του έργο πρόκειται να παρουσιαστεί από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου (London Symphony Orchestra).
Η όπερα του Εμφιετζή, σε μια πράξη και πέντε επεισόδια, που παρακολουθήσαμε από την ΕΛΣ, στρέφεται γύρω από την ύπαρξη του Ορφέα και ενός σύγχρονου ανθρώπου, που ονομάζεται Mistico Oscuro. Σύμφωνα με τον ίδιο τον δημιουργό πρόκειται για «ένα ταξίδι προσωπικών αναζητήσεων, μύθων, λογικής, μυστικισμού, αγάπης, ονείρων. Μία άλλη πλευρά του μύθου του Ορφέα, και η ζωή ενός σύγχρονου ανθρώπου, όπως τις διηγήθηκαν κάποιοι άλλοι». Το καλοστημένο ποιητικό κείμενο (libretto) της Μυρτώς Λουλάκη, συζύγου του συνθέτη, αντλεί αποσπάσματα από τους Ορφικούς Ύμνους, τους οποίους με νόημα ταιριάζει στο δικό της κείμενο. Βρήκαμε ότι ο ποιητικός λόγος της συγγραφέας, αποτέλεσε μια εξαίρετη βάση στον συνθέτη για να δουλέψει μια παρτιτούρα όπου το ερωτικό μυστήριο και το αέναο παιχνίδι ζωής-θανάτου φωτίζονται με γούστο και προσοχή. Από την έναρξη της όπερας (Πάροδος), όπου το κάθε μέλος της χορωδίας εισέρχεται στη σκηνή ψιθυρίζοντας και απαγγέλλοντας διάφορα  μέρη του αρχικού κειμένου, ο Εμφιετζής πετυχαίνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να μας μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση. Μέσα από μια ενορχήστρωση λεπτοδουλεμένη στη λεπτομέρεια, με ελκυστικότατους ηχητικούς συνδυασμούς και σωστή ισορροπία μεταξύ φωνών και οργάνων, με προσοχή όσων αφορά στις εναλλαγές δυναμικής και στις κλιμακώσεις των μουσικών παραγράφων, παραδίδει μια σύνθεση πλήρη και ουσιαστική. Ο Γιάννης Φίλιας (Mistico), η Έλενα Μαραγκού (Μια μυθική γυναίκα, Ευρυδίκη/ Lucia Verita) και η Ελένη Λιώνα (Μητέρα του Mistico), στους σολιστικούς ρόλους, και τα μέλη της Χορωδίας Fons Musicalis, τραγούδησαν με ακρίβεια και συνέδραμαν στη δημιουργία του μυστηριακού κλίματος.  Αδημονούμε για τους επόμενους συνθετικούς καρπούς του Εμφιετζή, εξόχως προικισμένου συνθέτη του οποίου η δραστηριότητα δεν θα σταματήσει να συναρπάζει και να γοητεύει.
 Στη συνέχεια, παρακολουθήσαμε την όπερα με τίτλο Ο άγγελος του πλοίου (Der Engel auf dem Schiff), Op. 31, του Detlev Glanert (γ. 1960), μαθητή των σπουδαίων Diether de la Motte, Günther Friedrichs, Frank Michael Beyer και Hans Werner Henze. Κυρίως γνωστός ως συνθέτης όπερας, έργα του έχουν λάβει τις πρεμιέρες τους από γνωστές λυρικές σκηνές της Γερμανίας. Το πιο πρόσφατο οπερατικό του έργο, με τίτλο Solaris, παρουσιάστηκε πριν από έναν χρόνο στην Αυστρία (Ιούλιος 2012, Bregenzer Festspiele) αποσπώντας επαινετικές κριτικές. Εμείς, παρακολουθήσαμε την όπερα δωματίου του, που έλαβε την πρεμιέρα της στη Βρέμη (Theater Bremen), τον Μάιο του 1995. Πρόκειται για το τρίτο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο, Drei Wasserspiele (Έργα-Παιχνίδια του νερού, 1986-1995). H πλοκή της όπερας διαδραματίζεται κάπου στον Ατλαντικό, όπου μέσα στον ωκεανό τρεις επιζήσαντες κρατιούνται από τα συντρίμμια ενός κατεστραμμένου πλοίου, και τοποθετείται στην δεκαετία του ΄20. Η χαρακτηριστική χορευτική μουσική της εποχής φέρνει το μουσικό ιδίωμα πολύ κοντά σε εκείνο του Kurt Weill και ειδικότερα των έργων του H Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper), Άνοδος και Πτώση της Πόλης του Mahagonny (Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny) και Τα Eπτά Θανάσιμα Αμαρτήματα (Die sieben Todsünden). Πρέπει να αναφέρουμε ότι τα μουσικά ιδιώματα κάθε έργου της Τριλογίας του Glanert σχετίζονται με στοιχεία της εποχής κατά την οποία διαδραματίζονται. Από μουσικής άποψης, η παρτιτούρα χαρακτηρίζεται από ενδιαφέρουσες μοτιβικές αναπτύξεις, τολμηρή εξπρεσιονιστική, ενίοτε αισθησιακή διάθεση και έντονα θεατρικά στοιχεία που αντικατοπτρίζονται στον ιδιαίτερο ηχητικό κόσμο της ορχηστρικής γραφής. Τους ρόλους των τριών πρωταγωνιστών κράτησαν επιτυχώς οι Μαρία Κόκκα (Minna), Νίκος Στεφάνου (Van) και Πέτρος Σαλάτας (Sam): αντιμετώπισαν με άνεση τις απαιτητικές εκτάσεις των ρόλων τους και έπαιξαν με ένταση τους ρόλους τους.
Τελευταίο έργο της βραδιάς υπήρξε η νέα όπερα Αγαμέμνων του Απόστολου Ντάρλα, την πορεία του οποίου παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Σχετικά με την εν λόγω όπερά του, την πρώτη του, ο συνθέτης παραδέχεται ότι η αγάπη του για την αρχαία τραγωδία τον ώθησε στην επιλογή του θέματος. Πιστεύουμε ότι ο ίδιος, με μεγάλη ευστοχία, χαρακτηρίζει το ύφος της γραφής της όπεράς του ως μεταμοντερνικό, χαρακτηριστικά αναφέροντας ότι «οι τεμαχισμένες δωδεκάφθογγες σειρές, τα τροπικά στοιχεία και τα αυτενεργά Leitmotive συμβάλλουν στην περαιτέρω ένταση της δράσης, ενώ η  ορχήστρα έρχεται ως υπέρ-χορός να προάγει και να σχολιάσει τα τεκταινόμενα». Οι σκηνές, τα ιδιώματα, τα μοτίβα, οι διαθέσεις, οι εντάσεις κινούνται γρήγορα κρατώντας το ενδιαφέρον του κοινού. Η μουσική γραφή και η φαντασία του Ντάρλα έχουν ωριμάσει με φυσικότατο τρόπο, ενώ η τεχνική στον χειρισμό των οργάνων, ειδικότερα των ηχοχρωμάτων που παράγουν, και των φωνών έχει εξελιχθεί δίνοντάς του την ευκαιρία με άνεση να μεταφέρει τις σκέψεις του στην παρτιτούρα. Κρατάμε για άλλη μια φορά την ιδιαίτερη ελληνικότητα της μουσικής του δημιουργού, που ενισχύεται μέσω των ιδιαίτερων μουσικών διαστημάτων και τροπικών κλιμάκων, που επιλέγει. Τον ρόλο του Αγαμέμνονα τραγούδησε ο καλλίφωνος Δημήτρης Πακσόγλου, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα του ήρωα. Η Γεωργία Ηλιοπούλου απέδωσε με νεύρο και άφθονη δόση θεατρικής εκφραστικής αμεσότητας, ενώ η Μαργαρίτα Συγγενιώτου, με έμπειρη γνώση, τονική ακρίβεια και μεστή φωνή, απέδωσε τον ρόλο της Κασσάνδρας. Τη διανομή συμπλήρωσαν ο Άκης Λαλούσης (Φρουρός) και Δημήτρης Κασιούμης (Κήρυκας/Αίγισθος).
Η μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου κρίθηκε ακριβής και εκφραστική, όπως και η συμβολή της ορχήστρας και της χορωδίας.
Το εικαστικό μέρος της παραγωγής ανέδειξε την ονειρική, μυθική, συμβολική και παραμυθένια διάσταση των τριών έργων. Η Κατερίνα Παπαγεωργίου σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια ευφάνταστα, μοντέρνα, λειτουργικά και πάντα μέσα στο πνεύμα των ζητουμένων των παρτιτούρων. Η σκηνοθεσία του Νίκου Διαμαντή, ο οποίος όχι χωρίς λόγο επέλεξε να αναλάβει και το μέρος του φωτισμού, πέτυχε να αναδείξει το ψυχογραφικό μέρος τόσο της μουσικής όσο και των ηρώων. Οι κινήσεις και η ανταπόκριση των τραγουδιστών στους σχολιασμούς της ορχήστρας, όπως και η ατμόσφαιρα που διαμορφώνονταν από τις αυξομειώσεις και αλλαγές του φωτισμού, ενίσχυσαν τις πολύ καλές εντυπώσεις.


 
Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου στην όπερα "Αγαμέμνων" του Απόστολου Ντάρλα. Φωτο: Stefanos

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

"Ο Ιπτάμενος Ολλανδός" από την Εθνική Λυρική Σκηνή



Η όπερα "O Ιπτάμενος Ολλανδός" του Richard Wagner, όπως παρουσιάστηκε από την ΕΛΣ. Φώτο: Stefanos. 


Είναι πραγματικά σπάνιες οι φορές που το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να απολαύσει πλήρη κάποια όπερα (σωστότερα, μουσικό δράματα) του Richard Wagner. Και τούτο διότι οι μουσικές και τεχνικές απαιτήσεις των μεγάλων σε χρονική διάρκεια μελοδραμάτων του είναι τεράστιες και ενίοτε μη εύκολα αντιμετωπίσιμες από τις εγχώριες δυνάμεις. Φέτος συμπληρώνονται ακριβώς διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Γερμανού μουσουργού όπως και από τη γέννηση του άλλου μέγιστου οπερατικού συνθέτη, βεβαίως του Ιταλού Giuseppe Verdi. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το έτος 1813 είδε τη γέννηση και των δύο αυτών σπουδαίων ανθρώπων.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) επέλεξε να τιμήσει την επέτειο Wagner με την όπερα Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (Der Fliegende Holländer, WWV63)). Και μολονότι χαρήκαμε ιδιαίτερα το γεγονός της απόφασης να παρουσιάσει, μετά από αρκετά χρόνια, ένα βαγκνερικό αριστούργημα, ωστόσο θα πρέπει να τονίσουμε ότι, όσον αφορά στη δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή της, μας προβλημάτισε η επιλογή της: αντί να προτείνει μια όπερα του Verdi, όπως θα ήταν αναμενόμενο και λογικό, επέλεξε την πολυαγαπημένη -ασφαλώς αριστουργηματική!- όσο και χιλιοπαρουσιασμένη Madama Butterfly του Giacomo Puccini (οι παραστάσεις θα δοθούν στις 27, 28, 30 και 31/7). Είναι κρίμα, λοιπόν, που η ΕΛΣ θυμήθηκε μόνο το  “'Ετος Wagner” και όχι το “Έτος Verdi”, κατά το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Πόσο εύστοχο θα ήταν να είχε επιλέξει μια από τις λιγότερο γνωστές όπερες του Verdi (αβίαστα έρχονται στο νου τα μελοδράματα I due Foscari, Simon Boccanegra, Stifellio και –γιατί όχι;- Luisa Miller.  Ναι, η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια κάθε καλλιτεχνικής περιόδου της, ο  Verdi εκπροσωπείται σταθερά με ένα από τα δημοφιλή αριστουργήματά του (συνήθως Rigoletto, La Traviata ή Il Trovatore, πρόσφατα παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, πάντα από την ΕΛΣ ανεβασμένη, την μάλλον σπάνια όπερα Ο Σικελικός Εσπερινός), αλλά το «Έτος Verdi», ασφαλώς θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα και ευκαιρία για την παρουσίαση μιας βερντιάνικης rarité στο Ηρώδειο.   
H όπερα Ο Ιπτάμενος Ολλανδός, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1843, στην Semper Oper της Δρέσδης, αποτελεί το πρώτο ώριμο έργο του συνθέτη. Εδώ συναντάμε πλέον καινοτόμες τεχνικές και επινοήσεις, όπως λ.χ. τα προεξαγγελτικά μοτίβα (leitmotifs), που χρησιμοποιούνται σε όλα τα επόμενα έργα του και βεβαίως μια νέα αρμονική γλώσσα και έξοχες ενορχηστρωτικές τεχνικές. Ο θρύλος του καταραμένου Ολλανδού καπετάνιοu, που καλείται να ταξιδεύει για πάντα στις θάλασσες αναμένοντας τη λύτρωση μέσα από την πραγματική αγάπη, την οποία τελικά του προσφέρει η ηρωίδα Senta (έτσι τον αφηγείται ο Heinrich Heine), δίνει την ευκαιρία στον Wagner με τη φλογερή και ασυγκράτητα εκστατική νεανική ορμή, να συνθέσει ένα από τα πλέον ελκυστικά και προσεγγίσιμα στον αμύητο, αριστουργήματά του.  
Οι αθηναϊκές παραστάσεις του Ολλανδού εντάχθηκαν στο -όπως και πέρυσι έτσι και φέτος- προκλητικά φτωχό σε αριθμό μουσικών εκδηλώσεων Φεστιβάλ Αθηνών. Παρακολουθήσαμε την πρώτη (7/6) από τις αρχικά προγραμματισμένες τέσσερις παραστάσεις (7, 9, 11 και 13, η τελευταία ακυρώθηκε λόγω απεργίας), που δόθηκαν στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.
Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια υπέγραψε ο Γιάννης Κόκκος, δημιουργός με μεγάλη δραστηριότητα κυρίως στον γαλλικό  χώρο του θεάτρου και της όπερας, συνεργάτη των κορυφαίων θεατρανθρώπων  Antoine Vitez, Jean Mercure και Jacques Lassalle.
Η άποψή του, όσον αφορούσε στην όπερα του Wagner, κινήθηκε μέσα στα παραδοσιακά πλαίσια. Οι ήρωες ακολουθούσαν την από τον συνθέτη προδιαγεγραμμένη πορεία τους χωρίς εμπόδια ή περίεργες, παράδοξες και αυθαίρετες σκηνοθετικές παρεμβάσεις. Στη σκηνή του Ηρωδείου, στην αριστερή πλευρά, βλέπαμε μέρος της πλώρης του στοιχειωμένου καραβιού και έναν μεγάλο σκελετό να αιωρείται κοντά του. Ανάγλυφα κύματα κάλυπταν μεγάλο μέρος της σκηνής, ενώ η φουρτουνιασμένη θάλασσα  παρουσιαζόταν μέσω βιντεοπροβολών (βιντεοσκηνογραφία, Eric Duranteau, από το 1998 στενός συνεργάτης του Κόκκου) στο σκηνικό οικοδόμημα που βρίσκεται στο υπερυψωμένο βάθος της σκηνής, μεταμορφώνοντας τον χώρο σε νορβηγική παραθαλάσσια τοποθεσία. Ο Κόκκος ενθάρρυνε τους τραγουδιστές να υποδυθούν με νόημα τους ρόλους και έφερε προσεκτικά στην επιφάνεια τον αινιγματικό, συμβολικό και μεταφυσικό χαρακτήρα της όπερας.  Επίσης, ιδιαίτερα λειτουργικοί και καλαίσθητοι υπήρξαν οι φωτισμοί του Michael Bauer, που πέτυχαν να συμβάλουν αποφασιστικά στη δημιουργία της δαιμονικής και στοιχειωμένης ατμόσφαιρας.
Ο Γερμανός βαρύτονος Thomas J. Mayer  επωμίσθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ολλανδού με μεγάλη φωνητική άνεση, προσωπικότητα και μουσικό κύρος. Αξίζει να θυμίσουμε ότι πριν από τις φωνητικές του σπουδές, είχε την τύχη να μελετήσει φιλολογία και φιλοσοφία, γεγονός που σίγουρα τον βοήθησε και βεβαίως εξακολουθεί να τον κατευθύνει σωστά στην εξερεύνηση των βαθυστόχαστων όσο και πολυσύνθετων βαγκνερικών ρόλων: μέχρι σήμερα έχει ερμηνεύσει ρόλους σε οκτώ όπερες του Wagner και μάλιστα σε μεγάλα λυρικά θέατρα, ενώ φέτος τον Αύγουστο πρόκειται να ερμηνεύσει τον ρόλο του Friedrich von Telramund (Lohengrin) στο Bayreuth. Κατά την πρόσφατη αθηναϊκή εμφάνισή του, εκτιμήσαμε την άψογη κατανόηση της δομής του μέρους του, γεγονός που τον διευκόλυνε στην ανάπτυξη της σκοτεινής πλευράς του χαρακτήρα. Στον μεγάλο μονόλογο της πρώτης πράξης (Der Frist ist um) πέτυχε με συγκέντρωση κα πειστικότητα να μεταφέρει τις ισχυρές δραματικά σκέψεις του ήρωα.
Τον κεντρικό ρόλο της Senta κράτησε η Αμερικανίδα υψίφωνος Jeanne-Michèle Charbonnet, την οποία έχουμε απολαύσει στο παρελθόν τόσο σε αυτόν τον ρόλο, όσο και σε άλλους δραματικούς, όπως Ιζόλδη (Wagner, Tristan und Isolde) και Ηλέκτρα (Richard Strauss, Elektra). Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς με πόση ανυπομονησία αναμέναμε την εμφάνιση της εξαίρετης αυτής τραγουδίστριας στη σκηνή του Ηρωδείου. Πολλά χρόνια ερμηνεύει τον ρόλο και γνωρίζει κάθε πτυχή του πολύ καλά. Με δυνατά φωνητικά κέντρα και δυνατό υποκριτικό τάλαντο απέδωσε μια Senta στοιχειωμένη και παραδομένη στον έρωτα και την πίστη της για τον Ολλανδό. Ωστόσο,  η υψηλή έκταση της φωνητικής περιοχής του ρόλου την βρήκε μάλλον διστακτική. Την αισθανθήκαμε να κομπιάζει και να διστάζει απέναντι στις μεγάλες φωνητικές εκτινάξεις της περίφημης μπαλάντας (πράξη δεύτερη) και ουσιαστικά οι περισσότερες υψηλές νότες του ρόλου δεν ήταν τονικά ακριβείς. Επίσης, απουσίαζε και η λυρική εκλέπτυνση πολλών φράσεων.  
Ο ρόλος του κυνηγού Erik, πρώην φίλου της Senta, δόθηκε στον Βρετανό τενόρο Ian  Storey, τον οποίον ορισμένοι αναγνώστες να θυμούνται από τον ρόλο του Τριστάνου, που είχε ανέβει στην Scala (Teatro alla Scala, 2007), υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim, σε σκηνοθεσία του Patrice Chereau. Και εκείνη την εποχή, αρκετοί είχαν βρει μάλλον ακατάλληλη την όχι μεγάλης εμβέλειας φωνή του για τον εξόχως δραματικό αυτόν ρόλο. Στον ρόλο του Erik, η άποψη αυτή δεν αλλοιώθηκε. Τραγούδησε με μεγάλη μουσικότητα τις φράσεις και προσοχή στις καταλήξεις, εντούτοις ούτε το μέγεθος ούτε η έκταση της φωνής του κρίθηκαν επαρκείς τόσο για τον ρόλο όσο και για τον τεράστιο ανοιχτό χώρο του ρωμαϊκού ωδείου.
Στους μικρότερους ρόλους, αλλά κάθε άλλο παρά ασήμαντους, διακρίθηκαν οι Gregory Frank (Daland), Αντώνης Κορωναίος (Τιμονιέρης) και Elisaveta Klonovskaya (Mary, κουβερνάντα της Senta). Τραγούδησαν με γνώση του βαγκνερικού ύφους και με σωστή έκφραση. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Klonovskaya, με ωραία βαθιά φωνή μεσοφώνου, αποτελεί μόνιμο στέλεχος της ΕΛΣ.
Στην όπερα αυτή του Wagner, η χορωδία κατέχει μεγάλο και απαιτητικό ρόλο. Προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, η χορωδία της ΕΛΣ απέδωσε με γεμάτο ήχο, καλά γερμανικά, προσοχή στα μουσικά ζητούμενα και στα ρυθμικά στοιχεία (δεν ήταν παρά μόνο σε μια ή δυο στιγμές σε ολόκληρη την όπερα που κλονίστηκε ο ρυθμικός συγχρονισμός). Βεβαίως, δεν μας άρεσε η επιλογή του προηχογραφημένου μέρους της ανδρικής χορωδίας των ναυτών του Ολλανδού. Άραγε, για λόγους οικονομίας  μειώθηκε ο αριθμός των χορωδών, που θα έπρεπε να καλύψουν τις απαιτούμενες φωνές;
Στο podium στάθηκε ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός, που υποστήριξε μια ανάγνωση γεμάτη παλμό και νεύρο, ιταλικού ταμπεραμέντου. Ωστόσο, απουσίαζε από τη διεύθυνση το καθαρά γερμανικό και ιδιωματικό ρομαντικό  στήσιμο των μεγάλων φράσεων. Επιπλέον, κάποιες φορές τα χάλκινα πνευστά, ακούγονταν υπερβολικά δυνατά και όχι καλά ισορροπημένα με το σώμα των εγχόρδων. Από την άλλη μεριά, ο ίδιος, κατά την άποψή μας ο πιο προικισμένος μαέστρος όπερας της χώρας, με μουσικότητα, εκρηκτική ενέργεια και αφομοιωμένη τεχνική, παρέδωσε μια ερμηνεία σφιχτοδεμένη και ενδιαφέρουσα στην ανάδειξη των δραματικών στοιχείων, ενώ, όπως κάθε φορά, στήριξε με προσοχή τους τραγουδιστές.