Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Μουσικός Μάρτιος στο Βερολίνο







Μολονότι ο φετινός Μάρτιος στο Βερολίνο κάθε άλλο παρά μας θύμιζε πρώτο μήνα της άνοιξης (τα γκρίζα σύννεφα με δυσκολία εγκατέλειπαν τον ουρανό της πόλης), εντούτοις η μουσική κίνηση της πόλης, μας αποζημίωσε και μάλιστα με το παραπάνω. Μέσα στις λαμπρές αίθουσες συναυλιών της βιώσαμε τη μουσική άνοιξη σε όλο της το μεγαλείο.
Τρεις σπουδαίοι μουσουργοί γιορτάζονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς με ιδιαίτερη λαμπρότητα φέτος στο Βερολίνο, όπως εξάλλου και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: οι George Frideric Handel (από από τον θάνατο του οποίο συμπληρώνονται 250 χρόνια), Franz Joseph Haydn (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια) και Felix Mendelssohn Bartholdy (από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια). Έργα των τριών αυτών δημιουργών βρίσκουν ιδιαίτερη θέση στα προγράμματα των συναυλιών. Μάλιστα, ειδικά γύρω από τον Mendelssohn πραγματοποιήθηκε έκθεση με χειρόγραφα και προσωπικά αντικείμενα (Staatsbibliothek zu Berlin, 30/1-14/3).

Ian Bostridge

Η πρώτη από τις συναυλίες που παρακολουθήσαμε ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στον Handel (9/3, Konzerthaus, Μεγάλη αίθουσα). O δημοφιλέστερος από τους σύγχρονους Βρετανούς τενόρους Ian Bostridge, που έχει διακριθεί τόσο στον χώρο της όπερας όσο και σε εκείνον του Lied, και η Northern Sinfonia, ορχήστρα δωματίου ιδρυμένη το 1958, ερμήνευσαν σειρά αποσπασμάτων από όπερες και ορατόρια του συνθέτη (Messiah HWV 56, Semele HWV 58, Jeptha HWV 70, Ariodante HWV 33 και Acis and Galatea HWV 49). Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο περιοδείας των συντελεστών.
Με σεμνότητα, συγκέντρωση, ψυχικό μεγαλείο, καθαρότατη έκφρασης, όλο ουσία άρθρωση και φωνή χαρακτηριστικού ηχοχρώματος, ο Bostridge έφερε στο προσκήνιο τη μεγαλειώδη, γεμάτη ευγένεια και ρητορική δύναμη χαιντελική μουσική σκέψη. Βαθιά απορροφημένος από τα δυνατά αισθήματα της μουσικής, μετά το πέρας κάθε άριας τον παρατηρούσαμε με δυσκολία να επιστρέφει στην πραγματικότητα και να χαμογελά προκειμένου να ανταποκριθεί στα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού του. Η Northern Sinfonia αποδείχθηκε άξια συνοδοιπόρος σε αυτό το τόσο συναισθηματικά φορτισμένο μουσικό ταξίδι. Τις ξεχωριστές δυνατότητες του συνόλου, την ανεπιτήδευτη και ωραία μουσικότητά του, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε και κατά την ερμηνεία των Concerti grossi  Op. 3, αρ. 2 HWV  313, και Op. 6, αρ. 12 HWV 330, όπου διατυπώθηκαν θαυμάσια οι εκτενείς δραματικοί διάλογοι μεταξύ των οργάνων (ο συνθέτης μεταχειρίζεται τα όργανα με σολιστικό τρόπο). Εκτός προγράμματος ακούσαμε την άρια Love is in your eyes από την όπερα Acis and Galatea. Σημειώνεται ότι κυκλοφορεί album του τενόρου με άριες του Handel (EMI Classics).

Φιλαρμονική Βερολίνου

Μερικές μέρες αργότερα (13/3) στην Philharmonie, αίθουσα εξαιρετικής ακουστικής κτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τον αρχιτέκτονα Hans Sharoun, ακούσαμε συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.  Στο podium της κορυφαίας αυτής ορχήστρας στάθηκε ο Michael Boder, γνωστός κυρίως για τη συνεργασία του με ονομαστά λυρικά θέατρα. Ορχήστρα και μαέστρος πρότειναν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα συνθέσεων των Elliot Carter (A Celebration of 100 x 150 notes), Robert Schumann (Συμφωνία αρ. 3, Op. 97, του Ρήνου), Richard Wagner (Wesendonck-Lieder) και Witold Lutoslawski (Κοντσέρτο για ορχήστρα). Η βερολινέζικη ορχήστρα ως συνήθως βρέθηκε σε εκπληκτική φόρμα και ο ήχος της διέθετε λάμψη, ενέργεια και φρεσκάδα. Υπό τη διεύθυνση του Boder η θεατρική και αρκετά αινιγματική γραφή του Carter (συνθέτη που στις 11 Δεκεμβρίου 2008 συμπλήρωσε εκατό χρόνια ζωής) ερμηνεύθηκε με αναλυτικό και εύγλωττο τρόπο, η Συμφωνία του Schumann δεν έχασε καθόλου από την υπέροχη λυρικορομαντική της διάθεση, ενώ στα χέρια των μουσικών το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Lutoslawski  (έργο του 1954) έλαβε μια ερμηνεία μεγαλόπρεπα δεξιοτεχνική: υπογραμμίστηκαν με σαφήνεια οι χορευτικοί ρυθμοί, τα στραβινσκικής έντασης ostinati, τα φολκλορικά στοιχεία και η γενικότερη αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζει την παρτιτούρα. Στα τραγούδια του Wagner είχαμε την τύχη να ακούσουμε την σοπράνο Anja Kampe (σύζυγο του Boder), κάτοχο φωνής ιδιαίτερης ομορφιάς. Η τραγουδίστρια απέδωσε τους ονειρικούς στίχους της Mathilde Wesendonck (βαγκνερικής μούσας για ένα διάστημα) και τις μεγάλες μελωδικές γραμμές των πέντε τραγουδιών του κύκλου με συγκίνηση, άφθαστη λεπτότητα έκφρασης και νόημα. 

Vogler Quartett

Το Vogler Quartett αποτελεί ένα από τα αρτιότερα της Γερμανίας, ιδρύθηκε το 1985 στο τότε ανατολικό Βερολίνο και έχει στο ρεπερτόριό του έργα διαφορετικών περιόδων. Το ακούσαμε (14/3, Konzerthaus, Μικρή αίθουσα) σε σελίδες των Anton Webern (Langsamer Satz), Franz Joseph Haydn (Κουαρτέτο εγχόρδων Op. 74, αρ.2, Hob III:73) και Max Reger (Κουιντέτο με κλαρινέτο, Op. 146). Μας ευχαρίστησε με τον μελετημένο σχηματισμό των μουσικών φράσεων και με την ανάδειξη των δομικών στοιχείων των έργων. Ειδικότερα, το έργο του Haydn κέρδισε σε φρεσκάδα, ενώ η φαντασία και σε στιγμές το λεπτό χιούμορ (κυρίως κατά το πρώτο μέρος, Allegro spirituoso) του μεγαλοφυούς αυτού συνθέτη ξεχώρισαν με άνεση. Στην παρτιτούρα του Reger το μέρος του κλαρινέτου επωμίσθηκε ο Eduard Brunner: εμπνέοντας τους έγχορδους συναδέλφους του φρόντισε με προσοχή για την ανάδειξη τόσο των ρομαντικών στοιχείων του έργου όσο και της πιο πρωτοποριακής αρμονικής γραφής του συνθέτη. Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Brunner πρόσφερε μια εξαιρετικά δεξιοτεχνική ερμηνεία της Fantasie για σόλο κλαρινέτο του Joerg Widmann.

Ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου

Ένα άρτιο ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου ακούσαμε από τον Stefan Engels στην Μεγάλη αίθουσα της Philharmonie (15/3, πρωί). Ο δεξιοτέχνης κρίθηκε απολαυστικός σε έργα Sigfrid Karl-Elert (Passacaglia Op. 25b), Felix Mendelssohn Bartholdy (Φούγκα σε σι μείζονα, Φούγκα σε σι ύφεση μείζονα και Allegro σε φα ελάσσονα) και Julius Reubke (Σονάτα για εκκλησιαστικό όργανο «ο 94ος Ψαλμός»). Ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου ήχησε μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακά επιβλητικός στα χέρια αυτού του μουσικού, του οποίου  η τεχνική και η ανεπιτήδευτη έκφραση ξεχώρισαν. Τονίζουμε την ερμηνεία της λαμπρής σονάτας του Reubke κατά την οποίαν εξερευνήθηκε με μοναδικό τρόπο η πρωτότυπη μουσική σκέψη και η τολμηρότατη φαντασία -τόσο ελεύθερη και πλούσια σε στοχασμό και ενόραση!- του ιδιοφυούς συνθέτη, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Franz Liszt και που έφυγε από τη ζωή το 1858, στην τραγικά πρώιμη ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών.

Don Giovanni

Στην Κρατική Όπερα υπό τας Φιλύρας (Staatsoper Unter den Linden, 15/3) παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας Don Giovanni του Wolfgang Amadeus Mozart, στην πολυσυζητημένη παραγωγή του Γερμανού σκηνοθέτη Peter Mussbach. Ο τελευταίος, ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες με ειδικές σπουδές στη μουσική, τον Μάιο του 2008 διέκοψε τη συνεργασία του με την Κρατική Όπερα του Βερολίνου λόγω αντιπαράθεσης που είχε με τον Daniel Barenboim, γενικό μουσικό διευθυντή του θεάτρου. Το ανέβασμα του  Don Giovanni που ακούσαμε και είδαμε είναι συμπαραγωγή της Staatsoper και της Σκάλας του Μιλάνου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 2006 στο Μιλάνο.
 Στο podium στάθηκε ο νεαρότατος αρχιμουσικός Gustavo Dudamel, που εδώ και μερικά χρόνια έχει κερδίσει τις καρδιές όλου του μουσικού κόσμου, ηχογραφεί αποκλειστικά για την Deutsche Grammophon και διευθύνει μεγάλες ορχήστρες. Ο χαρισματικός και εξαιρετικά εργατικός καλλιτέχνης διαθέτει ένα ταλέντο το οποίο θα ζήλευαν φτασμένοι ομότεχνοί του προχωρημένης ηλικίας. Απέδωσε την παρτιτούρα (την οποία είχε μελετήσει με τους επιφανείς μέντορές του, Claudio Abbado και Daniel Barenboim) με μουσική ακρίβεια, απόλυτη προσοχή στις ξαφνικές εναλλαγές των λεπτών μοτσάρτιων συναισθηματικών αποχρώσεων, αυτοπεποίθηση, ενθουσιασμό αλλά και κύρος. Τη διανομή κάλυψαν οι προικισμένοι λυρικοί καλλιτέχνες Andrea Concetti (Don Giovanni), Anna Samuil (Donna Anna), Timislav Muzek  (Don Ottavio), Andreas Bauer (Commendatore), Aga Mikolaj (Donna Elvira), Hanno Mueller-Brachmann (Leporello), Arttu Kataja (Masetto) και Sylvia Schwartz (Zerlina). Προσέγγισαν με αξιοπιστία το ύφος και την αισθητική της μουσικής και τραγούδησαν τα ρετσιτατίβα, τις άριες και τα ensembles με υποδειγματική τέχνη και ζέση. Όλων οι κολορατούρες ήταν πεντακάθαρες και κανείς δεν έδειχνε να λυγίζει ούτε στιγμή μπροστά στα ζητούμενα του ρόλου του. Η ορχήστρα (Staatskapelle Berlin) και η χορωδία (Staatsopernchor) ερμήνευσαν με σωστή έκφραση ακολουθώντας τον Dudamel στην ορμητική και σπινθηροβόλα του διεύθυνση.
Ο Peter Mussbach, υπεύθυνος τόσο για τη σκηνοθεσία όσο και για τα σκηνικά, πρότεινε μια μοντέρνα και προσωπική ανάγνωση του έργου, σε στιγμές ξαφνιάζοντας ή και σοκάροντας με τις επιλογές του που ενίοτε απομακρύνονταν επικινδύνως  από τις επιθυμίες του συνθέτη και του λιμπρετίστα του. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Mussbach ο Commendatore δολοφονείται από τον Don Giovanni με ένα κοφτερό στιλέτο, ενώ στο τέλος του έργου ακριβώς με τον ίδιο τρόπο χάνει τη ζωή του ο Don Giovanni από τo φάντασμα του Commendatore. Βλέπουμε την Donna Elvira να καταφθάνει πάνω σε ένα scooter για να τραγουδήσει την πρώτη της άρια. Οι χωρικοί στην αρχή της τέταρτης σκηνής της πρώτης πράξης χορεύουν στον ρυθμό μεν της μουσικής αλλά με κινησιολογία που θα ταίριαζε σε ένα τραγούδι της disco. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την Zerlina μέχρι την ύστατη ώρα να μην μπορεί να κρύψει τον έρωτά της για τον γυναικοκατακτητή.
Επιπλέον, το σεξουαλικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του έντονα στην σκηνοθεσία: στην αρχή του έργου η Donna Anna με επιδεικτικό τρόπο πείθει ότι απολαμβάνει την ερωτική επίθεση του Don Giovanni, ενώ αργότερα οι Donna Anna, Don Ottavio και Donna Elvira χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον, σαν να μοιράζονταν μια σχέση κοινή και καθόλου κρυφή. Το μινιμαλιστικό και αμετάβλητο σκηνικό (σε ένα άδειο φόντο πότε δύο και πότε τρεις μεγάλο μαύροι τοίχοι κινούνταν κοντά στους ήρωες μάλλον συμβολίζοντας την μοίρα που τους κατατρέχει), σε συνδυασμό με τον γαλάζιο φωτισμό και το άσπρο, το μαύρο και το γκρίζο χρώμα των κοστουμιών (Andreas Schmidt-Futterer) έδιναν έναν διαχρονικό τόνο στην πλοκή.
Μολονότι οι κριτικές που έλαβε o Mussbach από τον διεθνή τύπο, υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αρνητικές, ομολογούμε ότι βρήκαμε ορισμένα στοιχεία της σκηνοθεσίας του εύστοχα και ενδιαφέροντα: πρότεινε έναν Don Giovanni λιγότερο διαβολικό (σε στιγμές, μάλλον συμπαθητικό) και πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερης σημασίας που τελικά με εξυπνάδα δικαίωνε τόσο την τραγική όσο και την κωμική πλευρά αυτού του αθάνατου drama giocoso.

Lupu/Barenboim

Τελευταία στη σειρά των μουσικών εκδηλώσεων που παρακολουθήσαμε στο  Βερολίνο ήταν η συναυλία της Staatskapelle Berlin, υπό τη διεύθυνση του μουσικού της διευθυντού Daniel Barenboim (16/3, Konzerthaus). Το πρόγραμμα σχηματίστηκε από ύστερα (σε δυο περιπτώσεις, ύστατα) έργα των συνθετών Gustav Mahler (Adagio από τη Συμφωνία αρ. 10),  Béla Bartók (Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3, Sz. 119, BB 127) και Elliot Carter (Partita). Στην παρτιτούρα του Mahler ορχήστρα και αρχιμουσικός απέδωσαν τη χαρακτηριστική μελαγχολία, τα μεγάλα μελωδικά τόξα και τις αιχμηρές διάφωνες συγχορδίες της παρτιτούρας με ένταση και νόημα. Σολίστ στο μπαρτοκικό κοντσέρτο, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ήταν ο Radu Lupu, παλιός φίλος και  συνεργάτης του Barenboim. Στην ερμηνεία που λάβαμε η φωτεινότητα και η αισιοδοξία του έργου ήρθαν στην επιφάνεια. Την προσοχή μας τράβηξε η ηχητική ποιότητα του πιανίστα, ο οποίος παίζει πάντα με  άνεση, panache και τεχνική βεβαιότητα. Μη αναμενόμενα προβλήματα συγχρονισμού μεταξύ πιάνου και ορχήστρας λόγω ασυμφωνίας στην επιλογή ταχυτήτων, τα οποία παρατηρήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους (Allegretto), δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα.
Τη συναυλία σφράγισε η Partita του Carter. Το έργο είχε παραγγείλει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Barenboim και η  Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Ο αρχιμουσικός επέστρεφε με φανερή ικανοποίηση στο ορχηστρικό αυτό δημιούργημα, που είναι γεμάτο εξάρσεις, ποικιλία συναισθημάτων διαθέσεων και καλά διατυπωμένων μουσικών ιδεών. Η ανάγνωσή που προσφέρθηκε δικαίωσε το κομμάτι και όχι εκείνον τον ακροατή που μετά το πέρας της ερμηνείας το αποδοκίμασε οδηγώντας τον Barenboim να απευθυνθεί στο κοινό προκειμένου να υπερασπιστεί τη σύνθεση που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχε διευθύνει για πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Συναυλία της City of Birmingham Symphony Orchestra






Στις 26/2, στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ακούσαμε την City of Birmingham Symphony Orchestra (CBSO), την ορχήστρα που από το 1980 μέχρι το 1998 διηύθυνε σταθερά ο Simon Rattle. Ο Rattle πέτυχε με μόχθο και αγάπη να την οδηγήσει στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών ορχηστρών και σε ερμηνείες που επαινέθηκαν ιδιαιτέρως. Ο  Herbert von Karajan, που δεν ήταν γνωστός για τις γενναιόδωρες φιλοφρονήσεις του, είχε αναγνωρίσει την ποιότητα της παραπάνω συνεργασίας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα που είχε αποφέρει. Όταν ο Rattle εγκατέλειψε τo Birmingham, προκειμένου να αναλάβει τα ηνία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, η βρετανική ορχήστρα φρόντισε  να κρατήσει το υψηλό επίπεδο απόδοσης που είχε πετύχει συνεργαζόμενη μαζί του. Το 1998 κύριος αρχιμουσικός της ονομάστηκε ο Φιλανδός Sakari Oramo, με τον οποίον πραγματοποίησε ορισμένες πολύ καλές εμφανίσεις και περιοδείες. Πρόσφατα, ο πολυσυζητημένος νεαρός Λετονός Andris Nelsons (γ. 1978, φωτογραφία) ανέλαβε μουσικός διευθυντής της. Ο Nelsons αναφέρει ως μεγάλο του Δάσκαλο και Μέντορα τον συμπατριώτη του διάσημο αρχιμουσικό Mariss Jansons. Φιλόδοξος, εργατικός και χαρισματικός,  ανήκει σίγουρα στους εκλεκτότερους μαέστρους της γενιάς του. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που ήδη ξεχωρίζουν και διαπρέπουν διεθνώς.
Εκείνος ήταν που στάθηκε στο podium της CBSO κατά τη συναυλία που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής και μας γοήτευσε με τη σπουδαία μουσική του φύση και το ταλέντο του. Ειδικότερα, σε έργα Richard Wagner (Εισαγωγή από την όπερα «Tannhäuser» και Πρελούδιο και Liebestodt από την όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη») και Richard Strauss (Συμφωνικό ποίημα «Θάνατος και Εξαΰλωση») ορχήστρα και μαέστρος απέδειξαν ότι η συνεργασία τους μπορεί να υπάρξει μια από τις υποδειγματικότερες των ημερών μας. Οι μουσικοί του συνόλου λατρεύουν τον μαέστρο τους και δεν διστάζουν ούτε στιγμή να το αποδείξουν υπακούοντας με προθυμία στις οδηγίες του. Σκέψεις και επιθυμίες μεταφέρονται από τον Nelsons σε αυτούς μέσω μεγάλων και σε στιγμές θεατρικών κινήσεων των χεριών του.  
Οι ερμηνείες που ακούσαμε υπήρξαν μπολιασμένες με μια ενέργεια και έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό που σε καθήλωνε. Κάθε μουσική στιγμή και κάθε μουσική παράγραφος ήταν με μεγάλη προσοχή δουλεμένες, οι φορτίσεις και αποφορτίσεις δυναμικής υπήρξαν άριστα ισορροπημένες, οι ατάκες ακριβέστατες και τα μουσικά νοήματα φωτίζονταν με θαυμαστό τρόπο. Ο ήχος της CBSO έφθανε στα αφτιά μας πανέμορφος, όλο λάμψη. Ήταν  προσεκτικά χρωματισμένος, καλά εστιασμένος και τονικά ολόσωστος. Επιπλέον, η αμεσότητα της ορχηστρικής έκφρασης κέρδιζε το ενδιαφέρον μας τόσο κατά τα βαγκνερικά αποσπάσματα όσο και κατά το  γνωστό Συμφωνικό Ποίημα του Strauss. Αισθανόσουν ότι συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο και υψηλό σε κάθε μέτρο των έργων.
Τα γενναιόδωρα χειροκροτήματα του αθηναϊκού κοινού προέτρεψαν την ορχήστρα να προσφέρει εκτός προγράμματος μια γεμάτη οίστρο ερμηνεία του Πρελουδίου από την τρίτη πράξη της βαγκνερικής όπερας «Lohengrin». Είναι γεγονός ότι αποτελεί μεγάλη χαρά να βιώνει κανείς τόσο συναρπαστικές μουσικές εμπειρίες. Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας σπουδαίας συνεργασίας!

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Φλογερός Wagner από την Εθνική Λυρική Σκηνή





Το ανέβασμα μιας όπερας του Richard Wagner στη χώρα μας αποτελεί πάντα σημαντικό γεγονός. Το ιταλικό οπερατικό ρεπερτόριο ανέκαθεν έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει στην Ελλάδα θέση στη σκηνή. Δεν θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει το ίδιο και για το γερμανικό ρεπερτόριο. Εντούτοις, οι μάλλον σπάνιες παραγωγές μελοδραμάτων των Wagner και Richard Strauss που παρουσιάστηκαν κατά την τελευταία περίπου εικοσαετία στην Αθήνα υπήρξαν υψηλών προδιαγραφών (ξεχωρίζουμε τις παραγωγές του βαγκνερικού Lohengrin και των μελοδραμάτων του Strauss, «Ηλέκτρα», «Σαλώμη», «Αιγυπτία Ελένη», «Η Γυναίκα δίχως σκιά», που απολαύσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών). 
Στις 30/1, στην Αίθουσα Αλεξάνδρας Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) τη μεγάλη τρίπρακτη ρομαντική όπερα «Tannhäuser» του Wagner (παρισινή εκδοχή του 1861). Ο  Γερμανός μουσουργός ολοκλήρωσε την παρτιτούρα τον Απρίλιο του 1845. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Θέατρο της Δρέσδης τον Οκτώβριο του 1845, σε μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Τη διανομή κάλυψαν οι περίφημοι Johanna Wagner, ανιψιά του συνθέτη, Wilhelmine Schröder-Devrient και Josef Tichatschek. Το εν λόγω ανέβασμα δεν γνώρισε την αναμενόμενη επιτυχία και ο δημιουργός του προέβη σε επεξεργασία της σύνθεσης. To 1861, μετά από εκατόν εξήντα τέσσερις δοκιμές, η όπερα ανέβηκε στην Όπερα του Παρισιού, σε νέα επεξεργασμένη εκδοχή της παρτιτούρας. Δυστυχώς ούτε εκεί γνώρισε επιτυχία. Ο Wagner αποφάσισε να αποσύρει το έργο μετά την τρίτη παράσταση και μέχρι το τέλος της ζωής του προβληματιζόταν για την πορεία του δημιουργήματός του. Βεβαίως, σήμερα αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες όπερες του κοινού.

Η παραγωγή του Wick

Η ΕΛΣ επέλεξε να αναβιώσει (για τέσσερις παραστάσεις, 24, 27, 30/1 και 1/2) την παραγωγή των Graham Wick (σκηνοθεσία) και Paul Braun (σκηνικά-κοστούμια), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του San Francisco, το φθινόπωρο του 2007. Ο Wick, διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης,  πραγματοποιούσε το ντεμπούτο του στην Όπερα του San Francisco.  Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε σε κείμενα και συνεντεύξεις του, δεν  θέλησε απλά να πλάσει έναν ευάλωτο ήρωα που κινείται ανάμεσα στους κόσμους δύο θηλυκών, τον ερωτικό της Αφροδίτης και τον αγνό της Elisabeth, αλλά έναν άνθρωπο που παλεύει να αντιμετωπίσει προβλήματα τα οποία ο ίδιος έχει δημιουργήσει και που προσπαθεί να συμφιλιώσει αντιθετικά συναισθήματα. Τοποθετεί την πλοκή σε έναν χώρο που μοιάζει με τεράστιο δωμάτιο, με μεγάλα παράθυρα και ψηλούς τοίχους. Ο χώρος αυτός θα μπορούσε να συμβολίζει την ψυχή του ήρωα.  Η σκηνοθεσία του υπήρξε προσεγμένη και με την κατάλληλη έμφαση στα συμβολικά στοιχεία του έργου.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής ήταν εντυπωσιακά στην αμεσότητα και στην καλαισθησία τους. Τα νατουραλιστικά στοιχεία και τα μεσαιωνικά κοστούμια ευχαρίστησαν όσους βαγκνερόφιλους αγαπούν κάθε άποψη  που στέκεται κοντά στις αρχικές σκέψεις και τα οράματα του συνθέτη. Συχνά χρησιμοποιήθηκαν κινηματογραφικά εφέ. Είδαμε άλογο επί σκηνής και νερό να τρέχει από το ταβάνι κατά την τελευταία πράξη. Η φιλόδοξη μεταφορά στοιχείων της φύσης στη σκηνή είχε όμως και τα απρόοπτά της: οι πραγματικές φλόγες που περικύκλωναν το ζευγάρι Tannhäuser και Αφροδίτη στο μεγάλο ντουέτο της πρώτης πράξης (ο σκηνοθέτης θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την τελική σκηνή της «Βαλκυρίας») κάποια στιγμή δεν μπόρεσαν να ελεγχθούν από τους τεχνικούς. Ξαφνικά ο τενόρος διέκοψε, έντρομος φώναξε ότι υπάρχει κίνδυνος από πραγματική φωτιά, βγήκε από τον πύρινο κύκλο και στη συνέχεια έδωσε το χέρι του στη σοπράνο βοηθώντας την να απομακρυνθεί από τις φλόγες. Ευτυχώς επενέβησαν άμεσα οι πυροσβέστες, η αυλαία έπεσε και μετά από την πάροδο περίπου εικοσιπέντε λεπτών - τόσο χρειάστηκε για να εξαφανιστούν οι καπνοί που είχαν γεμίσει την αίθουσα- η παράσταση συνεχίστηκε δίχως προβλήματα. Πάντως, φωτιά δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την υπόλοιπη βραδιά, ούτε και κατά την τελευταία παράσταση (1/2). 

 Οι τραγουδιστές

 Το μέρος του Tannhäuser κράτησε ο John Treleaven, ένας από τους χαρισματικότερους σύγχρονους ενσαρκωτές του ρόλου. Ως βαγκνερικός τενόρος έχει κερδίσει τις εντυπώσεις τραγουδώντας σε σπουδαίες λυρικές σκηνές του κόσμου και συνεργαζόμενος με αρχιμουσικούς της πρώτης γραμμής. Απέδωσε τον απαιτητικό ρόλο με δραματική φωνή, ιδιωματικό φραζάρισμα και άφθονο συναίσθημα. Δίπλα του η Lise Lindstrom κράτησε με επιτυχία τόσο τον ρόλο της Elizabeth όσο και εκείνον της Αφροδίτης (η Angela Marambio, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να ερμηνεύσει την Elizabeth, αποσύρθηκε περίπου έναν μήνα πριν από την πρώτη παράσταση). Η Lindstrom ανακάλυψε με υπέροχο τρόπο τις ιδιαίτερες ψυχικές και μουσικές αποχρώσεις των δύο γυναικών. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμήνευσαν με δραματική ένταση και ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου οι Martin Snell (Hermann), Rolf Haunstein (Biterolf), Ashley Holland (Wolfram von der Vogelweide), Andreas Conrad (Heinrich der Schreiber) και Adrian Sampetrean (Reinmar von Zweter).

Μπαλέτο, χορωδία, ορχήστρα και μαέστρος

Το μπαλέτο της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε στην εξπρεσιονιστική και απόλυτα ερωτική (κατά την πρώτη πράξη) χορογραφία του Ron Howell. O προικισμένος Γάλλος αρχιμουσικός Philippe Auguin, συνεργάτης κορυφαίων λυρικών σκηνών της Ευρώπης και της Αμερικής, μετά από σκληρή εργασία με την ορχήστρα και τη χορωδία της Λυρικής πέτυχε όντως ζηλευτά αποτελέσματα. Ορχήστρα και χορωδία  ερμήνευσαν με προσοχή, σεβασμό στις λεπτομέρειες της παρτιτούρας και κυρίως με μια ιδιαίτερη μουσικότητα που ξεχώριζε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή του έργου.
Η επιτυχία που γνώρισε  η παραγωγή θα πρέπει να οδηγήσει την ΕΛΣ στο ανέβασμα και άλλων αριστουργημάτων του Wagner: σειρά έχει ένας «Τριστάνος» και στη συνέχεια ένας «Parsifal»! 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Υψηλού επιπέδου ερμηνείες από το Κουαρτέτο Borodin





Είναι κοινό μυστικό ότι το Κουαρτέτο Borodin (φωτογραφία) ανήκει στα αρτιότερα σύνολα μουσικής δωματίου της εποχής μας. Κατά το παρελθόν το έχουμε αρκετές φορές απολαύσει στην Αθήνα, πάντα με βιολοντσελίστα τον θαυμάσιο Valentin (Valya) Berlinsky. Ο τελευταίος υπήρξε πολύτιμο μέλος του συνόλου για εξήντα δύο ολόκληρα χρόνια συμπληρώνοντας περίπου πέντε χιλιάδες εμφανίσεις. Τον περασμένο Δεκέμβριο, μόλις μερικούς μήνες μετά την επίσημη αποχώρησή του από το κουαρτέτο, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία ογδονταριών ετών. Τον Berlinsky διαδέχθηκε ο μαθητής του, Vladimir Balshin. Σημειώνουμε ότι το σύνολο ιδρύθηκε το 1945, αρχικά ονομαζόταν Κουαρτέτο του Κονσερβατορίου της Μόσχας και το 1955 έλαβε τη σημερινή του ονομασία. 
Ακούσαμε το Κουαρτέτο Borodin στις 21/1 (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής) σε ένα πρόγραμμα αποκλειστικά από έργα Ρώσων μουσουργών: Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 2 του Sergei Prokofiev, Concertino για κουαρτέτο εγχόρδων του Igor Stravinsky και Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 1 του Alexander Borodin. Τα μέλη του συνόλου, σε υποδειγματική μεταξύ τους συνεργασία, πρότειναν αναγνώσεις συγκλονιστικού ενδιαφέροντος και μουσικού βάθους. Στα έργα των Prokofiev και Stravinsky τα ρυθμικά στοιχεία και η καλοδουλεμένη δομή των παρτιτούρων εξερευνήθηκαν με λαμπρή γνώση, ενώ το αριστούργημα του Borodin έρευσε με αυθόρμητο ρομαντισμό και στοχαστικό λυρισμό.
Στο τέλος της συναυλίας ήμασταν βέβαιοι ότι ο εκλεκτός ήχος, εξαιρετικής ανάλυσης, ποιότητας και πραγματικής ευγένειας, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο μουσικό ήθος που χαρακτηρίζει τα μέλη του συνόλου, αποτελούν μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Μεγάλη νύχτα Jazz στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών




Το Σάββατο 17/1 το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του στους φίλους της Jazz μουσικής. Θαυμαστές του είδους, όλων των ηλικιών, κυρίως όμως νέοι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους για πρώτη φορά επισκέπτονταν το Μέγαρο, είχαν την ευκαιρία –συχνά με ένα ποτό στο χέρι- να ακούσουν μουσικούς της Jazz από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι εκδηλώσεις του κύκλου, που έλαβε τον τίτλο «Μεγάλη νύχτα της Jazz», αποτέλεσε ουσιαστικά μια μεγάλη «μέρα» της Jazz, που άρχισε στις 11 το πρωί του Σαββάτου και ολοκληρώθηκε νωρίς το πρωί της Κυριακής. Εκτός από τις συναυλίες περιέλαβε διαλέξεις, workshops και έκθεση των ιστορικών εξωφύλλων της δισκογραφικής εταιρείας Blue Note, που ιδρύθηκε πριν από 70 χρόνια από τους Alfred Lion και Max Margulis. Κέφι, ενθουσιασμός, μεράκι και ποιότητα ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της διοργάνωσης.  
Από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν το σύνολα YFG του γνωστού όσο και δραστήριου σε πολλούς τομείς της μουσικής σαξοφωνίστα Γιώργου Φακανά, το κουαρτέτο του σαξοφωνίστα Τάκη Πατερέλη, το Latin Jazz Sextet του Δημήτρη Σεβδάλη, ο πιανίστας Μάρκος Αλεξίου και το House Band των Παντελή Μπενετάτου, πιάνο, Γιάννη Παπατριανταφύλλου, μπάσο και Σεραφείμ Μπέλου, ντραμς. Το σύνολο του Φακανά συνεργάστηκε με την Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ.  Η Καμεράτα και ο αρχιμουσικός της για άλλη μια φορά απέδειξαν ότι είναι σε θέση να σταθούν επιτυχώς στο ύψος κάθε νέας πρόκλησης.
Οι συμμετέχοντες από το εξωτερικό δεν ήταν άλλοι από τους θρυλικούς Ron Carter, μπασίστα, Marcus Roberts, πιανίστα (φωτογραφία), Tony Lakatos, σαξοφωνίστα και Gilad Atzmon, σαξοφωνίστα.
Όλα ανεξαιρέτως τα δρώμενα είχαν το δικό τους ξεχωριστό ενδιαφέρον, τόσο για τους μυημένους όσο και για τους νέους φίλους αυτού του σπουδαίου μουσικού είδους, που επηρέασε πολλούς μουσουργούς της λεγόμενης κλασικής μουσικής του εικοστού αιώνα (λχ. Claude Debussy, Maurice Ravel και Igor Stravinsky). Οι έλληνες τζαζίστες απέδειξαν ότι ο τόπος μας έχει πολλά να προτείνει στον χώρο και ότι οι εκφραστές της κάνουν μουσική με σοβαρότητα, συνέπεια και ταλέντο.
Θα ξεχωρίσουμε τη συναυλία του Carter και το ρεσιτάλ του Roberts. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος έχοντας στο πλευρό του τους Stephen Scott, πιάνο, Payton Crossley, ντραμς και Rolando Morales-Matos, κρουστά, δημιούργησε ζεστή ατμόσφαιρα: με ζωντανό ήχο και εκπληκτική ρυθμική αίσθηση χάρισε στιγμές ιδιαίτερες. Ο δεύτερος, που έχει επανειλημμένως συνεργαστεί με διάσημες ορχήστρες, κυρίως για την ερμηνεία σε έργα George Gershwin, έπαιξε κομμάτια δικά του και άλλων (λ.χ. Scott Joplin) με αξιέπαινη ευαισθησία και τεχνική δεξιότητα. Περιμένουμε την επόμενη «Μεγάλη Νύχτα της Jazz», που σίγουρα προγραμματίζεται για του χρόνου από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
 Μακάρι η συγκεκριμένη διοργάνωση να εξελιχθεί σε  ένα πολυήμερο Athens Jazz Festival.


Ο χαρισματικός τενόρος Jonas Kaufmann





Ο Γερμανός τενόρος Jonas Kaufmann ανήκει στους διαπρεπέστερους σύγχρονους αστέρες του μελοδράματος. Η διεθνής σταδιοδρομία του  εγκαινιάστηκε το 1994, όταν άρχισε σημαντικές εμφανίσεις σε διάφορα Γερμανικά λυρικά θέατρα. Η Κρατική Όπερα της Βιέννης δεν άργησε να προσέξει το ταλέντο του και να του προσφέρει μεγάλους ρόλους σε παραγωγές της. Το 2001 η Όπερα της Ζυρίχης τον ενέταξε στις σταθερές της δυνάμεις.  Το διεθνές κοινό τον παρακολουθεί σε πρωταγωνιστικούς ρόλους μελοδραμάτων των Claudio Monteverdi, Wolfgang Amadeus Mozart, Charles Gounod, Richard Wagner, Giuseppe Verdi και άλλων συνθετών.  Στο πλαίσιο αποκλειστικού συμβολαίου με τη δισκογραφική εταιρεία Decca (Universal), στις αρχές του 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό του album αποτελούμενο από γνωστές άριες. Η κριτική και το κοινό εκφράστηκαν με τα θερμότερα λόγια για την εν λόγω μουσική του κατάθεση, που φέρει τον τίτλο «Romantic Arias».
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ενέταξε στον κύκλο «Μεγάλες Λυρικές Φωνές της Εποχής μας» το πρώτο αθηναϊκό ρεσιτάλ του Kaufmann, που δόθηκε στην γεμάτη Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής, στις 15/1. Ο καλλιτέχνης επέλεξε να ερμηνεύσει μια σειρά από πολυαγαπημένες άριες των Giacomo PucciniRecondita armonia» και «E lucevan le stelle», Tosca, «Che gelida manina», La Boheme), Friedrich von FlotowAch! so fromm, ach! so traut», Martha),  Jules MassenetPourquoi me reveiller, o souffle du printemps?», Werther), Georges BizetLa fleur que tu m'avais jetée», Carmen) και Richard WagnerIn fernem Land», Lohengrin). Σε κάθε ένα από τα απαιτητικά αυτά αποσπάσματα έλαμψε μέσω της εξαίρετης φωνής του, σπάνιου ηχοχρώματος και μετάλλου, της έντονης σκηνικής του παρουσίας, της εκπληκτικής τεχνικής του, στη βάση της δουλεμένη, και της υπέροχης μουσικότητάς του. Μας έφερε στο νου τον αξέχαστο συμπατριώτη και ομότεχνό του, Fritz Wunderlich. Ήταν ξεκάθαρο το γεγονός ότι ο Kaufmann γνωρίζει τον τρόπο να φωτίζει και να οδηγεί στο προσκήνιο με εύστοχο τρόπο τα συναισθήματα που περιγράφονται στη μουσική που ερμηνεύει. Εντούτοις, είμαστε της άποψης ότι αρκετές από τις άριες που επέλεξε (κυρίως εκείνες του Puccini) υπήρξαν μάλλον δραματικές για τη λυρική φωνή τενόρου που διαθέτει ο δίχως άλλο ονειρεμένος αυτός μουσικός. Στο ρεπερτόριό του προσθέτει ολοένα και περισσότερους δραματικούς ρόλους, κάτι που σίγουρα θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των θαυμαστών του και πολλών μεγάλων λυρικών θεάτρων του κόσμου που θα σπεύσουν να περιλάβουν το όνομά του στις διανομές τους. Εντούτοις, ευχόμαστε και προσευχόμαστε να βρεθούν οι ειδικοί εκείνοι που θα τον συμβουλεύσουν  να μείνει μακριά από ρόλους ακατάλληλους για τις φωνητικές του δυνατότητες. Θα είναι κρίμα να φθαρεί η φωνή του και μέσα σε μερικά  χρόνια να μην μπορεί να αποδώσει στο επίπεδο που αποδίδει σήμερα. Δυστυχώς, η σύγχρονη διεθνής αγορά της κλασικής μουσικής, εκείνη που αναδεικνύει, προβάλλει και επιβάλει τους καλλιτέχνες, ενίοτε δείχνει το αδηφάγο και αχάριστο πρόσωπό της, εξουθενώνοντας πολλά από τα παιδιά της με παράλογες απαιτήσεις. 
Το κοινό του Μεγάρου και πολλοί ξένοι θαυμαστές, που είχαν καταφθάσει από διάφορες χώρες της Ευρώπης, κυριολεκτικά τον αποθέωσαν φέρνοντάς τον αρκετές φορές στη σκηνή για να ερμηνεύσει με χαρισματικό τρόπο εκτός προγράμματος τον θρήνο του FedericoE la solita storia del pastore») από την όπερα Larlesiana του Francesco Cilea, το τραγούδι «Non ti scordar di me» του Ernesto De Curtis, την άρια «La donna e mobile» από την όπερα «Rigoletto» του Verdi και τέλος την άρια «Dein ist mein ganzes Herz» από την οπερέτα «Das Land des Lächelns» (Η Χώρα του μειδιάματος) του Franz Lehar .
Απολύτως άξια συνοδός του Kaufmann ήταν η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: υπό τη διεύθυνση του εξαιρετικού Γερμανού αρχιμουσικού, Michael Güttler, συνεργάτη του ονομαστού Ρώσου αρχιμουσικού Valery Gergiev και έμπειρο στον χώρο της όπερας, ο ήχος της υπήρξε όμορφος και ομοιογενής. Επιπλέον, η ορχήστρα επέδειξε μουσικότητα, πειθαρχία και ευαισθησία στα ορχηστρικά αποσπάσματα που έπαιξε (Εισαγωγή στην όπερα «Γουλιέλμος Τέλλος»,  Gioachino Rossini, Εισαγωγή στην όπερα «Oberon», Carl Maria von Weber, Ιντερμέτζο από την όπερα «Cavalleria Rusticana», Εισαγωγή στην όπερα «H Δύναμη του πεπρωμένου» του Giuseppe Verdi , αποσπάσματα από τις Σουίτες Carmen αρ.1 και 2 του Bizet και Πρελούδιο στην γ΄ πράξη της όπερας «Lohengrin» του Wagner). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την βελτίωση της ποιότητάς της να συνεργάζεται με μαέστρους της τάξης του Güttler. Τα μέλη της απέδειξαν εμπράκτως την ικανοποίησή τους από τη συνεργασία αυτή θέτοντας στη διάθεση του Güttler και βεβαίως του Kaufmann τον καλύτερό τους εαυτό.