Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Αποκαλυπτικός "Parsifal" από Met



O τενόρος Jonas Kaufmann στον ρόλο του Parsifal.  
Φωτο: The Metropolitan Opera


       

     Ο Richard Wagner, από τη γέννηση του οποίου στις 22 Μαίου, συμπληρώνονται ακριβώς διακόσια χρόνια, παρέδωσε στο τέλος της δημιουργικής του σταδιοδρομίας το λαμπρό του θρησκευτικό μουσικό δράμα, Parsifal. O Franz Liszt το ονομάζει «έργο μεγαλειώδες, άνευ προηγουμένου». Στις 1882, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Bayreuth, το οποίο μετά από πολλούς αγώνες ο ίδιος ο μουσουργός είχε ιδρύσει, το διεθνές κοινό θαύμασε την πρώτη παγκόσμια παρουσίαση το τελευταίου αυτού επικού έργου. Πολλοί διάσημοι συνθέτες και λόγιοι της εποχής κατέφθασαν στο Bayreuth προκειμένου να παραστούν στην πρεμιέρα. Η αρχική σκέψη της σύνθεσης του Parsifal, είχε γεννηθεί πολλά χρόνια νωρίτερα, το 1857, αλλά χρειάστηκε να παρέλθουν εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια για την τελική καρποφορία.
        Στον Parsifal, ο Wagner βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει τόσο το φιλοσοφικό όσο και το  θρησκευτικό του συναίσθημα με μεγαλειώδη και θαυμάσια εξομολογητικό τρόπο. Κτίζει με προσοχή τους ήρωές του και μια υπόθεση που διαδραματίζεται στη μεσαιωνική Ισπανία και η οποία στρέφεται γύρω από το Graal, το άγιο δισκοπότηρο, και τους ιππότες που το φρουρούν και βρίσκονται σε πνευματική κρίση. Τα σύμβολα και τα πρόσωπα του έργου είναι με σοφία και μεγάλη τέχνη σχεδιασμένα: η  ιερά λόγχη, που έχει περιέλθει στα χέρια του κακού μάγου Klingsor, ο Parsifal, ήρωας που γίνεται λυτρωτής και σωτήρας, η Kundry, αινιγματική μάγισσα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο καλό και στο κακό,  ο Gurnemanz, πληγωμένος βετεράνος ιππότης, ο Amfortas, άρχοντας  του βασιλείου του Graal, και ο Titurel, ηλικιωμένος πατέρας του Amfortas.
        Τη νέα παραγωγή του έργου, που παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από την Metropolitan Opera (2/3, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), υπέγραφε ο Γαλλοκαναδός σκηνοθέτης François Girard, γνωστός στο ευρύ κοινό για το κινηματογραφικό του έργο Το Κόκκινο Βιολί (The Red Violin, 1998). Πρόκειται για συμπαραγωγή της Met, της Opéra National de Lyon και της Canadian Opera Company. Τραγουδιστές πρώτης γραμμής και μια παραγωγή αποκαλυπτικής διάθεσης, μας ικανοποίησαν βαθύτατα.
         O Girard μετά από εκτενή μελέτη του βαγκνερικού  ηχητικού μνημείου πέτυχε να κερδίσει τις εντυπώσεις. Μέσα από μια απέριττη και σε στιγμές σχεδόν μινιμαλιστική ματιά πρόσφερε μια παραγωγή ουσιαστική, ενίοτε κινηματογραφικής κατεύθυνσης, η οποία καίτοι εμφανώς μοντέρνα, αποδείχθηκε διαχρονικής σημασίας και στηρίχθηκε στη σαφή και αδρή προβολή των πνευματικών-συμβολικών στοιχείων και η εύστοχη εξισορρόπηση του θρησκευτικού με το κοσμικό στοιχείο της παρτιτούρας. Έχοντας στενούς συνεργάτες στο πλάι του τους Michael Levine (σκηνογράφο), Thibault Vancraenenbroeck (ενδυματολόγο) και David Finn (υπεύθυνο φωτισμού), φρόντισε να υπογραμμίσει την αγωνία των ηρώων μέσα από άλλοτε άσπρα, άλλοτε μαύρα και άλλοτε γκρίζα χρώματα ή κόκκινα, για τον συμβολισμό του κακού,  και γενικότερα μια σκοτεινή ατμόσφαιρα. Από την αρχή του μουσικού δράματος, φρόντισε να προτείνει την άποψη –βεβαίως δεν ήταν ο πρώτος- ότι η υπόθεση θα μπορούσε άνετα να είχε λάβει χώρα στην σύγχρονη εποχή. Ασφαλώς, πρόκειται για ένα διαχρονικό δράμα, όπου προβάλλονται οι αξίες και τα θέματα της συμπόνιας, της αυταπάρνησης και της μετενσάρκωσης. Κατά τη διάρκεια του εναρκτήριου πρελούδιου είδαμε μια ομάδα ανωνύμων ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο Parsifal. Οι κομψοντυμένοι άνδρες βγάζουν τις γραβάτες και τα σακάκια τους και χωρίζονται από τις γυναίκες και στη συνέχεια τοποθετούν καρέκλες κυκλικά προκειμένου να λάβουν τις θέσεις τους και να καθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον σε μια κατάσταση έκστασης και στοχασμού. Ο χαρακτήρας της ιεροτελεστίας έχει ήδη θέση τη βάση του. Τα παραπάνω  διαδραματίζονται σε μια έκταση εδάφους  που μοιάζει με τον πάτο απέραντης αποξηραμένης λίμνης. Παράλληλα,  μέσω της τεχνικής του video projection, παρακολουθούσαμε εικόνες κινούμενων σύννεφων. Τα εξαιρετικά video projections (του σχεδιαστή Peter Flaherty) παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή: σημειώνουμε  ότι στην τελευταία πράξη βλέπουμε πλανήτες και μια  έκλειψη.
       Στο τέλος της πρώτης πράξης βλέπουμε τον Parsifal να κοιτάζει βαθιά μέσα σε μια τεράστια ρωγμή, από τα βάθη της οποίας ξεπροβάλει ένας κόκκινος ποταμός. Εκεί βρίσκεται το βασίλειο του κακού μάγου Klingsor. Στη δεύτερη πράξη, οι  κόρες των λουλουδιών παρουσιάζονται ως φρουροί, με πρόσωπα ψυχρά, σαν βαμπίρ,  που κρατούν ακόντια και φορούν λευκά φουστάνια (νυχτικά;), τα οποία σύντομα αποκτούν κόκκινο χρώμα από το αίμα. Στη θέση του κήπου του μάγου Klingsor (πουθενά στην παραγωγή αυτή δεν βλέπουμε στοιχεία της φύσης), λάβαμε ένα βασίλειο βουτηγμένο μέσα στο αίμα. Οι ήρωες πατούσαν μέσα σε μια κόκκινη λίμνη. Ο Klingsor παρουσιάζεται ως άρχοντας  του αίματος, το κεφάλι του είναι γεμάτο πληγές και αίμα. Από την άλλη πλευρά, ο Girard πετυχαίνει να παρουσιάσει, από την αρχή του έργου, τον Parsifal ως αρχετυπική ειρηνική μορφή, που δεν κρατά κανένα είδος όπλου, ούτε φορά προστατευτική πανοπλία. Εντυπωσιακό ήταν το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης δεν αρκέστηκε στους συμβολισμούς της χριστιανικής θρησκείας, αλλά εύστοχα παρέπεμπε και σε άλλες. Οι κινησιολογία των χορωδών αντλούσε από την βουδιστική θρησκεία. Εξάλλου, είναι γνωστό το ζωηρό ενδιαφέρον του Wagner για τις θρησκείες της Ανατολής και σίγουρα  ο Parsifal δεν θα πρέπει να συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με τη χριστιανική θρησκεία. Ο Girard, φροντίζει να αναδείξει τις συμβολικές και αλληγορικές λεπτομέρειες της τελευταίας πράξης: συγκινητική και με τη σωστή δόση εκστατικής αίσθησης  είναι η στιγμή που η Kundry, ως άλλη Μαγδαληνή, πλένει τα πόδια του Parsifal και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της.  Πράγματι, η σκηνοθεσία λειτουργεί ως υψηλή πνευματική εμπειρία για τον θεατή-ακροατή και αφηγείται την ιστορία με έναν πολύ ενδιαφέροντα, άμεσο στην απλότητά του και επίκαιρο τρόπο.  Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στον παρουσιαστή της βραδιάς μπασοβαρύτονο Eric Owens (τον οποίον είχαμε εκτιμήσει ως Alberich, στην όπερα Siegfried  του ίδιου συνθέτη, τον Νοέμβριο του 2011), ο τρόπος που πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς τον Parsifal είναι να επιστρέψει στη μουσική. Και αυτό βρήκαμε ότι έκανε, σεβόμενος το μουσικό κείμενο.
        Η επιτυχία της παραγωγής δεν βασιζόταν όμως αποκλειστικά στο εικαστικό μέρος, αλλά κυρίως στους λυρικούς καλλιτέχνες που κάλυψαν με τόση επιτυχία την διανομής και υπηρέτησαν με αφοσίωση την μουσική του Wagner.
Αναλυτικότερα, ο Jonas Kaufmann, πρόσφερε έναν Parsifal  ιδανικό. Με μεγάλη τέχνη, ευαισθησία, διάθεση εκλέπτυνσης και ζεστή φωνή τραγούδησε την κάθε φράση με νόημα και βαθύτατη συγκίνηση. Παράλληλα, έπεισε υποκριτικά, οδηγώντας με επιτυχία τον ήρωα που ενσάρκωνε, από την απόλυτη άγνοια της πρώτης πράξης στη σοφία της τελευταίας, κατά την οποία θριαμβεύει ως μέγας μύστης. Από τώρα περιμένουμε να τον θαυμάσουμε ως Werther (Jules Massenet), στην μετάδοση από την Met, που έχει προγραμματισθεί για τον Μάρτιο του 2014.
        Ο René Pape ερμήνευσε τον Gurnemanz  με μεγάλη μουσική άνεση και προσοχή στο κτίσιμο των εκτενών μονολόγων. Η θαυμάσια δουλεμένη φωνή του εντυπωσίασε, ενώ η μουσική του έκφραση κρίθηκε απόλυτα μεγαλοπρεπής στον απαιτητικό αυτόν ρόλο.
       Η Kundry της Katarina Dalayman παρουσίασε εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. Η φωνή υψηλών αντοχών που διαθέτει, σε συνδυασμό, με την ιδιαίτερη κατανόηση του μουσικού κειμένου, της έδωσαν την ευκαιρία να ξεδιπλώσει με ένταση την ηρωίδα και να τραγουδήσει με πάθος τα μεγάλα λυρικά μέρη του ρόλου της κατά την δεύτερη πράξη.
       Ο Peter Mattei, φωνητικά άμεμπτος, πρότεινε έναν πονεμένο ήρωα Amfortas. Η ωραία φωνή λυρικού βαρύτονου, που διαθέτει, ξετυλίχθηκε με ελκυστικό τρόπο κατά τη διάρκεια της ερμηνείας του ρόλου, που για πρώτη φορά προσεγγίζει στη σταδιοδρομία του. Δεν θυσίασε καμία μουσική λεπτομέρεια προς όφελος δραματικού εντυπωσιασμού.
       Ο Evgeny Nikitin πρόσφερε έναν αρκούντως μοχθηρό και σιχαμένο Klingsor. Με πλούσια φωνητικά και υποκριτικά μέσα σκιαγράφησε καλά τον  κακό αυτό ήρωα.
      Τον ρόλο του Titurel, που στην παραγωγή αυτή τραγουδούσε εκτός σκηνής, κράτησε μέσα στο σωστό μουσικό ύφος, ο προικισμένος Rúni Brattaberg, ο οποίος σημείωνε το ντεμπούτο του στη Met.  
     Οι μικρότεροι ρόλοι των ιπποτών και ακολούθων  τραγουδήθηκαν με μουσικότητα  από τους καλλίφωνους Mark Schowalter, Jennifer Forni, Lauren McNeese, Ryan Speedo Green, Andrew Stenson και Mario Chang.  Οι  κόρες των λουλουδιών ερμηνεύτηκαν με τη σωστή δόση ερωτικής αποπλανητικής διάθεσης από τις Kiera Duffy, Lei Xu, Irene Roberts, Haeran Hong, Katherine Whyte και  Heather Johnson. Την ελκυστική χορογραφική τους κίνηση υπέγραφε η χορογράφος Carolyn Choa.
       Η χορωδία, προετοιμασμένη από τον βετεράνο διευθυντή χορωδίας Donald Palumbo, στα μεγάλα της μέρη, εντυπωσίασε με την ηχητική της ομοιογένεια, τη ρυθμική ακρίβεια, τη μουσική πειθαρχία και τον μεγάλο ήχο της.
       Η  όπερα αυτή, όσον αφορά τουλάχιστον στη Met, αποτελούσε εδώ και χρόνια αποκλειστικότητα του James Levine, μουσικού διευθυντή του μεγαλύτερου αυτού αμερικανικού λυρικού θεάτρου, ο οποίος πάντα παρέδιδε υποδειγματικές ερμηνείες.  Ωστόσο, λόγο ασθένειας του τελευταίου και απουσίας του από τη Met από τον Μάιο του 2011  (η μεγάλη επιστροφή δεν αργεί, καθώς τον Μάιο θα διευθύνει συναυλία της ορχήστρας της Met στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης και κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο θα διευθύνει τρεις παραγωγές όπερας), η διεύθυνση του έργου ανατέθηκε στον Danielle Gatti.  Ο τελευταίος, που διηύθυνε από μνήμης την παρτιτούρα, αποδείχθηκε άξιος αντικαταστάτης του Levine. Επέλεξε πλατιά tempi και πρόσφερε μια υπέροχη ανάγνωση της όπερας, γεμάτη εκστατικό λυρισμό και υψηλό αίσθημα, ωραία λαξευμένες φράσεις και προσοχή στην ανάδειξη της εξαίσιας ενορχήστρωσης. Η ορχήστρα, με τον γεμάτο μαγευτικά ηχοχρώματα πολυτελή ήχο της, υπήρξε πολύτιμη στην απόδοση της απόλυτα πρωτοποριακής για την εποχή της αρμονικής γλώσσας του Wagner, όπου η έντονη χρωματική αρμονία βρίσκεται στο απόγειό της. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Gatti εκμαίευσε εκλεπτυσμένη ηχητική  ισορροπία πνευστών και εγχόρδων κατά το ευαίσθητο ντουέτο Parsifal-Kundry της δεύτερης πράξης.   
        Συνοψίζοντας, μια πραγματικά άξια και γεμάτη ενδιαφέρουσες ιδέες ερμηνευτική άποψη του πολυδαίδαλου όσο και κολοσσιαίου θρησκευτικού μουσικού δράματος.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Rigoletto και Las Vegas



Ο Željko Lučić ως Rigoletto. Φωτο: The Metropolitan Opera




      Το 1832 ο Victor Hugo παρέδωσε το θεατρικό του έργο Le roi s’amuse (Ο Βασιλιάς διασκεδάζει), που στην εποχή του, για πολιτικούς λόγους, είχε λογοκριθεί. Οι επικριτές βρήκαν ότι περιείχε αρνητικές αναφορές στο πρόσωπο του Βασιλιά Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας. Ο συγγραφέας αναζήτησε τη δικαίωσή του στα δικαστήρια, έχασε, αλλά έγινε διάσημος μέσα από τον αγώνα του για την ελευθερία του λόγου στη Γαλλία.
      Όταν πολλά χρόνια αργότερα, στα 1850, το λυρικό θέατρο La Fenice της Βενετίας, ανέθεσε στον Giuseppe Verdi τη σύνθεση ενός νέου μελοδράματος, εκείνος μετά από σύντομη εξέταση διαφόρων άλλων θεατρικών έργων, με ενθουσιασμό στάθηκε στο δημιούργημα του Hugo, μολονότι γνώριζε τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει ο συγγραφέας για την παρουσίασή του και ότι η πολιτική αστάθεια της δικής του εποχής, δεν θα ευνοούσε ούτε τον ίδιο. Εντούτοις, συνεργαζόμενος με τον λιμπρετίστα Francesco Maria Piave, προχώρησε στη σύνθεση της σήμερα διάσημης όπεράς του, με τίτλο Rigoletto, που στρέφεται γύρω από την άσωτη ζωή του Δούκα της Μάντοβα, τον γελωτοποιό του, Rigoletto, και την κόρη του γελωτοποιού, Gilda. Η φοβερή κατάρα του εξοργισμένου Κόμη Monterone, στην αρχή της όπερας, πέφτει σαν αστροπελέκι προκαλώντας τη μοίρα που με τη σειρά της παίζει ένα τραγικό παιχνίδι για τον γελωτοποιό και την όμορφη κόρη του. Η όπερα του Verdi παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στη σκηνή του La Fenice, στις 11 Μαρτίου 1851. Έκτοτε ανήκει στα πιο αγαπητά μελοδράματα του διεθνούς ρεπερτορίου. 
       Στις 17/2 (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση του Rigoletto από τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Η παράσταση είχε δοθεί μόλις μια μέρα νωρίτερα (16/2) κερδίζοντας τα θετικά σχόλια κοινού και κριτικών.
        Πιο συγκεκριμένα, για την εν λόγω παραγωγή επιστρατεύτηκε ένα σεξτέτο από τους αρτιότερους σύγχρονους  ερμηνευτές των ρόλων: Diana Damrau (Gilda), Piotr Beczala (Δούκας),  Željko Lučić (Rigoletto), Štefan Kocán (Sparafucile), Robert Pomakov (Monterone) και Oksana Volkova (Maddalena).
        Η Damrau ερμήνευσε τον ρόλο της άτυχης κόρης του Rigoletto με μεγάλη εκφραστική αμεσότητα, ξεχωριστή μουσικότητα και ωραίο φωνητικό τίμπρο. Αρκετές στιγμές διαπιστώναμε ότι τραγουδούσε τις άριες (ειδικά την Gualtier Maldè!... Caro nome) με εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια του φραζαρίσματος που θα εφήρμοζε στην ερμηνεία ενός Lied. Βρήκαμε ότι η όμορφη σοπράνο απέδωσε την αγνότητα και αγγελική διάθεση της ηρωίδας με λαμπρό τρόπο. Έξοχα υπήρξαν τα pianissimi της στην τελική σκηνή, όταν αποχαιρετούσε τον πατέρα της και τα εγκόσμια.
     Ο Lučić κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο με την απαιτούμενη ένταση και έμπειρη γνώση. To legato του και η χαρακτηριστική, ιδιωματική ιταλική δομή του τραγουδιού του, ήταν στοιχεία άξια επαίνων. Κατά την τελική κλιμάκωση του ρόλου, όταν βλέπουμε τον ήρωα να θρηνεί πάνω από το σώμα της κόρης του που ξεψυχά, κρίθηκε συγκινητικός μέσα στον πατρικό αγωνιώδη πόνο.
       Ο Beczala πρόσφερε έναν Δούκα καλοστημένο, φωνητικά φρέσκο και βέβαιο, όπως και υποκριτικά εύστοχο, τονίζοντας την πιο συμπαθητική πλευρά αυτού του ανήθικου χαρακτήρα.
     Ο Kocán εντυπωσίασε με τα πλούσια φωνητικά του προσόντα (στιβαρή φωνή μπάσου, πλούσιων ηχοχρωμάτων, με ιδιαίτερη χροιά), προτείνοντας έναν σκοτεινό, ψυχρό και αδίστακτο πληρωμένο δολοφόνο. Δίπλα του, η Volkova, υπήρξε πειστική στην ενσάρκωση της συναισθηματικής αδελφής του, που ερωτεύεται τον Δούκα και παρακαλεί τον αδελφό της, να του χαρίσει τη ζωή.
        O Pomakov ήταν τρομακτικός ως Monerone και η κατάρα, στην πρώτη πράξη, αποδόθηκε με μεγάλο μένος. Η χορωδία τραγούδησε με ετοιμότητα και brio.
       Ο Ιταλός Michele Mariotti, ένας από τους επιφανέστερους νέους μαέστρους όπερας, επέδειξε ευαισθησία απέναντι στα ζητούμενα του Verdi και διηύθυνε με προσοχή απέναντι στις φωνές και διάθεση ανάδειξης της αριστοτεχνικής ενορχήστρωσης της παρτιτούρας.  
      Ο σκηνοθέτης Michael Mayer, γνωστός για τις βραβευμένες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές του (A Home at the End of the World, Flicka και Smash), όπως και για τις επιτυχημένες παραγωγές του στο Broadway (λ.χ. The Lion in Winter, Triumph of Love και American Idiot), μετέφερε την πλοκή του έργου, από την Ιταλία του δεκάτου έκτου αιώνα, σε casino του Las Vegas του 1960, υπογραμμίζοντας την ατμόσφαιρα της χλιδής, οικονομικής δύναμης, εξουσίας αλλά και παρακμής. Μολονότι, βρίσκουμε ότι πολλές από τις μοντέρνες σκηνοθεσίες που παρουσιάζονται από τα μεγάλα (και μικρότερα) λυρικά θέατρα, ακυρώνουν τα νοήματα των έργων, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε το ίδιο και για αυτό το ανέβασμα. Ο Mayer στόχευσε και -κατά τη γνώμη μας- πέτυχε να δώσει το στίγμα της διαχρονικότητας της υπόθεσης του Rigoletto. Μπορεί αρχικά να ξάφνιασε κάπως η όψη του Δούκα ως τραγουδιστή τύπου Sinatra ή του Monterone ως Σαουδάραβα πρίγκιπα-μεγιστάνα του πλούτου, ή ακόμα και της μεγάλης Cadillac, που είδαμε στην τελευταία πράξη, εντούτοις, θα το επαναλάβουμε, τα νοήματα δεν χάθηκαν.  
         Τα έντονα χρώματα των σκηνικών της εδώ και χρόνια στενής συνεργάτιδας του Mayer, Christine Jones (η οποία δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει άφθονο φωτισμό με νέον σε όλες τις πράξεις) και τα άλλοτε κομψά μαύρα και άλλοτε έντονων χρωματισμών κοστούμια της Susan Hilferty, που ακολουθούσαν τα πρότυπα της ενδυμασίας των sixties, φωτισμένα με απόλυτη ευστοχία από τον Kevin Adams, εξασφάλισαν μια ιδιαίτερη ενέργεια και φλόγα στην όλη παραγωγή. Ο χορογράφος Steven Hoggett φρόντισε για τη ζωηρή κίνηση των χορευτών του. 
      Στο τέλος της παράστασης, το κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό τους τραγουδιστές, τον μαέστρο, την ορχήστρα και την χορωδία, όπως και τους υπεύθυνους του εικαστικού μέρους της παραγωγής (τα γιουχαΐσματα που απευθύνονταν στον σκηνοθέτη ήταν λίγα, συγκριτικά με εκείνα που θα περίμενε κανείς από μια μοντέρνα σκηνοθεσία).



Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

H DiDonato σε μεγάλη όπερα του Donizetti



Η Joyce DiDonato ως Maria Stuarda. Φωτο: Metropolitan Opera



        Κατά την περασμένη καλλιτεχνική περίοδο, τη φετινή και την επόμενη, η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ανεβάζει τις τρεις όπερες του Gaetano Donizetti, που έχουν ως θέμα τους τις «Τρεις Βασίλισσες». Ειδικότερα, πέρυσι παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από το μεγάλο αμερικανικό λυρικό θέατρο, την παραγωγή της Anna Bolena (15/10/2011, με πρωταγωνίστρια την Anna Netrebko), στις 19/1, πάλι σε ζωντανή μετάδοση, παρακολουθήσαμε την παραγωγή της Maria Stuarda, ενώ για μια από τις επόμενες περιόδους, αναμένεται η παραγωγή του Roberto Devereux (όπου η υπόθεση στρέφεται γύρω από την Βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας). Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι η Maria Stuarda, παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την Met. Είναι γνωστό και ευχάριστο ότι ο γενικός διευθυντής της Met, Peter Gelb, έχει θέσει ως προτεραιότητά του την ένταξη αριστουργημάτων του belcanto στο ρεπερτόριο του αμερικανού λυρικού θεάτρου.
        Η Met δίνει την ευκαιρία στο κοινό της, το οποίο με τις ζωντανές μεταδώσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου, αγγίζει υψηλότατους αριθμούς, να χαρεί τόσο το ιδιοφυές πνεύμα του Donizetti όσο και μια πλειάδα εκλεκτών λυρικών ερμηνευτών που καλούνται να καλύψουν την διανομή.
         Κατά την πιο πρόσφατη παράσταση της τραγικής όπερας Maria Stuarda, που παρακολουθήσαμε (19/1, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), τον κεντρικό ρόλο της Βασίλισσας της Σκωτίας, ερμήνευσε η Αμερικανίδα μέτζο Joyce DiDonato, που σήμερα συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες τραγουδίστριες της εποχής μας. Και όχι αδίκως. Η ενσάρκωση του ρόλου κρίθηκε από κάθε άποψη υποδειγματική. Συνήθως ερμηνεύεται από υψιφώνους, ωστόσο, η ιδιαίτερη έκταση, τον καθιστά κατάλληλο και για μεσόφωνους. Ας μη λησμονούμε, ότι πρώτη ερμηνεύτρια του ρόλου, το 1835, μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό της, υπήρξε η θρυλική Maria Malibran, που διέθετε μοναδικά φωνητικά προσόντα. Η DiDonato, μετά από βαθύτατη μελέτη της παρτιτούρας, όπως και της βιογραφίας της διάσημης ηρωίδας που προσέγγιζε, πρόσφερε μια ενσάρκωση που ευχαριστούσε τόσο σε μουσικό, όσο και σε υποκριτικό επίπεδο. Η άμεσα αναγνωρίσιμη, σκουρόχρωμη φωνή της, το μουσικό της ήθος, η προσοχή της στην υπογράμμιση των συναισθηματικών διαβαθμίσεων του ρόλου, οι ακριβέστατη ερμηνεία των κολορατούρων, το καλά εστιασμένο ηχόχρωμα της φωνής της, η έξοχη προσέγγιση του ιδιαίτερου ύφους του belcanto (τι legato!) και οι δραματικές εξάρσεις στις μεγάλες άριες και σκηνές, εντυπωσίαζαν από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης. Στην τελική προσευχή της (πράξη δεύτερη, σκηνή τρίτη,  Deh! Tu di un emile preghiera), πριν από τη θανάτωσή της Stuarda, συνοδευόμενη από τη χορωδία, η DiDonato ερμήνευσε με ασύλληπτη μουσική γενναιοδωρία και άφθαστη συγκίνηση, που έκανε ακόμα και τα μάτια του πιο ψυχρού ακροατή να βουρκώσουν. Στη δεύτερη πράξη, βλέπουμε την ηρωίδα τρεμάμενη και σαφώς καταπονημένη. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τα γεγονότα που παρακολουθούμε στην πρώτη πράξη.
        Βεβαίως, η DiDonato είχε την τύχη να έχει δίπλα της, συμπρωταγωνιστές που κινούνταν στο ίδιο υψηλό ερμηνευτικό επίπεδο. Τον ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ επωμίσθηκε η νέα Νοτιοαφρικανική σοπράνο Elza van den Heever, σημειώνοντας το ντεμπούτο της στη Met με αυτόν τον μεγάλο ρόλο. Με ταλέντο, τεχνική σιγουριά και φωνή έτοιμη να αντιμετωπίσει τις μεγάλες απαιτήσεις του Donizetti, απέδωσε θαυμάσια το μέρος της. Οι δυο βασίλισσες (που ιστορικά, ουδέποτε συναντήθηκαν), εδώ σε αυτή την όπερα (που ακολουθεί την ιστορία όπως την εξιστορεί ο Friedrich Schiller στο ομώνυμο θεατρικό του έργο), μισούν παράφορα η μια την άλλη και στις μεγάλες σκηνές, όπου το δηλητήριο ρέει άφθονο μεταξύ τους, τόσο η van den Heever, όσο φυσικά και η DiDonato, είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν τον δυναμισμό των προσωπικοτήτων τους. Η van den Heever, με τις υποδείξεις του σκηνοθέτη Sir David McVicar, απέδωσε τη βασίλισσα, με αρρενωπό δυναμισμό, σκληρότητα και μακριά από κάθε προβλεπόμενο καθωσπρεπισμό (η αντίθεση με την τρυφερή και τραγική Maria Stuarda ήταν προφανής). Προκειμένου να φορέσει την ειδική περούκα και να μοιάζει με την ιστορική βασίλισσα, δέχθηκε να ξυρίσει το κεφάλι της
         Ο Αμερικανός λυρικός τενόρος Matthew Polenzani, τον οποίον είχαμε σχετικά πρόσφατα απολαύσει στον ρόλο του Nemorino (Donizetti, L' Elisir dAmore, Met live in HD, 13/10/2012), τραγούδησε και έπαιξε τον ρόλο του Robert Dudley (Roberto), Κόμη του Leicester, με δραματικό συναίσθημα και εξερεύνησε άψογα τις αγωνίες του ήρωα και την ευθραυστότητα των συναισθημάτων του, που βρίσκεται ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στις δύο θυελλώδεις και ερωτευμένες μαζί του βασίλισσες. Συμπλήρωσε πειστικότατα το ερωτικό τρίγωνο. 
         Ως  Λόρδος Guglielmo Cecil, ο Joshua Hopkings ικανοποίησε με την έμφασή του στο κείμενο και φέροντας στην επιφάνεια το διαβολικό στοιχείο του χαρακτήρα, ενώ ο Matthew Rose, αποδείχθηκε επιβλητικός και ανθρώπινος Talbot,  Κόμης του Shrewsbury και υποστηρικτή της σκωτσέζας βασίλισσας.
         Τον σύντομο ρόλο της Anna, συνοδού της Maria Stuarda, κάλυψε με συνέπεια η πολύ καλή μέτζο Maria Zifchak.
          Η χορωδία του λυρικού θεάτρου ερμήνευσε τα μέρη της με πνοή και νόημα. 
        Ο Ιταλός αρχιμουσικός Maurizio Benini στάθηκε στο podium της όπως πάντα λαμπρής ορχήστρας της Met, διευθύνοντας μια παράσταση που ξεχώρισε για την ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου και τη δραματική της δύναμη. Οι ταχύτητες που επέλεγε, συνήθως σφριγηλές, διασφάλιζαν τη σωστή ροηκότητα της παρτιτούρας.
        Ο σκηνοθέτης Sir David McVicar (που υπογράφει τη σκηνοθεσία των τριών μελοδραμάτων του Donizetti, που παρουσιάζονται στη Met), ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος John MacFarlane, η υπεύθυνη φωτισμού Jennifer Tipton και η χορογράφος Leah Hausman, πέτυχαν να αναβιώσουν με προσοχή και ενδιαφέρον όχι μόνο το δράμα των ηρώων, αλλά και την ατμόσφαιρα της εποχής, τονίζοντας τόσο το μεγαλείο και τον πλούτο (τα κοστούμια ήταν σχεδιασμένο με βάση τα ιστορικά πρότυπα), όπως και τη σκοτεινή και μελαγχολική διάθεση, που κυριαρχεί στη δεύτερη πράξη. Ειδικότερα, οι προσωπικότητες των χαρακτήρων και οι μεταξύ τους σχέσεις εξερευνήθηκαν σε βάθος και αναδείχθηκαν με λειτουργικό τρόπο και ιδιαίτερη θεατρικότητα. Τα λιτά και έξυπνα επιμελημένα σκηνικά συνδύαζαν με γούστο την αισθητική, του δεκάτου έκτου αιώνα, με ρομαντικά στοιχεία του δεκάτου ενάτου αιώνα, εποχή σύνθεσης της όπερας. Η σύγχρονη μινιμαλιστική ματιά κάθε άλλο παρά απουσίαζε από το εικαστικό μέρος. Μέσα από τα κοστούμια, έβλεπε κανείς τη δόξα της ελισαβετιανής εποχής, αλλά και διαχρονικές αλήθειες όπως την τραγικότητα του άδικου θανάτου-θυσίας: βλέπουμε την Stuarda στο τέλος της όπερας, λίγο πριν παραδοθεί στον δήμιο, να  φορά ένα απλό κατακόκκινο φόρεμα και έχοντας αποχωριστεί την περούκα της, να φαίνονται πλέον τα γκρίζα, σχεδόν άσπρα, μαλλιά.  
        Παρουσιάστρια της μετάδοσης ήταν η πολυαγαπημένη δραματική σοπράνο Deborah Voigt, που συνομίλησε με τους πρωταγωνιστές της παραγωγής με άφθονο ενθουσιασμό και καλή διάθεση.