Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Τρυφερός Donizetti από Met



Anna Netrebko (Adina) και Ambrogio Maestri (Dr Dulcamara). Φωτο: Nick Heavican/Metropolitan Opera
 



Το 1832, μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες, ο Gaetano Donizetti ολοκλήρωσε την αριστουργηματική κωμική όπερα L’ Elisir d’ Amore (Το Ελιξίριο του Έρωτα). Το έργο παρουσιάστηκε με τεράστια επιτυχία, στις 12 Μαΐου του ίδιου έτους, στο Μιλάνο (Teatro della Canobbiana). Σύντομα βρήκε τον δρόμο του στις μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής. Πρόκειται για μια από τις διασημότερες όπερες του ρεπερτορίου: αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στους πολλούς θαυμαστές της συγκαταλεγόταν και ο Richard Wagner, ο οποίος μάλιστα την διασκεύασε για σόλο πιάνο (1840). Ο Donizetti χαρακτήρισε το έργο του melodramma giocoso και μέσα από αυτό έστησε με μεγάλη προσοχή και ζηλευτή μαεστρία μια σειρά από καλά δουλεμένες σκηνές που αναφέρονται στην προσπάθεια να δέσει ο έρωτας του συμπαθούς ζεύγους Adina (εύπορης και φιλάρεσκης νεαρής) και Nemorino (φτωχού χωρικού). Ο τσαρλατάνος γιατρός Dulcamara καταφθάνει με ένα μαγικό ελιξίριο του έρωτα, έτοιμος να εξαπατήσει τους πάντες.
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) ανέβασε για πρώτη φορά το έργο στις 23 Ιανουαρίου 1904 (αναθέτοντας το μέρος του Nemorino στον θρυλικό τενόρο Enrico Caruso) και έκτοτε έχει προτείνει πολλές ενδιαφέρουσες παραγωγές του. Η πιο πρόσφατη παραγωγή της Met είδε το φως στις 24 Σεπτεμβρίου φέτος. Στο πλαίσιο των ζωντανών μεταδόσεων, Met Live in Hd, παρακολουθήσαμε την παράσταση της 13ης Οκτωβρίου, που προβλήθηκε στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
 Με την εν λόγω όπερα άνοιγε τόσο η φετινή καλλιτεχνική περίοδο της κορυφαίας νεοϋορκέζικης λυρικής σκηνής, όσο και η σειρά των φετινών ζωντανών μεταδόσεων από το ίδιο λυρικό θέατρο. Θυμίζουμε ότι πέρυσι η σαιζόν είχε εγκαινιαστεί με μια άλλη σπουδαία όπερα του ίδιου συνθέτη, την Anna Bolena και με πρωταγωνίστρια τη Ρωσίδα superstar Anna Netrebko, η οποία κέρδισε τις εντυπώσεις ως ενσαρκώτρια του κεντρικού ρόλου της τραγικής Βασίλισσας της Αγγλίας. Η ίδια καλλιτέχνις άνοιξε και τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο της Met.
Η διανομή της πρόσφατης παραγωγής  κρίθηκε από κάθε άποψη εντυπωσιακή και σφιχτά δεμένη, χάρη στα λαμπερά ονόματα των Netrebko (Adina), Matthew Polenzani (Nemorino), Mariusz Kwiecen (Belcore) και Ambrogio Maestri (Dr Dulcamara).
Ειδικότερα, η Netrebko και ο Polenzani, πρότειναν ένα ζευγάρι πολύ ιδιαίτερο μέσα στις τρυφερές ερωτικές αντιζηλίες και γοητευτικές αντιπαραθέσεις. Η χαρισματική Netrebko, που  τραγουδάει τον ρόλο εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, λάξευσε επιτυχώς μια ηρωίδα γλυκιά και ξέγνοιαστη στα αρχικά στάδια της όπερας, αλλά και αρκούντως προβληματισμένη από τον έρωτα, όσο προχωρούσε η πλοκή. Τραγούδησε με άνεση, βεβαιότητα και τεχνική δεξιότητα. Η μεστή ξεχωριστών ποιοτήτων και ηχοχρωμάτων φωνή της, βρίσκεται στις καλύτερές της στιγμής. Οι κολορατούρες της εντυπωσίασαν και στο ντουέτο με τον Dr. Dulcamara της Δεύτερης Πράξης (Quanto amore!…Una tenera occhiatina), όπου πείθεται για το ότι είναι ερωτευμένη με τον Nemorino: άγγιξε τις καρδιές μας με την ειλικρίνεια και συναισθηματική της αλήθεια. Σίγουρα δεν θα αργήσει να εγκαταλείψει τον ελκυστικό αυτόν κοριτσίστικο ρόλο, προκειμένου να αφοσιωθεί στην εξερεύνηση του πιο δραματικού ρεπερτορίου: πρόκειται να ερμηνεύσει Manon Lescaut του Giacomo Puccini (Μόναχο, 2014), ενώ επιπλέον έχει υποσχεθεί να ενσαρκώσει την Leonora (Giuseppe Verdi, Il Trovatore), την Giovanna D’ Arco (Verdi), την Lady Macbeth (Verdi, Macbeth), ακόμα και την Elsa (Richard Wagner, Lohengrin). Πρόσφατα ολοκλήρωσε την ηχογράφηση ενός προσωπικού album για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας Deutsche Grammophon, που περιλαμβάνει άριες του Verdi από όπερες που σκοπεύει να ερμηνεύσει μελλοντικά.  
Ο Αμερικανός Polenzani πρόσφερε έναν πειστικό Nemorino, με σωστό έλεγχο της ωραίας του φωνής και με απλότητα υποκριτικών μέσων. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1991, στην ίδια ακριβώς σκηνή, τον ρόλο είχε επωμισθεί ο αξεπέραστος φωνητικά και μουσικά Luciano Pavarotti (πρωταγωνιστής της βιντεοσκοπημένης παράστασης της τότε παραγωγής, υπό τη διεύθυνση του James Levine, που κυκλοφορεί από την Deutsche Grammophon, DVD-Video NTSC 0440 073 4021 9 GH). Ο Polenzani μπορεί να μην είναι σε θέση να φθάσει -για την ώρα, τουλάχιστον- το καλλιτεχνικό διαμέτρημα του ομότεχνού του (ούτε κατέχει στον ρόλο αυτόν το παιγνιώδες και όλο τρυφερότητα χιούμορ του Rolando Villazón, που έχει ερμηνεύσει και βιντεοσκοπήσει –το 2005 στη Βιέννη- τον ίδιο ρόλο πλάι στην Netrebko, Virgin Classics B000F3T3CS), ωστόσο διαθέτει φωνή ξεχωριστή, αδιαμφισβήτητη μουσικότητα, ιδιαίτερο legato και σωστή αίσθηση του ιταλικού ύφους. Ο Nemorino που σκιαγράφησε υπήρξε λιγότερο αφελής από ότι συνήθως και ακόμα περισσότερο ευαίσθητος μέσα στην προσπάθειά του να κερδίσει την αγαπημένη της καρδιάς του. Το χειροκρότημα που έλαβε μετά την άξια ερμηνεία της διάσημης άριας (romanza) Una furtiva lagrima (Δεύτερη Πράξη, Όγδοη Σκηνή) ήταν παρατεταμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το δίδυμο Netrebko-Polenzani αναμένεται να ανοίξει και την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο της Met, με  Yevgény Onégin του Piotr Ilyich Tchaikovksy.  
Ο Belcore του Πολωνού Κwiecen ήταν απολαυστικός φωνητικά και σκηνικά. Ο καλλιτέχνης πρόσθεσε αρκετά χαρακτηριστικά του γόη Don Giovanni (ο μοτσάρτιος ρόλος ανήκει στις μεγάλες του επιτυχίες), προτείνοντας έναν Belcore ερωτικό, σατανικά έξυπνο και παιχνιδιάρη.
Ο Ιταλός Ambrogio Maestri έπλασε με έξοχο τρόπο έναν Dr. Dulcamara σπιρτόζο μέσα στην άκρως απολαυστική κατεργάρικη διάθεσή του. Η πληθωρική παρουσία του, η βαθιά, θερμή και μεγάλη φωνή βαρύτονου που διαθέτει, η  υποδειγματική άρθρωση, η ωραιότατη αίσθηση του χιούμορ και ο τρόπος που αισθάνεται τις απαιτήσεις του στυλ bel canto, σε συνδυασμό με ένα υποκριτικό ταλέντο πολλών καρατίων, τον καθιστούν ιδανικό ερμηνευτή του ρόλου.
H Χορωδία της Met, προετοιμασμένη από τον Donald Palumbo, απέδωσε με ενθουσιασμό και προσοχή στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Maurizio Benini, ο οποίος έκανε το ντεμπούτο του στην Met το 1998 διευθύνοντας το ίδιο έργο, προτιμώντας γρήγορα tempi, καθοδήγησε με έμπειρη γνώση και νόημα τους τραγουδιστές και την όπως πάντα έξοχη ορχήστρα του θεάτρου. Εντούτοις, δεν κρύβουμε ότι μας έλειψε το σπινθηροβόλο πνεύμα, η υπέροχη χάρη στο λάξευμα των λυρικών μελωδιών, η φτεροπόδαρη ελαφράδα στην ανάδειξη των κωμικών ρυθμικών στοιχείων, η εκρηκτική συναισθηματική ενέργεια και το έντονα προσωπικό στίγμα της διεύθυνσης του James Levine, από το 1971 μουσικού διευθυντή της Met. (Με ιδιαίτερη χαρά αναφέρουμε ότι ο Levine, που λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν διευθύνει από τον Μάιο του 2011, σκοπεύει να επιστρέψει στις 19 Μαΐου του 2013 για μια συναυλία της Ορχήστρας της Met, που θα δοθεί στο Carnegie Hall, και στη συνέχεια για τρεις παραγωγές, που θα παρουσιαστούν κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο στην Met).
Τέλος, το εικαστικό μέρος της παραγωγής υπήρξε ιστορικά συνεπές, πιστό στα ζητούμενα του συνθέτη και της εποχής του, χωρίς αισθητικά ρίσκα. Ακολούθησε τα παραδοσιακά πρότυπα και στηρίχθηκε στα σκηνικά και κοστούμια της πρεμιέρας του έργου και σε εκείνα που θα έβλεπε κανείς σε παραστάσεις του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Ο σκηνοθέτης Bartlett Sher με καλές ιδέες και προσοχή στη λεπτομέρεια, προέτρεψε τους τραγουδιστές να μείνουν μακριά από κάθε μορφή εκφραστικής υπερβολής και μεγαλοστομίας, ζητώντας τους να κινηθούν ανεπιτήδευτα και με φυσικότητα. Ο κωμικός οίστρος και τα ρομαντικά στοιχεία της παρτιτούρας προέκυψαν αβίαστα, πηγαία και χωρίς προσπάθεια. Επίσης, δεν παρέλειψε να χειριστεί με τέχνη τις πιο σκοτεινές πλευρές του έργου, αυτές που τονίζουν ότι ο έρωτας εκτός από χαρά μπορεί να προκαλέσει και πραγματικό πόνο, όταν βιώνεται μόνο από τη μια πλευρά. Συνεργαζόμενους με τους Michael Yeargan (Σκηνικά), Catherine Zuber (Κοστούμια) και Jennifer Tipton (Φωτισμοί), συνεισέφερε ουσιαστικά στην υποστήριξη μιας αξιομνημόνευτης παράστασης.
Τα απλά και όμορφα σκηνικά, που θύμιζαν πίνακες του δεκάτου ενάτου αιώνα, αποτύπωναν με συνέπεια τις χωριάτικες τοποθεσίες, τους αγρούς και τους αμπελώνες. Τα καλά ισορροπημένα παστέλ χρώματα των κοστουμιών των μελών της χορωδίας και  το έντονο κόκκινο χρώμα της μακριάς φούστας της ηρωίδας, δικαίωναν τη σύλληψη του συνθέτη. Επίσης, τα τόσο χαρακτηριστικά ψηλά μαύρα καπέλα που φορούσαν η Adina και  ο Dr Dulcamara (όπως φαίνεται και στην διαφημιστική αφίσα της παραγωγής), έδιναν την εντύπωση ότι ανά πάσα στιγμή, το κοινό θα μπορούσε να γίνει μάρτυρας ενός μαγικού κόλπου.  
Άλλη μία υποδειγματικής ποιότητας παράσταση της πολύτιμης Met.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Σταθερή ανοδική πορεία της ΚΟΑ



Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (φωτο: ΚΟΑ)



Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) συνεχίζει εμπράκτως να αποδεικνύει ότι υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου, που από τον Μάιο του 2011 κρατάει το τιμόνι της, ακολουθεί μια σταθερή ανοδική πορεία ποιότητας. Μάλιστα, από την περσινή κιόλας καλλιτεχνική περίοδο διαπιστώσαμε μια ξεχωριστή σοβαρότητα όσον αφορά στην προετοιμασία της, στην ερμηνευτική προσέγγιση των έργων, αλλά και όσον αφορά στη δόμηση των προγραμμάτων, με δημιουργία θεματικών κύκλων συναυλιών και εύστοχη επιλογή ρεπερτορίου. 
Για τη νέα καλλιτεχνική περίοδο της ΚΟΑ, που μόλις εγκαινιάστηκε, ανακοινώθηκε ένα ιδιαίτερα καλοσχηματισμένο πρόγραμμα με κεντρικό άξονα τις Εννέα Συμφωνίες του Ludwig van Beethoven. Παράλληλα με τον μπετοβενικό κύκλο, υπάρχουν και άλλοι δύο κύκλοι, «Ισπανία» (España) και «Νέοι δημιουργοί και αναδημιουργοί», που αναμένεται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Εκλεκτοί σολίστ, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό, λαμπρύνουν τα προγράμματα της ορχήστρας. Αξίζει επίσης να προστεθεί εδώ, ότι οι συναυλίες από φέτος, μεταδίδονται από το Γ’ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, γεγονός που ασφαλώς συντελεί στην αύξηση του κοινού της ιστορικής ορχήστρας.
Κατά την πρώτη συναυλία της φετινής καλλιτεχνικής περιόδου (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 5/10), η ΚΟΑ άφησε άρτιες εντυπώσεις ερμηνεύοντας έργα Νίκου Σκαλκώτα (Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα) και Gustav Mahler (Συμφωνία αρ. 1, Τιτάν).
 Ειδικότερα, στο έργο του Σκαλκώτα, που ολοκληρώθηκε το 1938, τόσο η ορχήστρα όσο και ο Χριστόπουλος, επέδειξαν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στην ιδιάζουσα μουσική γλώσσα του συνθέτη, στην εξαιρετική ανάπτυξη των δομικών στοιχείων και του πλούσιου σε ιδέες μοτιβικού υλικού. Οι ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες, επίσης αναδείχθηκαν με επάρκεια. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο έργο αυτό ο συνθέτης αναθέτει στην ορχήστρα την έκθεση και ανάπτυξη του σπουδαιότερου μέρους του μουσικού υλικού, δίνοντας συχνά δεύτερη θέση στο σολιστικό μέρος. Και αποτελεί πάντα ενδιαφέρον στοιχείο ο τρόπος που χειρίζεται την πολυφωνία προκειμένου να αναπτύξει τα μοτίβα, με μαστοριά και δεξιοτεχνικό τρόπο, συχνά πρωτοποριακό. Ο σολίστ Γιώργος Δεμερτζής απέδωσε με άνεση, τονική ακρίβεια και έμπειρη γνώση. Θυμίζουμε ότι ο ίδιος έχει ασχοληθεί σε βάθος με το έργο αυτό, το οποίο  ηχογράφησε για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας BIS με την Malmö Symphony Orchestra, υπό τη διεύθυνση του Νίκου Χριστοδούλου (BIS-CD-904). Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1998 και απέσπασε επαινετικές κριτικές από τον διεθνή τύπο. Με σωστή αίσθηση πνευματικότητας, ο σολίστ ερμήνευσε εκτός προγράμματος την υπέροχη Sarabande (από την Παρτίτα για σόλο βιολί αρ. 2, BWV 1004) του Johann Sebastian Bach.
Το δεύτερο μέρος καλύφθηκε από τη διάσημη Πρώτη Συμφωνία του Gustav Mahler, ένα έργο μάλλον αυτοβιογραφικό (οι αγωνίες των νεανικών χρόνων του συνθέτη, η λατρεία για τη φύση και για την αυστριακή μουσική παράδοση αλλά και οι εβραϊκές καταβολές του, κάνουν την εμφάνισή τους εδώ),  το οποίο απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον δημιουργό. Σημειώνουμε, ότι τα πολλά σε αριθμό αυτόγραφα χειρόγραφα της παρτιτούρας δείχνουν ότι από το 1888 και μέχρι το 1896 (ή  ακόμα και μέχρι το 1898) επεξεργαζόταν το μουσικό υλικό της Συμφωνίας. Πρόκειται για μια απολύτως εμπνευσμένη σύνθεση, γεμάτη από πλούσια συναισθήματα και λαμπρές μελωδίες: ασφαλώς, είναι η πιο άμεσα προσιτή –και σίγουρα η περισσότερο ηχογραφημένη- από όλες του Mahler.
 Ο Χριστόπουλος και η ΚΟΑ πρόσφεραν μια προσεγμένη ανάγνωση, που από την μυστηριακή έναρξη του πρώτου μέρους (Langsam, schleppend) έδειξε ότι θα ήταν ξεχωριστή. Τόσο τα έγχορδα όσο και τα πνευστά επέδειξαν σε όλο το έργο πειθαρχία και μουσικότητα. Το χαρακτηριστικό βιεννέζικο ύφος (ο συνθέτης αντικαθιστά το παραδοσιακό μενουέτο με ένα αυστριακό βαλς, το Ländler) υπογραμμίστηκε με θέρμη κατά το δεύτερο μέρος του έργου, Kräftig bewegt, doch nicht zu schnell.
Το μελωδικό υλικό του τρίτου μέρους, Feierlich und gemessen, ohne zu schleppen, που συνδυάζει το γνωστό γαλλικό τραγούδι Frère Jacques (εδώ σε μορφή πένθιμου εμβατηρίου) με μια χαρακτηριστική εβραϊκή μελωδία (ο αξέχαστος Αμερικανός αρχιμουσικός Leonard Bernstein εύστοχα υποστήριζε ότι το τμήμα αυτό έμοιαζε με μουσική Εβραϊκού γάμου), ερμηνεύτηκε με γούστο και σωστή δόση αφηγηματικής διάθεσης.
 Το επικό τελευταίο μέρος, Stürmisch bewegt – Energisch, μπολιάστηκε με την κατάλληλη ένταση (ο ίδιος ο συνθέτης υποστήριζε ότι το εν λόγω μέρος πρέπει να αρχίζει χτυπώντας σαν κεραυνός που ξεπροβάλει μέσα από ένα μαύρο σύννεφο): τα χάλκινα πνευστά της ΚΟΑ έπαιξαν με προσοχή και λάμψη, οι μεγάλες μουσικές παράγραφοι ξεδιπλώθηκαν με δυναμισμό και η Συμφωνία οδηγήθηκε σε ένα θριαμβευτικό φινάλε.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Δεύτερη θερινή επιτυχία της ΕΛΣ, με Tosca



Cellia Costea (Tosca), Giancarlo Monsalve (Cavaradossi) και George Gagnidze (Scarpia). Φωτο: Χάρης Ακριβιάδης/ Εθνική Λυρική Σκηνή.



Tosca è un buon falco!


Εμβληματικό όσο και πολυλατρεμένο αριστούργημα του Ιταλικού μελοδραματικού ρεπερτορίου, η Tosca του Giacomo Puccini πάντα ελκύει το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό του κοινού. Μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου περιλαμβάνουν το έργο στο ρεπερτόριό τους και τα εισιτήρια γρήγορα εξαντλούνται.
 Η επιτυχημένη παρουσίαση της όπερας, ασφαλώς δεν πρόκειται για απλή υπόθεση. Φωνητικά και μουσικά, αλλά και σκηνοθετικά, η παρτιτούρα ζητάει πολλά από τους συντελεστές, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις και να αναμετρηθούν με τους επιφανέστερους ομότεχνούς τους, που στο παρελθόν επωμίσθηκαν τους αντίστοιχους ρόλους σε μεγάλες παραγωγές.
Μέσα από μεγάλες άριες και συναρπαστικές σκηνές ξετυλίγεται η συγκινητική ιστορία της οπερατικής ντίβας Floria Tosca και του αγαπημένου της, Mario Cavaradossi, οι οποίοι ταλανίζονται και τελικά εξοντώνονται αργά και βασανιστικά από τον μοχθηρό  Βαρόνο Scarpia, αρχηγό της αστυνομίας. Στη δεύτερη πράξη, η Tosca δολοφονεί τον Scarpia, μη μπορώντας να αντέξει την απαίσια και ύπουλη συμπεριφορά του.
Η όπερα του Puccini, σε libretto των Luigi Illica και Giuseppe Giacosa, που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Victorien Sardou, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Costanzi της Ρώμης, τον Ιανουάριο του 1900 (αξίζει να σημειωθεί, ότι η υπόθεση εκτυλίσσεται ακριβώς εκατό χρόνια νωρίτερα, όταν τη Ρώμη πολιορκούσαν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα). Μολονότι οι κριτικοί δεν την υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, το κοινό από την πρώτη στιγμή την καταχειροκρότησε.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) παρουσίασε για πρώτη φορά την όπερα, τον Αύγουστο του 1942, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Σημειώνεται ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε κρατήσει τότε η νεαρότατη, δεκαεννέα ετών, Μαρία Καλογεροπούλου: ασφαλώς πρόκειται για έναν ρόλο που σημάδεψε την καριέρα της μετέπειτα κορυφαίας Μαρίας Κάλλας. Από το 1942 μέχρι σήμερα, η ΕΛΣ έχει προτείνει πολλές παραγωγές του έργου, με διανομές τις οποίες έχουν λαμπρύνει σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι μονωδοί.
Το ελληνικό λυρικό θέατρο, μετά τον Trovatore (Giuseppe Verdi), που ανέβασε τον Ιούνιο στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, πιο πρόσφατα (26-29/7), στον ίδιο χώρο, πρότεινε μια εντυπωσιακή παραγωγή του μελοδράματος του Puccini, την οποία υπέγραφε ο διαπρεπής Αργεντινός σκηνοθέτης-σκηνογράφος και ενδυματολόγος Hugo de Ana. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι των δύο διανομών καλύφθηκαν από διεθνείς τραγουδιστές υψηλού κύρους.
Πιο συγκεκριμένα, έχοντας την ευκαιρία να εκτιμήσουμε και τις δύο διανομές, στις 26 και 27/7, γίναμε μάρτυρες δύο διαφορετικών προσεγγίσεων. Την πρώτη βραδιά, η Daniela Dessì αντιμετώπισε τον ρόλο της Tosca με έμπειρη γνώση (εδώ και πολλά χρόνια έχει διακριθεί ως Tosca), προσοχή στο στήσιμο των μεγάλων φράσεων, καθαρές ψηλές νότες και δραματική ένταση. Δίπλα της, ο Carl Tanner, φωνητικά ιδιαίτερα επαρκής, αλλά σκηνικά  λιγότερο πειστικός λόγω του υπερβολικού του σωματικού βάρους, έστησε έναν Mario συγκινητικά ανθρώπινο. Ο Lado Ataneli, ως Scarpia, ενώ με την πρώτη είσοδό του σημείωσε μια μάλλον τραχιά και τονικά άστοχη τονική προσέγγιση της εναρκτήριας νότας του ρόλου του (σολ δίεση του τετάρτου διαστήματος), στη συνέχεια κατάφερε να ανταποκριθεί με ετοιμότητα και θεατρικότητα στις απαιτήσεις του σατανικού βαρώνου.
 To ζεύγος Cellia Costea (Tosca) και Giancarlo Monsalve (Cavaradossi) της δεύτερης διανομής, υπήρξε από κάθε άποψη πιο ελκυστικό. Η Costea πρότεινε μια Tosca γοητευτική, εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα δυναμική και αποφασιστική. Η θαυμάσια στηριγμένη εύηχη φωνή της και το λαμπρό της fraseggio, ανταποκρίνονταν έξοχα τόσο στις λυρικές όσο και στις δραματικές απαιτήσεις του ρόλου. Η μεγάλη άρια στη δεύτερη πράξη, Vissi darte, ερμηνεύτηκε από την ίδια με σπάνιο αίσθημα (dolcissimo con grande sentimento, γράφει ο Puccini στην παρτιτούρα), προσοχή στις αποχρώσεις δυναμικής και υποδειγματικό έλεγχο της αναπνοής. Μετά από την συγκεκριμένη άρια –όπως εξάλλου και στο τέλος της παράστασης- το κοινό την αντάμειψε με ένα θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα. Ο χαρισματικός Monsalve υποστήριξε έναν ηρωικό Mario: η καθαρή και καλοδουλεμένη φωνή τενόρου που διαθέτει (χωρίς βεβαίως τις σπάνιες μουσικοεκφραστικές ποιότητες ενός Jonas Kaufmann, που αυτή την εποχή είναι ίσως ο πλέον περιζήτητος ενσαρκωτής του ρόλου), σε συνδυασμό με την αθλητική σωματική του διάπλαση, τον καθιστούν απολύτως κατάλληλο για τον ρόλο.
Ο George Gagnidze, Scarpia της δεύτερη διανομής, ερμήνευσε με περίσσεια προσοχή στη λεπτομέρεια και αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, βρήκαμε ότι ούτε αυτός, ούτε και ο Ataneli, μπόρεσαν τελικά να φωτίσουν σε βάθος το σατανικό ερωτικό πάθος του διεφθαρμένου τέρατος και απρόβλεπτα κυκλοθυμικού αριστοκράτη Scarpia. Αξεπέραστοι σε αυτόν τον ρόλο παραμένουν διάσημοι λυρικοί καλλιτέχνες περασμένων γενεών, όπως λ.χ. οι Leonard Warren, Tito Gobbi, Cornell Macneil, Κώστας Πασχάλης, Sherrill Milnes, Justino Diaz και Ruggero Raimondi: πώς να ξεχάσει κανείς το τρομακτικό και αρρωστημένο ηδονικό βλέμμα του Raimondi (απαθανατισμένο σε DVD) πριν να εκστομίσει τα  λόγια "Tosca, finalmente mia!" (Tosca, επιτέλους δική μου!) και να δεχθεί τη φονική μαχαιριά της ηρωίδας. Ο εν λόγω λυρικός καλλιτέχνης δεν δίσταζε να προσθέτει και μια εντελώς μεφιστοφελική διάσταση στον χαρακτήρα του κακού ήρωα.
Τους μικρότερους ρόλους απέδωσαν με σωστό στυλ και συμπαθητικές φωνές οι Τάσος Αποστόλου (Cesare Angelotti), Δημήτρης Κασιούμης (Νεωκόρος), Παύλος Σαμψάκης (Sciarrone), Χρήστος Αμβράζης (Δεσμοφύλακας), Ζαχαρίας Τσούμος (Spoletta) και Χριστίνα Ασημακοπούλου (Βοσκός). Κρίμα που προτιμήθηκε γυναικεία φωνή για το σύντομο, αλλά σημαντικό μέρος του βοσκού (που ακούγεται εκτός σκηνής στην αρχή της τρίτης πράξης), στη θέση της προβλεπόμενης παιδικής φωνής αγοριού (άλτο), η οποία πάντα δίνει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα αγνότητας και υπογραμμίζει τόσο εύστοχα την απόλυτη αντίθεση προς τα τραγικά δρώμενα της υπόθεσης.
Η Χορωδία της ΕΛΣ (προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο) και η παιδική χορωδία (προετοιμασμένη από τη Ρόζη Μαστροσάββα) τραγούδησαν με ψυχή και εντυπωσίασαν στις μεγάλες σκηνές της πρώτης πράξης. Όμως, στη δεύτερη πράξη, όταν τραγουδάει εκτός σκηνής, η χορωδία  ακούστηκε υπερβολικά δυνατή.
Ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης διηύθυνε με λεπτότητα, καλό γούστο και σωστή αίσθηση του legato, φέρνοντας στην επιφάνεια τα συμφωνική στοιχεία της υπέροχης ορχηστρικής γραφής του Puccini, ισορροπώντας με προσοχή τους ηχητικούς όγκους (φωνητικούς και ορχηστρικούς) και φροντίζοντας για την κατάλληλη υποστήριξη των φωνών. Δεν κρύβουμε ότι στην αρχή της πρώτης πράξης και μόνο κατά την πρεμιέρα, αισθανθήκαμε ότι η μουσική θα μπορούσε να είχε ρεύσει με μεγαλύτερη άνεση και εκφραστικότητα. Ευτυχώς, στη συνέχεια μαέστρος και ορχήστρα βρήκαν τις σωστές αναλογίες ταχυτήτων και έκφρασης. Σε γενικές γραμμές, η ορχήστρα ήταν καλά συντονισμένη και σχεδόν πάντα διακρινόταν για την τονική της ακρίβεια.
Ο Hugo De Ana, που υπέγραφε τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια, στόχευσε σε μια υπερπαραγωγή, περίπου κινηματογραφικής ατμόσφαιρας και κίνησης, με ογκώδη σκηνικά (ένας τεράστιος εσταυρωμένος στην πρώτη πράξη, ένα μεγάλο τραπέζι στη δεύτερη), εκτενείς βιντεοπροβολές (που επιμελήθηκε ο Sergio Metalli), επιβλητικούς φωτισμούς (Vinicio Cheli) και ωραία κοστούμια με χρώματα που αντανακλούσαν τη διάθεση και τον χαρακτήρα των ηρώων (λ.χ. στη δεύτερη πράξη, διαβολικός κόκκινος μανδύας για τον Scarpia). Η δουλειά του, αν μη τι άλλο εντυπωσίασε τους είκοσι χιλιάδες θεατές/ακροατές, που συνολικά παρακολούθησαν τις τέσσερις παραστάσεις. Καίτοι τα μεγάλα και βαριά σκηνικά δύσκολα εναρμονίζονταν με το φυσικό σκηνικό του Ηρωδείου, ο De Ana τελικά πέτυχε να διηγηθεί με αμεσότητα την ιστορία της τραγικής Tosca και να υπογραμμίσει τη διαχρονικότητα των ισχυρών συναισθημάτων έρωτα, πάθους, βίας και εκδίκησης, που περιέχονται στις υπερπολύτιμες σελίδες του Puccini.



Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

8ο Φεστιβάλ Αιγαίου (Σύρος)



Ο Peter Tiboris διευθύνει Beethoven (φωτο: Stefanos)


Η Σύρος ανήκει σίγουρα στα πιο όμορφα νησιά της Ελλάδας. Με μακραίωνη ιστορία (πρώτοι κάτοικοι του νησιού υπήρξαν οι Φοίνικες), ιδιαίτερη γεωγραφική θέση, πανέμορφα χωριά και φυσικό πλούτο, αποτελεί εδώ και χρόνια αγαπημένο σημείο συνάντησης επισκεπτών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η Ερμούπολη πρωτεύουσα του νησιού και του νομού Κυκλάδων, αποτελεί από μόνη της ένα θαύμα αρχιτεκτονικής (ο μέγας Ernst Ziller υπήρξε αρχιτέκτονας του Δημαρχείου), αισθητικής και υποδειγματικής φιλοξενίας.
Το εν λόγω νησί επέλεξε για να στήσει ένα διεθνές φεστιβάλ, το Διεθνές Φεστιβάλ Αιγαίου (Festival of the Aegean), ο αρχιμουσικός Παναγιώτης Τιμπόρης (Peter Tiboris), που εδώ και πολλά χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στη Νέα Υόρκη.
Φέτος πραγματοποιήθηκε το όγδοο κατά σειρά φεστιβάλ, το οποίο από τις 9 ως τις 22/7  φιλοξένησε έναν εντυπωσιακό αριθμό διάσημων καλλιτεχνών από διάφορα μέρη του κόσμου.
Αναλυτικότερα, με ενθουσιασμό και μεράκι προγραμματίστηκε σειρά εκδηλώσεων, που ικανοποίησε όλα τα γούστα: παραστάσεις όπερας (Richard Strauss, Σαλώμη), συναυλίες συμφωνικής και χορωδιακής μουσικής, συναυλίες μουσικής δωματίου, ρεσιτάλ πιάνου, βραδιά μπαλέτου, θεατρική παράσταση και σεμινάριο όπερας για νέους λυρικούς καλλιτέχνες (Greek Opera Studio).
Παρακολουθήσαμε τις δύο εκδηλώσεις, που δόθηκαν στις 15 και 16/7: την πρώτη μέρα, με φόντο το επιβλητικό δημαρχείο, στην πλατεία Μιαούλη, πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ετήσια συμφωνική-χορωδιακή συναυλία του φεστιβάλ, με τίτλο «Κάτω από τα αστέρια». Η Φιλαρμονική της Όπερας των Τιράνων και η Χορωδία του Φεστιβάλ Αιγαίου (αποτελούμενη από δεκαεπτά χορωδίες και περίπου τριακόσια πενήντα μέλη), υπό τη διεύθυνση τριών αρχιμουσικών, και χορωδιακή ομάδα, αποτελούμενη από  διαφορετικές χορωδίες, ερμήνευσαν τα έργα που σχημάτισαν το ποικίλο πρόγραμμα.
Ειδικότερα, η συναυλία άνοιξε με τη Φεστιβαλική Εισαγωγή του Nikola Zoragi και τους Αλβανικούς Χορούς του Thoma Gaqi: ο αρχιμουσικός Zhani Ciko πέτυχε να εκμαιεύσει ενθουσιασμό από την ορχήστρα και να υπογραμμίσει τα έντονα ρυθμικοχορευτικά στοιχεία των έργων. 
Στη συνέχεια, ο πολυβραβευμένος Βρετανός συνθέτης χορωδιακής μουσικής και αρχιμουσικός John Rutter, διήθυνε το δικό του Magnificat, έργο ολοκληρωμένο το 1990. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και παλμό, ο Rutter ενθάρρυνε την πολυπρόσωπη χορωδία και ορχήστρα να φωτίσουν τα εξωτικά στοιχεία της παρτιτούρας του, τις ρυθμικές και αρμονικές επιρροές από την jazz, το ύφος του αμερικανικού musical και βεβαίως τις χαρακτηριστικές πολυρυθμικές κατευθύνσεις, που έχουν τη βάση τους στην Λατινική Αμερική. Ωστόσο, ο ανοιχτός χώρος και η όχι ιδιαίτερα καλή μικροφωνική ενίσχυση συντελούσαν στο να χάνονται αρκετές σημαντικές λεπτομέρειες της παρτιτούρας, κυρίως όσον αφορούσε στα χορωδιακά μέρη και στην ενορχήστρωση.
Ακολούθησε το εμβληματικό Bolero του Maurice Ravel, χορογραφημένο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) Renato Zanella. Πίσω από την ορχήστρα, στις σκάλες του  Δημαρχείου, είχε τοποθετηθεί μια μικρή σκηνή πάνω στην οποία η εξαίρετη Μαρία Κουσουνή (πρώτη χορεύτρια του μπαλέτου της ΕΛΣ) με εύπλαστες, εκφραστικές και αποκαλυπτικά άμεσες κινήσεις απέδωσε τον αθάνατο χορό του σημαντικού Γάλλου μουσουργού στην ευφάνταστη χορογραφία του Zanella. Ο Τιμπόρης διήθυνε την ορχήστρα με προσοχή και νόημα.
Η βραδιά έκλεισε με το τελευταίο μέρος, Presto, Allegro molto assai, από τη Συμφωνία αρ. 9, Op. 125, του Ludwig van Beethoven. Υπό τη διεύθυνση πάντα του Τιμπόρης, οι σολίστ (Erica Muller, σοπράνο, Maria Ratkova, μέτζο σοπράνο, Keith Ikaia-Purdy, τενόρος, Δημήτρης Καβράλκος, μπάσος),  οι χορωδίες και η ορχήστρα, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους προκειμένου να τραγουδήσουν μεγαλοπρεπώς την πανανθρώπινη δημιουργία του Beethoven και τους βαρυσήμαντους και συγκινητικούς στίχους της Ωδής στη Χαρά (Ode an die Freude) του Friedrich Schiller.
Την επόμενη βραδιά, στο κομψό θέατρο Απόλλων (που αρχιτεκτονικά μοιάζει με διάφορα σημαντικά λυρικά θέατρα της Ιταλίας, όπως είναι η Scala του Μιλάνου και το θέατρο San Carlo της Νάπολης), παρακολουθήσαμε ρεσιτάλ του εκλεκτού όσο και πάντα φιλέρευνου πιανίστα-συνθέτη Χρίστου Παπαγεωργίου. Ο καλλιτέχνης σημείωνε την πρώτη του εμφάνιση στο πλαίσιο του θεσμού. Το πρόγραμμα καλύφθηκε από το έργο του ιδίου, με τίτλο «Στυλιστικές Παραλλαγές πάνω σε ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη».
Πιο συγκεκριμένα, πλάθοντας και μεταμορφώνοντας το διάσημο τραγούδι «Στο περιγιάλι το κρυφό», ο Παπαγεωργίου μάς ταξίδεψε σε υφολογικά διαφορετικούς κόσμους, ποικίλων εποχών και αισθητικών κατευθύνσεων. Το όμορφο τραγούδι του Θεοδωράκη φορούσε διαφορετικά κοστούμια, άλλοτε του Couperin, άλλοτε του Bach, του Mozart, του Schubert, του Chopin, του Stravinsky, όπως και άλλων συνθετών. Δεν ήταν μόνο τα ύφη των συνθετών, αλλά και ο συναισθηματικός χαρακτήρας του κομματιού που άλλαζαν ανάλογα, πάντα με επιτυχία.
Η άρτια πιανιστική τεχνική και η πλούσια-επινοητική φαντασία του Παπαγεωργίου, κέρδισαν το κοινό. 



Ο πιανίστας-συνθέτης Χρίστος Παπαγεωργίου


Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Τρία πρωτοποριακά μονόπρακτα



Σκηνή από την όπερα Παλίρροια (φωτο: Εθνική Λυρική Σκηνή)



Με ζωηρό ενδιαφέρον παρακολουθήσαμε στις 23/6 (Θέατρο Ολύμπια), τα τρία μονόπρακτα έργα σύγχρονης όπερας, που ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ). Σημειώνουμε ότι τα δύο πρώτα έργα που παρουσιάστηκαν, με τίτλους Διωγμένος της Λίνας Τόνια και Ο Φρόυντ για εκείνη του Ιωσήφ Βαλέτ, διακρίθηκαν στον διαγωνισμό για νέο έργο όπερας Έλληνα συνθέτη που διοργάνωσε για πρώτη φορά η ΕΛΣ σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών. Το τελευταίο έργο που παρουσιάστηκε ήταν η Παλίρροια του Boris Blacher.
Πιο συγκεκριμένα, η Τόνια έδειξε το ταλέντο της στη δόμηση του μουσικού υλικού της και ιδίως στην ενορχήστρωση. Από την πλευρά του, ο Βαλέτ πρότεινε μια πολυστιλιστική παρτιτούρα γεμάτη ενδιαφέροντα ηχοχρώματα και καλά διατυπωμένες δραματικές αντιθέσεις. Στο πρώτο έργο ακούστηκε η πολύ καλή Βούλα Αμιραδάκη,  ενώ στο δεύτερο, οι άρτια προετοιμασμένες Μαρία Κόκκα και Έλενα Μαραγκού.  
Η βραδιά έκλεισε με το αριστουργηματικό έργο, Η Παλίρροια, του Blacher. Το εν λόγω μελόδραμα υπήρξε το  πρώτο που γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην μεταπολεμική Γερμανία, εποχή που τα περισσότερα γερμανικά λυρικά θέατρα ήταν ακόμα ισοπεδωμένα από τους φοβερούς βομβαρδισμούς. Ολοκληρώθηκε το 1946 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 4 Μαρτίου 1947, στη Δρέσδη. Ψυχογραφικές εντάσεις και ερωτικές αγωνίες καλύπτουν την πλοκή, η οποία ξετυλίγει το δράμα τεσσάρων διαφορετικού ήθους χαρακτήρων-θυμάτων ενός ναυαγίου, που περιμένουν την καταστροφική δράση της παλίρροιας.
Την αθηναϊκή διανομή κάλυψαν οι φωνητικά και θεατρικά εντυπωσιακοί Γεωργία Ηλιοπούλου, Νίκος Στεφάνου, Διονύσης Τσαντίνης και Πέτρος Σαλάτας. Η Ορχήστρα Σύγχρονης Όπερας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και η Χορωδία Fons Musicalis, υπό τη διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου, αποδείχθηκαν ικανότατη και πρωταγωνιστικής σημασίας συντελεστές της παραγωγής. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει η χορωδία, που στο  τεχνικά απαιτητικότατο έργο του Blacher, επέδειξε μεγάλη άνεση και ακρίβεια στη ερμηνεία των ρυθμικά πολύπλοκων αντιστικτικών μερών.
Η έξυπνη και διεισδυτική σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, τα καλαίσθητα μοντέρνα σκηνικά του Σωτήρη Στέλιου (στο έργο του Blacher, ένα μεγάλο κομμάτι ξύλου συμβόλιζε το σκαρί του κατεστραμμένου πλοίου), τα ωραιότατα και προσεκτικά σχεδιασμένα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη και οι ψυχογραφικής έντασης φωτισμοί της προικισμένης Μελίνας Μάσχα συνέβαλαν σε ένα αποτέλεσμα υψηλού ενδιαφέροντος και ιδιαίτερης αισθητικής, το οποίο εύστοχα υπογράμμιζε συναισθήματα και γεγονότα.
Η ΕΛΣ έχει ήδη προκηρύξει τον επόμενο διαγωνισμό για νέα έργα όπερας ελλήνων συνθετών και με ανυπομονησία αναμένουμε να απολαύσουμε τους καρπούς αυτής της όντως εξαιρετικής πρωτοβουλίας.   



Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Trovatore από ΕΛΣ στο Φεστιβάλ Αθηνών






Στις 19 Ιανουαρίου 1853, στο Teatro Apollo της Ρώμης, παρουσιαζόταν για πρώτη φορά η όπερα Il Trovatore του Giuseppe Verdi με θριαμβευτική επιτυχία. Πολύ σύντομα το έργο βρήκε τον δρόμο του σε  όλα τα μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αμερική χειροκρότησε με ενθουσιασμό για πρώτη φορά τον Trovatore, στις αρχές Μαίου 1856,  δυόμιση περίπου χρόνια μετά την Ιταλική πρεμιέρα του.
Η αδυσώπητη μοίρα, το απόλυτο δράμα, η σκιαγράφηση δυνατών ρόλων, οι μεγάλες άριες και τα συγκινητικά ensembles, τα λαμπρά χορωδιακά και κυρίως μια παρτιτούρα δουλεμένη με έμπνευση και άφθαστη γνώση της επιστήμης της σύνθεσης, συνθέτουν το θρυλικό αυτό δημιούργημα. Οι τέσσερις κεντρικοί ρόλοι είναι υψηλών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων: θυμίζουμε τα λόγια του κορυφαίου τενόρου Enrico Caruso σύμφωνα με τα οποία «το μόνο που χρειάζεται για μια επιτυχημένη παραγωγή του Il Trovatore, είναι απλά οι τέσσερις μεγαλύτεροι τραγουδιστές του κόσμου».
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) επέλεξε το εν λόγω μελόδραμα για την πρώτη από τις δύο παραγωγές της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τις συνολικά πέντε παραστάσεις που δόθηκαν (10-14/6), παρακολουθήσαμε την τελευταία.
Ο σχηματισμός της διανομής υπήρξε  πολύ καλός, με ονόματα Ελλήνων και ξένων τραγουδιστών που διαπρέπουν στις διεθνείς  λυρικές σκηνές.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς αντιμετώπισε τον ρόλο του  Conte di Luna με μεγάλη επιτυχία, προσοχή στη λεπτομέρεια και φωνητική άνεση. Η συναισθηματική ένταση με την οποία σχημάτιζε τις μεγάλες φράσεις ήταν πραγματικά αξιέπαινη. Αναφέρουμε ότι τον περασμένο Μάρτιο και Απρίλιο, σε μια σπουδαία παραγωγή της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir John Eliot Gardiner, ερμήνευσε τον κεντρικό ρόλο στην όπερα Rigolettο του ίδιου συνθέτη, αποσπώντας ευμενέστατες κριτικές. Και πραγματικά, χαιρόμαστε να τον παρακολουθούμε να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της όπερας και ειδικότερα, σε έναν υψηλών καρατίων ερμηνευτή  του Verdi.
Στον ρόλο της Leonora, η Ρουμάνα σοπράνο Celia Costea, ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, έπλασε προσεκτικά τον ρόλο επιστρατεύοντας δραματικό ένστικτο και μουσικότητα. Οι κολορατούρες στις μεγάλες άριες ήταν καθαρές και τονικά ακριβείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Στη μεγάλη άρια της πρώτης πράξης (δεύτερη σκηνή), Tacea la notte placida, κατά την οποία ομολογεί τον έρωτά της για τον τροβαδούρο Manrico, επέδειξε μεγάλη ευαισθησία απέναντι στο  κείμενο και την τόσο ρομαντική μουσική.
Το μέρος της τσιγγάνας Azucena ερμηνεύτηκε από την Αμερικανίδα μέτζο σοπράνο Tichina Vaughn, που έχει διακριθεί σε δραματικούς ρόλους εμφανιζόμενη στην Αμερική (Metropolitan Opera, San Francisco Opera, Los Angeles Opera κ.ά.) και –κυρίως- σε γνωστά θέατρα της Γερμανίας. Η φωνή που διαθέτει είναι ιδιαίτερης ποιότητας, ωραίου ηχοχρώματος και μεγάλης αντοχής. Η ενσάρκωση του ρόλου της Azucena υπήρξε αρκετά πειστική, με τη σωστή δόση εξάρσεων και θεατρικότητας. Ωστόσο, βρήκαμε ότι από την ερμηνεία απουσίαζε το διαβολικό-σκοτεινό στοιχείο, τόσο βασικό συστατικό της προσωπικότητας αυτής της τραγικής τσιγγάνας.
Ο Κορεάτης τενόρος Rudy Park, στον ρόλο του Manrico, μας άφησε μάλλον ανάμικτες εντυπώσεις. Ασφαλώς, η φωνή του διαθέτει εύρος και δυνατότητες. Ο ίδιος έχει μελετήσει πολύ καλά τον εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο: τραγούδησε τις άριες με μεγάλο σθένος και πνοή, ενώ έδειχνε να κατέχει τις κρυφές πτυχές του. Εντούτοις, δεν υπήρξαν οι εκλεπτύνσεις στις λυρικές φράσεις. Επίσης, σε μεγάλο βαθμό δεν φώτιζε την noblesse του ήρωα.
Ο μπάσος Δημήτρης Καβράκος επωμίσθηκε τον ρόλο του Ferrando, αξιωματικού του Conte di Luna, με έμπειρη γνώση, εύηχη βαθιά φωνή και εκφραστικότητα.
Η σοπράνο Γιούλη Καραγκούνη κράτησε με συνέπεια και προσοχή τον ρόλο της Ines, έμπιστης της Leonora. Τους μικρότερους ρόλους κάλυψαν οι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος (Ruiz), Θεόδωρος Μωραΐτης (ένας γέρος τσιγγάνος) και Χαράλαμπος Βελισάριος (ένας αγγελιοφόρος).
Η Χορωδία της ΕΛΣ απέδωσε με άρτιο τρόπο τα μεγάλα χορωδιακά, ενώ η ορχήστρα, υπό τη σφριγηλή διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, ανταποκρίθηκε με αμεσότητα στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς υπέγραφε ο Ιταλός Stefano Poda, που έχει εδώ και αρκετά χρόνια αφιερωθεί στο εικαστικό μέρος παραγωγών όπερας και μπαλέτου, με περίπου πενήντα παραγωγές στο ενεργητικό του. Ο ίδιος προσπαθεί πάντα να ανακαλύπτει κρυφές πτυχές των ηρώων και να παρουσιάζει κάτι διαφορετικό και ανατρεπτικό. Για την πρόσφατη παραγωγή του Ηρωδείου επέλεξε μεγάλου μεγέθους σκηνικά, που έδεναν με τα χρώματα και με το ιδιαίτερο ύφος του χώρου. Συγκεκριμένα, ένα τεράστιο χέρι, του οποίου ο δείκτης έδειχνε προς τα πάνω, προφανώς συμβολίζοντας τη μοίρα που έρχεται από τον Θεό (το ίδιο εμφανιζόταν σε μικρογραφία στις κορυφές των ακόντιων που κρατούσαν στα χέρια τους οι στρατιώτες), ένα ξερό δέντρο και μια τεράστια μπάλα αποτελούμενη από κεφάλια νεκρών, βρίσκονταν επί σκηνής, συμβολίζοντας την κακή μοίρα και δυστυχία των ηρώων. Τα πλαϊνά τμήματα της σκηνής περιέλαβαν δεξαμενές που  φιλοξενούσαν νερό, το οποίο ανάβλυζε και στα σκαλοπάτια του κεντρικού μέρους της σκηνής. Τα μακριά μαύρα κοστούμια, φορέματα και μανδύες, κρίθηκαν κομψά και εικαστικά έδεναν απόλυτα με τα σκηνικά.   
Ο Poda πέτυχε να αποδώσει με ενδιαφέρον τις αγωνίες, τις φοβίες, τα πάθη και τις ποικίλες εσωτερικές εντάσεις των τραγικών ηρώων της όπερας. Όμως, κάποιες επιλογές, δεν έπειθαν: λ.χ. το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές έπρεπε απαραιτήτως να διασχίσουν τα υδάτινα μέρη της σκηνής και ειδικά οι κυρίες να βρέχουν τα φορέματά τους ή να τραγουδούν τις άριές τους μουσκεμένες. Μήπως το βρέξιμο αυτό συμβόλιζε κάποιο είδος βαπτίσματος των ηρώων; Επίσης, χωρίς λόγο, στις πιο προσωπικές στιγμές του έργου, εκεί που οι ήρωες μοιράζονταν τις κρυφές τους σκέψεις, βλέπαμε στην άκρη της σκηνής ημίγυμνα βουβά πρόσωπα-σιωπηλούς παραστάτες.
Την επόμενη φεστιβαλική παραγωγή της ΕΛΣ, που θα είναι αφιερωμένη στην Tosca του Giacomo Puccini, υπογράφει ένας άλλος διάσημος και πολυσυζητημένος για τις καινοτόμες επιλογές του, σκηνοθέτης-σκηνογράφος-ενδυματολόγος, με ειδίκευση στην όπερα: ο Αργεντινός Hugo De Ana (Ηρώδειο, 26-29/7).