Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Μουσική δωματίου από Μουρίκη και Βρανούση. Συναυλίες Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.



Ντιάνα Βρανούση και Σπύρος Μουρίκης. Φωτο: Χάρης Ακριβιάδης


Ο κλαρινετίστας Σπύρος Μουρίκης ανήκει στους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του οργάνου του, σε παγκόσμια κλίμακα, με πολλές εμφανίσεις στην χώρα μας και σε μεγάλα μουσικά κέντρα του εξωτερικού. Αποσπά πάντα επαινετικές κριτικές.  Επιπλέον, εδώ και αρκετά χρόνια αφιερώνει χρόνο στην διδασκαλία και στην μεταλαμπάδευση της τέχνης του στις νεώτερες γενιές Ελλήνων μουσικών. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρακολουθήσαμε συναυλία μουσικής δωματίου, κατά την οποία συνέπραξε με την άξια πιανίστα Ντιάνα Βρανούση (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, 21/1).
Ειδικότερα, σε ένα απαιτητικότατο όσο και εκτενές πρόγραμμα, η συνεργασία των δύο εκλεκτών καλλιτεχνών αποδείχθηκε υψηλής στάθμης και εξαιρετικά καρποφόρα. Η βραδιά άνοιξε με τις Τρεις Ρομάντσες, Op. 94, του Robert Schumann. Εδώ, ο Μουρίκης, με καλοδουλεμένο ήχο, έξοχο legato και τεχνική, ανακάλυπτε και φώτιζε τη μεγάλη τραγουδιστική γραμμή της μουσικής, έχοντας στο πλάι του τη Βρανούση, η οποία με δακτυλική άνεση και ευαισθησία πρότεινε μια πρώτης τάξης συνοδεία. Στη συνέχεια, έργα μουσικής δωματίου και έργα σόλο έδωσαν την ευκαιρία στους δύο καλλιτέχνες να δείξουν τον σεβασμό τους απέναντι στους συνθέτες που επέλεξαν να προσεγγίσουν, την άρτια μουσικότητά τους και μια δεξιοτεχνία κυριολεκτικά ζηλευτή: Ernest Chausson (Andante et allegro), Francis Poulenc (Αυτοσχεδιασμοί αρ. 1 και 15, για σόλο πιάνο και Σονάτα για κλαρινέτο και πιάνο), Frederic Mompou (Πρελούδια αρ. 1 και 7 για σόλο πιάνο),  Jean Françaix (Θέμα με παραλλαγές), Leó Weiner (Pergi verbunk, Op. 40), Igor Stravinsky (Τρία κομμάτια για σόλο κλαρινέτο) και  Camille Saint-Saëns (Εισαγωγή και Rondo Capriccioso, Op. 28, σε διασκευή του Armin Suppan). Ας μας επιτραπεί, να ξεχωρίσουμε την ερμηνεία της Σονάτας του Poulenc, έργο το οποίο οι Μουρίκης και Βρανούση απέδωσαν με απόλυτη κατανόηση της μελαγχολικής αισθαντικότητας (σε στιγμές, σχεδόν ανυπόφορα οδυνηρής), του λεπτού σαρκασμού και των στιγμών στωικής σκέψης, που διέπουν το έργο.  
Το υπόλοιπο του κριτικού μας σημειώματος αφορά σε δύο συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ).
Η πρώτη δόθηκε στις 23/1, στο ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, έναν μεγαλοπρεπή χώρο, που θυμίζει άλλες εποχές. Βρήκαμε την ακουστική της αίθουσας ιδιαίτερα ικανοποιητική, γεγονός που μας κάνει να επιθυμούμε την παρακολούθηση και άλλων συναυλιών της ΚΟΑ στον χώρο. Ο  Νίκος Χαλιάσας στάθηκε στο podium της ορχήστρας αποσπώντας εκφραστικές και εκλεπτυσμένες αναγνώσεις της Συμφωνίας αρ. 1 (Κλασική), Op. 25, του Sergei Prokofiev, του Κοντσέρτου για Κοντραμπάσο του Johann Baptist Wanhal και της Συμφωνίας του Georges Bizet. Σολίστ στο έργο του Wanhal ήταν ο Νίκος Τσουκαλάς, που με μεγάλο ήχο χάρισε μια σοβαρών προθέσεων εκτέλεση.
Η επόμενη συναυλία της ΚΟΑ, που ακούσαμε, δόθηκε στις 31/1, στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης). Το τιμόνι της ορχήστρας ο βραβευμένος νέος Πολωνός αρχιμουσικός Michal Nestrowicz. Η βραδιά άνοιξε με το πρώτο μέρος από το μπαλέτο Έρως και Ψυχή του διακεκριμένου συνθέτη Γιώργου Ζερβού. Μαέστρος και ορχήστρα υπογράμμισαν με νόημα τις σελίδες της προσεκτικά ενορχηστρωμένης ατμοσφαιρικής παρτιτούρας, που σε ύφος και διάθεση έφερνε στο νου τα αργά μέρη συμφωνικών έργων του Gustav Mahler.  Στη συνέχεια, η Γωγώ Ξαγαρά, υποστήριξε μια γοητευτικά λυρική όσο και δεξιοτεχνικά σίγουρη ερμηνεία του σολιστικού μέρους του αριστοτεχνικού Κοντσέρτου για άρπα και ορχήστρα του François-Adrien Boieldieu, του "Γάλλου Mozart", όπως τον αποκαλούσαν στην εποχή του. Η ΚΟΑ, υπό τον Nestrowicz, της πρόσφερε μια προσεκτική και μέσα στο σωστό ύφος δομημένη συνοδεία. Εκτός προγράμματος, η σολίστ χάρισε μια στοχαστική ανάγνωση  της Σονάτας L118, K466, του Domenico Scarlatti.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, οι αρετές της συνεργασίας ορχήστρας και μαέστρου, μπόρεσαν να αναδειχθούν στο ακέραιο. Η Συμφωνία αρ. 5, Op. 64, του Pyotr Ilyich Tchaikovsky, ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του διεθνούς συμφωνικού ρεπερτορίου, ολοκληρωμένου το καλοκαίρι του 1888, βρήκε την ΚΟΑ σε λαμπρή φόρμα. Η σφοδρή δραματικότητα της μουσικής, η θεατρική διάθεση (δινόταν μεγάλη έμφαση στις εναλλαγές δυναμικής), όπως και ο ευαίσθητος λυρισμός (δεύτερο μέρος, Andante cantabile), ήρθαν στην επιφάνεια με προσοχή και σκέψη. Όμως,  σε στιγμές, κυρίως κατά τα εξωτερικά μέρη της συμφωνίας (Andante-Scherzo: Allegro con anima και Finale: Allegro maestoso-Allegro vivace-Moderato Assai e molto maestoso), αισθανθήκαμε ότι έλειψε κάπως η διάθεση εμβάθυνσης στο ψυχογραφικό σύμπαν της παρτιτούρας. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί για μια εκτέλεση που υπήρξε μεστή, γεμάτη ένταση και ενθουσιασμό. Επιπλέον, ο ήχος της ορχήστρας ήταν άρτια δουλεμένος και γεμάτος ηχοχρώματα.  Ένα μεγάλο «εύγε» οφείλεται στον κορνίστα της ορχήστρας Σπύρο Κάκο για την άμεμπτη, τονικά σωστή και όλο συναίσθημα, απόδοση του σημαντικού όσο και τονικά επικίνδυνου σόλο κατά το δεύτερο μέρος, Andante cantabile.


O μαέστρος Michal Nestrowicz






Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ο “Macbeth” της ΕΛΣ



Δήμητρα Θεοδοσίου (Lady Macbeth) και Δημήτρης Τηλιακός (Macbeth) σε σκηνή της όπερας "Macbeth". Φωτο: ΕΛΣ/Stefanos.



Ο William Shakespeare ήταν ανάμεσα στους πιο αγαπημένους συγγραφείς του Giuseppe Verdi, ο οποίος υποστήριζε ότι τον προτιμούσε ακόμα και από τους Έλληνες τραγικούς. Μολονότι τελικά συνέθεσε μόνο τρεις όπερες βασισμένες σε θεατρικά έργα του κορυφαίου Άγγλου δραματουργού (τις Macbeth, Othello και Falstaff), κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας του εξέτασε, μετά από διάφορες προτάσεις που του είχαν γίνει, το ενδεχόμενο να γράψει διάφορες όπερες βασισμένες σε σαιξπηρικά έργα όπως  Η Καταιγίδα (The Tempest), Hamlet και Βασιλιάς Ληρ (King Lear). Τελικά, δυστυχώς, απέρριψε όλες τις σκέψεις.  
Μάλιστα, στην περίπτωση του King Lear, ο Ιταλός λιμπρετίστας Antonio Somma είχε ολοκληρώσει ένα ποιητικό κείμενο ειδικά για εκείνον. O Verdi για αρκετά χρόνια επεξεργαζόταν την ιδέα της σύνθεσης του Lear, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία του,  δίχως όμως κανένα τελικό αποτέλεσμα. Όταν κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, πρότεινε στον νεαρό Pietro Mascagni να συνθέσει μια όπερα πάνω στο ίδιο έργο και ρωτήθηκε από εκείνον, γιατί δεν το είχε νωρίτερα πράξει ο ίδιος, ο γηραιός τιτάνας, απάντησε ότι η σκηνή που βρίσκει τον Βασιλιά στον θαμνότοπο (σκηνή της καταιγίδας), τον τρόμαζε υπερβολικά. Ακόμα και μετά τον ύστατο Falstaff, φήμες υποστήριζαν ότι ο Verdi θα συνεργαζόταν με τον λιμπρετίστα του Arrigo Boito για την δημιουργία της όπερας Re Lear. Δεν τολμά κανείς να φανταστεί, τι αριστούργημα θα είχε γεννηθεί, στην περίπτωση που το είχε φέρει στη ζωή ο Verdi.
Η πρεμιέρα της πρώτης από τις τρεις σαιξπηρικές όπερες του Verdi, με τίτλο Macbeth (σε λιμπρέτο του Francesco Maria Piave και σε τέσσερις πράξεις), ήταν η δέκατη κατά σειρά οπερατική δημιουργία του και ανέβηκε για πρώτη φορά στις 14/3/1847 στο Teatro della Pergola της Φλωρεντίας, υπό τη διεύθυνση του ίδιου του μουσουργού, με μια εντυπωσιακής ποιότητας διανομή, στελεχωμένη από σπουδαία ονόματα όπως ο Γάλλος βαρύτονος Felice Varesi και η Ιταλίδα σοπράνο Marianna Barbieri-Nini στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η αδιαμφισβήτητη επιτυχία της όπερας, έφερε χαρά, δόξα και χρήματα στον συνθέτη. Λίγο μετά την πρεμιέρα, αφιέρωσε την παρτιτούρα στον πεθερό του ομολογώντας ότι πρόκειται για την πιο αγαπημένη, από όλες του τις όπερες. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1865,  επεξεργάστηκε το ίδιο έργο για ανέβασμα στο Théâtre-Lyrique Impérial du Châtelet στο Παρίσι και σε γαλλική μετάφραση. Πρόσθεσε μουσική για το πρωταγωνιστικό ζεύγος (πρώτη και τρίτη πράξη), επίσης, μουσική μπαλέτου (τρίτη πράξη), άλλαξε τις  καταλήξεις της τρίτης και τέταρτης πράξης, κλείνοντας την όπερα με ένα μεγάλο χορωδιακό. Η παραγωγή της δεύτερης αυτής εκδοχής δεν γνώρισε την επιτυχία της πρώτης, καίτοι αυτή είναι η εκδοχή που ακούγεται συχνότερα στις μέρες μας (στην ιταλική γλώσσα, βέβαια, και με την ενσωμάτωση της τελευταίας άριας του Macbeth, Mal per me che m'affidai, που περιλαμβάνεται στην πρώτη εκδοχή).
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη) παρουσίαση μια νέα παραγωγή του έργου, μεταξύ 17 και 26/1. Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Lorenzo Mariani, o οποίος ειδικεύεται σε παραγωγές όπερας και σήμερα κρατά τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Teatro Massimo του Παλέρμο. Πρότεινε μια σαφώς εκμοντερνισμένη εκδοχή της όπερας, αρκετά τολμηρή, παρουσιάζοντας μεγάλο μέρος της πλοκής να λαβαίνει χώρα μέσα σε χώρο που έμοιαζε με πυρηνικό εργοστάσιο. Ανάμεσα σε άλλα, παρουσιάζει τον Macbeth και τον Banco να καταφθάνουν με αλεξίπτωτα στην αρχή της όπερας (το τυχοδιωκτικό μέρος τους χαρακτήρα του Macbeth, μάλλον προβαλλόταν εδώ), ενώ στη συνέχεια και σε διαφορετικές σκηνές, δείχνει ένα κατακόκκινο βαγόνι ή ένα όντως τεράστιο καζάνι που βράζει. Τρεις μάγισσες κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους, εκτός από τις μάγισσες της χορωδίας που προβλέπει η όπερα και που στην σκηνοθεσία απασχολούνται με διάφορες εργασίες (ακόμα και με το σφουγγάρισμα του χώρου του πυρηνικού εργοστασίου). Κατά την διάρκεια της άριας της υπνοβασίας (τελευταία πράξη, Una macchia è qui tuttora!), η Lady Macbeth κρατά ένα μωρό στα χέρια της, το οποίο σε κάποια στιγμή πετάει στο πάτωμα με δύναμη (το κεφάλι της κούκλας-μωρό αποκόπτεται από το σώμα με χαρακτηριστικό τρόπο). Η επιλογή αυτή μας κέντρισε την  προσοχή αποκτώντας ιδιαίτερο νόημα ως επιθυμία της ηρωίδας να φέρει στη ζωή τον διάδοχο του θρόνου και πιθανόν, να βιώσει μια οικογενειακή ζωή με τον άνδρα της (εδώ παρουσιαζόταν μια πιο ανθρώπινη πλευρά της φοβερής αυτής γυναίκας). Ο Mariani επιχείρησε να φωτίσει τον πολύπλοκο ψυχισμό των δύο πρωταγωνιστικών ρόλων και να υπογραμμίσει την αντίδραση στο αίσθημα του φόβου. Είδε τον Macbeth ως θύμα του φόβου του και θύμα της εξάρτησής του από την γυναίκα του και από τις μάγισσες, όπως ο ίδιος υποστηρίζει. Αντιλήφθηκε ακόμα και τη Λαίδη, ως θύμα του άνδρα της. Η άποψή του είχε ενδιαφέρον (κυρίως στον τρόπο που ανεδείκνυε τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των δύο κεντρικών χαρακτήρων), εντούτοις, με τις πολλές, ιδιαίτερες και ενίοτε ακραίες επιλογές του, βρήκαμε ότι πολλές φορές απομακρυνόταν επικίνδυνα από τα θεμελιώδη ζητούμενα της παρτιτούρας και τελικά, από τις επιθυμίες του ίδιου του συνθέτη.
Τα σκηνικά του Maurizio Balò ήταν ογκώδη και ενίσχυαν τη συμβολική διάσταση των αντικειμένων  (μεγάλοι θρόνοι, τεράστιο καζάνι με χημικό υγρό που έβραζε,  μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με κατακόκκινο τραπεζομάντιλο και γενικότερα, άφθονο κόκκινο, γκρίζο και μαύρο χρώμα). Τα κοστούμια της Silvia Aymonino ήταν με φαντασία σχεδιασμένα και αρκετά κομψά μέσα στο μοντέρνο ύφος τους. Κινηματογραφικού χαρακτήρα υπήρξαν οι επιτυχημένοι φωτισμοί του Linus Felbom.
Βρήκαμε ότι σε φωνητικό επίπεδο η παράσταση λειτούργησε καλύτερα. Στις δύο παραστάσεις που παρακολουθήσαμε (17 και 18/1), με διαφορετικές διανομές, τους ρόλους επωμίσθηκε μια ομάδα από Έλληνες λυρικούς καλλιτέχνες και μία Ουκρανή υψίφωνος.
Πιο συγκεκριμένα, τον ρόλο του Macbeth ενσάρκωσαν οι Δημήτρης Τηλιακός (17/1) και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος (18/1, ο οποίος κάλυψε και τις παραστάσεις του Δημήτρη Πλατανιά, που αποσύρθηκε για λόγους υγείας): και οι δύο κατείχαν τον ρόλο σε βάθος, προσφέροντας μια ενσάρκωση νεανικά δυναμική, ο πρώτος, και στη λεπτομέρειά της μελετημένη, ο δεύτερος. Ειδικά ο Χριστογιαννόπουλος έδειξε να έχει ασχοληθεί με τις επιμέρους ψυχογραφικές πτυχές του ρόλου και να διαθέτει τις φωνητικές ποιότητες που απαιτούνται, επιβλητική έκφραση, καθαρή άρθρωση, ωραίο legato και ασφαλείς χαμηλές νότες. Με μαύρη σατανική διάθεση και σίγουρη αίσθηση της πορείας του ρόλου, προσέγγισε επιτυχώς το μέρος του αιμοσταγούς ήρωα. 
Lady Macbeth της πρώτης διανομής ήταν η Δήμητρα Θεοδοσίου, που με την γνωστή της ευαισθησία και ωραία φωνή ερμήνευσε τον ρόλο της. Εντούτοις, δίχως αμφιβολία, ήταν η Ουκρανή συνάδελφός της, Tatiana Melnychenko, που πέτυχε να χαρίσει μια ηρωίδα μουσικά και δραματικά εξαιρετικά πειστικότερη (18/1). Οι αξιοσημείωτες φωνητικές ποιότητες, η βέβαιη τεχνική, η άνεση στις νότες τις υψηλής και χαμηλής περιοχής (εκπληκτική υπήρξε στην άρια της πρώτης πράξης, Vieni! t'affretta!), και ιδίως η αμεσότητα της έκφρασης και η διάθεσή της να εισχωρήσει στον άγριο, μοχθηρό και επικίνδυνα απειλητικό χαρακτήρα της ηρωίδας, μας κέρδισαν από την πρώτη στιγμή. Πράγματι, στόχευσε και πέτυχε στην ανάδειξη μιας Lady ιδιαίτερης και κάθε στιγμή ενδιαφέρουσας.
Τον ρόλο του Banco ανέλαβαν οι Τάσος Αποστόλου (17/1) και Πέτρος Μαγουλάς (18/1). Ο πρώτος απέδωσε με προσοχή και σωστή δόση δραματικότητας, ενώ ο  δεύτερος, μας κέρδισε με την καλά δουλεμένη και ωραίου ηχοχρώματος φωνή του.  Στον ρόλο του Macduff ευχαρίστησαν οι Δημήτρης Πακσόγλου (17/1) και Βαγγέλης Χατζησίμος (18/1) τραγουδώντας με τον απαιτούμενο εξωστρεφή λυρισμό την ωραιότατη άρια Ah, la paterna mano, της τέταρτης πράξης. Ο Χατζησίμος λάξευσε τις φράσεις με περισσή ευαισθησία και γνήσιο ιταλικό στυλ.
Τον ρόλο του Malcolm μοιράστηκαν οι δύο προικισμένοι νέοι τενόροι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος (17/1) και Γιώργος Ζωγράφος (18/1) ικανοποιώντας με τη μουσική και υποκριτική τους ζέση. Οφείλουμε εδώ να τονίσουμε ότι παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την πορεία του Ζωγράφου, που έχει λάβει την υποτροφία Μαρία Κάλλας και συνεχίζει τις σπουδές του στο Μιλάνο. Πρόκειται για έναν σοβαρότατο νέο λυρικό καλλιτέχνη στο ξεκίνημά του, που συνδυάζει μεγάλων διαστάσεων και έκτασης θερμή φωνή με μια θαυμάσια παλέτα συναισθημάτων. Πραγματικά, πιστεύουμε ότι η ΕΛΣ αξίζει να επενδύσει σε αυτόν και να του εμπιστευθεί μεγαλύτερους ρόλους, τους οποίους είμαστε βέβαιοι ότι θα ερμηνεύσει επιτυχώς.
Αντίστοιχα τις δύο μέρες, τους μικρότερους ρόλους κράτησαν οι φωνητικά και υποκριτικά επαρκείς Αντωνία Καλογήρου και Σοφία Κυανίδου (Ακόλουθος της Lady Mackbeth), Διονύσης Τσαντίνης και Παύλος Σαμψάκης (Γιατρός/Υπηρέτης του Macbeth), Χρήστος Αμβράζης και Νίκος Συρόπουλος (Δολοφόνος/Αγγελιοφόρος), Παύλος Μαυρόπουλος και Θεόδωρος Μοραΐτης (Α’ Οπτασία), Μαρία Ζωή και Τριανταφυλλιά Γεωργιάδου (Β’ Οπτασία) και Μαριλένα Στριφτόμπολα και Διαμαντή Κριτσωτάκη (Γ’ Οπτασία).   
Η χορωδία της ΕΛΣ ερμήνευσε τα εκτενή μέρη της (σε αυτή την όπερα κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο) μεγαλοπρεπώς και ήταν άρτια προετοιμασμένη (διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος).
Ο Μύρων Μιχαηλίδης και η ορχήστρα της ΕΛΣ συνόδευσαν τους τραγουδιστές και τη χορωδία προσεκτικά και με μουσικότητα. Εντούτοις, δεν κρύβουμε, ότι κατά την πρεμιέρα (17/1), κυρίως κατά την πρώτη πράξη, σε στιγμές είχαμε την αίσθηση ότι έλειπε η διάθεση ανάδειξης της αγωνία και του τρόμου της μουσικής, η σαφήνεια στην αίσθηση κατεύθυνσης και η ικανότητα να ξεδιπλωθούν οι μεγάλες λυρικές φράσεις με την κατάλληλα χρωματισμένη βερντιάνικη ρομαντική διάθεση, που –ω, ναι!- οφείλει πολλά στο είδος του bel canto. Επιπλέον, κατά την άποψή μας, γενικότερα από την ερμηνεία είχε αφαιρεθεί αρκετό από το μουσικό δηλητήριο με το οποίο ο Verdi, σε αυτή την τόσο  σκοτεινή του όπερα, μπολιάζει τα μέρη των μαγισσών και του σατανικού ζεύγους. Ωστόσο,   η δεύτερη παράσταση (18/1) κύλησε με ομολογουμένως μεγαλύτερη μουσική άνεση και ορθότερη ρυθμική άρθρωση, ενώ υπήρξε λιγότερο μονοδιάστατη από ότι η προηγούμενη.
Το εκτενές μπαλέτο της τρίτης πράξης, χορογραφημένο με θεατρικό αίσθημα από τον Renato Zanella, έδεσε με το πνεύμα της πλοκής της όπερας, παρουσιάζοντας διάφορες μορφές που έμοιαζαν με νεκρικά πνεύματα και αδικοχαμένες νύφες (η μια ομάδα χορευτριών φορούσε νυφικά), που λες ότι είχαν ξεπηδήσει από τον  Άδη.
Πιθανόν, αν και όταν ξαναπαρουσιαστεί η εν λόγω παραγωγή στη νέα στέγη της ΕΛΣ (έχει ανακοινωθεί ότι οι πρόσφατες παραγωγές που ανέβηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, θα ενταχθούν στο σταθερό ρεπερτόριο του νέου λυρικού θεάτρου στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος), πολλές σκηνοθετικές, αλλά και μουσικές ιδέες, που απαιτούν χρόνο ωρίμανσης, να αποδειχθούν πιο πειστικές και να ισορροπήσουν καλύτερα. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, γεγονός είναι ότι η μουσική του στιβαρής δραματικής στρουκτούρας επικού Macbeth είναι τόσο ιδιοφυής, άψογα δουλεμένη, πλήρης και εμπνευσμένη, που «σώζεται» ακόμα και κάτω από δύσκολες συνθήκες και δεν χάνει ποτέ την δύναμη να συναρπάζει και να συγκινεί.



Υγ. Προετοιμάζοντας την παρούσα κριτική επιστρέψαμε στην υψηλών μουσικών και σκηνοθετικών προδιαγραφών κλασική πλέον ατμοσφαιρική κινηματογραφική παραγωγή του Macbeth, που είχε υπογράψει ο Γάλλος σκηνοθέτης Claude dAnna το 1987, παραμένοντας πιστός στις απαιτήσεις της παρτιτούρας. Με υποδειγματικούς πρωταγωνιστές τους Leo Nucci (Macbeth), Shirley Verrett (συγκλονιστική Lady Macbeth!) και Samuel Ramey (Banco),  που υποστηρίζουν δυνατές ερμηνείες, υπό την έξοχη καθοδήγηση του αρχιμουσικού Riccardo Chailly, παραμένει μια από τις αγαπημένες μας απαθανατισμένες εκδοχές της όπερας (DVD Deutsche Grammophon/Universal).





  Tatiana Melnychenko (Lady Macbeth) και Τάσης Χριστογιαννόπουλος (Macbeth) σε σκηνή της όπερας "Macbeth". Φωτο: ΕΛΣ/Stefanos.




 Οι Βαγγέλης Χατζησίμος (Macduff) και Γιώργος Ζωγράφος (Malcolm) στην τελική σκηνή της όπερας "Macbeth". Φωτο: ΕΛΣ/Stefanos.

 


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η αποκαλυπτική Τζίνα Φωτεινοπούλου ξεδιπλώνει μυθ-ιστορίες γυναικών



Η Τζίνα Φωτεινοπούλου στις "Μυθ-ιστορίες γυναικών"



Είναι γεγονός ότι η Τζίνα Φωτεινοπούλου είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και εκπληκτικά προικισμένες σύγχρονες Ελληνίδες τραγουδίστριες. Έχοντας αρχικά διδαχθεί κλασικό τραγούδι από την Κική Μορφονιού, συνέχισε τις σπουδές της στο Λονδίνο μελετώντας παραστασιακές τέχνες (μουσική, υποκριτική και χορό) και ειδικεύθηκε στο musical. Τα τελευταία χρόνια την έχουμε απολαύσει σε πολλές επιτυχημένες παραστάσεις, λ.χ. στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Θεόφραστος Σακελλαρίδης, Βαφτιστικός, 2012) και Εθνική Λυρική Σκηνή (Franz Lehár, Η Εύθυμη Χήρα, 2012, και Σακελλαρίδης, Η Χαλιμά, 2013).
Κάθε φορά με θαυμασμό στεκόμαστε μπροστά στο πολύπλευρο ταλέντο της, που συνδυάζει αξιοσημείωτες φωνητικές ποιότητες και ζηλευτή υποκριτική- κινησιολογική δύναμη, ωστόσο βρήκαμε ότι κατά την τελευταία της παραγωγή με γενικό τίτλο, «Μυθ-ιστορίες γυναικών», που παρακολουθήσαμε στις 22/1, στο loft του θεάτρου Badminton, ξεπέρασε ακόμα και τα δικά της ήδη υψηλά standards. Η πιο συναρπαστική της εμφάνιση; Ασφαλώς!   
Αναλυτικότερα, σε μια παράσταση πραγματικό «tour de force», που διαρκεί περίπου δύο ώρες παρά ένα τέταρτο, δίχως διάλειμμα, η   Φωτεινοπούλου εξερευνά τη γυναικεία ύπαρξη μέσα από διάσημα τραγούδια των Kurt Weill, Charles Dumont, John Kander, Jacques Brell, Μάνου Χατζιδάκι κ.ά. τα οποία έγιναν γνωστά από πολυαγαπημένους τραγουδιστές όπως οι   Lotte Lenya, Édith Piaf, Jacques Brell, Liza Minnelli και  Dulce Pontes, για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα ονόματα που θυμηθήκαμε κατά τη βραδιά. Εντούτοις, οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε,  ότι δεν επρόκειτο για μια απλή παράθεση τραγουδιών (κάθε άλλο!), αλλά για μια βιωματική αποκάλυψη της πολύπτυχης γυναικείας μορφής μέσα από αυτά. Tα τραγούδια είχαν συνδυαστεί με εύστοχο τρόπο, που σου έδινε την εντύπωση ότι οι συνθέτες είχαν συνεργαστεί για αυτή την στέρεα δομημένη σουίτα δημιουργημένη ακριβώς για την εν λόγω παράσταση.
Ποιητικά κείμενα της ίδιας της καλλιτέχνιδας, γραμμένα με σπάνια αισθαντικότητα φτασμένης ποιήτριας, λειτουργούσαν ως εύστοχοι συνδετικοί δεσμοί ανάμεσα στα τραγούδια.
Ειδικότερα, με μεγάλη εκφραστική ένταση και καλλιτεχνική γενναιοδωρία, φωνή εντυπωσιακού εύρους, πολλών  αυξομειώσεων δυναμικής και ποικίλων ηχοχρωμάτων, με μια επιβλητικότατη σκηνική παρουσία (πρόκειται για πραγματική καλλονή!) και έξοχο μουσικό ένστικτο, η Φωτεινοπούλου βουτούσε βαθιά μέσα στον ερωτικό, άλλοτε τρυφερό, άλλοτε βασανιστικά μοιραίο, σκοτεινό, εσωστρεφή ή φωτεινό κόσμο των τραγουδιών, που επέλεξε να ερμηνεύσει, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα πολύπτυχο εμπειριών ζωής. Εκτός από τα αδιάψευστα μουσικά της προσόντα, μπορέσαμε παράλληλα να εκτιμήσουμε και τα υποκριτικά της χαρίσματα, τα οποία θριάμβευσαν τόσο μέσω της εξπρεσιονιστικής και άμεσης κίνησής της όσο και μέσω του ιδιαίτερα προσωπικού τρόπου με τον οποίον μάς μετέφερε τα δικά της ποιητικά κείμενα.
Η αιώνια γυναίκα με το «ένα» και τα «πολλά» της πρόσωπα, η θάλασσα, η ποίηση της ζωής, αλλά και η φλόγα, η μέθη, ο φόβος, η τόλμη,  όπως και η πικρία που πολλές φορές αφήνει πίσω του ο έρωτας οδηγώντας τα πληγωμένα θύματά του να αναζητήσουν λυτρωτικές διεξόδους προς το φως και ως νικητές πλέον να ανακαλύψουν νέες δυνάμεις και μυστικούς κόσμους, βρίσκουν στο πρόσωπο της Φωτεινοπούλου την ιδανική τους ενσαρκώτρια.
Πολύτιμοι συνοδοιπόροι της σε αυτή την παραγωγή:  ο πιανίστας και συνθέτης Γιώργος Δούσης, που με υποδειγματική αίσθηση των ζητουμένων του χαρακτήρα των τραγουδιών και μεγάλη δακτυλική άνεση προσφέρει μια πρώτης τάξης συνοδεία, και ο διακεκριμένος όσο και πολύπειρος χορογράφος Φωκάς Ευαγγελινός, που με διεισδυτική ματιά και υψηλή αισθητική κινεί με νόημα την Φωτεινοπούλου, ενθαρρύνοντάς την να δώσει τον καλύτερό της εαυτό.
Τέλος, σημαντικός μοχλός της παράστασης είναι η χαρισματική όσο και δραστήρια σύμβουλος  παραγωγής και υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων Αλίκη Δανάλη, που φρόντισε για την αψεγάδιαστη διεξαγωγή και προβολή του δρώμενου.
Οι παραστάσεις λαβαίνουν χώρα κάθε Τετάρτη, μέχρι της 26 Φεβρουαρίου. Μην χάσετε την ευκαιρία να γίνετε μάρτυρες μιας όντως διεθνών προδιαγραφών μουσικής κατάθεσης!