Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Eμπνευσμένο βαγκνερικό φινάλε



Η Deborah Voigt ως Brünnhilde και ο Jay Hunter ως Siefgried  (φωτο: The Metropolitan Opera)


Ο Richard Wagner συνθέτοντας τον κύκλο των τεσσάρων μουσικών δραμάτων με γενικό τίτλο Το Δαχτυλίδι του Niebelung (Der Ring des Nibelungen) έστησε ένα ανυπέρβλητο επικό ηχητικό μνημείο γεμάτο υπέροχη μουσική, άψογα σχεδιασμένους ήρωες και ποικίλα όσο και διαχρονικά σύμβολα. Το ποιητικό κείμενο του έργου (libretto) είναι γραμμένο από τον ίδιο και μοιάζει να είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο: η δίψα για απόλυτη εξουσία μέσω της απόκτησης ενός καταραμένου χρυσού δαχτυλιδιού οδηγεί στην καταστροφή.
Στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε στις 11/2, το μουσικό δράμα με τίτλο Λυκόφως των Θεών (Götterdämmerung), τέταρτο και τελευταίο μέρος του επικού αυτού κύκλου, σε απευθείας μετάδοση από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Metropolitan Opera).
Ο σκηνοθέτης Robert Lepage φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια με σκέψη και μέριμνα τα συναισθήματα των ηρώων. Συνεργαζόμενος με τους  François St-Aubin (κοστούμια), Etienne Boucher (φωτισμοί) και Lionel Arnould (video), πρόσφερε ένα ονειρικό εικαστικό υπερθέαμα το οποίο σεβόταν τις επιθυμίες-οδηγίες του ίδιου του Wagner ενώ παράλληλα κατέθετε μια μοντέρνα άποψη της μυθολογικής ιστορίας χρησιμοποιώντας την σύγχρονη τεχνολογία. Τη σκηνή κάλυπτε μια τεράστια κατασκευή-μηχανή (βάρους σαράντα πέντε τόνων) αποτελούμενη από εικοσιτέσσερις κινούμενες σανίδες. Η κατασκευή δεχόταν  πάνω της την προβολή ελκυστικών βιντεοεικόνων όπως τα νερά του ποταμού Ρήνου, βράχους, καταρράκτες, φλόγες.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, που σε αυτή την πολυαναμενόμενη νέα παραγωγή του Δαχτυλιδιού (κόστους δεκαέξι εκατομμυρίων δολαρίων!) αντικατέστησε τον ασθενή μουσικό διευθυντή της Met James Levine, αποδείχθηκε άξιος ερμηνευτής του Wagner: με αυτοπεποίθηση, διάθεση εκλέπτυνσης των ποικίλων μουσικών στοιχείων και ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη των λεπτομερειών της παρτιτούρας, πέτυχε να εμπνεύσει τους τραγουδιστές και να εκμαιεύσει τον καλύτερό τους εαυτό.
Η σοπράνο Deborah Voigt υπήρξε αξιοθαύμαστη στην απόδοση του δυναμισμού και της γενναιοψυχίας της Βαλκυρίας Brünnhilde (ρόλο που πρόσφατα πρόσθεσε στο ρεπερτόριό της). Μπορεί σε στιγμές να μας έλειψε η σπαρακτική συγκίνηση μπροστά στον νεκρό Siegfried και η απογειωμένη αίσθηση της ιερής θυσίας που έφερνε στο τελικό στάδιο του ίδιου ρόλου η αξέχαστη Hildegard Behrens ή η αφοπλιστική αγνότητα μιας Dame Gwyneth Jones ή ακόμα η ηρωική αγέρωχη αίσθηση της κορυφαίας Birgit Nilsson, ωστόσο η Voigt δίχως άλλο τοποθέτησε με τέχνη και ισχυρή μουσική συγκρότηση τη δική της σφραγίδα στον ρόλο.
Ο τενόρος Jay Hunter Morris με φωνή αξιοσημείωτης αντοχής υποστήριξε έναν Siegfried δυναμικό και νεανικό (η παραγωγή αυτή σηματοδοτεί την πρώτη φορά που εξερευνά τον ρόλο). Η σπουδαία βαγκνερική μέτζο σοπράνο Waltraud Meier, με αμεσότητα έκφρασης και  φωνή γεμάτη χρώματα, υπήρξε δίχως άλλο αποκαλυπτική στον σχετικά σύντομο αλλά τόσο σημαντικό ρόλο της αδελφής της Brünnhilde, Waltraute
Ο μπαροβαρύτονος Eric Owens (Alberich) και ο μπάσος Hans-Peter König (Hagen) ήταν επιβλητικοί και εντυπωσίασαν με τις σπηλαιώδεις φωνές τους. Ο μπασοβαρύτονος Iain Paterson υπήρξε μουσικά και υποκριτικά πειστικότατος προσφέροντας έναν δουλεμένο στη λεπτομέρεια Gunter, τραγικό θύμα αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο. Η σοπράνο Wendy Bryn Harmer ικανοποίησε με τη γλυκιά φωνή στον ρόλο της ευκολόπιστης Gutrune
Οι τρεις Μοίρες (Maria Radner, Elizabeth Bishop, Heidi Melton) και οι τρεις Κόρες του Ρήνου (Erin Morley, Jennifer Johnson Cano, Tamara Mumford) ευχαρίστησαν στις αφηγήσεις και δικαιολογημένες αγωνίες τους απέναντι στις δραματικές εξελίξεις της πλοκής.
Τέλος, η χορωδία της Met (προετοιμασμένη από τον πολύπειρο διευθυντή της, Donald Palumbo) απέδωσε με ηχητική ομοιογένεια και συναισθηματική ένταση.



H Waltraut Meier ως Waltraute (φωτο: The Metropolitan Opera) 




Σκηνή από το Λυκόφως των Θεών (φωτο: The Metropolitan Opera)



Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ρεσιτάλ και συναυλίες


 Το Κουαρτέτο Kodály  


Είχαμε ακούσει για πρώτη φορά τον Θεσσαλό πιανίστα Απόστολο Παληό στον Διαγωνισμό Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα, τον Μάρτιο του 2006, και αμέσως ξεχωρίσαμε τις εύφορες αρετές της τέχνης του. Έκτοτε με ενδιαφέρον παρακολουθούμε την ποιοτική εξέλιξή του.
Πρόσφατα (28/1), τον εκτιμήσαμε σε ατομική εμφάνιση που πραγματοποίησε στο αμφιθέατρο του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της σημαντικής έκθεσης με τίτλο Goya και Beethoven στο Τελλόγλειο (η έκθεση παρουσίαζε τέσσερις σειρές χαρακτικών του μεγάλου ζωγράφου και σπάνια χειρόγραφα και πρώτες εκδόσεις παρτιτούρων και βιογραφιών του κορυφαίου μουσουργού).
Ο Παληός άνοιξε το ρεσιτάλ του με τη Σονάτα αρ. 30, Op. 109, του Ludwig van Beethoven, που στα χέρια του κέρδιζε σε λυρική χάρη και ευφάνταστη μελωδική λάμψη. Στη συνέχεια, με ιδιαίτερη προσοχή στην αισθητική του ήχου ερμήνευσε την Goyesca αρ. 4, H Κόρη και το Αηδόνι, του Enrique Granados: υπογράμμισε με νόημα τον αφηγηματικό χαρακτήρα και τα ρομαντικά στοιχεία της ερωτικής αυτής μουσικής εκμυστήρευσης. Το δεύτερο μέρος της βραδιάς καλύφθηκε από την κολοσσιαίων μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων Σονάτα αρ. 29, Op. 106, Hammerklavier, του Beethoven. Ο καλλιτέχνης απέδωσε με σαφήνεια και ψυχή τις ηρωικές στιγμές που δίνουν τη θέση τους σε στοχαστικές περιόδους φιλοσοφικής ενατένησης, ενδοσκόπησης και ποικίλων εσωτερικών αναζητήσεων. Το τρίτο μέρος, Adagio sostenuto, το οποίο εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον αξέχαστο πιανίστα Wilhelm Kempff ως «ο πλέον μεγαλοπρεπής μονόλογος που συνέθεσε ποτέ ο Beethoven», βρήκε στο πρόσωπο του Παληού έναν ερμηνευτή ώριμο που πετύχαινε να φωτίσει με σεβασμό, καλό γούστο και στιβαρή τεχνική τα απύθμενα βάθη της μπετοβενικής σκέψης.
Μερικές μέρες αργότερα (2/2), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκης), απολαύσαμε το Κουαρτέτο Kodály  (Kodály Quartet) σε έργα Hugo Wolf (Ιταλική Σερενάτα), Piotr Ilyich Tchaikovsky (Κουαρτέτο αρ. 1, Op. 11) και Robert Schumann (Κουιντέτο για πιάνο,Op. 44). Το σύνολο μάς κέρδισε με τις υψηλού επιπέδου, απέριττες και υφολογικά εύστοχες αναγνώσεις που πρότεινε. Ο ομοιογενής και ζεστός ήχος του ξεχώριζε σε όλα τα έργα. Στο Κουιντέτο του Schumann η συνεισφορά του διακεκριμένου πιανίστα Δημήτρη Σγούρου υπήρξε ουσιαστική και τεχνικά άμεμπτη.
Τέλος, στις 3/2, στον ίδιο ακριβώς χώρο, ο Γερμανός βιολονίστας Kolja Blacher (για πολλά χρόνια εξάρχων της Φιλαρμονικής του Βερολίνου) υποστήριξε μια υποδειγματικά οργανωμένη, εκφραστική και τονικά ακριβέστατη ερμηνεία του Κοντσέρτου για βιολί, Op. 61, του Sir Edward Elgar. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου, συνόδευσε με ενέργεια και αισθαντικότητα, ενώ στο δεύτερο μέρος της βραδιάς χάρισε αρχικά μια ρυθμικά ζωηρή Σουίτα από το μπαλέτο Ο Θαυμαστός Μανδαρίνος του Béla Bartók και στη συνέχεια κλιμάκωσε προσεκτικά το διάσημο Boléro του Maurice Ravel.



Ο πιανίστας Απόστολος Παληός

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Μαγευτική εμπειρία



H Joyce DiDonato (Sycorax) και ο David Daniels (Prospero) στο "Μαγεμένο Νησί
(φωτο Nick Heavican/Metropolitan Opera)


Στις 26/1, στην κατάμεστη Αίθουσα Α. Τριάντη (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), παρακολουθήσαμε τη μαγνητοσκοπημένη μετάδοση της όπερας με τίτλο Το Μαγεμένο Νησί (The Enchanted Island), που είχε δοθεί μερικές μέρες νωρίτερα στην Αμερική (21/1). 
Ο Peter Gelb, γενικός διευθυντής της Met, οραματίστηκε μια όπερα που θα χρησιμοποιούσε παλαιότερη μουσική από όπερες επιφανών συνθετών της εποχής μπαρόκ (περ. 1650-1750) και θα προσαρμοζόταν σε ένα νέο κείμενο, ακριβώς κατά τα πρότυπα του είδους pastiche (ιταλ. pasticcio) της εν λόγω εποχής. Έτσι, για περίπου τέσσερα χρόνια ο συγγραφέας Jeremy Sams και o αρχιμουσικός William Christie, ειδικός στην ερμηνεία της μουσικής μπαρόκ, εργάστηκαν άοκνα δημιουργώντας την όπερα που παρακολουθήσαμε και η οποία βασίστηκε στα θεατρικά έργα Η Τρικυμία και Όνειρο Θερινής Νυκτός του W. Shakespeare.
Τα συναισθήματα των σαιξπηρικών ηρώων φωτίστηκαν θαυμάσια από το καλογραμμένο λιμπρέτο (ποιητικό κείμενο) του Sams, ενώ ο Christie διηύθυνε με έντονη δραματική αίσθηση και μεγάλη φινέτσα εξασφαλίζοντας μια ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία μέσα στο σωστό στυλ της εποχής μπαρόκ.
Για το ανέβασμα επιστρατεύτηκαν ορισμένα από τα σημαντικότερα ονόματα της διεθνούς οπερατικής σκηνής, που ερμήνευσαν με αποκαλυπτική ευαισθησία τη μεγαλειώδη μουσική των G.F. Handel, Α. Vivaldi, J.P. Rameau, J.F. Rebel, Α. Campra, J.M. Leclair και G.B. Ferrandini
Πιο συγκεκριμένα, ο David Daniels απέδωσε με μεγαλοπρέπεια τoν μάγο Prospero, η Joyce DiDonato πρότεινε με εκρηκτικό πάθος και εκπληκτική πνοή τον ρόλο της μανιασμένης μάγισσας Sycorax (δύσκολα θα ξεχάσουμε την υπέροχα  διεισδυτική ερμηνεία της άριας Maybe soon, maybe now!/Morirò, ma vendicata του Handel), η Danielle de Niese ερμήνευσε με ζηλευτή δεξιοτεχνία τις άριες του πνεύματος Ariel (απίστευτα σπινθηροβόλες υπήρξαν οι κολορατούρες της άριας Can you see the heavens are reeling/Agitata da due venti του Vivaldi), ο χαρισματικός Luca Pisaroni πρόσφερε έναν καλοτραγουδισμένο Caliban, ήρωα άλλοτε αξιολύπητο και άλλοτε συμπαθητικό μέσα στην ασκήμια του, οι Lisette Oropesa και Anthony Roth Costanzo επέδειξαν υποδειγματική μουσικότητα, αντίστοιχα στους ρόλους της Miranda και του Ferdinand. Ειδικά ο ανερχόμενος Costanzo διαθέτει μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και εύηχες φωνές κόντρα τενόρου της εποχής μας. Ο αειθαλής βετεράνος Ισπανός τενόρος Plácido Domingo (που εκείνη ακριβώς την ημέρα είχε τα γενέθλιά του) κράτησε τον ρόλο του γηραιού Ποσειδώνα με την πλούσια και ζεστών αποχρώσεων θρυλική φωνή του, ακολουθώντας τις ιδιαίτερες ερμηνευτικές τεχνικές του στυλ μπαρόκ. 
Η χορωδία της Met ερμήνευσε με άψογη ακρίβεια. Οι Phelim McDermott (σκηνοθεσία), Julian Crouch (βοηθός σκηνοθέτη και σκηνογραφία), Kevin Pollard (κοστούμια), Brian MacDevitt (φωτισμοί), Graciela Daniele (χορογραφία) και τα μέλη της ομάδας 59 Productions (animation και projection design) στόχευσαν σε μια μαγευτική και ευρηματική παρουσίαση της όπερας, με ονειρικούς φωτισμούς, πολυτελή κοστούμια και χαρακτηριστικά σκηνικά εποχής. Τα σκηνικά αντλούσαν στοιχεία από την εικονογράφηση βιβλίων ζωολογίας και βοτανολογίας του δεκάτου ογδόου αιώνα.
Χωρίς άλλο, μια καθηλωτική εμπειρία την οποία ελπίζουμε να απολαύσουμε σύντομα και σε DVD.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

«Φάουστ» από την ΕΛΣ



Η Αλεξία Βουλγαρίδου ως Μαργαρίτα, ο Eric Cutler ως Faust και ο Paata Burchuladze ως Μεφιστοφελής (φωτο Μ. Σταφυλίδου)



      Περίπου δυόμισι μήνες μετά από την εντυπωσιακή παράσταση της όπερας Faust του Charles Gounod, που παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (10/11/2011, Αίθουσα Α. Τριάντη), είχαμε την χαρά να απολαύσουμε το νέο ανέβασμα του ίδιου αριστουργήματος από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ), στην ίδια ακριβώς αίθουσα του Μεγάρου. Ήταν χωρίς αμφιβολία η αρτιότερη εγχώρια παραγωγή όπερας της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου. Από τις οχτώ συνολικά παραστάσεις (20-29/1), παρακολουθήσαμε εκείνες που δόθηκαν στις 20 και 21/1, με διαφορετικές διανομές των ρόλων.
     Ο Faust του Gounod πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1859, και ανήκει στις ελκυστικότερες όπερες του ρεπερτορίου: μεγάλες άριες, λαμπρές σκηνές, σπουδαία χορωδιακά και μια εκτενής σκηνή μπαλέτου (που προστέθηκε το 1869, δέκα χρόνια μετά την πρεμιέρα, για την παρουσίαση του έργου από την όπερα των Παρισίων), συνθέτουν ένα έργο μεγαλειώδες βασισμένο στη διάσημη ιστορία του Δόκτορος Faust που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο για να κερδίσει την νιότη και τον έρωτα.
     Η ΕΛΣ σχημάτισε τις διανομές των παραστάσεων επιστρατεύοντας ικανότατους λυρικούς καλλιτέχνες. Ειδικότερα, τον ρόλο του Faust κράτησαν οι Eric Cutler (20/1) και Andrej Dunaev (21/1): ο πρώτος, με ιδιαίτερα εύηχη και άψογα στηριγμένη φωνή πρόσφερε έναν ήρωα ανθρώπινο και ταυτόχρονα εύθραυστο, ενώ ο δεύτερος ξεχώρισε με το εκλεπτυσμένο στήσιμο των μουσικών φράσεων, την καθαρή άρθρωση και την υποδειγματική τεχνική του. Μαργαρίτα της πρώτης διανομής (20/1) ήταν η διεθνώς καταξιωμένη Ελληνίδα σοπράνο Αλεξία Βουλγαρίδου, που ερμήνευσε τον ρόλο με φωνή μεγάλου όγκου και αξιοσημείωτης εκφραστικής ευαισθησίας. Κατά τη δεύτερη διανομή (21/1), στον ίδιο ρόλο χαρήκαμε την υψηλών καρατίων Ρουμάνα σοπράνο Celia Costea, που με άψογα δουλεμένη φωνή υπέροχων ποιοτήτων πέτυχε να αποδώσει με συγκίνηση και αισθαντικότητα τις ανησυχίες της ηρωίδας. 
     Στον ρόλο του Μεφιστοφελή της πρώτης διανομής (20/1), ο σπουδαίος Γεωργιανός μπάσος Paata Burchuladze (αγαπημένος καλλιτέχνης του αξέχαστου αρχιμουσικού Herbert von Karajan) εντυπωσίασε με τη βαθιά φωνή του και την ωριμότητα της έκφρασής του. Ο Τάσος Αποστόλου  (21/1) πρότεινε έναν Μεφιστοφελή νεανικό και γοητευτικά διαβολικό. Η ωραία φωνή του νέου αυτού καλλιτέχνη διαθέτει αναμφισβήτητες ποιότητες, ωστόσο υπήρξαν στιγμές που οι τεχνικά πιο απαιτητικές στιγμές του ρόλου (νότες της χαμηλής φωνητικής περιοχής ή κρατημένες νότες της ψηλής περιοχής) την οδηγούσαν στα όριά της.  Στον ρόλο του Βαλεντίνου ικανοποίησαν οι Δημήτρης Πλατανιάς (20/1), δοκιμασμένος καλλιτέχνης, και Διονύσης Σούρμπης (21/1), τραγουδιστής με ιδιαίτερο μουσικό ήθος και σπάνια μουσική διαίσθηση. Τους μικρότερους ρόλους κράτησαν επιτυχώς, αντίστοιχα στις δυο διανομές, οι Δημήτρης Κασιούμης και Διονύσης Τσαντίνης (Wagner), Ειρήνη Καράγιαννη και Γεωργία Ηλιοπούλου (Siébel) και Ινές Ζήκου και Αγγελική Καθαρίου (Marthe Schwerlein).
     Ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης (καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ) καθοδήγησε τους τραγουδιστές, την ορχήστρα και την άριστα προετοιμασμένη χορωδία με φινέτσα και προσοχή στη λεπτομέρεια. 
     Ο χορογράφος και διευθυντής μπαλέτου της ΕΛΣ Renato Zanella, που εκτός από την χορογραφία υπέγραφε και την σκηνοθεσία, κίνησε τα μέλη του μπαλέτου με εκφραστική χάρη και κατά το μπαλέτο της Βαλπούργιας Νύχτας, οργιαστική ένταση. Μέσα από τη λεπτοδουλεμένη σκηνοθετική του άποψη φώτισε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ηρώων και μετέφερε εύστοχα την υπόθεση κατά την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. 
     Βρήκαμε κομψά και με γούστο σχεδιασμένα τα λευκά, μαύρα και γκρίζων αποχρώσεων κοστούμια της Carla Ricotti και απέριττα τα σκηνικά του Alessandro Camera. Οι έξοχα σχεδιασμένοι επιβλητικοί φωτισμοί του Vincio Cheli έδιναν χαρακτήρα στο εικαστικό αποτέλεσμα και δημιουργούσαν ατμόσφαιρα.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Μάγοι των πλήκτρων






     Η κορυφαία δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon πρόσφατα κυκλοφόρησε πιανιστικά albums υψηλού μουσικού ενδιαφέροντος των σύγχρονων θρύλων του πιάνου Daniel Barenboim και Maurizio Pollini.
     O Barenboim, γνωστός τόσο ως πιανίστας όσο και ως μαέστρος, προτείνει αναγνώσεις του σολιστικού μέρους των δύο Κοντσέρτων για πιάνο, S.124 και S.125,  του Franz Liszt, συνεργαζόμενος με την Κρατική Ορχήστρα του Βερολίνου (Staatskapelle Berlin), υπό τη διεύθυνση του συνθέτη-αρχιμουσικού Pierre Boulez. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας κρίνεται απόλυτα επιτυχές: ο Barenboim πετυχαίνει να φέρει στην επιφάνεια τη ρομαντική διάθεση και αριστοκρατική πνοή των έργων, χωρίς ίχνος υπερβολής στην έκφραση. Το δοκιμασμένο γούστο και η αφομοιωμένη τεχνική του καλλιτέχνη φωτίζουν τις σελίδες του Liszt με ποιητική διάθεση και δυναμισμό. 
     Ο πολύπειρος Boulez προσθέτει τη δική του σφραγίδα σε αυτές τις ηχογραφήσεις διευθύνοντας με προσοχή στη λεπτομέρεια, προτιμώντας ταχύτητες που ποτέ δεν βιάζονται και αναδεικνύοντας τις δομικές σχέσεις και την εξαίρετη ενορχήστρωση της παρτιτούρας. Ο δίσκος ολοκληρώνεται με δύο κομμάτια για σόλο πιάνο του ίδιου μουσουργού (Consolation αρ. 3, S.172, και Valse oubliée αρ.1, S.215) παιγμένα από τον Barenboim με ευαίσθητο λυρισμό και κατανόηση του ύφους και των ζητουμένων.
     Το δεύτερο album είναι μια συλλεκτική έκδοση έξι CDs που σχηματίζονται από έργα για πιάνο του 20ού αιώνα παιγμένα από τον σπουδαίο Maurizio Pollini και ηχογραφημένα κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι δίσκοι αυτοί έχουν κατά καιρούς κερδίσει πολλά βραβεία και επαίνους από την διεθνή κριτική. Ο Pollini, που πρόσφατα συμπλήρωσε εβδομήντα χρόνια ζωής, από την αρχή της σταδιοδρομίας του περιέλαβε στο ρεπερτόριό του έργα πρωτοποριακών συνθετών, τα οποία δεν δίστασε να ηχογραφήσει. 
     Στην παρούσα συλλογή προσφέρονται υποδειγματικές ερμηνείες μιας πλειάδας αριστουργημάτων που ανήκουν σε συνθέτες διαφορετικού ύφους και αισθητικών κατευθύνσεων. Αντιπροσωπευτικά έργα των Claude Debussy, Igor Stravisky, Sergei Prokofiev, Arnold Schoenberg, Alban Berg, Anton Webern, Béla Bartók, Pierre Boulez, Luigi Nono και Giacomo Manzoni δίνουν την ευκαιρία στον Pollini να αποδείξει το πόσο καλά αντιλαμβάνεται την καινοτόμα σκέψη και επινοητική διάθεση των πρωτεργατών της μοντέρνας μουσικής δημιουργίας. 
     Τα δομικά, ρυθμικά και ποικίλα εκφραστικά στοιχεία αποκρυπτογραφούνται με ετοιμότητα, αισθαντικότητα, εκπληκτική δεξιοτεχνία και βαθύτατη γνώση. Ο πιανίστας ανακαλύπτει έξοχα ηχητικά σύμπαντα συναρπάζοντας και εντυπωσιάζοντας κάθε στιγμή τον φιλέρευνο ακροατή. 






Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Verdi, μετ’ εμποδίων



Η σοπράνο Radostina Nikolaeva

     Ο Giuseppe Verdi επέλεγε με μεγάλη προσοχή τα κείμενα που θα απαθανάτιζε. Η πλοκή της διάσημης όπεράς του με τίτλο Ένας Χορός των Μεταμφιεσμένων (Un Ballo in Maschera) βασίζεται στο ιστορικό γεγονός της πολιτικής δολοφονίας του Βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύου Γ΄, που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων το 1792. Το 1833 ο Γάλλος λογοτέχνης Eugène Scribe έγραψε σχετικά με τη δολοφονία και ο Ιταλός συγγραφέας Antonio Somma στηριζόμενος στα γραπτά του Scribe παρέδωσε ένα εξαιρετικό ποιητικό κείμενο προς μελοποίηση στον Verdi. Οι ιταλικές αρχές της εποχής διαφώνησαν με το θέμα και έτσι χρειάστηκε να αλλάξουν τα ονόματα των ιστορικών προσώπων όπως και η γεωγραφική τοποθεσία των δρώμενων, που από τη Στοκχόλμη μεταφέρθηκε στη Βοστόνη. Το μελόδραμα τελικά πρωτοπαρουσιάστηκε στις 17/2/1859, στη Ρώμη.
     Παρακολουθήσαμε τη νέα παραγωγή του έργου από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) στις 27/12, αποκομίζοντας ανάμεικτες εντυπώσεις. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαυρίκιος μετέφερε τη δράση του έργου στη σύγχρονη εποχή: γίναμε μάρτυρες της αναπαλαίωσης ενός μνημειακού κτηρίου μέσα στο οποίο πρόκειται να δολοφονηθεί ο Βασιλιάς και είδαμε σκηνικά που συνιστούσαν εικόνα οικοδομικού εργοταξίου. Τα σκηνικά (Δημήτρης Πολυχρονιάδης) και τα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου) αποτελούσαν ένα κράμα μοντέρνου και κλασικού. Ομολογούμε ότι δεν βρήκαμε πολύ νόημα τόσο στη σκηνοθετική όσο και στην εικαστική άποψη της παραγωγής: οι βαθύτερες αποχρώσεις του χαρακτήρα των ηρώων δεν φωτίστηκαν ούτε βέβαια και η ίδια η ουσία αυτού του συναρπαστικού έργου, που στρέφεται γύρω από τα ερωτικά πάθη, τη διαπλοκή και τελικά, τη συγχώρεση.
     Από τους τραγουδιστές εύκολα ξεχώρισε ο Δημήτρης Πλατανιάς προσφέροντας έναν Renato (επιστήθιο φίλο του Βασιλιά μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι τον εξαπατά με τη γυναίκα του), επιβλητικό και εξαιρετικά πειστικό στις αλλαγές των συναισθημάτων: υπήρξε αποκαλυπτικός στην περίφημη άρια Eri tu. Η βαθιά καλοδουλεμένη φωνή του είναι πρώτης ποιότητας και το βερντιάνικο στυλ που έχει αναπτύξει είναι άψογα δουλεμένο. Με αδημονία αναμένουμε την εμφάνισή του στον ρόλο του Rigoletto, που πρόκειται να σημειωθεί στις 30/3, στη Βασιλική Όπερα Govent Garden του Λονδίνου.
     Η Radostina Nikolaeva απέδωσε με ευαίσθητους σχηματισμούς φράσεων και καλοστημένες ψηλές νότες τον ρόλο της Amelia, τραγικής συζύγου του Renato. Ο Victor Afanesenko απογοήτευσε στον ρόλο του Γουσταύου, με φωνή φανερά κουρασμένη, τονικά ασταθή και μειωμένης αντοχής. Κρίναμε εντελώς απαράδεκτη τη χυδαία χειρονομία που πραγματοποίησε επί σκηνής απαντώντας σε γιουχάισμα που ακούστηκε από μέλος του κοινού. 
     Πριν από την έναρξη της παράστασης ανακοινώθηκε ότι η Χαρίκλεια Μαυροπούλου, ερμηνεύτρια του ρόλου της σκοτεινής μάντισσας Ulrica, θα εμφανιζόταν, αν και ασθενής. Όπως αναμενόταν, η φωνή της ακούστηκε αδύναμη. Ευχόμαστε στην εκλεκτή αυτή καλλιτέχνιδα να βρεθεί σύντομα και πάλι σε καλή φόρμα. Η Βασιλική Καραγιάννη ενσάρκωσε με εκφραστική συνέπεια τον νεανικό ρόλο του Oscar, ενώ στους μικρούς ρόλους ακούσαμε τους ικανούς Δημήτρη Κασιούμη (Κόμης Horn), Άκη Λαλούση (Christiano) και Άρη Προσπαθόπουλο (Δικαστής/Υπηρέτης).
     Ο Λουκάς Καρυτινός διήθυνε τους τραγουδιστές, τη Χορωδία και την Ορχήστρα της ΕΛΣ με ρυθμική ένταση και ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Μια εκρηκτική diva






Η Γερμανίδα σοπράνο Simone Kermes είναι μια αδιαμφισβήτητη diva της σύγχρονης διεθνούς οπερατικής σκηνής. Όχι όμως μια συνηθισμένη diva: πρόκειται για τραγουδίστρια με απολύτως ιδιαίτερο ύφος, έντονο χαρακτήρα και φλογερό ταμπεραμέντο. Κινείται επί σκηνής σαν ρόκ σταρ και ερμηνεύει κυρίως μουσική της εποχής μπαρόκ (18ος αιώνας). Γεννημένη στη Λειψία, μελέτησε κοντά σε μεγάλα ονόματα (Helga Forner, Elisabeth Schwarzkopf και Dietrich Fischer-Dieskau) και δεν άργησε να διακριθεί σε διαγωνισμούς και σε ονομαστά λυρικά θέατρα και φεστιβάλ του κόσμου.  
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon/Archiv/Universal ένα album με τίτλο «Viva!», αφιερωμένο στη μεγάλη τέχνη της Kermes και στην αθάνατη μουσική του Antonio Vivaldi, κορυφαίου εκπροσώπου της Ιταλικής σχολής μπαρόκ. Ο δίσκος περιλαμβάνει τα αριστουργηματικά μοτέτα Nulla in mundo pax sincera και In furore iustissimae irae, καθώς και άριες από τις λαμπρές όπερες LΟlimpiade, Semiramide, Tito Manlio, Orlando furioso, Giustino, Griselda και Catone in Utica. Στα παραπάνω προστίθεται και η άγνωστη άρια, La farfalletta audace, που ηχογραφείται για πρώτη φορά (δεν είναι γνωστό για ποια όπερα την προόριζε ο Vivaldi). Στις ηχογραφημένες ερμηνείες, που αποτελούν επιλογές από δύο παλαιότερα albums (Amor Sacro και Amor Profano), ξεδιπλώνεται το ταλέντο της καλλιτέχνιδας σε όλο του το μεγαλείο.
Ο Vivaldi είναι ένας συνθέτης τον οποίον η Kermes αισθάνεται πολύ κοντά στην καρδία της. Σε αντίθεση με συναδέλφους της που διστάζουν (και δικαίως!) μπροστά στις τεράστιες τεχνικές δυσκολίες που παρουσιάζουν οι άριες του μουσουργού, εκείνη γοητεύεται από τις προκλήσεις και ανταποκρίνεται με εκπληκτική άνεση στα ακροβατικά δεξιοτεχνικά περάσματα και στις κολορατούρες. Η ακρίβεια της ερμηνείας, το μετρημένο vibrato της φωνής, ο έλεγχος της αναπνοής, η καθαρότητα της άρθρωσης, ο εκστατικός λυρισμός της έκφρασης και κυρίως το γενναιόδωρο εκρηκτικό πάθος με το οποίο μπολιάζει κάθε άρια που ακούγεται στον δίσκο, κερδίζουν τον ακροατή.
 Πολύτιμη κρίνεται η συνεργασία του Andrea Marcon, διακεκριμένου Ιταλού αρχιμουσικού, τσεμπαλίστα, μουσικολόγου και ειδικού της ιστορικής ερμηνείας: η γνώση, το καλό γούστο και η γεμάτη δραματικές εξάρσεις διεύθυνσή του εμπνέουν κάθε στιγμή τόσο την Kermes, όσο και τους εξαίρετους μουσικούς που σχηματίζουν το ορχηστρικό σύνολο Venice Baroque Orchestra. [Archiv/ Deutsche Grammophon 0289 477 9843 9].