Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Επιτυχημένος Rossini από ΕΛΣ

Ειρήνη Καράγιαννη, Βασίλης Καβάγιας και η Χορωδία της ΕΛΣ σε σκηνή της "Σταχτοπούτας" (φωτο: ΕΛΣ).



Τα περισσότερα αριστουργήματα του Gioachino Rossini παραδόθηκαν από εκείνον όταν βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. Η ιδιοφυία του άνθισε νωρίς ωθώντας τον να συνθέσει κωμικές και τραγικές όπερες, που μέχρι σήμερα κοσμούν το παγκόσμιο λυρικό ρεπερτόριο. Μολονότι έζησε μέχρι το 1868, παρέδωσε την τελευταία του όπερα, Guillaume Tell, το 1829, σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών.
Τον Ιανουάριο του 1817, στο Teatro Valle της Ρώμης, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η Σταχτοπούτα (La Cenerentola), που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε τον δρόμο της και σε άλλα σημαντικά μουσικά κέντρα, όπως το Λονδίνο, η Λισαβόνα και η Νέα Υόρκη.  Η υπόθεση του έργου (libretto του Jacopo Ferretti) είναι βασισμένη στο γνωστό παραμύθι του Charles Perrault (Cendrillon), με κάποιες διαφοροποιήσεις προσώπων (τη μητριά αντικαθιστά ο πατριός Don Magnifico, την καλή νεράιδα αντικαθιστά ο Alidoro, φιλόσοφος και δάσκαλος του πρίγκιπα Ramiro) και πραγμάτων (το περίφημο γοβάκι, αλλάζει σε βραχιόλι). Η ιστορία δίνει στον Rossini την ευκαιρία να συνθέσει μια σειρά από έξοχα ensembles και άριες, των οποίων οι τεχνικές απαιτήσεις (εκτός, βεβαίως, από τις καθαρά μουσικές απαιτήσεις) είναι πραγματικά μεγάλες. Εξερευνά πλήρες το φάσμα της φωνητικής έκτασης των πρωταγωνιστών του, γράφει λαμπερές κολορατούρες και στα ensembles περίπλοκοι ρυθμικοί συνδυασμοί, καλοδουλεμένα αντιστικτικά μέρη, απαιτούν απόλυτη ρυθμική και τονική ακρίβεια, διαφορετικά το αποτέλεσμα σίγουρα μπορεί να πάρει μορφή μουσικής σούπας. Ο ρόλος της Σταχτοπούτας Angelina είναι γραμμένος για μια ιδιαίτερη φωνή, εκείνη της contralto coloratura: ζητά τραγουδίστρια με δυνατά φωνητικά κέντρα, ωραίες χαμηλές νότες και μεγάλη ευελιξία στην υψηλή περιοχή της φωνής. Ας μην λησμονούμε το γεγονός ότι ο ρόλος δημιουργήθηκε ειδικά για την Geltrude Righetti-Giorgi, παιδική φίλη και μούσα του Rossini, με σπάνια φωνή πραγματικής contralto, πρώτη διδάξασα και του ρόλου της Rosina (Il barbiere di Siviglia).
Το θαυμάσιο αυτό έργο παρακολουθήσαμε κατά τη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στις παραστάσεις που δόθηκαν στις 3 και 13/11 (συνολικά πραγματοποιήθηκαν οκτώ παραστάσεις, μεταξύ 25/10 και 13/11). Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ακούσαμε και είδαμε μια σειρά ταλαντούχων Ελλήνων λυρικών τραγουδιστών να επωμίζονται με ενθουσιασμό τους ρόλους. Ειδικότερα, ως Angelina, έπεισαν οι Ειρήνη Καράγιαννη (3/11) και Άρτεμις Μπόγρη (13/11): η πρώτη ερμήνευσε με αξιοζήλευτη μουσική και φωνητική άνεση, ενώ η δεύτερη, με φωνή ζεστή και τεχνικά βέβαιη, υπογράμμισε τη συγκίνηση και ευαισθησία του ρόλου. Η απαιτητική tessitura του ρόλου δεν έμοιαζε να τις δυσκολεύει. Και οι δύο έδωσαν τον καλύτερό τους στις μεγάλες άριες και ιδιαίτερα στη διάσημη Non più mesta της δεύτερης πράξης, αποδίδοντας τις φράσεις με φυσικότητα και τις δύσκολες κολορατούρες με προσοχή και πιστότητα. 
Τον ρόλο του πρίγκιπα Don Ramiro επωμίσθηκαν οι τενόροι Βασίλης Καβάγιας (3/11) και Αντώνης Κορωναίος (13/11). Στην ενσάρκωση που υποστήριξε ο πάντα μελετημένος Καβάγιας εκτιμήσαμε την λεπτότητα της έκφρασης και  την ιδιαίτερη ευγένεια στους σχηματισμούς των φράσεων. Ο Κορωναίος, σε μεγάλη φωνητική φόρμα, απέδωσε έναν πραγματικά θαυμάσιο Ramiro, με προσωπικότητα, συναισθηματική ένταση και άψογη κατανόηση του ροσινιάνικου ύφους.
Τον ρόλο του Don Magnifico κράτησε ο μπάσος Δημήτρης Κασιούμης (3 και 13/11),  που αποδείχθηκε, χωρίς υπερβολή, ιδανικός στον ρόλο αυτόν. Με υψηλό μουσικό παράστημα, καλοστημένη και σωστά χρωματισμένη βαθιά φωνή, προσοχή στην υπογράμμιση των λέξεων του κειμένου και κατανόηση του χαρακτηριστικού χιούμορ, ευχαρίστησε από την αρχή μέχρι το τέλος (ξεχώρισε στην άρια, Sia qualcunque delle figlie, της δεύτερης πράξης).
Ο Χάρης Ανδριανός (3 και 13/11) πρότεινε έναν απολαυστικό Dandini, βαλέ του Πρίγκιπα (που στο έργο αλλάζει ρόλο με τον εργοδότη του), αποδίδοντας με σπινθηροβόλα διάθεση.
Τους ρόλους των θυγατέρων του Don Magnifico, Clorinda και Tisbe, κράτησαν με γούστο και πετυχημένη καρικατουρίστικη διάθεση, αντίστοιχα στις δύο διανομές οι Ελπινίκη Ζερβού (3/11) και Γεωργία Ηλιοπούλου (13/11), και Αγγελική Καθαρίου (3/11) και Ελένη Βουδουράκη (13/11). Ας μας επιτραπεί να τονίσουμε ότι η συμμετοχή της Καθαρίου στην παραγωγή αυτή αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη. Πρόκειται σίγουρα για μουσικό αξίας, την οποία συνήθως έχουμε την ευκαιρία να απολαμβάνουμε σε πρωτοποριακά έργα του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα. Ναι, είμαστε της άποψης ότι τα φωνητικά και τα υποκριτικά της προσόντα, πρέπει να αξιοποιηθούν περισσότερο στην οπερατική σκηνή και στα κλασικά έργα.
Όλοι τους συνεργάστηκαν άρτια μεταξύ τους και ερμήνευσαν εξαιρετικά τα ensembles, ιδιαίτερα το διάσημο κωμικοσαρκαστικό σεξτέτο Siete voi!, της δεύτερης πράξης, όπου γίνεται η αναγνώριση της Σταχτοπούτας από τον Πρίγκιπα. Στο μέρος αυτό βρήκαν τις σωστές δόσεις της χαρακτηριστικής υπαινικτικής έκφρασης, πειθαρχημένης ρυθμικής ακρίβειας και μουσικότητας.
Στο πόντιουμ στάθηκε ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, που πέτυχε να μεταμορφώσει την ορχήστρα της ΕΛΣ σε ορχηστρικό σύνολο διεθνών προδιαγραφών, του οποίου ο ήχος ήταν καθαρός, διαυγής, εύπλαστος και τονικά ακριβής. Επιλέγοντας ζωηρές ταχύτητες και κτίζοντας με ενέργεια τα χαρακτηριστικά crescendi, απέδωσε την παρτιτούρα με ακρίβεια, τόσο μουσική όσο και ειδικότερα, ρυθμική. Καθοδήγησε με βεβαιότητα και έμπνευση τους τραγουδιστές του και την καλά προετοιμασμένη χορωδία. Παράλληλα, έφερε με νόημα στην επιφάνεια το άλλοτε λεπτό-υπαινικτικό και άλλοτε εμφανές χιούμορ του αθάνατου Rossini, χωρίς να παραβλέπει τις πιο δραματικές στιγμές του έργου (στη σκηνή της καταιγίδας, δεύτερη πράξη, τόνισε την σκοτεινών και βίαιων αποχρώσεων σφοδρότητα της μουσικής). 
Την σκηνοθεσία υπέγραφε η ταλαντούχα νεαρή Ροδούλα Γαϊτάνου, που συνεργαζόμενη με τον Simon Corder (σκηνικά-φωτισμοί) και την Αλεξία Θοδωράκη (κοστούμια), στόχευσε σε μια παραγωγή που ανεδείκνυε τα ζητούμενα του έργου με ευστοχία και ιδιαιτερότητα. Μετέφερε την υπόθεση του έργου στη Νέα Υόρκη της δύσκολης περιόδου του μεσοπολέμου και μέσα σε ένα ξεπεσμένο θέατρο επιθεώρησης. Χώρισε τους ήρωες σε εκείνους των παρασκηνίων και υπογείων και τους ευγενείς και ισχυρούς, του ανώτερου επιπέδου (θεωρείου). Με σκέψη υπογράμμισε το γεγονός και ηθικό δίδαγμα της όπερας, ότι η αγνότητα, η αλήθεια, η ακεραιότητα και η καλοσύνη (εξάλλου, ο δεύτερος τίτλος της όπερας είναι: Ο Θριάμβος της Καλοσύνης, La bontà in trionfo), τελικά ανταμείβονται και θριαμβεύουν. Τα εύγλωττα σκηνικά και κοστούμια ακολούθησαν με πιστότητα τις σκέψεις της σκηνοθέτιδος.
Εν κατακλείδι, μια παράσταση που μας γοήτευσε.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Φαντασμαγορική παραγωγή της «Μύτης» του Shostakovich από Met



 Σκηνή από την όπερα "H Μύτη" (φωτο: Metropolitan Opera) 






Η σατυρική όπερα του Dimitri Shostakovich με τίτλο «Η Μύτη» (Нос, 'Nos') υπήρξε η πρώτη όπερα του συνθέτη, ολοκληρωμένη το 1928, όταν έκλεινε το είκοσι δύο του χρόνια (άρχισε τη σύνθεση του έργου, στα 20!). Και τι θαυμάσιο δημιούργημα! Μια από τις σημαντικότερες κωμικές όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, γεμάτη θεατρικότητα, ρυθμικό σφρίγος, ιδέες, ξέχειλο από φαντασία και επιρροή διαφορετικών μουσικών υφών, διάφωνα μουσικά διαστήματα και συγχορδίες, τολμηρότατη αρμονία, αντίστιξη και ενορχήστρωση (οι φασαριόζικοι ηχητικοί όγκοι προκαλούν την αίσθηση υστερίας και πανικού). Ένα πολυστυλιστικό έργο, του οποίου το libretto (Yevgeny Zamyatin), εμπνέεται από την ομώνυμη νουβέλα του Nikolai Gogol και από σειρά άλλων έργων του ίδιου συγγραφέα. Πρωταγωνιστής είναι μια μύτη, που εγκαταλείπει το πρόσωπο του ταγματάρχη Kovalyov και ακολουθεί τη δική της πορεία. Σειρά σατυρικών επεισοδίων δίνουν την ευκαιρία στον Gogol να σχολιάσει με καυστικότητα την κρατική μηχανή και τις δημόσιες υπηρεσίες. Τα γκροτέσκa, ειρωνικά, δεικτικά και παράλληλα τόσο ευαίσθητα, διαχρονικά και ανατρεπτικά γκογκολικά στοιχεία, ενεργοποιούν το μουσικό ένστικτο  του Shostakovich, ο οποίος λαξεύει ένα μουσικά και εκφραστικά ώριμο και ολοκληρωμένο αριστούργημα.
Η παραγωγή της Metropolitan Opera (για την ακρίβεια, συμπαραγωγή της Met, του Festival d’Aix en Provence και της Opéra National de Lyon, που είχε ανέβει για πρώτη φορά το 2010), την οποία παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση και στο πλαίσιο της σειράς «Met Live in Hd» (26/10, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας), έπεισε απόλυτα, μουσικά, σκηνοθετικά και εικαστικά. Μεγάλη μερίδα της επιτυχίας οφείλεται στον William Kentridge, διάσημο νοτιοαφρικανό εικαστικό και σκηνοθέτη, που υπέγραφε την παραγωγή. Ήδη κατά την πρώτη της παρουσίαση, είχε κερδίσει επαίνους και όχι χωρίς λόγο. Στενά συνεργαζόμενος και συνδημιουργώντας με τις Greta Goiris (κοστούμια), Sabine Theunissen (σκηνικά) και Urs Schönebaum (φωτισμοί), έστησε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη. Η τεχνική του κολάζ σπαραγμάτων εφημερίδων και εικόνων, οι ταχύτατα εναλλασσόμενες προβολές (Catherine Meyburgh, video compositor και editor), το παιχνίδι των σκιών, χρωμάτων, σχημάτων, επιγραφών στη ρώσικη ή αγγλική γλώσσα, αντικειμένων και μεγεθών, εμπνέονταν από την τέχνη της επονομαζόμενης ρώσικης πρωτοπορίας και συντελούσαν στην ανάδειξη της ασφυκτικά πιεστικής, σε στιγμές παράλογης και χαοτικής γραφειοκρατικής ατμόσφαιρας του έργου. Σου δινόταν η εντύπωση ότι παρακολουθούσες όνειρο, το οποίο διαδραματιζόταν κατά τη σταλινική εποχή που ζούσε ο συνθέτης.
Περίπου δύο ώρες, τόση είναι η διάρκεια της όπερας, χωρίς διάλειμμα, θαυμάζαμε την επινοητικότητα και ζηλευτή ιδιοφυία του νεαρού τότε συνθέτη. Οι τραγουδιστές στήριξαν τα στοιχεία του έργου με περίσσεια αφιέρωση και ταλέντο. Ειδικότερα,  ο βαρύτονος Paulo Szot, τον οποίον έχουμε θαυμάσει σε μεγάλους ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου (πρόκειται για έναν από τους αρτιότερους σύγχρονους ερμηνευτές του Mozart), έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία την ρυθμικά απαιτητική παρτιτούρα. Έπαιξε και τραγούδησε με οίστρο και γοητεία. Ο τενόρος Andrey Popov, μπήκε στο πετσί του αστυνομικού επιθεωρητή, αποδίδοντας με άφθονη δόση μουσικοθεατρικής έντασης και νευρικότητας (ορθότερα, υστερίας και νευρωτισμού). Τον ρόλο της περιπατητικής μύτης κράτησε ο Alexander Lewis, καλλιτέχνης του μουσικού θεάτρου, που έχει διακριθεί για τις συμμετοχές του σε γνωστά musicals. Φρόντισε τόσο για την ενδιαφέρουσα κίνηση της μύτης (!) όσο και για την σωστή ερμηνεία του φωνητικού μέρους. Από τους πάμπολλους μικρότερους ρόλους ξεχωρίσαμε τους  Gennady Bezzubenkov (απολαυστικός γιατρός!), Ying Fang (κόρη της κυρίας Podtochina), Vladimir Ognovenko (Yakovlevich), Claudia Waite (Praskovya Osipovna) και Sergei Skorkhodov (υπηρέτης του Kovalyov), που τραγούδησαν και έπαιξαν με ιδιαίτερη ένταση και μουσικότητα.
Άξιος πολλών επαίνων ήταν η απόδοση του νεαρού αρχιμουσικού Pavel Smelkov (μαθητή των Ilya Musin και Mikhail Kukushkin), ενός από τους πλέον προικισμένους της σύγχρονης Ρωσίας, ο οποίος αντικατέστησε τον διάσημο συμπατριώτη και ομότεχνό του, Valery Gergiev, που περιμέναμε ότι θα διηύθυνε την παράσταση, σύμφωνα με διαφημιστικά έντυπα που είχαν κυκλοφορήσει (ο Gergiev είχε διευθύνει άλλες παραστάσεις στο πλαίσιο αυτής της πρόσφατης αναβίωσης). Ο Smelkov φρόντισε για την πιστή απόδοση της παρτιτούρας, τόσο απαιτητικής όσον αφορά στα πολύπλοκα και ταχύτατα εναλλασσόμενα ρυθμικά σχήματα, στις δυναμικές και στα φωνητικά μέρη. Ο ίδιος είναι και συνθέτης, γεγονός που τον διευκόλυνε ακόμα περισσότερο στην κατανόηση της πολυσχιδούς δομής της σοστακοβιτσιανής παρτιτούρας. Η ορχήστρα της Met, όπως συνήθως σε μεγάλη φόρμα, βρέθηκε στα σταθερά και ερμηνευτικά γόνιμα χέρια του.
Κλείνοντας, αξίζει να αναφέρουμε ότι το κοινό που παρακολούθησε την εν λόγω όπερα, τόσο στην Αμερική, όσο και στην Αθηναϊκή της αναμετάδοση (κατάμεστη ήταν η αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας), υπήρξε φανερά πιο νεανικό από ότι συνήθως. Η σοβαρή, με τέχνη και σκέψη παρουσιασμένη πρωτοποριακή δημιουργία, πάντα έχει θέση στις καρδιές όλων των ηλικιών, αλλά κυρίως των νεαρότερων.





















Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Γνήσιο τσαϊκοφσκικό πάθος από Netrebko και Gergiev



 H Anna Netrebko ως Tatiana (φωτο: Μetropolitan Opera/ Ken Howard)


Τα έτη 1877 και 1878 είδαν τον Piotr Ilyich Tchaikovsky, τον μεγαλύτερο συνθέτη που πρόσφερε ποτέ η Ρωσία, σκυμμένο πάνω από την παρτιτούρα της όπεράς του, με τίτλο Eugene Onegin (Евгений Онегин). Στηριζόμενος σε μέρη της διάσημης νουβέλας του Alexander Pushkin (το λιμπρέτο ανήκει στον Konstantin Shilovsky), έδωσε ένα έργο μέγιστο, μεστό σε συναισθήματα, ρομαντικό, βαθύτατα τραγικό και ερωτικό, η υπόθεση του οποίου στρέφεται γύρω από την νεαρή Tatiana και τον ανεκπλήρωτο έρωτά της με τον Yevgeny Onyegin.
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) επέλεξε την εν λόγω όπερα για την έναρξη της φετινής καλλιτεχνικής της περιόδου επιστρατεύοντας μια πλειάδα εκλεκτών τραγουδιστών και έναν αρχιμουσικό, τον Valery Gergiev, ιδανικό για το ρώσικο ρεπερτόριο. Στο πλαίσιο των ζωντανών αναμεταδόσεων (Met Live in HD), παρακολουθήσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον την παραγωγή (5/10, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης).
Αναμφισβήτητη πρωταγωνίστρια της βραδιάς, στον κεντρικό ρόλο της Tatiana, ήταν η Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko. Η Netrebko, σε αυτή την ώριμη περίοδο της καλλιτεχνικής της σταδιοδρομίας, απέδωσε με μεγάλη γνώση και εμβάθυνση. Η σκιαγράφηση των συναισθημάτων της νεαρής ηρωίδας έγινε με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια και συγκίνηση. Βρήκαμε ότι η φωνή της Netrebko διανύει την καλύτερή της φάση, πλούσια σε όγκο, ηχοχρώματα και έκταση. Η περίφημη σκηνή του γράμματος (Puskai pogibnu ya), της πρώτης πράξης, βρήκε την τραγουδίστρια σε άψογη φωνητική φόρμα και στην κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση. Πέτυχε με απόλυτη συγκέντρωση να εισέλθει στο πνεύμα και στην ουσία του μουσικά και υποκριτικά τόσο εύφορου ρόλου που αντιμετώπιζε. Η σταδιακή μεταμόρφωσή της από απλή και συνεσταλμένη κοπέλα σε εκτυφλωτικής ομορφιάς κυρία των σαλονιών έγινε με τέχνη και προσοχή.
Δίπλα της, τόσο ο Mariusz Kwiecien (Eugene Onegin), όσο και ο Piotr Beczala (Lensky), υπήρξαν πραγματικά υποδειγματικοί στην ενσάρκωση των δικών τους απαιτητικών ρόλων. Με μεγάλη ικανοποίηση έβλεπε κανείς τρεις ελκυστικές προσωπικότητες να γεμίζουν τη σκηνή. Οι εύρωστες φωνές τους και η εκφραστική γενναιοδωρία τους συνέβαλαν στην ανάδειξη των ρόλων τους ρόλους. Οι ίδιοι σχημάτισαν ένα δυνατό όσο και απολύτως μοιραίο ερωτικό τρίγωνο με την Netrebko. Ο Beczala ήταν τόσο άμεσος και υποκριτικά έντονος στην τρίτη και τελευταία πράξη, αναδεικνύοντας το δράμα του συναισθηματικά καταρρακωμένου Onegin, ο οποίος κλωνίζεται από το γεγονός ότι η Tatiana, κάποτε παράφορα ερωτευμένη μαζί του, τώρα τον εγκαταλείπει αποφασίζοντας να μείνει πιστή στον σύζυγό της.
Ο Alexei Tanovitski, μπάσος που έχει κερδίσει τις εντυπώσεις σε μεγάλους ρόλους όπως οι Boris Godunov (Modest Mussorgsky), Macbeth (Giuseppe Verdi) και Rigoletto (Verdi), ενσάρκωσε συνδυάζοντας ευγένεια και κύρος.
Στους μικρότερους ρόλους, έπεισαν οι Larissa Diadkova, που με ώριμη φωνή απέδωσε τον ρόλο της τροφού Filippyevna, o John Graham-Hall, τραγουδώντας με την απαιτούμενη φινέτσα το μέρος του καθηγητή της γαλλικής γλώσσας Triquet, και η Elena Zaremba, πειστικότατη ως μητέρα της Tatiana.
Ο Gergiev, στο podium, εξασφάλισε μια ερμηνεία βαθύτατα ρώσικη, θαυμάσιας ροηκότητας, όλο αισθήματα, με αγάπη και περίσσιο ενδιαφέρον υποστηριγμένη. Άξιος πολλών επαίνων είναι ο τρόπος που έχει σκεφτεί και βιώσει τη μουσική αυτή. Από την λαμπρή ορχήστρα της Met εκμαίευσε έναν ήχο σκουρόχρωμο, θερμό και εκφραστικό, απολύτως ταιριαστό στην αθάνατη όσο και τραγική παρτιτούρα του συνθέτη.
Η παραγωγός Deborah Warner (που αντιμετώπισε προβλήματα υγείας κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της παραγωγής και χρειάστηκε να απουσιάσει για αρκετό διάστημα λόγω χειρουργείου) και η γνωστή ηθοποιός Fiona Shaw, που υπέγραφε  τη σκηνοθεσία και επωμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της προετοιμασίας της παραγωγής, ενθάρρυναν τους τραγουδιστές να φέρουν στην επιφάνεια όλη την μαύρη αγωνία του έργου με αμεσότητα.
Τα λειτουργικά σκηνικά του ιδιοφυούς Tom Pye, που πέτυχε να παρουσιάσει νατουραλιστικά τοπία και γοητευτικότατες εικόνες με τον καλύτερο τρόπο, τα έξοχα σε κομψότητα και εκλεπτυσμένο γούστο κοστούμια εποχής της γεννημένης στην Ελλάδα Chloe Obolensky (Chloe Georgaki-Obolensky) και οι εύστοχοι φωτισμοί του Jean Kalman, συνέδραμαν στην δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας και ενδυνάμωναν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν άνετα να δράσουν οι τραγουδιστές. Η κομψότητα του εικαστικού μέρους της παραγωγής και η περίπου κινηματογραφική απόδοση, ευχαρίστησαν και ταίριαξαν γάντι στα ζητούμενα του έργου (σημειώνεται ότι η ίδια παραγωγή, είχε ανέβει για πρώτη φορά το 2011, στην English National Opera).
O προικισμένος χορογράφος Kim Brandstrup φρόντισε να αποδώσει με την ανάλογη μεγαλοπρέπεια τη σκηνή του μεγάλου χορού της δεύτερης πράξης. Ο Gergiev και εδώ φρόντισε για την εύστοχη υπογράμμιση των ρυθμικών εναλλαγών.
Μια παραγωγή αντάξια των υψηλών προδιαγραφών της Met. Μακάρι να τη δούμε και σε DVD.