Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Μαραθών-Σαλαμίς








Στις 30/10 παρακολουθήσαμε το τετράπρακτο ιστορικοτραγικό μελόδραμα «Μαραθών-Σαλαμίς» του Ζακυνθινού μουσουργού Παύλου Καρρέρ (σε ποιητικό κείμενο του Μέμνονα Μαρτζώκη). Το έργο, του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ολοκληρώθηκε το 1886 με σκοπό να παρουσιαστεί στα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου των Αθηνών δύο χρόνια αργότερα.
Εντούτοις, έπρεπε να περιμένει πολλά πολλά χρόνια ξεχασμένο (η Εκκλησία είχε αντιδράσει στη σκηνή που παρουσιάζει τα δρώμενα στο μαντείο των Δελφών) προκειμένου να λάβει τελικά την πρώτη παγκόσμια παρουσίασή του τον Φεβρουάριο του 2003, εκατόν δεκαπέντε χρόνια μετά τη σύνθεσή του! Φέτος, στο πλαίσιο του εορτασμού των 2.500 χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα η Λυρική Σκηνή προέβη στην επανάληψη της παραγωγής.
Πρόκειται για ένα έργο με πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, καλογραμμένες άριες, μεγάλα ensembles και γοητευτική μουσική μπαλέτου, στημένο στα πρότυπα της όπερας των μεγάλων Ιταλών συνθετών του δεκάτου ενάτου αιώνα. Μολονότι βρήκαμε ότι η έμπνευση του Καρρέρ λίγες φορές πετυχαίνει να απογειωθεί αγγίζοντας υψηλά επίπεδα μουσικής σύλληψης, πιστεύουμε ότι άξιζε τον κόπο η αναβίωση της παραγωγής για όσους δεν είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το πρώτο ανέβασμα του 2003. 
Οι συντελεστές έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό για την επιτυχία των παραστάσεων. Πιο συγκεκριμένα, ξεχωρίσαμε την όπως πάντα άρτια προετοιμασμένη και μελετημένη Σοφία Κυανίδου (φωτογραφία), που ενσάρκωσε τον απαιτητικό ρόλο της Φεντίμα με μεγάλη συγκίνηση επιστρατεύοντας τις εντυπωσιακές φωνητικές της δυνατότητες. Αλλά, και στους υπόλοιπους ρόλους κέρδισαν τις εντυπώσεις τραγουδώντας με ενθουσιασμό και πίστη ως προς την αξία του μουσικού και του ποιητικού κειμένου οι Κύρος Πατσαλίδης (Θεμιστοκλής), Νίκος Κοτενίδης (Κήρυκας), Αντώνης Κορωναίος (Αλέξανδρος), Μαρισία Παπαλεξίου (Μυρτώ), Βικτώρια Μαϊφάτοβα (Σκλάβα), Τάσος Αποστόλου (Αρχιερέας), Ρόζα Πουλημένου (Πυθία), Δημήτρης Κασιούμης (Ξέρξης) και Γιώργος Ρούπας (Στρατηγός).
Η χορωδία και η ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής απέδωσαν αρκετά καλά υπό τη σταθερή (αν και σε στιγμές μουσικά υπερβολικά άκαμπτη) διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή. Το μπαλέτο έδωσε λάμψη στην παραγωγή.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον σκηνοθέτη Ισίδωρο Σιδέρη και κυρίως στον ευφάνταστο και πολυτάλαντο σκηνογράφο-ενδυματολόγο Γιάννη Μετζικώφ: χάρη στον πρώτο εξασφαλίστηκε μια γεμάτη ενδιαφέρον και κίνηση σκηνοθεσία, ενώ χάρη στον δεύτερο προσφέρθηκε μια εικαστικά συναρπαστική εμπειρία. Η ποικιλία των χρωμάτων και των σχεδίων των κοστουμιών και σκηνικών του Μετζικώφ, που ακολουθούσαν με ελευθερία τα νεοκλασικά πρότυπα, ήταν ανάμεσα στις μεγάλες αρετές της παραγωγής.



Carmen από την ΕΛΣ




 

Κάθε φορά που μελετάει κανείς την παρτιτούρα της όπερας «Carmen» του Georges Bizet ή που παρακολουθεί ανέβασμά της, ανακαλύπτει νέες αρετές αυτού του αριστουργήματος, το οποίο ποτέ δεν χάνει τη φρεσκάδα και τη γοητεία του. Κατά την πρώτη παγκόσμια παρουσίασή του (Παρίσι, 3/1875) αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τους κριτικούς. Ακριβώς τρεις μήνες μετά την πρεμιέρα ο συνθέτης πέθανε από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, με αποτέλεσμα να μην  απολαύσει την μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του δημιουργήματός του το οποίο βεβαίως έμελε να αναγνωριστεί ως ένα από τα πιο δημοφιλή μελοδράματα πλήρους του διεθνούς ρεπερτορίου. Λέγεται ότι η διάσημη Γαλλίδα ντίβα Celestine Galli-Marié, πρώτη ενσαρκώτρια του πρωταγωνιστικού ρόλου, είχε διαισθανθεί το επερχόμενο τέλος του συνθέτη, στην παράσταση της όπερας που είχε δοθεί την προηγουμένη του θανάτου του και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της σκηνής της τράπουλας στην τρίτη πράξη. 
Η Εθνική Λυρική Σκηνή ενέταξε έξι παραστάσεις της όπερας του Bizet στο φετινό της ρεπερτόριο (9-17/10) και σε σύντομο χρονικό διάστημα πέτυχε να πουλήσει όλα τα εισιτήρια της παραγωγής. Μάλιστα, ανακοίνωσε ότι προγραμματίζει επιπλέον παραστάσεις για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο.
Παρακολουθήσαμε την παράσταση της 13/10 κατά την οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο της απείθαρχης τσιγγάνας κράτησε η μέτζο σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη, την οποία παρακολουθούμε από τα πρώτα σχεδόν βήματα της σταδιοδρομίας της στην Ελλάδα και την οποία τώρα χαιρόμαστε να βλέπουμε σε σημαντικές λυρικές σκηνές και μουσικά κέντρα του εξωτερικού. Με φωνή γεμάτη, πεντακάθαρη άρθρωση (εξαιρετικά γαλλικά) και μεγάλο ενδιαφέρον στον φωτισμό των νοημάτων και μουσικών λεπτομερειών του ρόλου, κέρδισε τις εντυπώσεις. Κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια την πιο ανθρώπινη πλευρά της ηρωίδας παρουσιάζοντάς την όχι απλά σαν ένα έξαλλο, ερωτικό και τολμηρό θηλυκό αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο.
Στο πλάι της ως Don José στάθηκε o μάλλον άνισος φωνητικά και υποκριτικά Rubens Pelizzari, που ούτε την απαιτούμενη «γαλλική» αισθαντικότητα ούτε την άνεση στις νότες της υψηλής φωνητικής περιοχής κατείχε προκειμένου να δικαιώσει αυτόν τον τόσο ελκυστικό αλλά και τόσο εύθραυστο μουσικά ρόλο. Περιμέναμε περισσότερα από τον καλλιτέχνη που διαπρέπει σε μεγάλες σκηνές του κόσμου ερμηνεύοντας ήρωες όπερων κυρίως των Giuseppe Verdi και Giacomo Puccini. Η Μαρία Μητσοπούλου στο ρόλο της Michaela ευχαρίστησε φέρνοντας με ευστοχία σε πρώτο πλάνο τον λυρισμό της αγνής κοπέλας που ενσάρκωνε. Ο Δημήτρης Κασιούμης ως Escamillo ήταν δυστυχώς τονικά ανακριβής και αντιμετώπισε τον επιβλητικό του ρόλου με μουσική αδεξιότητα (ήταν σαφώς πιο καλά προετοιμασμένος στον ίδιο ρόλο πέρυσι τον Δεκέμβριο, στην παραγωγή που παρακολουθήσαμε στην Λάρισα, 18/12).
Τους μικρότερους ρόλους επωμίστηκαν με επιτυχία οι Διονύσης Σούρμπης (Morales), Τάσος Αποστόλου (Zuniga), Ειρήνη Κυριακίδου (Frasquita), Ινές Ζήκου (Mercedes), Παναγιώτης Πρίφτης (Andres), Χάρης Ανδριανός (Dancaire) και Νίκος Στεφάνου (Remendado). Αξίζει να τονίσουμε ότι το τεχνικά δύσκολο κουιντέτο της δεύτερης πράξης (Nous avons en tête une affaire) ερμηνεύτηκε με ρυθμική ακρίβεια και άφθονη χάρη (η μουσικότητα και το μπρίο του χαρισματικού Ανδριανού υπερίσχυσαν εδώ).
Από την πλευρά της, η χορωδία θα μπορούσε να είχε προσέξει περισσότερο την εκφορά της γαλλικής γλώσσας και να είχε επιδείξει μεγαλύτερη ρυθμική συνέπεια στην ερμηνεία των μεγάλων όσο και διάσημων χορωδιακών της όπερας.
Η ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη,  δεν ήταν σε καλή φόρμα: οι ρυθμικές ανακρίβειες και οι αλλεπάλληλες τονικές αστοχίες (που εισπράττονταν κυρίως από την πλευρά των χάλκινων πνευστών) ενόχλησαν. Η εκλεπτυσμένη ενορχήστρωση, στη λεπτομέρεια δουλεμένη με άφθονη τέχνη και υπέροχο γούστο από τον Bizet, συχνά πνιγόταν στο φάλτσο. Και επιπλέον ποτέ δεν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα σε τραγουδιστές και ορχήστρα.
Η σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη, τα καλαίσθητα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά και τα καλοσχεδιασμένα κοστούμια της Claire Bracewell σεβάστηκαν τις απαιτήσεις του έργου και συνδυάζοντας εύστοχα το παραδοσιακό με το μοντέρνο στοιχείο ανέδειξαν επαρκώς το γεμάτο πάθος και τραγικότητα αθάνατο αυτό ερωτικό μουσικό δράμα.


Ρεσιτάλ Mischa Maisky στο Μέγαρο






 O Ρώσος Mischa Maisky κατέχει τη θέση του κορυφαίου δεξιοτέχνη του βιολοντσέλου της εποχής μας. Από τότε που απεβίωσε ο θρυλικός συμπατριώτης, ομότεχνoς και δάσκαλός του, Mstislav Rostropovich (Απρίλιος 2007), εκείνος πλέον αναγνωρίζεται ως πατριάρχης του οργάνου. Αν και όλα τα στάδια της πορείας του δεν ήταν εύκολα (θυμίζουμε ότι το 1970 φυλακίστηκε για δεκαοκτώ μήνες σε στρατόπεδο εργασίας και μετά την απελευθέρωσή του μετανάστευσε στο  Ισραήλ) γρήγορα αναγνωρίστηκε η αξία του και δεν άργησε να αναπτύξει γόνιμες συνεργασίες με τους αρτιότερους σολίστ και αρχιμουσικούς της εποχής (λ.χ. Martha Argerich, Radu Lupu, Gidon Kremer, Zubin Mehta, Vladimir Ashkenazy και Daniel Barenboim). 
Αρκετές φορές στο παρελθόν είχαμε την χαρά να απολαύσουμε τον Maisky στην Αθήνα, τόσο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όσο και στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Μάλιστα, ο συντάκτης της παρούσας στήλης είχε επανειλημμένως την ευκαιρία να τον ακούσει στο Λονδίνο (Royal Festival Hall) και το Verbier της Ελβετίας (στο πλαίσιο του Verbier International Festival).
Κατά την τελευταία του εμφάνιση στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, κύκλος «Μεγάλοι Ερμηνευτές», 14/10) συνοδεύτηκε από την κόρη του Lily Maisky, με την οποία τα τελευταία χρόνια συμπράττει σε σταθερή βάση (σημειώνεται ότι και ο γιός του, Sascha, είναι μουσικός και ειδικότερα βιολονίστας). Το πρόγραμμα του ρεσιτάλ, συνδυασμός έργων διαφορετικών μουσουργών και εποχών, περιέλαβε συνθέσεις των Ludwig van Beethoven (Επτά Παραλλαγές πάνω στο ντουέτο «Bei Männern welche Liebe fühlen» από τον «Μαγικό Αυλό» του Mozart), Robert Schumann (Φανταστικά Κομμάτια, Op. 73), Claude Debussy (Σονάτα σε ρε ελάσσονα), Enrique Granados (Intermezzo, από τα «Goyescas», και Ανδαλουσιανός, από τους «Δώδεκα Ισπανικούς Χορούς»), Isaac Albeniz (Cordova από τα «Τραγούδια της Ισπανίας», Op. 232, και Tango, από την «Ισπανία», Op. 165), Gaspard Cassado (Requiebros) και Manuel De Falla (Λαϊκή Ισπανική Σουίτα).
Η έντονη προσωπικότητα του καλλιτέχνη βρήκε μέχρι ενός σημείου διέξοδο στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις που πρότεινε. Κυρίως  η ορμή του παιξίματος και ο δυναμισμός στο στήσιμο των φράσεων ήταν ανάμεσα στα στοιχεία που ξεχωρίσαμε. Εντούτοις, πολλές ήταν οι στιγμές που αναζητούσαμε περισσότερα από τον εκλεκτό αυτόν μουσικό, περισσότερο συναίσθημα και εμβάθυνση (κυρίως στα έργα των Beethoven, Schumann και Debussy). Βρήκαμε ότι απέδωσε όλες τις συνθέσεις με τα ίδια εκφραστικά μέσα και με ένα υπερβολικά εκτεταμένο vibrato, εν πολλοίς αδιαφορώντας για τα ιδιαίτερα ζητούμενα του κάθε δημιουργού. Ήταν σαν να είχε ενεργοποιήσει ένα είδος αυτόματου μουσικού πιλότου. Επιπλέον, η συνοδεία της νεαρής Maisky ήταν αρκετά αδιάφορη και χωρίς έμπνευση. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να γράφεται: ελάχιστες στιγμές γόνιμης συνεργασίας αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους δύο μουσικούς. Ούτε οι αναγνώσεις των εκτός προγράμματος έργων των Alexander Scriabin, Dmitri Shostakovich και Richard Strauss (μια μονόχνοτη εκτέλεση της μεταγραφής του υπέροχου τραγουδιού «Morgen») βουτηγμένες μέσα στο ίδιο κουρασμένο κλίμα, βελτίωσαν την κατάσταση.
Ευχή μας είναι η επόμενη συνάντηση με αυτόν τον διαπρεπή καλλιτέχνη να αφήσει θετικότερες εντυπώσεις.


Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Amsterdam


 


 
Οι εντυπώσεις από την παρέλαση των μεγάλων ορχηστρών που εμφανίστηκαν στην Αθήνα μέσα σε μερικές εβδομάδες συμπληρώθηκε για τον γράφοντα με συναυλία της πολυηχογραφημένης  Βασιλικής Ορχήστρας Concertgebouw του Άμστερνταμ, υπό τη διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού Daniele Gatti, που δόθηκε στις 30/6, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Ελληνικού Φεστιβάλ.
Το πρόγραμμα άνοιξε με το «Ειδύλλιο του Siegfried» του Richard Wagner: το 1870 ο συνθέτης είχε προσφέρει το έργο ως δώρο γενεθλίων στη δεύτερη σύζυγό του Cosima, κόρη του Franz Liszt. Ένα μικρό ορχηστρικό σύνολο είχε ερμηνεύσει για πρώτη φορά τη σύνθεση στα σκαλιά του σπιτιού του ζεύγους Wagner στην Ελβετία (τι ευχάριστο ξύπνημα για την Cosima!). Η ολλανδική ορχήστρα, υπό τον Gatti, πρόσφερε μια ευαίσθητη και λεπτά χρωματισμένη ερμηνεία, προσωπική σε έκφραση, με έντονες ποιότητες μουσικής δωματίου. Εντούτοις, μεγάλο μέρος των θεσπέσιων ηχοχρωμάτων, που με τόση ετοιμότητα και φινέτσα αντλούσε ο Gatti από την υπέροχη ορχήστρα, χάνονταν λόγω της φτωχής ακουστικής του ανοιχτού χώρου: το Ηρώδειο, φυσικός χώρος του Φεστιβάλ Αθηνών, διαθέτει μοναδική ατμόσφαιρα και αδιάψευστη ιστορία, όμως η προβληματική ακουστική  του δεν κολακεύει τον ήχο, γεγονός που ορισμένες φορές, όπως η παρούσα, γίνεται πολύ αισθητό.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούσαμε τη Συμφωνία αρ. 5 του Gustav Mahler, ίσως της διασημότερης όσων συνέθεσε λόγω της τέταρτης κίνησης, Adagietto (σε φα μείζονα), που χρησιμοποιήθηκε ως μουσική υπόκρουση στην περίφημη ταινία του Luchino Visconti «Θάνατος στη Βενετία» (1971). Όπως και στην περίπτωση του έργου του Wagner που ακούστηκε νωρίτερα, έτσι και το Adagietto συνδέεται με μια γυναικεία μορφή: ο Mahler έστειλε το μέρος αυτό εν είδει ερωτικής μουσικής επιστολής στην πανέμορφη και κατά πολύ νεώτερή του, Alma Schindler (εκείνη ήταν είκοσι δύο και εκείνος σαράντα ενός ετών), που έμελε στη συνέχεια να γίνει η σύντροφος της ζωής του. Το έργο, που ολοκληρώθηκε το 1902, ανήκει στα πιο αγαπημένα και αυτοβιογραφικά του Βοημού συνθέτη, που πέρασε μια ζωή περιπετειώδη, γεμάτη από επαγγελματικές επιτυχίες ως αρχιμουσικός (λιγότερες επιτυχίες είχε ως μουσουργός), αλλά και αλλεπάλληλα οικογενειακά και προσωπικά δράματα.
 Ο Gatti και η ορχήστρα, με μεγάλη ένταση έφεραν στην επιφάνεια την τραγικότητα των δύο πρώτων μερών (Trauermarsch και Stürmisch bewegt), μη λησμονώντας να «τραγουδήσουν» με νόημα τις ελεγειακές μελωδίες που περιλαμβάνονται σε αυτά. Το τρίτο μέρος, ένα τεράστιο Scherzo με μεγάλες εκφραστικές αντιθέσεις, αντιμετωπίστηκε με ευθύτητα και μουσική ευστροφία: εδώ τονίστηκαν οι διαφορετικού χαρακτήρα  διαθέσεις και η αισιοδοξία που επικρατεί, υπογραμμίστηκε με γούστο η ανάπτυξη των θεμάτων (σε μορφή ABABA)  και  η αντιπαράθεση των χαρακτηριστικών χορών Ländler και Βαλς. Στη συνέχεια, το Adagietto (για έγχορδα), ρομαντικό ιντερλούδιο της συμφωνίας αυτής, κύλισε με τρυφερότητα και μελαγχολική-νοσταλγική διάθεση. Η αντιστικτική δεινότητα του Mahler που φαίνεται τόσο ξεκάθαρα στο τελευταίο μέρος, Rondo-Finale, αναδείχθηκε με διαφάνεια, ακρίβεια και ρυθμική πιστότητα.
Τέλος, έξοχη κρίθηκε η απόδοση του σώματος των εγχόρδων όπως και η τονική ακρίβεια και η ηχητική πληρότητα των χάλκινων και ξύλινων πνευστών.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Ορχήστρα Νέων της Βενεζουέλας «Simοn Bolivar»








Κατάμεστο ήταν το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στις 23/6, για τη συναυλία της Ορχήστρας Νέων της Βενεζουέλας «Simon Bolivar», υπό τη διεύθυνση του νεαρού καλλιτεχνικού διευθυντή της, Gustavo Dudamel (γ.1981, φωτογραφία), που δόθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Ελληνικού Φεστιβάλ. Η πολυδιαφημισμένη ορχήστρα και ο Dudamel, που ηχογραφούν αποκλειστικά για την κορυφαία δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon,  ανήκουν στα μεγάλα αστέρια της διεθνούς κλασικής μουσικής σκηνής.
Το σύνολο ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1975 από τον αρχιμουσικό  José Antonio Abreu και δίνει την ευκαιρία στους νέους μουσικούς της να συνεργαστούν με μεγάλους μαέστρους και σολίστ. Αποτελείται από περίπου διακόσιους μουσικούς ηλικίας 12-26 ετών και στέκεται στην κορυφή του εκπληκτικού εκπαιδευτικού προγράμματος του Κρατικού Ιδρύματος της Βενεζουέλας για Ορχήστρες Νέων και Παιδιών που φέρει την ονομασία «El Sistema». Χάρη σε αυτό το σύστημα πολλά παιδιά (περίπου δύο εκατομμύρια μέχρι σήμερα!) έχουν έρθει σε επαφή με τη μουσική ξεφεύγοντας από τις πολλές καταστροφικές δυσχέρειες και κινδύνους που μαστίζουν συνεχώς την χώρα τους. Ο Dudamel, παιδί μουσικών, που σήμερα εκτός από την ορχήστρα της Βενεζουέλας διευθύνει τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου  (έχει ονομαστεί μουσικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες και κύριος αρχιμουσικός της Συμφωνικής του Γκότενμπουργκ) μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στο πλαίσιο του «El Sistema».
Για την πρώτη τους Ελληνική εμφάνιση επέλεξαν να παρουσιάσουν δύο εμβληματικά όσο και πρωτοπόρα για την εποχή τους μουσικά αριστουργήματα, την Συμφωνία αρ. 5, Op. 67,  του Ludwig van Beethoven και την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Igor Stravinsky.
Είναι μια από τις σπάνιες φορές που είδαμε τη σκηνή του Ηρωδείου να γεμίζει από τόσους μουσικούς, οι οποίοι έπαιξαν με εκρηκτικό ενθουσιασμό και ασυναγώνιστο μπρίο. Η διάσημη Συμφωνία του Beethoven κέρδισε σε δραματική ένταση και φλόγα. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο ορχήστρα και μαέστρος έχουν δουλέψει αρκετά και έχουν ηχογραφήσει στο παρελθόν (Caracas, 2/2006, Deutsche Grammophon 477 6228). Δόθηκε έμφαση στο επικό στοιχείο και  τονίστηκε η πορεία από το σκοτάδι στο φως, που με τόση ευφυΐα περιγράφει ο Beethoven σε αυτό το έργο. Και πόση σημασία έχει μια τέτοια πορεία προς το φως της ελπίδας για αυτά τα παιδιά που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση δυσκολίες!
Τόσο κατά τη διάρκεια της ερμηνείας του έργου του  Beethoven, όσο και κατά τη διάρκεια της ερμηνείας εκείνου του Stravinsky (το οποίο πρόσφατα ηχογράφησαν, Deutsche Grammophon 477 87754), μας κέρδισε  η  φρεσκάδα της άποψης των νέων, μακριά από κάθε ίχνος ρουτίνας. Σε αυτό το τελευταίο, οι δυναμικοί ρυθμοί, η θεατρική-μπαλετική διάθεση και τα απαιτητικά σολιστικά περάσματα ερμηνεύτηκαν με θαυμάσια ακρίβεια και αμεσότητα έκφρασης.    
Ορχήστρα και μαέστρος καταχειροκροτήθηκαν. Στο τέλος της συναυλίας ο Dudamel παρασημοφόρησε τον Μίκη Θεοδωράκη που καθόταν στην σειρά των επισήμων (στα άμεσα σχέδια του Dudamel είναι να διευθύνει τη «Ραψωδία για έγχορδα» και το «Canto General»» του διάσημου συνθέτη).
Συνεχίζοντας να διατηρούν σε δυσθεώρητα ύψη την ένταση και την βακχικού ενθουσιασμού ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που είχαν τόσο καλά από την αρχή της συναυλίας κτίσει, οι νέοι μουσικοί πρόσφεραν εκτός προγράμματος τον Σλαβικό Χορό αρ. 8 του Antonin Dvořák, τον Χορό αρ. 4,  «Mambo»,  από τους Συμφωνικούς Χορούς του «West  Side Story» του Leonard Bernstein (φορώντας πολύχρωμες μπλούζες με τα χρώματα της σημαίας της Βενεζουέλας –τις οποίες στο τέλος  πέταξαν στις κερκίδες  προς το κοινό- και χορεύοντας επί σκηνής ενώ έπαιζαν) και τον χορό «Malambo», τελευταίο μέρος της γνωστής χορευτικής σουίτας «Estancia» του Alberto Ginastera.
Όλοι φύγαμε με ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφισμένο στα χείλη.


Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Les Arts Florissants






Η φετινή χρονιά είναι σημαδιακή για το διάσημο (μπαρόκ) Γαλλικό φωνητικό και οργανικό σύνολο Les Arts Florissants αφού φέτος γιορτάζει τη συμπλήρωση τριάντα ετών συνεχούς δημιουργικής πορείας. Iδρύθηκε από τον Αμερικανό αρχιμουσικό και τσεμπαλίστα William Christie και φέρει την ονομασία της σύντομης όπερας δωματίου του Marc Antoine Charpentier (1685). Στα τριάντα χρόνια της λειτουργίας του έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από εκλεκτές ερμηνείες έργων των Jean-Baptiste Lully, Jean-Philippe Rameau, George Frideric Handel, Wolfgang Amadeus Mozart κ.ά.
Το σύνολο, υπό τον Christie, σημείωσε στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ δύο εμφανίσεις στη χώρα μας (26 και 28/6, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Τριάντη) παρουσιάζοντας την όπερα (Tragedie en musique) «Ιππόλυτος και Αρικία» (αποσπάσματα) και την όπερα-μπαλέτο (Acte de ballet) «Πυγμαλίων» του Rameau (παρακολουθήσαμε την δεύτερη παράσταση).  
Η απόλυτη πιστότητα στην απόδοση του μουσικού κειμένου, η γνώση των απαιτήσεων της μουσικής μπαρόκ –καρπός ενδελεχούς και πολύχρονης μουσικολογικής έρευνας- εξασφάλισαν ερμηνείες συγκλονιστικού μουσικού ενδιαφέροντος. Η μεγαλοπρέπεια, η αισθαντικότητα και η ερωτική διάθεση της υπέροχης μουσικής του Rameau βρήκαν στο πρόσωπο του Christie έναν πολύτιμο ερμηνευτή. Τόσο ο τελευταίος όσο και οι σολίστ (τραγουδιστές και εκτελεστές οργάνων) του συνόλου Les Arts Florissants βούτηξαν με κέφι και γνώση στα βαθιά νερά της εκλεπτυσμένης αισθητικής μουσικής αντίληψης του Rameau.  Οι αριστοκρατικής πνοής και ευγένειας χορευτικοί ρυθμοί τονίζονταν με ανάγλυφο τρόπο, ενώ οι υπέροχοι τραγουδιστές Sophie Karthäuser, Emmanuelle de Negri, Ed Lyon, Karolina Blixt ερμήνευσαν τα μέρη τους με αφηγηματική διάθεση, ιδιωματικό τρόπο και άφθονη προσοχή στη διατήρηση της μεγάλης γραμμής των μελωδικών σχημάτων. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι κινήθηκαν με τη χάρη και την τεχνική επαγγελματιών χορευτών.
Υπεύθυνη για την σκηνοθεσία, την χορογραφία και τα σκηνικά ήταν η διάσημη Αμερικανίδα μεταμοντέρνα χορογράφος και χορεύτρια Trisha Brown, γνωστή για τις χορογραφίες γνωστών έργων της κλασικής μουσικής. Πιο συγκεκριμένα, οι πολλές έξυπνες ιδέες και το διακριτικό χιούμορ της, η φρέσκια απόδοση της ψυχοσύνθεσης των μυθολογικών χαρακτήρων, η απέριττη και δυνατή σε νοήματα εικαστική εικόνα που κατέθεσε, ο απόλυτος έλεγχος του ήθους της μουσικής μπαρόκ το οποίο μετέφερε με εύγλωττο τρόπο στην κίνηση των τραγουδιστών και των χορευτών (τους οποίους ενίοτε βλέπαμε να αιωρούνται) και τέλος ο ευαίσθητος τρόπος με τον οποίον ταίριαξε τους μονωδούς με τα θαυμάσια μέλη της χορευτικής της ομάδας (The Trisha Brown Company), άφησαν άριστες εντυπώσεις.
Μια λαμπρή παραγωγή από κάθε άποψη!

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Η κορυφαία Φιλαρμονική της Βιέννης






Η Φιλαρμονική της Βιέννης (Wiener Philharmoniker) είναι ίσως η πιο αγαπητή ορχήστρα του κόσμου (και όχι μόνο λόγω της ετήσιας πρωτοχρονιάτικης συναυλίας). Πρόκειται για ένα σύνολο που διαθέτει μοναδικής ποιότητας ήχο και  μεγάλη ερμηνευτική τέχνη που θαυμάστηκε και εξακολουθεί να θαυμάζεται από όλους όσους έχουν την χαρά να έρχονται σε επαφή μαζί της.
Στις 22/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την ακούσαμε υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Ιταλού μαέστρου Riccardo Muti. Το τρανών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων πρόγραμμα περιέλαβε έργα των Wolfgang Amadeus Mozart (Συμφωνία αρ. 36, KV 425, «του Linz»), Franz Schubert (Συμφωνία αρ. 7 –ή αρ. 8, με την παλαιότερη αρίθμηση- D. 759, «Ημιτελής») και Piotr Illyich Tchaikovsky (Συμφωνία αρ. 6, Op. 74, «Παθητική»).
Αισθάνεται κανείς αμηχανία κάθε φορά που καλείται να σχολιάσει εμφανίσεις της Φιλαρμονική της Βιέννης, λόγω του ότι αυτές είναι που στην τελειότητά τους συνήθως ορίζουν το πρότυπο με βάση το οποίο κρίνονται όλες οι υπόλοιπες αναγνώσεις των άλλων ορχηστρών. Και συνήθως κανείς παρατηρεί ότι άσχετα με το ποιος από τους διάσημους μαέστρος την διευθύνει, είναι η ίδια η ορχήστρα που κατέχει πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στα τρία «επώνυμα» αθάνατα μουσικά δημιουργήματα που ερμήνευσε, μας προέτρεψε για άλλη μια φορά να πιστέψουμε στο ακατόρθωτο, σε εκείνο δηλαδή που πρέπει να το βιώσει κανείς εκείνη τη στιγμή που ξετυλίγεται προκειμένου να αντιληφθεί στην πληρότητά του μέγεθος της υπεροχής. Υπερπολυτελής ήχος δουλεμένος με απόλυτη ακρίβεια στη λεπτομέρειά του, προσεκτικός σχηματισμός των μουσικών φράσεων και της κλιμάκωσης των δυναμικών, ιδιωματική εκφορά και κυρίως συνεχής αίσθηση της ευθύνης απέναντι στην παρτιτούρα. Ειδικότερα, η τρυφερή μελαγχολία του Mozart, τα μεγαλόπρεπα τραγικά χρώματα της «Ημιτελούς» του Schubert και ο αγωνιώδης λυρισμός –που μας οδηγεί στην άκρη του τάφου- της «Παθητικής» του Tchaikovsky εξερευνήθηκαν σε βάθος και με λαμπρό τρόπο από την ορχήστρα και τον πάντα συνεπή και εξαιρετικά προικισμένο Muti (ίσως τον σπουδαιότερο μαέστρο όπερας της εποχής μας). Δεν ήταν απλά το μεγαλείο και η αρτιότητα αυτών των προσεγγίσεων που προκάλεσε αίσθηση, αλλά ένα ιδιαίτερο  μουσικό-ερμηνευτικό ήθος που συνδέεται άρρηκτα με το ήθος της ίδιας της υπέρτατης μουσικής τέχνης.
Δυστυχώς μεγάλη μερίδα του αθηναϊκού κοινού τόσο αψυχολόγητα και δείχνοντας προκλητική άγνοια βιάστηκε να χειροκροτήσει αμέσως μετά το πέρας του τελευταίου μέρους της Συμφωνίας του Schubert καταστρέφοντας βάναυσα τον απόηχο της μουσικής. Ακόμα, βιάστηκε να χειροκροτήσει πριν από το τελευταίο μέρος της Συμφωνίας του Tchaikovsky και αμέσως μετά τα τελευταία μέτρα της καταληκτικής κίνησης του ίδιου έργου, τα οποία οδηγούν απευθείας στο αιώνιο σκότος και τον θάνατο. Γιατί άραγε ορισμένα μέλη του κοινού, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τον –μάλλον προσποιητό- ενθουσιασμό τους και να επιτρέψουν στον μαέστρο να κατεβάσει τα χέρια του και στη μουσική να εκπνεύσει δίνοντας την ευκαιρία στους εαυτούς τους και στα υπόλοιπα μέλη του ακροατηρίου να βιώσουν την συγκλονιστική τραγική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σφραγίζεται το κορυφαίο έργο του Tchaikovsky; Όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο οι μουσικοί της βιενέζικης ορχήστρας όσο και ο μαέστρος έδειξαν την δυσαρέσκειά τους από το γεγονός.