Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Τρεις παρισινές παραστάσεις ιδιαίτερων ποιοτήτων



Η σοπράνο Angela Gheorghiu (φωτο: Cosmin Gogu/ EMI Classics).



Η Ρουμάνα υψίφωνος Angela Gheorghiu σημείωσε το διεθνές της ντεμπούτο στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα (o Sir Georg Solti υπήρξε ένας από τους μεγάλους της Μέντορες, στην αρχή της σταδιοδρομίας). Έκτοτε δεν έχει παύσει να απασχολεί τόσο τη διεθνή μουσική κοινότητα με τις λαμπρές της ερμηνείες, όσο και τις σκανδαλοθηρικές στήλες, με τις ιδιοτροπίες της. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για καλλιτέχνιδα, που όλα αυτά τα χρόνια στέκεται με ταλέντο, συνέπεια και επαγγελματισμό μπροστά στο κοινό της. Μέχρι σήμερα οι  εκφραστικές και φωνητικές δυνατότητες δεν παύουν να συναρπάζουν και να γοητεύουν. Την απολαύσαμε πρόσφατα σε μια έξοχη παράσταση της πολυαγαπημένης όπερας La Bohème (1896) του Giacomo Puccini στην Εθνική Όπερα των Παρισίων (Βαστίλη, 4/4). 
Ο ρόλος της Mimi, που επωμίσθηκε, ανήκει στους αγαπημένους της και πραγματικά, μας έδωσε την ευκαιρία να γίνουμε μάρτυρες μιας εξαιρετικά προσεγμένης και αναλυτικής προσέγγισης. Η Gheorghiu είναι και αισθάνεται, μία ντίβα. Το δείχνει και ποτέ δεν το κρύβει. Με αυτοπεποίθηση και άψογη μουσικοθεατρική συγκρότηση  φώτισε τον ρόλο, μπολιάζοντάς τον με αριστοκρατική πνοή και διακριτική υπερηφάνεια, χωρίς εντούτοις, ούτε στιγμή, να αφαιρέσει από την αθάνατη ηρωίδα την ευθραυστότητα και εκλεπτυσμένη τρυφερότητά της, αλλά ακόμα και εκείνη την αίσθηση της αγνότητας, που είναι τόσο απαραίτητη στην σκιαγράφησή της. Κάθε λέξη, κάθε νότα, κάθε φράση που τραγουδούσε είχε τη δική της βαρύτητα και το δικό της νόημα. Η φωνή της Gheorghiu διατηρείται σε άριστη κατάσταση: την βρήκαμε περισσότερο θερμή και εύπλαστη παρά ποτέ, με ψηλές νότες άνετες και εύηχες. Η σκηνή του θανάτου της (πράξη τέταρτη) προκάλεσε γνήσια συγκίνηση.  
Τα υπόλοιπα μέλη της διανομής στάθηκαν στο ύψος της Gheorghiu. Ειδικότερα, ο (εξίσου) διάσημος Πολωνός τενόρος Piotr Beczala υποστήριξε έναν Rodolfo νεανικό και εκφραστικά άμεσο. Στις άριες (ειδικά στην πρώτη, Che gelida manina, πράξη πρώτη), απέδειξε την κλάση του ισορροπώντας τις φράσεις με γνώση και αίσθημα. Οι Gheorghiu και Beczala πρόκειται κατά την ερχόμενη καλλιτεχνική περίοδο, να τραγουδήσουν τους ίδιους ρόλους στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, όταν η πρώτη θα πραγματοποιεί τη μεγάλη της επιστροφή, μετά από μερικά χρόνια απουσίας της από τη σπουδαία αμερικανική λυρική σκηνή (κάποιοι θα θυμούνται το σκάνδαλο που είχε δημιουργηθεί κατά την αποχώρησή της).
Τον ρόλο της Musetta κράτησε η γοητευτική Ρουμάνα Βrigitta Kele, με καλοστημένη φωνή και θηλυκή κίνηση, αποδίδοντας με γνήσιο charme το βάλς «Quando me’n vo’».
Στους υπόλοιπους ρόλους, οι Ludovic Tézier (Marcello), Igor Gnidii (Schaunard), Αnte Jerkunica (Colline) και Matteo Peirone (Benoît) τραγούδησαν και έπαιξαν με περίσσιο οίστρο και διάθεση, προσέχοντας τους διαλόγους και τα ensemble, που ο συνθέτης δομεί με αντιστικτική τελειότητα.
Στο podium στάθηκε ο προικισμένος όσο και έμπειρος Ισραηλινός αρχιμουσικός Daniel Oren, άλλοτε προστατευόμενος των δύο θρύλων της μπαγκέτας, Leonard Bernstein και Herbert von Karajan. Ξεδίπλωσε τον άκρως μεθυστικό μελωδικό  πλούτο της ζηλευτής πουτσίνιας έμπνευσης  με επιτυχία, φροντίζοντας για την υπογράμμισης των συναισθημάτων, την ανάδειξη της ενορχήστρωσης και των ηχοχρωμάτων. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Puccini και επιλέγοντας σωστές ταχύτητες, ποτέ υπερβολικά γρήγορες ούτε υπερβολικά αργές, έδωσε την ευκαιρία στους τραγουδιστές να αναπνεύσουν και να φραζάρουν με άνεση. Αξέχαστη θα μας μείνει η σταδιακή συναισθηματική φόρτιση κατά την σπαρακτική τρίτη πράξη, κατά την οποία η Mimi  κρυφακούει τον αγαπημένο της να ομολογεί στον φίλο του Marcello την κρισιμότητα της κατάστασης της υγείας της, που θα την οδηγήσει στον θάνατο. Με φωνές, ορχήστρα και μαέστρο αυτής της υψηλής ποιότητας, μια στιγμή σαν και τούτη αβίαστα αποθηκεύεται στη μνήμη μας ως ορόσημο των οπερατικών μας εμπειριών.  
Η Ορχήστρα της Όπερας των Παρισίων πρόσφερε έναν ήχο υπερπολυτελή, γεμάτο και πλούσιο σε εκλεπτύνσεις ηχοχρωμάτων και δυναμικής, ενώ η Χορωδία, ενισχυμένη από το παιδικό τμήμα (Maîtrise des Hauts-De-Seine), τραγούδησε και άρθρωσε με την αναμενόμενη υψηλή ποιότητα.
Η σκηνοθεσία του διάσημου Βρετανού θεατράνθρωπου Jonathan Miller (σκηνικά του Dante Ferretti, κοστούμια της Gabriella Pescucci και φωτισμοί του Guido Levi), μεταφέρει την πλοκή στην δεκαετία του ‘30 και τονίζει τους προβληματισμούς και την πιο σκούρα πλευρά των διαφορετικών τάξεων, με έμφαση στην εργατική τάξη. Τα κοστούμια, ειδικά της Mimi στην τρίτη πράξη (γκρίζο παλτό, κόκκινο κασκόλ και κόκκινος μπερές), υπήρξαν κομψά και προσεγμένα στην λεπτομέρειά τους.   
Την ακριβώς επόμενη βραδιά (5/4), βρεθήκαμε στο μοναδικής μεγαλοπρέπειας και αισθητικής ανάκτορο των Βερσαλλιών, στη Βασιλική Όπερα (Οpéra Royal) του οποίου  γίναμε μάρτυρες μιας έξοχης παράστασης, σε συναυλιακή μορφή (χωρίς σκηνικά και κοστούμια), της όπερας Tamerlano, HWV 18, του George Frideric Handel. Δύσκολα μπορούμε να περιγράψουμε τη συγκίνηση και τα μεγάλα συναισθήματα που βιώσαμε, βρισκόμενοι σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, παρακολουθώντας έναν ογκόλιθο του οπερατικού ρεπερτορίου της λεγόμενης μπαρόκ εποχής και έχοντας νωρίτερα περιηγηθεί στους γεωμετρικά σχηματισμένους κήπους και στις λαμπερές αίθουσες των ανακτόρων. Μια εμπειρία ξεχωριστή από κάθε άποψη.
Τους έξι ρόλους της όπερας κράτησαν οι Xavier Sabata (Temerlano), Max Emanuel Cenčić (Andronico), John Mark Ainsley (Bajazet), Sophie Karthäuser (Asteria), Ruxandra Donose (Irene) και Pavel Kudinov (Leone), συνοδευόμενοι από το κρυστάλλινης ηχητικής καθαρότητας ορχηστρικό σύνολο Il Pomo d’Oro, υπό τη διεύθυνση του Maxim Emelyanychev. Μια υπερπολυτελής διανομή! Σημειώνουμε ότι η διανομή που απολαύσαμε ακολούθησε εκείνη της πρόσφατης ηχογράφησης του έργου (με μόνες αλλαγές  αυτές του ρόλο της Asteria, που στην ηχογράφηση ερμηνεύεται από την Κarina Gauvin, και του μαέστρο, που στην ηχογράφηση είναι ο Riccardo Minasi, ενώ ο Emelyanychev παίζει cembalo). Η ηχογράφηση, που κυκλοφορεί από τη δισκογραφική εταιρεία Naïve (V5372, 3 CDs), πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία, τον Απρίλιο του 2013. Εντυπωσιασμένοι από τις αρετές της ηχογράφησης, ακούσαμε τη ζωντανή ερμηνεία με μεγάλη προσοχή και ομολογούμε πως τα αποτελέσματα υπήρξαν εξίσου ικανοποιητικά. Οι έξι υπέροχοι τραγουδιστές ερμήνευσαν με θεατρική εκφραστικότητα και προσοχή στην ανάδειξη των δραματικών στοιχείων. Αναφέρουμε ότι, τόσο κατά την ηχογράφηση όσο και κατά την ερμηνεία που παρακολουθήσαμε, προτιμήθηκε η δεύτερη εκδοχή της όπερας (1731), με συντομευμένη την τελευταία πράξη από τον ίδιο τον συνθέτη, για λόγους δραματικής ενότητας. Στην εν λόγω εκδοχή αρκετή μεγαλόπρεπη μουσική αφαιρείται, γεγονός που μας στέρησε τη χαρά της απόλαυσης πλήρους της παρτιτούρας όπως είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο Λονδίνο, στις 31 Οκτωβρίου 1724.
Ο Ισπανός κόντρα τενόρος Sabata και ο Κροάτης κόντρα τενόρος Cenčić έκλεψαν την παράσταση με τις εκλεπτυσμένες φωνές τους και την δυναμική τους ρητορική απόδοση των μεγάλων αριών τους. Το πιο σκουρόχρωμο τίμπρο του πρώτου συμπλήρωνε θαυμάσια το πιο φωτεινό του δεύτερου (ο ρόλος του Andronico είχε ερμηνευτεί για πρώτη φορά από τον θεϊκό Senesino).
Ο Bajazet (Τούρκος σουλτάνος τον οποίον ο αρχηγός των Ταρτάρων Tamerlano οδηγεί στην αυτοκτονία) ερμηνεύτηκε από τον Ainsley με την απαραίτητη δόση τραγικότητας και υποκριτικής ισχύος. Ο ρόλος γράφτηκε για τον διάσημο Ιταλό τενόρο Francesco Borosini, που επισκέφθηκε το Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1724.
Επίσης, ξεχώρισαν οι Donose, που απέδωσε με φωνή γεμάτη και ωραίες κολορατούρες, μια γήινη ηρωίδα, και Karthäuser, υποστηρίζοντας με φρέσκια φωνή πολλών δυνατοτήτων μια νεανική Αsteria, κόρη του Bajazet. Η τελευταία, μπόλιασε την άρια Cor di padre (πρώτη σκηνή, τρίτη πράξη), με μεγάλη τραγικότητα και συναισθηματική ένταση.
Η διεύθυνση του Emelyanychev υπήρξε άρτια ισορροπημένη, ακριβής και γεμάτη ζωή. Ο μαέστρος φώτιζε το επικό στοιχείο και έδωσε έμφαση στα ρυθμικά στοιχεία της σπουδαίας χαιντελιανής δημιουργίας.
Η μόνη δυσάρεστη στιγμή της παράστασης, και αυτή βεβαίως δεν αποδίδεται στους μουσικούς, διαδραματίστηκε περίπου ένα τέταρτο μετά την έναρξη και ειδικότερα λίγο πριν από το τέλος της άριας του Bajazet (πρώτη πράξη, Forte e lieto),  όταν μέλος του ακροατηρίου που καθόταν κοντά στον γράφοντα λιποθύμησε (έχοντας υποστεί καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Περίπου ένα τέταρτο πέρασε μέχρι να συνεχιστεί η παράσταση και  μεταφερθεί εκτός αίθουσας ο ασθενής (ο οποίος, ευτυχώς, την ώρα που μεταφερόταν είχε ήδη αρχίσει να συνέρχεται).  
Τελευταία παράσταση (last but not least!) που παρακολουθήσαμε κατά την πρόσφατη επίσκεψή μας στη γαλλική πρωτεύουσα, υπήρξε εκείνη του Τριστάνου και της Ιζόλδης (Tristan und Isolde, WWV 90) του Richard Wagner (Εθνική Όπερα των Παρισίων, Βαστίλη, 8/4). Θυμίζουμε ότι το μουσικό δράμα έλαβε την πρώτη του παγκόσμια εκτέλεσε στο Μόναχο, το 1865 και από την πρώτη στιγμή επηρέασε βαθύτατα όσους το ακούσανε. Η προχωρημένη αρμονική του γλώσσα, το καθιστά πραγματικά μοναδικό και άκρως καινοτόμο.
Λίγο πριν την έναρξή της παράστασης ανακοινώθηκε ότι  τόσο αυτή όσο και όλες οι άλλες της βαγκνερικής παρτιτούρας που θα ακολουθούσαν, είναι αφιερωμένες στη μνήμη του πρόσφατα αποβιώσαντα (8/3), πρώην γενικού διευθυντή της Όπερας των Παρισίων, Gerard Mortier.
H παραγωγή ανήκε στον Peter Sellars και κατά την άποψή μας ήταν συναρπαστική. Ο σκηνοθέτης στόχευσε σε μια απέριττη σκηνοθεσία. Εξερεύνησε σε βάθος τις εκπληκτικές δυνατότητες του video art, παρουσιάζοντας βιντεοσκοπημένες εικόνες του ευφάνταστου video artist Bill Viola και με τα σκουρόχρωμα κοστούμια του Martin Pakledinaz και τους διακριτικούς φωτισμούς του James F. Ingalls, πέτυχε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα όντως ονειρική. Οι προβολές των προσώπων των δύο κεντρικών ηρώων (είχαν κινηματογραφηθεί ηθοποιοί), των νερών, της φωτιάς, του δάσους, των ποικίλων στοιχείων της φύσης και των σχημάτων, μας μετέφεραν σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση, ενός φανταστικού κόσμου. Πολλές από τις εικόνες παρέπεμπαν σε πραγματικά βιώματα του ίδιου του Viola, ο οποίος σε ηλικία έξι ετών βρέθηκε στον βυθό του νερού, έχοντας πέσει από ένα μικρό σκάφος. Ο Sellars επέλεξε να τοποθετήσει κατά τη διάρκεια της παράστασης, για ορισμένες σκηνές, τους τραγουδιστές και μουσικούς της ορχήστρας (λ.χ. cor anglais στην τρίτη πράξη), εκτός σκηνής, στα  θεωρεία. Έτσι, έδινε μια διαφορετική άποψη στο στήσιμο της ηχητικής εικόνας και πρόσφερε κινηματογραφικά εφέ στον ακροατή-θεατή, τον οποίον έβαζε «μέσα» στη δράση. Ίσως η ωραιότερη στιγμή, από εικαστικής πλευράς, να ήταν η τελευταία σκηνή, όταν κατά την ερμηνεία του Liebestod της Ιζόλδης, στην οθόνη βλέπουμε το σώμα της ηρωίδας από τα βάθη των νερών να αναδεύεται σταδιακά και να ανασταίνεται προς ένα γαλάζιο φως. Μεταφυσική εμπειρία.
Στο μουσικό μέρος τώρα. Ο αρχιμουσικός Philippe Jordan, που φέτος για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του προσεγγίζει το έργο, βουτώντας βαθιά στην παρτιτούρα έφερε στην επιφάνεια με ζηλευτό τρόπο τις αρετές της και καθοδήγησε με προσοχή και ποιητική διάθεση (!) τους τραγουδιστές και την ορχήστρα του. Εδώ, δεν θα παραλείψουμε να θυμίσουμε ότι ο αξέχαστος πατέρας του, Armin Jordan (1932-2006), στα χνάρια του οποίου ο νεώτερος βαδίζει, είχε επίσης χαρίσει αξιομνημόνευτες εκτελέσεις του  έργου.
Ο Robert Dean Smith (Tristan) και η Violeta Urmana (Ιsolde) πρόσφεραν ερμηνείες άρτια λαξευμένες και βαθύτατα μουσικές. Από την αρχή της όπερας οι δύο αυτοί ήρωες, που σταδιακά πορεύονται προς το μοιραίο τέλος τους, βρήκαν στα πρόσωπα των προαναφερθέντων καλλιτεχνών, άξιους υποστηρικτές. Στον ρόλο της Ιζόλδης έχουμε επανειλημμένως θαυμάσει σε μεγάλες λυρικές σκηνές της Ευρώπης την Waltraud Meier, την οποία θεωρούμε μεγαλύτερη σύγχρονη ενσαρκώτρια  του ρόλου. Εντούτοις, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι και η Urmana απέδωσε τον ρόλο με μια συγκινητική ουμανιστική διάθεση και φωνητική θέρμη, αγγίζοντάς μας πραγματικά.
Ο Βασιλέας Μάρκος του Franz Josef Selig, από τους σημαντικότερους βαγκνερικούς μπάσους της γενιάς του, ήταν στιβαρός και φωνητικά επαρκέστατος. Η Brangäne της Janina Baechle ήταν επιβλητικά δυναμική: τραγούδησε με πειστικότητα και νόημα τη διάσημη σκηνή της, Einsam wachend in der nacht (δεύτερη πράξη) από το θεωρείο του λυρικού θεάτρου, όπου την είχε τοποθετήσει ο Sellars.
Ο Kurwenal του Jochen Schmeckenbecher και ο Melot του Raimund Nolte, όπως εξάλλου και ο βοσκός του Stanislas de Barbeyrac, κινήθηκαν στα ίδια λαμπρά ερμηνευτικά επίπεδα: η συναισθηματική φόρτιση των μεγάλων φράσεων, η καθαρή άρθρωση των λέξεων και γενικότερα το συνεχές ενδιαφέρον για την ανάδειξη της αθάνατης βαγκνερικής μουσικής του Τριστάνου ήταν στοιχεία άξια επαίνων και θαυμασμού. 
Η χορωδία και ορχήστρα του κορυφαίου γαλλικού λυρικού θεάτρου ερμήνευσαν με ήχο άφθαστης ομορφιάς και τεχνικής τελειότητας (ξύλινα πνευστά με εκλεπτυσμένη απόδοση προερχόμενη από αγγελικούς κόσμους!).
Εν κατακλείδι, μια μεγάλη παραγωγή αυτής της κορυφαίας βαγκνερικής οπερατικής παρτιτούρας, που φώτιζε καλά τη συναισθηματική πολυπλοκότητα των ηρώων και οδηγούσε την ουσία του αριστουργήματος στον θρίαμβο.




Ο κόντρα τενόρος Xavier Sabata (φωτο: Beetroot Design Group).




 Η μέτζο Janina Baechle (Brangäne) και η σοπράνο Violeta Urmana (Isοlde) σε σκηνή της παράστασης του "Τριστάνου και της Ιζόλδης" (φωτο: Opéra national de Paris/Charles Duprato).

 

O τενόρος Robert Dean Smith (Tristan) και η σοπράνο Violeta Urmanasolde) σε σκηνή της παράστασης του "Τριστάνου και της Ιζόλδης" (φωτο: Opéra national de Paris).