Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Αυθεντικός ρώσικος ήχος




Ο αρχιμουσικός Yuri Temirkanov


 
Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγ. Πετρούπολης κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα ορχηστρικά σύνολα της Ρωσίας, καθώς είναι η αρχαιότερη και μια από τις αρτιότερες της χώρας.
Ιδρύθηκε το 1882 και αρχικά έπαιζε αποκλειστικά στην Αυλή του Αυτοκράτορα (Τσάρου) Αλέξανδρου Γ΄ της Ρωσίας. Στις αρχές του εικοστού αιώνα εγκαινίασε τον θεσμό των δημόσιων συναυλιών, προσκαλώντας σπουδαίους αρχιμουσικούς να την διευθύνουν (στον κατάλογο των ονομάτων βλέπουμε εκείνα των Richard Strauss, Ernest Ansermet, Bruno Walter και Hans Knappertsbusch). Βεβαίως, για τους περισσότερους φιλόμουσους, το σύνολο έχει συνδέσει το όνομά του με τον αρχιμουσικό Evgeny Mravinsky (ποιος δεν θυμάται τις έξοχες ηχογραφήσεις των Συμφωνιών του Piotr Ilyich Tchaikovsky, που πραγματοποίησε σε συνεργασία με την ορχήστρα αυτή;), ο οποίος για πολλές δεκαετίες υπήρξε βασικός αρχιμουσικός της (1938-1988). Μετά τον θάνατο του Mravinsky, τη θέση κάλυψε ο Yuri Temirkanov και μάλιστα με επιτυχία, συνεχίζοντας την ξεχωριστή παράδοση ποιότητας της ορχήστρας.
Η ορχήστρα επισκέφτηκε πρόσφατα την Αθήνα προκειμένου να δώσει τρεις συναυλίες (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χ. Λαμπράκη, 22-24/11). Κατά τις δύο πρώτες, στο podium στάθηκε ο Temirkanov, ενώ για την τελευταία, ο Nikolai Alexeev. Κάθε συναυλία πρότεινε και έναν διαφορετικό σολίστ στο πιάνο.
Αναλυτικότερα, η πρώτη βραδιά άνοιξε με τον Κοντσέρτο αρ. 2, Op. 83, του Johannes Brahms. Στο τεράστιων απαιτήσεων, μουσικών και τεχνικών, αυτό έργο, ο Βραζιλιανός δεξιοτέχνης των πλήκτρων, Nelson Freire, έδειξε τη μεγάλη κλάση του. Με δακτυλική άνεση, ελαφρύ touché, ζεστό ήχο, πέτυχε να συναρπάσει φθάνοντας στην ουσία της σύνθεσης. Η τεχνική σιγουριά του αναδείχθηκε πλήρως στο δεύτερο μέρος, Scherzo, όπου με ζηλευτή ευκολία αντιμετώπισε κινδύνους που κάνουν συναδέλφους του να τρέμουν. Η ορχήστρα και ο Temirkanov, συνεργάστηκαν άψογα μαζί του και υποστήριξαν κάθε του μουσική σκέψη, παράλληλα αναδεικνύοντας τις συμφωνικές διαστάσεις της υπέροχης παρτιτούρας του Brahms. Εκτός προγράμματος, ο σολίστ έπαιξε με φινέτσα τον Χορό των Μακαρίων Πνευμάτων από την όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη του Christoph Willibald von Gluck (μεταγραφή Giovanni Sgambati).
Στο δεύτερο μέρος  της συναυλίας λάβαμε μια εξαίρετη, γεμάτη τραγική αγωνία και σκούρα χρώματα, εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 10, Op. 93, του Dmitri Shostakovich. Εντυπωσιακή υπήρξε η κλιμάκωση του φοβερού πρώτου μέρους, Allegro, σε ελεύθερη φόρμα σονάτας, ενώ το δεύτερο μέρος, Scherzo, ερμηνεύτηκε σε εξαιρετικά γρήγορο tempo, μεταφέροντας την ένταση και την ορμή των σκέψεων του συνθέτη (πρόκειται μάλλον για μουσικό πορτραίτο του Joseph Stalin. Το τρίτο μέρος, Allegretto, χρωματίστηκε με την κατάλληλη ελεγειακή πνοή (εδώ ο συνθέτης μεταφράζει σε νότες το όνομά του DSCH, ρε-μι ύφεση-ντο-σι) και στο τέταρτο μέρος, Andante-Allegro, μαέστρος και ορχήστρα, πέτυχαν να οδηγήσουν τη συμφωνία σε μια εντυπωσιακά μεγαλειώδη κλιμάκωση. Εκτός προγράμματος, προσφέρθηκε μια συγκινητική ανάγνωση της παραλλαγής αρ. ΙΧ (Nimrod), από τις Παραλλαγές Αίνιγμα (Enigma Variations), Op. 36, του Sir Edward Elgar: θαυμάσαμε το υπέροχο legato των εγχόρδων.
Η δεύτερη συναυλία άνοιξε με τη Συμφωνία αρ. 1,  Op. 25, Κλασική, του Sergei Prokofiev. Σε αυτό το νεοκλασικού ύφους έργο, που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1910, ο συνθέτης αποτίει φόρο τιμής στον κεφαλαιώδους σημασίας μουσουργό της κλασικής περιόδου, Franz Joseph Haydn. Η ερμηνεία που λάβαμε διέθετε όλη τη σπιρτάδα, την εκφραστική εκλέπτυνση των διαφορετικών χορευτικών ρυθμών και τη δεξιοτεχνική σπιρτάδα, που απαιτεί η σύνθεση. Στη συνέχεια, η Γεωργιανή πιανίστα Eliso Virsaladze έπαιξε το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο του Robert Schumann. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο κατέχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριό της: η βαθύτατη γνώση της ανάπτυξης των μοτιβικών και ρυθμικών στοιχείων την οδήγησε σε μια ερμηνεία που σεβόταν την δομή του έργου και αποκάλυπτε όλο το συναισθηματικό φάσμα της τρανής σουμανικής έμπνευσης. Στο ρυθμικά δύσκολο τελευταίο μέρος, Allegro vivace (σε λα μείζονα), με τον ενίοτε δυσδιάκριτο ή ακόμα και σε στιγμές κεκαλυμμένο ρυθμό των 3/4, που οδηγεί πολλούς πιανίστες σε συχνές –και μουσικά αδικαιολόγητες- εναλλαγές ταχυτήτων, εκείνη κράτησε το tempo σταθερό και επέτρεψε στο μουσικό κείμενο να ξεδιπλωθεί ατόφιο και με δυνατό νόημα. Δεν είναι τυχαίο που ο Sviatoslav Richter υποστήριζε ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη εν ζωή ερμηνεύτρια του Schumann.  
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 8, Op. 88, B. 163, του Antonín Dvořák, ολοκληρωμένη μέσα σε δυόμιση μήνες, 26 Αυγούστου-8 Νοεμβρίου 1889. Οι πλούσιες μουσικές ιδέες, η διάχυτη αισιοδοξία, οι έξοχες μελωδίες αντλημένες από τη φολκλορική βοημική παράδοση, βρήκαν τον Temirkanov και τη ρώσικη ορχήστρα σε ετοιμότητα. Ο ενθουσιασμός της έκφρασης των εξωτερικών μερών του έργου, αλλά και η μελαγχολική διάθεση του ωραιότατου τρίτου μέρους, Allegretto grazioso, σε ρυθμό βαλς, 3/4, αναδείχθηκαν με πιστότητα. Ο αρχιμουσικός τόνισε τη μετάβαση στον ρυθμό των 2/4, με τον οποίο ολοκληρώνεται το μέρος αυτό, με σκέψη και  νόημα. Στο τέλος της συναυλίας, ανταποκρινόμενος στις επευφημίες του κοινού, ο Temirkanov προέτρεψε την ορχήστρα να ερμηνεύσει με γούστο τη σύνθεση  Salut dAmour, Op. 12, του Elgar.
Η τρίτη συναυλία της ορχήστρας, με αρχιμουσικό τον Alexeev, άνοιξε με το Κοντσέρτο αρ. 1, Op. 15, του Brahms. Σολίστ ήταν ο Γιώργος Λαζαρίδης, προικισμένος Έλληνας πιανίστας, που ερμήνευσε το έργο με μεγάλη ευαισθησία. Εκτιμήσαμε τον τρόπο με τον οποίο είχε εξετάσει την κάθε μουσική φράση της επικής αυτής παρτιτούρας, θηριωδών τεχνικών απαιτήσεων, που γράφτηκε το 1858 και διαρκεί πάνω από τρία τέταρτα της ώρας. Ο Λαζαρίδης είναι ένας μουσικός στοχαστής (με πόση φαντασία και εξομολογητική διάθεση φορμάρισε το δεύτερο μέρος, Adagio), που γνωρίζει πώς να φωτίσει τόσο τη στιγμή, όσο και τη μεγάλη φράση ή την ενότητα, την λεπτομέρεια, όσο και το σύνολο. H ορχήστρα (ιδιαίτερα καλή η απόδοση των ξύλινων πνευστών) και ο Alexeev συνόδευσαν με κατανόηση και ένταση δίνοντας σημασία στα εκτενέστατα ρητορικά σχήματα και στη μεγαλοπρέπεια της διατύπωσής τους. Εκτός προγράμματος χάρισε με ονειρική άνεση την Impromptu D 899 (Op.90), αρ. 2, του Franz Schubert.
Το δεύτερος της βραδιάς καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 4, Op. 36, του Tchaikovsky, που ακούστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 1878, με αρχιμουσικό τον Nikolai Rubinstein. Με το έργο αυτό, που ολοκληρώθηκε λίγο μετά την λήξη του ανεπιτυχούς γάμου του συνθέτη, ανοίγει ο κύκλος των τριών ύστατων συμφωνιών του, που σχετίζονται με το στοιχείο της Μοίρας. Η φανφάρα των χάλκινων πνευστών, που ακούγεται στην αρχή της Συμφωνίας, συμβολίζει –σύμφωνα με τον μουσουργό- την ίδια την Μοίρα, της οποίας η δύναμη εμποδίζει κάποιον από την επίτευξη του στόχου της ευτυχίας (1878, γράμμα προς την καλύτερή του φίλη και υποστηρίκτριά του για δεκατρία χρόνια, Nadezhda von Meck, στην οποίαν είναι αφιερωμένη η Συμφωνία).
Η πρόσφατη ανάγνωση του έργου που προτάθηκε από τις ρώσικες δυνάμεις, διέθετε χαρακτηριστικά και ποιότητες εξαιρετικές. Η Φιλαρμονική της Αγ. Πετρούπολης κατανοεί όσο λίγες τα ζητούμενα του συνθέτη και με την καθοδήγηση του Alexeev, έφερε στην επιφάνεια με ιδιωματικό τρόπο όλη τη ρομαντική έξαρση, τον μελωδικό πλούτο, τις αγωνίες και –κυρίως- το αίσθημα απόγνωσης του Tchaikovsky. Ο προσεκτικά λαξευμένος και όλο θέρμη και ομοιογένεια ήχος των εγχόρδων, άψογα ισορροπημένος με εκείνον των πνευστών, συνέδραμε στη δημιουργία μια εντυπωσιακά ωραίας όσο και αξέχαστης ηχητικής εικόνας. Ο Alexeev προέτρεπε τους μουσικούς του να ξεδιπλώσουν τις εκτενείς μελωδικές γραμμές με το κατάλληλο πάθος, που ζητά η μουσική του μεγάλου Ρώσου.
 Ο κύκλος των τριών συναυλιών ολοκληρώθηκε  με την ελκυστικά παιγμένη και εκτός προγράμματος, Gavotte από την Πρώτη Συμφωνία του Prokofiev.




  

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ένας αρχιμουσικός αξιώσεων



Ο αρχιμουσικός Νίκος Χαλιάσας. Φωτο: Ηλίας Σακαλάκ



Η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ), που ακούσαμε στις 2/11, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστου Λαμπράκη), έφερε στην επιφάνεια ευχάριστα και ελπιδοφόρα μουσικά αποτελέσματα από νέους καλλιτέχνες (κύκλος Νέοι Δημιουργοί και Αναδημιουργοί).
Το πρόγραμμα άνοιξε με το έργο Νέκυια ΙΙΙ για μεγάλη ορχήστρα, Op. 113, του Απόστολου Ντάρλα (γ. 1972). Το έργο είναι μέρος σειράς είκοσι ενός κομματιών που ανήκουν σε μια μεγάλη ενότητα, εμπνευσμένη από τη γνωστή ομηρική ραψωδία που περιγράφει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη. Ο Ντάρλας απέδειξε ότι διαθέτει φαντασία και ότι κατέχει την τέχνη τόσο της σύνθεσης όσο και της ενορχήστρωσης. Ξεχώρισαν η προσεκτική ανάπτυξη του μουσικού του υλικού και η εύστοχη χρήση των οργάνων προκειμένου να επιτευχθούν ενδιαφέροντα ορχηστρικά εφέ. Θα είχε ενδιαφέρον να ακούσει κανείς και τα υπόλοιπα έργα της ενότητας προκειμένου να εκτιμήσει καλύτερα αυτή την παρτιτούρα. Η ΚΟΑ απέδωσε με ετοιμότητα και καλή διάθεση.
Στη συνέχεια, ο βραβευμένος κλαρινετίστας Γρηγόρης Βασιλειάδης, δεκαεπτά ετών, πρόσφερε μια ιδιαίτερη μουσική και καλοσχεδιασμένη ερμηνεία του δεξιοτεχνικού Κοντσέρτου για κλαρινέτο αρ. 2, Op. 74, του Carl Maria von Weber. Ο νεαρός, που κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη και που μαθήτευσε κοντά στη δραστήρια σολίστ Βαρβάρα Βενετικίδου, διαθέτει πολύ καλή αίσθηση του ήχου και μια τεχνική σίγουρη, αντάξια των μεγάλων έργων που καλείται να ερμηνεύσει.  
Ισχυρός πυλώνας της βραδιάς αποδείχθηκε ο Νίκος Χαλιάσας, μαέστρος αξιώσεων, που παράλληλα κατέχει θέση του κορυφαίου βιολιστού της ΚΟΑ. Βεβαίως, ο Χαλιάσας κάθε άλλο παρά άγνωστος είναι στο εγχώριο κοινό, με πολλές συναυλίες στο ενεργητικό του, τόσο ως επικεφαλής των κρατικών ελληνικών ορχηστρών, όσο και της ορχήστρας Intrarti, που ο ίδιος ίδρυσε και διευθύνει από το 2000. Εντούτοις, είμαστε της άποψης, ότι η πρόσφατη συναυλία της ΚΟΑ ήταν που τον ανέδειξε ως αρχιμουσικό πραγματικά ξεχωριστό και άξιο πολλών επαίνων. Βρήκαμε ότι ανέβηκε ένα μεγάλο σκαλοπάτι στην τέχνη του. Πιο συγκεκριμένα, στα έργα των Weber και Ντάρλα, αλλά κυρίως στη διάσημη Σουίτα για μεγάλη ορχήστρα, με τίτλο Οι Πλανήτες, Op. 32, του Gustav Holst, είχαμε την χαρά να εκτιμήσουμε στο ακέραιο τις ποιότητες του ταλέντου του. Μας εντυπωσίασε η σοβαρότητα των ερμηνευτικών προσεγγίσεών του όπως και ο προσεκτικός τρόπος με τον οποίον είχε προετοιμάσει την ορχήστρα. Επιστράτευσε όλη την ευαισθησία και το καλό του γούστο για τον σχηματισμό κάθε φράσης, την εξισορρόπηση των δυναμικών και την αναζήτηση τόσο των ποικίλων ηχοχρωμάτων όσο και του εσωτερικού παλμού των έργων. Όσον αφορά στη Σουίτα του Holst, έχοντας μελετήσει προσεκτικά την παρτιτούρα, την απέδωσε μεγαλειωδώς, ανταποκρινόμενος στα ζητούμενα και οδηγώντας στην επιφάνεια τα θεατρικά στοιχεία και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε πλανήτη, ανάλογα δυναμικό (Άρης), ερωτικό (Αφροδίτη), ζωηρό (Ερμής και Δίας), στοχαστικό (Κρόνος), μαγικό (Ουρανός) ή μυστηριακό (Ποσειδώνας). Οι σπουδές του στο Λονδίνο και η ειδική γνώση του ύφους της βρετανικής μουσικής παράδοσης, ασφαλώς έπαιξαν τον ρόλο τους στην ποιότητα της εκτέλεσης. Οι μουσικοί της ορχήστρας (συνάδελφοί του) συνεργάστηκαν θαυμάσια μαζί του και έδειξαν την εκτίμησή τους στο πρόσωπό του προσφέροντάς του τον καλύτερό τους εαυτό.
Στο τελευταίο μέρος (Ποσειδώνας) του ίδιου έργου, θετική κρίθηκε η (εκτός σκηνής) συμμετοχή του γυναικείου τμήματος της Χορωδίας της Ε.Ρ.Τ. (διδασκαλία: Δημήτρης Μπουζάνης) και της Χορωδίας Opus Femina (διδασκαλία: Φάλια Παπαγιαννοπούλου).
Παράλληλα με την ακρόαση των Πλανητών, στο πλαίσιο σύμπραξης της ΚΟΑ με το Ίδρυμα Ευγενίδου (Πλανητάριο), παρακολουθήσαμε ένα συναρπαστικό video, που πρόβαλε σπάνιες εικόνες του ηλιακού μας συστήματος. Η σκηνοθετική επιμέλεια του video ανήκε στον Παναγιώτη Δ. Σιμόπουλο.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Νέα δισκογραφική κατάθεση της φιλέρευνης Γρηγοριάδου







Ακούσαμε για πρώτη φορά το όνομα της Σμαρώς Γρηγοριάδου πριν από αρκετά χρόνια, όταν μας το είχε αναφέρει ο διαπρεπής πιανίστας, αρχιμουσικός, Δάσκαλος και ένας από τους Μέντορές της, Γιώργος Χατζηνίκος. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, αν και κατά πόσο το ενθουσιώδες πνεύμα του μαέστρου επέδρασε στην αγάπη της νεότερης μουσικού για έρευνα, ωστόσο μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, ότι ακριβώς αυτή η διάθεσή της για ανακάλυψη, χαρακτηρίζει τη μουσική της προσωπικότητα.
Σε μια εποχή που συνήθως βασίζεται στην επανάληψη και στις εκ του ασφαλούς επιλογές, η Γρηγοριάδου διαφέρει, με μια πορεία που πραγματικά ξεχωρίζει.
Προκειμένου να εκτιμήσει κανείς καλύτερα την προσφορά της, θα πρέπει να αναλογισθεί ότι εκτός από μουσικός, είναι και αρχιτέκτων. Μουσική και αρχιτεκτονική, δύο επιστήμες, δύο τέχνες, τόσο κοντά η μία στην άλλη. Τόσο ο Johann Wolfgang von Goethe όσο και ο Arthur Schopehnauer υποστήριζαν το περίφημο Architektur ist wie gefrorene Musik (η αρχιτεκτονική είναι σαν παγωμένη Μουσική). Και πραγματικά, οι δύο αυτές τέχνες μοιράζονται τόσα πολλά στον τρόπο που δομούν και αναπτύσσουν τα στοιχεία τους.
Της Γρηγοριάδου η μουσική σκέψη και η ιδιαίτερη προσέγγιση τόσο όσον αφορά στο μουσικό υλικό όσο και στην ίδια τη φύση της κιθάρας, ενέχουν ποιότητες αρχιτεκτονικής. Θαυμάζει κανείς τη δομή, την οργάνωση, τη συνέπεια και τη γνώση μέσω των οποίων έχει πετύχει τα έξοχα αποτελέσματα της "επανεφεύρεσης" της κιθάρας και των δυνατοτήτων της, όπως ακόμα και της μουσικής που ερμηνεύει σε αυτήν. Πρόκειται για μια σχέση που ανανεώνεται και εξελίσσεται συνεχώς, με οργανικό τρόπο.
Συνεργάζεται με τον ακούραστο και προικισμένο  κατασκευαστή οργάνων-σολίστ κιθάρας Γιώργο Κερτσόπουλο (συγγραφέα της εργασίας με τίτλο Χωροχρονική Θεωρία-Η φιλοσοφία του χωροχρόνου), ο οποίος έχει προχωρήσει στη δημιουργία ιδιαίτερων οργάνων, με μηχανισμούς pedal, που επηρεάζουν τον ήχο και φέρνουν ένα νέο αποτέλεσμα.  
Στο νεώτερό της album, που φέρει τον τίτλο Reinventing guitar II, μεταφέρει και εξερευνά στην κιθάρα, αντιπροσωπευτικά έργα τριών κορυφαίων μουσουργών της ώριμης εποχής μπαρόκ, που γεννήθηκαν το 1685. Ο λόγος για τα έργα των Γερμανών Johann Sebastian Bach, George Frideric Handel και του Ιταλού Domenico Scarlatti. Ειδικότερα, το ηχογραφημένο πρόγραμμα ανοίγει με πέντε διάσημες Σονάτες για τσέμπαλο K. 322, 1, 481, 198 και 491, στη συνέχεια ακούγονται δύο έργα του Bach (Preludio, Fuga e Allegro, ΒWV 998, για λαούτο, και Toccata σε μι ελάσσονα, BWV 914, για τσέμπαλο). Τον δίσκο συμπληρώνουν δύο έργα για τσέμπαλο του Handel: Άρια και Παραλλαγές (Ο Αρμονικός Σιδηρουργός, The Harmonious Blacksmith), τελευταίο μέρος από τη Σουίτα αρ. 5, ΗWV 430, και Chaconne αρ. 2, HWV 435.
Βεβαίως, όλες οι μεταγραφές των έργων έχουν γίνει για την κιθάρα (ορθότερα, για διαφορετικά είδη κιθάρας), από τη Γρηγοριάδου, με μεγάλη τέχνη, σεβασμό προς τα ίδια τα έργα και απόλυτη κατανόηση των υφολογικών ζητουμένων της εποχής μπαρόκ.
Στο τέλος του CD, υπάρχει ένα reference track, κατά το οποίο η  σολίστ παρουσιάζει και αναλύει, με παράθεση διαφωτιστικών παραδειγμάτων, τις διαφορετικές διατάξεις χορδισμάτων της κιθάρας.
Η νέα αυτή δισκογραφική κατάθεση πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της αμερικανικής εταιρείας Delos (φέρει το όνομα του νησιού των Κυκλάδων, Δήλος), που από το 1973, έτος ίδρυσής της από την αξέχαστη όσο και πρωτοπόρο στον χώρο της δισκογραφίας Amelia S. Haygood, έχει διακριθεί και βραβευθεί πολλές φορές για την έξοχη ποιότητα των δίσκων της. H Haygood, που αγαπούσε τη χώρα μας, έφυγε από τη ζωή το 2007, αλλά το έργο της συνεχίζεται με ενθουσιασμό και επιτυχία από τους συνεργάτες της. Σίγουρα θα ήταν ιδιαίτερα υπερήφανη για την ελληνική συνεργασία της εταιρείας της με την εκλεκτή Ελληνίδα μουσικό.
Το album Reinventing gutar II δίνει την ευκαιρία στον ακροατή να εκτιμήσει όλο το spectrum των δυνατοτήτων της Γρηγοριάδου: την ισχυρή μουσική της άποψη, την αδιαμφισβήτητη ευαισθησία, το gravitas των ερμηνειών της και το σπάνιο μουσικό ήθος της, αρετές που υποστηρίζονται από βέβαιη τεχνική και ζηλευτή δακτυλική ευχέρεια. Η ίδια κατέχει τα μυστικά της ερμηνείας της μπαρόκ μουσικής, είναι ιδιαίτερα προσεκτική απέναντι στο ύφος της συγκεκριμένης εποχής και καταφέρνει, μέσω μιας κρυστάλλινης και αναλυτικής άρθρωσης, να αναδείξει τόσο τα μουσικά στοιχεία μιας λαμπρής εποχής όσο και το τρανό πνεύμα των τριών μεγάλων συνθετών.
Το συνοδευτικό τευχίδιο (booklet) περιέχει ένα εκτενές και καλογραμμένο κείμενο της μουσικού, που αναφέρεται στον λόγο ύπαρξης του τίτλου της σειράς των δίσκων και πιο συγκεκριμένα στο concept της παρούσας δισκογραφικής εργασίας, στην προσφορά της Αισθητικής Κερτσόπουλου, στις τεχνικές και τους μηχανισμούς των οργάνων που χρησιμοποιεί και τέλος, στους συνθέτες και τα έργα, που ερμηνεύει.     
Το νέο CD αποδεικνύει έμπρακτα τη μουσική εξέλιξη της σολίστ. Reinventing guitar. Δεν είναι μόνο η επανεφεύρεση της κιθάρας αλλά και η επανα-ανακάλυψη του ίδιου του μουσικού εαυτού της Γρηγοριάδου
Αυτή η σειρά δίσκων, είμαστε βέβαιοι ότι θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμα. Βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή. Το πρώτο album, Reinventing guitar!, κυκλοφόρησε το 2009 και περιείχε έργα πάλι Scarlatti (Σονάτα K. 380) και Bach (Σουίτα για λαούτο BWV 995), συνδυασμένα, όμως, με έργα των Antonio José (Σονάτα για κιθάρα), Κερτσόπουλου (Some Colour's Rhythms) και της ίδιας της Γρηγοριάδου (Δύο Βαλκανικοί Χοροί). Οι κριτικές που είχε λάβει ήταν ιδιαίτερα επαινετικές, γεγονός που ενθάρρυνε τη δημιουργό και ερμηνεύτρια να προχωρήσει. Έτσι, το θαυμαστικό στο τέλος της λέξης guitar, που παρατηρούμε στο εξώφυλλο του πρώτου album, μετατρέπεται για αυτό το νέο album, σε ΙΙ. Από την πλευρά μας, ευχόμαστε σύντομα να ακολουθήσει και το Reinventing gutar IIΙ της θαυμαστής Γρηγοριάδου!