Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Φεστιβάλ Αιγαίου 2013



Ο αρχιμουσικός Peter Tiboris


Στη Σύρο,  ένα από τα ωραιότερα νησιά του Αιγαίου, με φιλόξενους κατοίκους, που είναι πάντα πρόθυμοι να σε ενημερώσουν σχετικά με κάθε ιστορική λεπτομέρεια του τόπου, βρίσκεται το υπέροχο Θέατρο Απόλλων. Της Ερμούπολης πραγματικό κόσμημα. Η  κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1864. Άνοιξε τις πύλες του στις 20 Απριλίου του ίδιου έτους, παρουσιάζοντας την όπερα Rigoletto (Giuseppe Verdi). Παραστάσεις μελοδραμάτων και θεάτρου κρατούν τον χώρο ζωντανό για πολλές δεκαετίες. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μεγάλο μέρος του θεάτρου καταστράφηκε και μόλις το 1970 άρχισε να ανακαινίζεται σταδιακά. Είκοσι δεκαετίας αργότερα, το φθινόπωρο του 1991, αρχίζει να επαναλειτουργεί (οι εργασίες αναπαλαίωσης ολοκληρώθηκαν στο τέλος τους το 2000). Έκτοτε, σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, που στην αρχιτεκτονική και διακόσμηση θυμίζει διάσημα ιταλικά λυρικά θέατρα του δεκάτου ογδόου και δεκάτου ενάτου αιώνα (λ.χ. Scala του Μιλάνου και Teatro di San Carlo της Νάπολης), πραγματοποιούνται πολλές εκδηλώσεις, τόσο μουσικές όσο και θεατρικές.
Εκεί, από το 2005 φιλοξενούνται οι περισσότερες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αιγαίου. Εμπνευστής, διοργανωτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού είναι ο Peter Tiboris, ελληνικής καταγωγής αρχιμουσικός, μόνιμος κάτοικος Αμερικής και διοργανωτής πολλών συναυλιών που πραγματοποιούνται τόσο στην Αμερική (κυρίως στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης), όσο και στην Ελλάδα.
Μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα τελευταία χρόνια αρκετές από τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ και πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από την ποικιλία, τον μεγάλο αριθμό εκδηλώσεων και συμμετεχόντων από διάφορες χώρες, την άρτια οργάνωση  και κυρίως από το γεγονός ότι κάθε βραδιά προετοιμάζεται με μεγάλο μεράκι και  ενθουσιασμό. 
Φέτος παρακολουθήσαμε τρεις από τις εκδηλώσεις που δόθηκαν στο Θέατρο Απόλλων. Ειδικότερα, στις 8/7, ερμηνεύτηκε η Νεκρώσιμη Λειτουργία (Messa da Requiem) του Verdi. H συναυλία αφιερώθηκε στη μνήμη του τελευταίου μουσουργού, από τη γέννηση του οποίου στις 9 ή 10/10 συμπληρώνονται διακόσια χρόνια. Σημειώνεται ότι στο προγραμματισμό του Φεστιβάλ περιλαμβάνονται πάντα μεγάλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, τόσο του συμφωνικού όσο και του οπερατικού, που και μόνον η αναφορά σε αυτά, θα προκαλούσε δέος σε ανάλογα περιφερειακά φεστιβάλ, όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και του εξωτερικού.
 Μέλη πέντε χορωδιών (Edmond Community Chorale, Southwestern College Concert Choir, Salem College Choir, Randolph College Chorale και Χορωδία του Δήμου Αθηναίων), κατέλαβαν τη σκηνή του θεάτρου καθώς και τα πλαϊνά θεωρία, δημιουργώντας μια σφαιρική ηχητική εικόνα κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης. Υπό την ευαίσθητη καθοδήγηση του Tiboris, οι χορωδίες, οι σολίστ (Eilana Lappalainen, σοπράνο, Elena Chavdarova-Isa, μέτζο, Keith Ikaia-Purdy, τενόρος, και Δημήτρης Καβράκος, μπάσος) και η Συμφωνική Ορχήστρα του Pazardzhik απέδωσαν το αθάνατο αυτό έργο του Verdi με την απαιτούμενη μεγαλοπρέπεια και πνευματικότητα. Από την καλά συντονισμένη ομάδα των τραγουδιστών, σαφώς ξεχώρισε η Βουλγάρα Elena Chavdarova-Isa, σταθερό στέλεχος της Εθνικής Όπερας της Σόφια, κάτοχος δραματικής φωνής μεγάλης έκτασης και σωστής βερντιάνικης έκφρασης. Μια καλλιτέχνις την οποία ευχαρίστως θα ακούγαμε πάλι στην Ελλάδα.
Την αμέσως επόμενη βραδιά (9/7), σειρά είχε η όπερα Così Fan Tutte, KV 588, του Wolfgang Amadeus Mozart. Στο έργο αυτό, με τις ιδιαίτερες συναισθηματικές αντιθέσεις και αποχρώσεις,  συχνά τόσο υπαινικτικές, πραγματική ερμηνευτική πρόκληση για τους τραγουδιστές και τον μαέστρο, οι ρόλοι ανατέθηκαν σε λυρικούς καλλιτέχνες, που στην πλειοψηφία τους ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά στα ζητούμενα των μερών τους. Τον δραματικό ρόλο της Dorabella κράτησε η Μαίρη-Έλεν Νέζη, επιστρατεύοντας την έμπειρη γνώση της όσον αφορά την ερμηνεία του μπαρόκ και κλασικού ρεπερτορίου. Παρέδωσε  μια σφαιρικά ολοκληρωμένη σκιαγράφηση της ηρωίδας, μέσα στην σωστή αισθητική του μοτσάρτιου ήθους. Η φωνή της ακούστηκε εύηχη και άρτια στηριγμένη. Οι Ricardo Mirabelli και Randal Turner επωμίστηκαν τους ρόλους αντιστοίχως των Ferrando και Guglielmo. Ερμήνευσαν με ετοιμότητα, καλό γούστο και ιδιαίτερη μουσικότητα. Ειδικά ο δεύτερος, εντυπωσίασε με τον προσεκτικό και γεμάτο νόημα σχηματισμό των φράσεων. Η χαρισματική Taryn Knerr πρόσφερε μια Despina γοητευτική, θεατρική και γεμάτη τσαχπινιά. Ο Νίκος Καραγκιαούρης απέδωσε τον ρόλο του Don Alfonso με νεανική χάρη και σωστή θεατρική αίσθηση. Ορισμένες ρυθμικές και τονικές αβεβαιότητες ευτυχώς δεν αλλοίωσαν την τελική θετική γενική άποψη που αποκομίσαμε σχετικά με αυτόν τον νέο τραγουδιστή.
 Ιδιαίτερα μάς προβλημάτισε η φωνητική κατάσταση της Danielle Halbwachs,  που ακούσαμε και είδαμε στον ρόλο της Fiordiligi. Η Hallbwachs είναι μια καλλιτέχνις με δυναμική παρουσία σε μεγάλα θέατρα της Ευρώπης, συνεργασίες σε σημαντικές παραγωγές και με μεγάλους μαέστρους. Ωστόσο,  από την αρχή της εμφάνισής της στη συριανή παράσταση, μολονότι υποκριτικά υπήρξε αρκετά πειστική, ήταν εμφανής η κόπωση της φωνής της, η αδυναμία της να ελέγξει την αναπνοή στις μεγάλες φράσεις και να ερμηνεύσει με ακρίβεια τις νότες της ψηλής περιοχής. Η φωνή έμοιαζε εξασθενισμένη. Ευχόμαστε πραγματικά να ήταν απλά μια «κακή» βραδιά και σύντομα να επανέλθει  στη σωστή της κατάσταση.
Η διεύθυνση του αρχιμουσικού Grigor Palikarov υπήρξε συνεπής, ελάχιστα όμως ενεργητική και τελικά όχι ενδιαφέρουσα. Απουσίαζε η σπινθηροβόλα λάμψη, το esprit mozartien και  -εκεί όπου χρειαζόταν- η υπογράμμιση των γεμάτο αγωνία και αβεβαιότητα συναισθημάτων. Δεν είναι μυστικό ότι η εν λόγω όπερα συνδυάζει το κωμικό και το τραγικό στοιχείο με ιδιοφυέστατο τρόπο: ο Mozart μέσω της μουσικής του αποδεικνύει, πως η χαρά του έρωτα μπορεί εύκολα να λάβει τραγικές διαστάσεις στην περίπτωση που η ειλικρίνεια των συναισθημάτων τίθεται υπό δοκιμασία και αμφισβήτηση. Παρακολουθούμε τους ήρωες να παίζουν με τη φωτιά.
Η ορχήστρα απέδωσε ικανοποιητικά, χωρίς όμως ιδιαίτερη διάθεση για ηχητική εκλέπτυνση και τονική διαύγεια. Τα μέλη της χορωδίας τραγούδησαν με όρεξη και έδειξαν να απολαμβάνουν κάθε στιγμή.
Ο σκηνοθέτης Dirk Shatten κίνησε τους τραγουδιστές με θεατρικότητα και χειρίστηκε καλά τον χώρο της σκηνής. Προσπάθησε να αναδείξει τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων, δίνοντας έμφαση στη νεανικότητα των χαρακτήρων και επιχειρώντας να τονίσει το γεγονός ότι ουσιαστικά η όλη υπόθεση αποτελεί ένα παιχνίδι. Όμως, βρήκαμε ότι θα μπορούσε να είχε αξιοποιήσει  περισσότερο παράπλευρες –και όχι ασήμαντες- πτυχές των χαρακτήρων, τις οποίες άφησε ανεξερεύνητες. Τα απλά σκηνικά και κοστούμια έδεσαν με την όλη σκηνοθετική άποψη.
Προχωρώντας, στις 10/7, ακούσαμε συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Pazardzhik, υπό τον Tiboris, αφιερωμένη στους τρεις μεγάλους κλασικούς Franz Joseph Haydn, Wolfgang Amadeus Mozart και Ludwig van Beethoven (η συναυλία τιτλοφορήθηκε «Τρεις βιεννέζοι δάσκαλοι»). Στα δύο μπετοβενικά έργα που ακούστηκαν, Εισαγωγή στην όπερα Fidelio, Op. 72, και Συμφωνία αρ. 3, Op. 55 (Ηρωική), ο αρχιμουσικός απέδειξε την αγάπη του και την κατανόηση προς το αθάνατο πνεύμα του συνθέτη, σχηματίζοντας τις φράσεις με έμπνευση, κύρος και δυναμισμό. Κατά την Ηρωική, οι κλιμακώσεις των μεγάλων παραγράφων δομούνταν με νόημα και ουσιαστική ένταση.
Σολίστ της βραδιάς ήταν η Μίνα Πολυχρόνου, που κλίθηκε να ερμηνεύσει δυο απαιτητικές άριες κοντσέρτου των Haydn (Berenice, che fai?, Hob. XXIVa:10, σε κείμενο του Pietro Metastasio) και Mozart (Ch’io mi scordi di te? …Non temer, amato bene, KV 505, σε κείμενο μάλλον του Lorenzo Da Ponte). Οι άριες αυτές συνετέθησαν προκειμένου να αναδείξουν την τέχνη δύο θρυλικών λυρικών καλλιτέχνιδων του δεκάτου ογδόου αιώνα. Η πρώτη δημιουργήθηκε για την Brigida Giorgi Banti και έλαβε την πρεμιέρα της στις 4/5/1795, κατά τη δεύτερη και τελευταία επίσκεψη του Haydn στο Λονδίνο (1794-1795). Η δεύτερη, για την Nancy Storace,  Βρετανίδα σοπράνο που κράτησε τον ρόλο της Susanna στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση των Γάμων του Figaro (Mozart, Le nozze di Figaro, KV 492), και ακούστηκε για πρώτη φορά στη Βιέννη, στις 23/2/1787. Η Πολυχρόνου, της οποίας τις εκφραστικές και φωνητικές ποιότητες είχαμε την ευκαιρία να επαινέσουμε αρκετές φορές στο παρελθόν, τραγούδησε με υποδειγματική μουσικότητα και μεγάλη εκφραστική ισχύ. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στην έξοχη σύνθεση του Haydn, που ουσιαστικά συνοψίζει –και με πόση τέχνη!- τις οπερατικές τεχνοτροπίες της εποχής του συνθέτη, με δεξιότητα αντιμετώπισε τις διάφορες μουσικές παγίδες και τη θηριώδη  tessitura,  η οποία οδηγεί τη φωνή στα άκρα της. Εξίσου επιτυχής ήταν και στην ερμηνεία της μοτσάρτιας άριας, την οποία τραγούδησε με θέρμη και κατάλληλα χρωματισμένη οπερατική δραματικότητα. Σε αυτό το έργο, είχε συνοδοιπόρο, στο μέρος του piano obbligato, την πολύτιμη Τζένια Μανουσάκη. Η προικισμένη Μανουσάκη, σμίλεψε τις φράσεις με στυλ, αισθαντικότητα, καθαρότητα ήχου, ενώ συνδιαλέχτηκε άψογα με την Πολυχρόνου και την ορχήστρα. Εύστοχη ιδέα θα ήταν οι δύο εκλεκτές κυρίες να ένωναν τις δυνάμεις τους για μια βραδιά αφιερωμένη σε Lieder των Haydn, Mozart και Beethoven.
 O Tiboris απολαμβάνοντας τις ερμηνευτικές ποιότητες τόσο της Πολυχρόνου όσο και -κατά την άρια του Mozart- της Μανουσάκη, πρόσφερε τον καλύτερό του εαυτό.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Μεγάλη χαιντελική όπερα



O Max Emanuel Cenčić στον ρόλο του Alessandro


Τον Φεβρουάριο του 1719 μια ομάδα εκλεκτών όσο και εύπορων Άγγλων ευγενών φιλόμουσων είχαν την ιδέα να συστήσουν έναν νέο μουσικό φορέα, ο οποίος θα ανέθετε σε συνθέτες τη δημιουργία μελοδραμάτων που θα ανήκαν στο είδος της opera seria (σοβαρή όπερα). Ο οργανισμός, άψογα οργανωμένος και διαρθρωμένος, με σημαντικό αριθμό οικονομικά ισχυρών συνδρομητών, ονομάστηκε Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου (Royal Academy of Music, ουδεμία σχέση με τη γνωστή μουσική σχολή που φέρει την ίδια επωνυμία) και πολύ σύντομα άρχισε τη δραστηριότητά του. Στη διάρκεια της λειτουργίας της, παρουσίασε στο κοινό μεγάλη σειρά λαμπρών έργων, που ερμηνεύονταν από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της εποχής.
 Ο συνθέτης που έπαιξε τον σπουδαιότερο ρόλο στο θεσμό, δεν ήταν άλλος από τον βαρυσήμαντο George Frideric Handel. Δεκατρείς όπερές του γράφτηκαν για λογαριασμό της Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου. Το 1729 η Ακαδημία αντιμετώπισε έντονα οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα να αναστείλει τη λειτουργία της. O Handel δεν δίστασε αμέσως να δράσει εγκαινιάζοντας τη Νέα (ή Δεύτερη) Μουσική Ακαδημία του Λονδίνου. Συνεργαζόμενος με τον Ελβετό ευγενή John James Heidegger οδήγησε τον θεσμό σε νέες επιτυχίες μέχρι το 1734, ημερομηνία διάλυσης της Ακαδημίας.
Το 1726, ο Handel συνέθεσε για την Ακαδημία την όπερά του Alessandro (Αλέξανδρος ο Μέγας, HWV 21), βασισμένη σε ποιητικό κείμενο του Paolo Rolli, επιφανούς λιμπρετίστα και ποιητή της εποχής (μαθητή του Gian Vincenzo Gravina, επίσης δασκάλου του Metastasio), ο οποίος με τη σειρά του άντλησε την έμπνευσή του  από το έργο La superbia dAlessandro του Ortensio Mauro. Το libretto ίσως να μην έχει τη δραματική συνοχή άλλων κειμένων που είχε κατά καιρούς στη διάθεσή του ο μουσουργός, ωστόσο του πρόσφερε το απολύτως κατάλληλο έδαφος για να συνθέσει μουσική γεμάτη ποίηση, εκστατικό λυρισμό και θεατρικότητα.
Στις 5 Μάιου 1726, το λονδρέζικο φιλόμουσο κοινό είχε την ευκαιρία να απολαύσει την πρεμιέρα του Alessandro, με διανομή σχηματισμένη από λυρικούς αστέρες: Francesco Bernardi, γνωστός ως Senesino (Alessandro), Faustina Bordoni (Rossane), Francesca Cuzzoni (Lisaura), Antonio Baldi (Tassile), Giuseppe Maria Boschi (Clito), Luigi Antinori (Leonato) και Anna Vincenza Dotti (Cleone). Φανταστείτε τα μεγαλύτερα ονόματα λυρικών τραγουδιστών της εποχής, συγκεντρωμένα για την ίδια παραγωγή. Δύο  ντίβες σε αναμέτρηση, Faustina Bordoni (μετέπειτα σύζυγος του συνθέτη Johann Adolf Hasse) και Francesca Cuzzoni (που μολονότι έζησε μεγάλες δόξες, πέθανε σε ένδεια, στην Ιταλία). Στη μέση, ο θεόπεμπτος καστράτο Senesino!
Η υπόθεση της όπερας αναφέρεται στην αλαζονεία του Αλέξανδρου και στον έρωτα για εκείνον από την πλευρά δύο σημαντικών γυναικών, των Rossane και Lisaura.
Η εν λόγω όπερα, μολονότι ανήκει σε εκείνες του συνθέτη που δεν παρουσιάζονται συχνά, έχει κατά καιρούς τραβήξει το ενδιαφέρον σύγχρονων αρχιμουσικών, που θέλησαν να την παρουσιάσουν και -στην περίπτωση τεσσάρων- να την ηχογραφήσουν. Από τις ηχογραφήσεις αναφέρουμε εκείνες των Sigiswald Kuijken (1984, Deutsche Harmonia Mundi, ο μετέπειτα φημισμένος αρχιμουσικός παλιάς μουσικής René Jacobs, που εκείνη την εποχή ακολουθούσε σταδιοδρομία ως κόντρα τενόρος, στον ρόλο του Alessandro),  Mieczysław Nowakowski (1986, Studios Classique), Michael Form (2012, Pan Classics) και πιο πρόσφατα, Γιώργος Πέτρου (2012, Decca Classics). Όλοι τους σκύβουν πάνω από την παρτιτούρα με περίσσιο ενδιαφέρον προτείνοντας απαθανατισμένες εκτελέσεις άξιες προσοχής.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, μερικούς μήνες μετά την ηχογράφηση του έργου, το παρουσιάζει σε διαφορετικές ευρωπαϊκές λυρικές σκηνές και αίθουσες συναυλιών όπως οι Concertgebouw Amsterdam, Theater an der Wien, Salle Pleyel, Staatstheater Wiesbaden, Opera Royal Versailles, Opera Vichy, Goethe-Theater Halle, Romanian Athenaeum Βουκουρεστίου και βεβαίως, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Αλεξάνδρας Τριάντη).
Στις 2/6, με ιδιαίτερη χαρά παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από το γαλλικό μουσικό κανάλι Mezzo την παράσταση του Alessandro, που δόθηκε στην υπέροχα διακοσμημένη Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών: τραγουδιστές, ορχήστρα και μαέστρος ερμήνευσαν τη μουσική με μεγάλη διάθεση και ενθουσιασμό, πετυχαίνοντας να στήσουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
Οι αθηναϊκές παραστάσεις του Alessandro πραγματοποιήθηκαν στις 28 και 30/6 (παρακολουθήσαμε την πρώτη), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Αναφέρουμε ότι η διανομή ήταν σχεδόν ίδια με εκείνη της παράστασης των Βερσαλλιών, που είδαμε και ακούσαμε στο Mezzo, αν εξαιρέσει κανείς την αντικατάσταση της διάσημης Vivica Genaux, με την εξίσου προικισμένη Blandine Staskiewicz, στον ρόλο της Rossane, και του κόντρα τενόρου Vassily Koroshev, με τον ομότεχνό του Νίκο Σπανό, στον ρόλο του Cleone, που είχε γραφεί από τον Handel για την εκπληκτική Anna Dotti και όχι για ανδρική φωνή). Κατά την πρώτη από τις δυο αθηναϊκές παραστάσεις, που παρακολουθήσαμε, γίναμε μάρτυρες  μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας παραγωγής, κυρίως από μουσικής απόψεως.
Αναλυτικότερα, ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, για άλλη μια φορά μάς κέρδισε στο μπαρόκ ρεπερτόριο, που με τόση συνέπεια και αγάπη υπηρετεί την τελευταία δεκαετία. Επέλεξε εύπλαστα και ζωηρά tempi, έφερε στην επιφάνεια με ανάγλυφο τρόπο τους  πλούσιους χορευτικούς ρυθμούς και πέτυχε να προσφέρει στους τραγουδιστές μια συνοδεία εύφορη, ουσιαστική και πάντα μέσα στο σωστό πνεύμα. Χωρίς να χάσει ούτε λεπτό την αίσθηση της κατεύθυνσης της μουσικής, έπλασε προσεκτικά τις ηχητικές λεπτομέρειες, τόνισε με νόημα τα ποικίλα στοιχεία της ενορχήστρωσης και φώτισε λεπτομέρειες της παρτιτούρας. Εξασφάλισε τελικά μια συνολική ερμηνεία αξιώσεων, που διέθετε μεγαλοπρέπεια, ατμόσφαιρα και  κύρος. Και εδώ δεν θα κρύψουμε ότι η συνεργασία του με την Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής (Armonia Atenea, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή της ονομασία) έχει αποφέρει ζηλευτούς καρπούς. Είναι γεγονός ότι σε καμία άλλη περίοδο της ύπαρξής της, η ορχήστρα δεν έπαιζε με τέτοια μουσικότητα, ακρίβεια, τονική καθαρότητα, συναίσθημα, υφολογική πιστότητα και ενθουσιασμό, όπως από την εποχή που ανέλαβε τα ηνία της ο Πέτρου. Δίχως άλλο, στο πρόσωπό του βρήκε τον καθοδηγητή που τόσο είχε ανάγκη και μόνον στα δικά του χέρια καταφέρνει να αποδίδει σε αυτό το υψηλό επίπεδο (το τονίζουμε, έχοντας πρόσφατα και παλαιότερα βιώσει και άλλους -όχι λίγους- μαέστρος στο podium της).
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο κράτησε ο διαπρεπής Κροάτης κόντρα τενόρος Max Emanuel Cenčić, γύρω από τον οποίον στήθηκε η όλη παραγωγή. Ένας από τους σπουδαιότερους κόντρα τενόρους της εποχής μας, ο Cenčić προσφέρει πάντα συναρπαστικές ερμηνείες. Στον εκτενή ρόλο του Alessandro (που περιλαμβάνει οκτώ μεγάλες άριες da capo, πέραν των πολυάριθμων ensembles!) υπογράμμισε με τέχνη τα δραματικά και ηρωικά στοιχεία, χωρίς να αφήνει ανεκμετάλλευτα τα λίγα, αλλά εύστοχα, κωμικά στοιχεία. Η φωνή του είναι στην καλύτερή της φάση, υγιέστατη, εύηχη και μεγάλης έκτασης. Επιπλέον, η καλοδουλεμένη τεχνική του και ο θαυμάσιος έλεγχος της αναπνοής, του επιτρέπει να τραγουδάει ακόμα και τις δυσκολότερες γρήγορες κολορατούρες με άνεση. Δύσκολα μπορεί κανείς να ζητήσει μια πιο φορτισμένη συναισθηματικά ερμηνεία της μουσικά και τεχνικά απαιτητικότατης άριας Auri, fonti, ombre granite (πράξη δεύτερη). Εδώ αποκαλύφθηκε στη πληρότητά της η τέχνη του Cenčić.
Δίπλα του, στους ρόλους των δύο αντιζήλων οι Blandine Staskiewicz (Rossane) και Adriana Kučerová (Lisaura) ερμήνευσαν τους ρόλους τους με άφθονη ευαισθησία, καθαρή τεχνική, συνέπεια στην ερμηνεία των recitativi και προσοχή στο κτίσιμο των μεγάλων λυρικών φράσεων στις άριες. Η Staskiewicz πρότεινε μια αισθαντική ερμηνεία της άριας Aure, fonti, ombre granite (πράξη δεύτερη), που αποτελεί και μια από τις ωραιότερες δημιουργίες του Handel. Η αγνότητα του φωνητικού της τίμπρου και ο χρωματισμός κάθε λέξης, σε συνδυασμό με την εμπνευσμένη διεύθυνση του Πέτρου, οδήγησαν σε άφθαστης μαγείας αποτελέσματα. Κατά τη γνώμη μας, στην ηχογραφημένη εκδοχή του έργου (Decca), ακόμα και η αναμφισβήτητα εξόχως προικισμένη νεαρή Ρωσίδα υψίφωνος Julia Lazhneva, που ερμηνεύει την Rossane, δεν αγγίζει της Staskiewicz την ώριμη προσέγγιση του ρόλου.
Τον ρόλο του Tassile κράτησε ο Ισπανός κόντρα τενόρος (και ηθοποιός, απόφοιτος του Ινστιτούτου Θεάτρου της Βαρκελώνης) Xavier Sabata, ξεδιπλώνοντας την μουσική με άφθονη δόση συναισθηματική έντασης και μουσικής συγκέντρωσης. Μπόλιασε την άρια Vibra, cortese Amor, unaltro strale (πράξη πρώτη), με γνήσιο λυρικό αίσθημα και φρόντισε για την επίτευξη εκφραστικών αυξομειώσεων δυναμικής.
Στους ρόλου του Clito και του Leonato, ακούσαμε και είδαμε αντίστοιχα τους Pavel Kudinov και Juan Sancho, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στα ζητούμενα των ρόλων τους. Είχαμε ξεχωρίσει τον Sancho, έναν από τους πιο αγαπητούς τενόρους παλιάς μουσικής,  στην όπερα Artaserse του Leonardo Vinci, που είχε δοθεί τον Νοέμβριο του 2012, στην Εθνική Όπερα της Λωρραίνης (Opéra National de Lorraine). Ο ίδιος είναι και ένας άξιος ερμηνευτής των έργων του Johann Sebastian Bach. Ερμήνευσε την άρια Pregi son dun alma grande lamicizia (πράξη πρώτη) ιδιαίτερα εκφραστικά.
Ο ταλαντούχος Έλληνας κόντρα τενόρος Νίκος Σπανός επωμίσθηκε τον ρόλο του Cleone με τη σοβαρότητα που διακρίνει κάθε του εμφάνιση. Τραγούδησε με ωραία γεμάτη φωνή και καλοδουλεμένη τεχνική. Ξεχώρισε στην άρια Sarò qual vento, che nellincendio spira.
Τη σκηνοθεσία, χορογραφία και κινησιολογία της παραγωγής υπέγραψε η Αμερικανίδα χορογράφος Lucinda Childs, η οποία όπως αναμενόταν, φρόντισε για μια έντονα κινητική και χορογραφική σκηνοθεσία. Σύμφωνα με την άποψή της, οι ήρωες της όπερας γυρίζουν μια κινηματογραφική ταινία κατά τη δεκαετία του ‘30. Πολλές από τις ιδέες που είδαμε, είχαν εντυπωθεί στη μνήμη μας από άλλες πρόσφατες ή μη παραγωγές όπερων μπαρόκ. Καίτοι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια σκηνοθετική άποψη που θα μας μείνει αλησμόνητη, ωστόσο, βρήκαμε ότι στην κίνησή της ακολούθησε και εύστοχα ανέδειξε τους χορευτικούς ρυθμούς της μουσικής, ενώ φρόντισε για την ορθή σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
Αίσθηση προκάλεσαν τα απέριττα σκηνικά του ευφάνταστου Πάρι Μέξη, θαυμάσια φωτισμένα από τον Γιώργο Τέλλο (εξαιρετικές οι χρωματικές αποχρώσεις και διαφορετικές εντάσεις του φωτός!). Το πολύ καλό γούστο του Μέξη, έμπειρου πλέον στον χώρο της όπερας και για πολλά χρόνια στενού συνεργάτη του Γιώργου Πέτρου, τον καθοδήγησε και στον σχεδιασμό κομψότατων κοστουμιών όπου η μόδα της εποχής των thirties, συνδυαζόταν με αρχαϊκά και εν τέλει, διαχρονικά στοιχεία. Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στο εντυπωσιακό κοστούμι του Alessando με κόκκινο μανδύα, χρυσή πανοπλία και περικεφαλαία σχήματος κεφαλιού λιονταριού.
Κλείνοντας, προτρέπουμε τους αναγνώστες, τόσο εκείνους που παρακολούθησαν την αθηναϊκή παραγωγή, όσο και εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία, να προμηθευθούν την ηχογραφημένη έκδοση της όπερας, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Decca (Decca 0289 478 4699 4) και έχει αποσπάσει πολλά βραβεία και τα διθυραμβικά σχόλια του διεθνούς μουσικού τύπου. Ο Cenčić, ο Πέτρου και οι υπόλοιποι συντελεστές (η έξοχη Καναδή σοπράνο Karina Gauvin, εδώ και πολλά χρόνια αδιαμφισβήτητη ντίβα της μπαρόκ μουσικής σκηνής, ερμηνεύει με σπάνιο εσωτερικό παλμό, μουσική ωριμότητα και ονειρεμένη φωνητική θέρμη τον ρόλο της Lisaura), προσφέρουν μια προσεγμένη ηχογραφημένη ερμηνεία, που δύσκολα αναμένεται να ξεπεραστεί σε ερμηνευτική ποιότητα κατά τα χρόνια που  έπονται.