Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Αθηναϊκές εμφανίσεις Ελλήνων μουσικών που σταδιοδρομούν στο εξωτερικό


Ο αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής (φωτο: Anton Zavjyalov)













Πάντα με ιδιαίτερη χαρά παρακολουθούμε εμφανίσεις στην Αθήνα μουσικών που έχουν φύγει από την χώρα μας και διαπρέπουν με επιτυχία εκτός συνόρων. Τους τελευταίους μήνες γίναμε μάρτυρες καταθέσεων τριών τέτοιων καλλιτεχνών.
Πιο συγκεκριμένα, στις 6/2, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β.& Μ. Θεοχαράκη, ακούσαμε ρεσιτάλ του νεαρού Θεσσαλονικιού πιανίστα Πάρι Τσενίκογλου (γ. 1989), που μετά από τις σπουδές του στο Ωδείο της Κατερίνης, συνέχισε την εκπαίδευσή του στη Γερμανία (Hochschule für Musik und Theater München) και την Αυστρία (Mozarteum Salzburg).
Το πρόγραμμα που επέλεξε να παρουσιάσει (ένα πρόγραμμα πολύ κοντά στην καρδιά της Gina Bachauer!) τον βόηθησε να ξεδιπλώσει με ιδιαίτερη ευαισθησία τις αρετές της τέχνης του. Άνοιξε το ρεσιτάλ του με την πρώτη σειρά (1ere série) από το έργο Images του Claude Debussy: με γούστο, προσοχή στην ανάδειξη των ηχοχρωμάτων και στη δημιουργία ατμόσφαιρας πρότεινε τα τρία μέρη του έργου (Reflets dans l’eau, Hommage à Rameau και Mouvement).
Στην συνέχεια παρέδωσε μια ευφάνταστη ανάγνωση ενός άλλου πολυαγαπημένου γαλλικού τριπτύχου, αυτή τη φορά του Maurice Ravel: στον Gaspard de la nuit βρήκε την ευκαιρία να αφηγηθεί με αμεσότητα τις εικόνες και τα άλλοτε παραμυθένια, άλλοτε μακάβρια ή τρομακτικά αισθήματα, που αναδύονται από τα τρία μέρη του κύκλου (Ondine, Le gibet και Scarbo).
Το δεύτερο μέρος του ρεσιτάλ καλύφθηκε από το πρώτο βιβλίο των Πρελουδίων (Préludes) του Debussy. Λάβαμε αναγνώσεις που φώτιζαν με αμεσότητα και ενέργεια τα δώδεκα κομμάτια του κύκλου. Ο νεαρός μουσικός, με γρήγορη σκέψη (η ταχύτητα της σκέψης του και τα γρήγορα reflexes των δαχτύλων του εντυπωσίασαν σε δεξιοτεχνικά μέρη όπως το Scarbo), υποδειγματική χρήση των pédales και βαθύτατη αισθαντικότητα, στοιχεία που υποστηρίζονταν από μια πολύ καλά δουλεμένη τεχνική, ήταν σε θέση να αγγίξει τον πυρήνα των έργων που επέλεξε να προσεγγίσει. Δεν έχουμε ακούσει το νέο album που ηχογράφησε πρόσφατα με έργα Debussy (Images, το πλήρες έργο) και Frédéric Chopin (Préludes, Op. 28), ωστόσο είμαστε βέβαιοι ότι οι ποιότητες του παιξίματός του και η θερμή του μουσική προσωπικότητα, θα έχουν εντυπωθεί καλά στις απαθανατισμένες αυτές καταθέσεις (Oehms Classics, OC864).
Μερικές μέρες αργότερα, 15/2, στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και στο πλαίσιο του επιτυχημένου κύκλου ρεσιτάλ με γενικό τίτλο "To piano στα forte του" (καλλιτεχνική διεύθυνση του δραστήριου πιανίστα Στέφανου Νάσου), παρακολουθήσαμε το πολυαναμενόμενο ρεσιτάλ του Δημήτρη Βασιλάκη.  Ο Βασιλάκης, που εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στο Παρίσι, είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως ο πιανίστας του Ensemble Intercontemporain (το οποίο ίδρυσε ο Pierre Boulez) και ως ιδανικός ερμηνευτής έργων συνθετών του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα (οι ερμηνείες έργων του Ιάννη Ξενάκη και Boulez έχουν αφήσει εποχή). Το αθηναϊκό του ρεσιτάλ δεν περιέλαβε έργα σύγχρονων συνθετών, αλλά δημιουργών παλαιότερων εποχών. Πιο συγκεκριμένα, ο πιανίστας άνοιξε με προσεκτικά αρθρωμένες ερμηνείες τεσσάρων Σονατών του Domenico Scarlatti (Largo, Κ. 125, Κ. 427, Κ. 454). Αποφεύγοντας κάθε εκφραστική υπερβολή παρέδωσε ευθύβολες αναγνώσεις των σύντομων μα τόσο περιεκτικών σε στοχασμό αυτών έργων. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τον εκ διαμέτρου διαφορετικό κόσμο του  Ravel παραδίδοντας μια εκτέλεση ενδιαφέρουσα και απέριττη των Valses Nobles et Sentimentales (Ευγενικών και συναισθηματικών βαλς), όμως περισσότερο ρυθμική και λιγότερο συναισθηματική όπως ζητά ο συνθέτης στον τίτλο: το έργο αποτελεί φόρο τιμής του Ravel προς έναν άλλον μεγάλο ομότεχνό του, τον πάντα λυρικό και βαθύτατα αισθαντικό Franz Schubert, που είχε προσφέρει δύο συλλογές από βαλς (αντίστοιχα, το 1823 και το 1827), υπό τον ίδιο τίτλο (34 Valses Sentimentales, Op. 50, D. 779, και 12 Valses Nobles, Op. 77, D. 969). 
Στο δεύτερο μέρος του ρεσιτάλ ο Βασιλάκης ξετύλιξε την άρια και τις 30 παραλλαγές από το κεφαλαιώδους σημασίας έργο με γενικό τίτλο Παραλλαγές Goldberg (Goldberg-Variationen, BWV 988) του Johann Sebastian Bach. Οι προσεκτικά επεξεργασμένες δομικές λεπτομέρειες του έργου, οι αναπτύξεις μοτιβικών, ρυθμικών και αρμονικών στοιχείων, όπως και το παιχνίδι μεταξύ των τονικοτήτων των μερών, βρήκαν στο πρόσωπο του πιανίστα έναν απολύτως ικανό ερμηνευτή, ο οποίος πρόσφερε μια εκτέλεση αναλυτική και δυνατή σε λογική και κατεύθυνση.
Προχωρώντας, στις 18/2 ακούσαμε τη συναυλία της ορχήστρας και χορωδίας MusicAeterna, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτού τους Θεόδωρου Κουρεντζή, που κατέχει την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Όπερας και του Μπαλέτου του Perm (Perm Opera and Ballet Theatre).  Ο Κουρεντζής, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια δραστηριοποιείται στη Ρωσία, θεωρείται ως ένας από τους πλέον δυναμικούς αρχιμουσικούς της νεώτερης γενιάς. Μάλιστα, πρόσφατα υπέγραψε συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Sony για την ηχογράφηση όπερων του Wolfgang Amadeus Mozart σε libretti του Lorenzo Da Ponte (πριν μερικούς μήνες κυκλοφόρησαν Οι Γάμοι του Figaro, για τους οποίους θα γράψουμε προσεχώς). Εντούτοις, λόγω των ιδιοσυγκρασιακών ερμηνειών που προτείνει, συχνά διχάζει κοινό και κριτικούς (η ενδυμασία και η κινησιολογία του μπορεί να είναι επίσης ξεχωριστές και ενίοτε εκκεντρικές). Δηλώσεις του τύπου “I will save classical music” (Daily Telegraph, 12 Νοεμβρίου 2005) προκαλούν έντονη αντίδραση και εκτενή όσο και ποικίλα σχόλια (ανάλογες δηλώσεις κυκλοφόρησαν και πολύ πιο πρόσφατα σε διάφορα έντυπα).
Ωστόσο, οι θαυμαστές του ανά τον κόσμο δεν είναι λίγοι. Ο ίδιος έχει καταφέρει να προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μεγάλων σύγχρονων τραγουδιστών που εμφανίζονται μαζί του και προσπαθεί πάντα να προτείνει κάτι νέο και φρέσκο μέσω των ερμηνειών του (ουδέποτε θα μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει ως ρουτινιέρη της μπαγκέτας!), ακόμα και όταν ορισμένοι διαμαρτύρονται ότι το τίμημα είναι η απομάκρυνση τελικά από το μουσικό κείμενο που περιέχεται στην παρτιτούρα. 
Στην πρόσφατη αθηναϊκή του συναυλία επέλεξε να παρουσιάσει δύο μεγάλα έργα της εποχής μπαρόκ: το Dixit Dominus HWV 232 του George Frideric Handel και την όπερα Dido and Aeneas Z. 626 του Henry Purcell.
Με κινησιολογία έντονη και εμφατική, όπως και με αρκετό νεύρο και οίστρο, απέδωσε τον αθάνατο ψαλμό του Handel, έργο της ιταλικής περιόδου του τότε είκοσι δύο ετών συνθέτη (1707). Επέλεξε να υπογραμμίσει τις μεγάλες αντιθέσεις στις ταχύτητες και να τονίσει τους  ρυθμούς, πολλοί εκ των οποίων παρέπεμπαν σε χορούς. Ενθάρρυνε τους σολίστ και την χορωδία να φωτίσουν σημαντικές λέξεις του λατινικού κειμένου.
Στο δεύτερο μέρος έδωσε μια εντελώς προσωπική ερμηνεία της διάσημης τρίπρακτης όπερας του Purcell  (σε συναυλιακή μορφή), που δίχασε τις γνώμες κριτικών και κοινού. Πρόκειται για ένα έργο με το οποίο έχει ζήσει αρκετά χρόνια, το έχει παρουσιάσει πολλές φορές και το έχει ηχογραφήσει (2009, ALPHA 140).
Αναλυτικότερα, όπως και στην εν λόγω ηχογράφηση, έτσι και εδώ, επέλεξε να τονίσει την αντίθεση των ταχυτήτων (πολύ αργές ή πολύ γρήγορες), έδωσε έμφαση στις δυναμικές (piano ή forte), και υιοθέτησε σε στιγμές κάποια όντως απρόσμενα ritardandi και  accelerandi. Ναι, ορισμένες ερμηνευτικές του επιλογές ήταν όντως ιδιαίτερες, ωστόσο, βρήκαμε ότι πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα θεατρική και να αναδείξει τη δραματικότητα του έργου με μεγάλη τέχνη και σκέψη. Και αυτό είναι που πραγματικά γοήτευσε το κοινό του. Η μαγεία με την οποία φώτιζε τη μουσική πράξη.
Στη διάθεσή του είχε μια ζηλευτών προδιαγραφών ορχήστρα και μια χορωδία εξαίρετη (τα σύνολα αποτελούνταν από νέους μουσικούς), όπως και επιλεγμένους  με προσοχή σολίστ (Anna Prohaska, Διδώ, Tobias Berndt, Αινείας, Nurial Rial, Belinda, Maria Forsström, μάγισσα, Φανή Αντωνέλλου, δεύτερη μάγισσα, Ελένη Λυδία Σταμέλλου και Daria Telyatnikova, δύο μάγισσες, Victor Shapovalov, ναύτης, και Valeria Safonova, πνεύμα).
Η ορχήστρα απέδωσε με μια ιδανική ηχητική ομοιογένεια και προσοχή στην λεπτομέρεια, ενώ η χορωδία (προετοιμασμένη από τον έξοχο Vitaly Polonsky) πρόσφερε έναν ονειρωδώς ωραίο ήχο πολλών χρωμάτων (σημειώνουμε ότι το εκτός προγράμματος a cappella χορωδιακό έργο του Purcell, ο χορωδιακός ύμνος Remember not, Lord, our offences, ερμηνεύθηκε αγγελικά, με νόημα και προσοχή στον σχηματισμό των καταλήξεων των φράσεων).
 Από τους σολίστ (όλοι ήταν φωνητικά και εκφραστικά υψηλού επιπέδου), ας μας επιτραπεί να ξεχωρίσουμε τη Σουηδή μεσόφωνο Forsström, που απέδωσε τη μάγισσα με  επιβλητική έκφραση και βαθιά φωνή, υπέροχα δουλεμένη σε όλη της την έκταση, και βεβαίως τη νεαρή και διάσημη  Prohaska, που πρόσφερε μια Διδώ πολύ ανθρώπινη, ευαίσθητη και συναισθηματικά φορτισμένη (κάθε λέξη του κειμένου ήταν σωστά χρωματισμένη). Σημειώνουμε ότι η τελευταία είναι δισέγγονη του Αυστριακού συνθέτη Carl Prohaska, φίλου του Johannes Brahms, εγγονή του Αυστριακού αρχιμουσικού Felix Prohaska και αδελφή του τενόρου Daniel Prohaska, και έχει υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon. Περιμένουμε τους επόμενους μήνες το νέο της album, που θα περιλαμβάνει «πολεμικά» τραγούδια (Lieder) με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (o δίσκος θα κυκλοφορήσει από την Deutsche Grammophon και την εκλεκτή καλλιτέχνιδα συνοδεύει ο πιανίστας Eric Schneider).




Η σοπράνο Anna Prohaska (φωτο: Patrick Walter/ Deutsche Grammophon)




O πιανίστας Δημήτρης Βασιλάκης


 
Ο πιανίστας Πάρις Τσενίκογλου



Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Μουσική δωματίου από Μουρίκη και Βρανούση. Συναυλίες Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.



Ντιάνα Βρανούση και Σπύρος Μουρίκης. Φωτο: Χάρης Ακριβιάδης


Ο κλαρινετίστας Σπύρος Μουρίκης ανήκει στους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του οργάνου του, σε παγκόσμια κλίμακα, με πολλές εμφανίσεις στην χώρα μας και σε μεγάλα μουσικά κέντρα του εξωτερικού. Αποσπά πάντα επαινετικές κριτικές.  Επιπλέον, εδώ και αρκετά χρόνια αφιερώνει χρόνο στην διδασκαλία και στην μεταλαμπάδευση της τέχνης του στις νεώτερες γενιές Ελλήνων μουσικών. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρακολουθήσαμε συναυλία μουσικής δωματίου, κατά την οποία συνέπραξε με την άξια πιανίστα Ντιάνα Βρανούση (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, 21/1).
Ειδικότερα, σε ένα απαιτητικότατο όσο και εκτενές πρόγραμμα, η συνεργασία των δύο εκλεκτών καλλιτεχνών αποδείχθηκε υψηλής στάθμης και εξαιρετικά καρποφόρα. Η βραδιά άνοιξε με τις Τρεις Ρομάντσες, Op. 94, του Robert Schumann. Εδώ, ο Μουρίκης, με καλοδουλεμένο ήχο, έξοχο legato και τεχνική, ανακάλυπτε και φώτιζε τη μεγάλη τραγουδιστική γραμμή της μουσικής, έχοντας στο πλάι του τη Βρανούση, η οποία με δακτυλική άνεση και ευαισθησία πρότεινε μια πρώτης τάξης συνοδεία. Στη συνέχεια, έργα μουσικής δωματίου και έργα σόλο έδωσαν την ευκαιρία στους δύο καλλιτέχνες να δείξουν τον σεβασμό τους απέναντι στους συνθέτες που επέλεξαν να προσεγγίσουν, την άρτια μουσικότητά τους και μια δεξιοτεχνία κυριολεκτικά ζηλευτή: Ernest Chausson (Andante et allegro), Francis Poulenc (Αυτοσχεδιασμοί αρ. 1 και 15, για σόλο πιάνο και Σονάτα για κλαρινέτο και πιάνο), Frederic Mompou (Πρελούδια αρ. 1 και 7 για σόλο πιάνο),  Jean Françaix (Θέμα με παραλλαγές), Leó Weiner (Pergi verbunk, Op. 40), Igor Stravinsky (Τρία κομμάτια για σόλο κλαρινέτο) και  Camille Saint-Saëns (Εισαγωγή και Rondo Capriccioso, Op. 28, σε διασκευή του Armin Suppan). Ας μας επιτραπεί, να ξεχωρίσουμε την ερμηνεία της Σονάτας του Poulenc, έργο το οποίο οι Μουρίκης και Βρανούση απέδωσαν με απόλυτη κατανόηση της μελαγχολικής αισθαντικότητας (σε στιγμές, σχεδόν ανυπόφορα οδυνηρής), του λεπτού σαρκασμού και των στιγμών στωικής σκέψης, που διέπουν το έργο.  
Το υπόλοιπο του κριτικού μας σημειώματος αφορά σε δύο συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ).
Η πρώτη δόθηκε στις 23/1, στο ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, έναν μεγαλοπρεπή χώρο, που θυμίζει άλλες εποχές. Βρήκαμε την ακουστική της αίθουσας ιδιαίτερα ικανοποιητική, γεγονός που μας κάνει να επιθυμούμε την παρακολούθηση και άλλων συναυλιών της ΚΟΑ στον χώρο. Ο  Νίκος Χαλιάσας στάθηκε στο podium της ορχήστρας αποσπώντας εκφραστικές και εκλεπτυσμένες αναγνώσεις της Συμφωνίας αρ. 1 (Κλασική), Op. 25, του Sergei Prokofiev, του Κοντσέρτου για Κοντραμπάσο του Johann Baptist Wanhal και της Συμφωνίας του Georges Bizet. Σολίστ στο έργο του Wanhal ήταν ο Νίκος Τσουκαλάς, που με μεγάλο ήχο χάρισε μια σοβαρών προθέσεων εκτέλεση.
Η επόμενη συναυλία της ΚΟΑ, που ακούσαμε, δόθηκε στις 31/1, στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης). Το τιμόνι της ορχήστρας ο βραβευμένος νέος Πολωνός αρχιμουσικός Michal Nestrowicz. Η βραδιά άνοιξε με το πρώτο μέρος από το μπαλέτο Έρως και Ψυχή του διακεκριμένου συνθέτη Γιώργου Ζερβού. Μαέστρος και ορχήστρα υπογράμμισαν με νόημα τις σελίδες της προσεκτικά ενορχηστρωμένης ατμοσφαιρικής παρτιτούρας, που σε ύφος και διάθεση έφερνε στο νου τα αργά μέρη συμφωνικών έργων του Gustav Mahler.  Στη συνέχεια, η Γωγώ Ξαγαρά, υποστήριξε μια γοητευτικά λυρική όσο και δεξιοτεχνικά σίγουρη ερμηνεία του σολιστικού μέρους του αριστοτεχνικού Κοντσέρτου για άρπα και ορχήστρα του François-Adrien Boieldieu, του "Γάλλου Mozart", όπως τον αποκαλούσαν στην εποχή του. Η ΚΟΑ, υπό τον Nestrowicz, της πρόσφερε μια προσεκτική και μέσα στο σωστό ύφος δομημένη συνοδεία. Εκτός προγράμματος, η σολίστ χάρισε μια στοχαστική ανάγνωση  της Σονάτας L118, K466, του Domenico Scarlatti.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, οι αρετές της συνεργασίας ορχήστρας και μαέστρου, μπόρεσαν να αναδειχθούν στο ακέραιο. Η Συμφωνία αρ. 5, Op. 64, του Pyotr Ilyich Tchaikovsky, ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του διεθνούς συμφωνικού ρεπερτορίου, ολοκληρωμένου το καλοκαίρι του 1888, βρήκε την ΚΟΑ σε λαμπρή φόρμα. Η σφοδρή δραματικότητα της μουσικής, η θεατρική διάθεση (δινόταν μεγάλη έμφαση στις εναλλαγές δυναμικής), όπως και ο ευαίσθητος λυρισμός (δεύτερο μέρος, Andante cantabile), ήρθαν στην επιφάνεια με προσοχή και σκέψη. Όμως,  σε στιγμές, κυρίως κατά τα εξωτερικά μέρη της συμφωνίας (Andante-Scherzo: Allegro con anima και Finale: Allegro maestoso-Allegro vivace-Moderato Assai e molto maestoso), αισθανθήκαμε ότι έλειψε κάπως η διάθεση εμβάθυνσης στο ψυχογραφικό σύμπαν της παρτιτούρας. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί για μια εκτέλεση που υπήρξε μεστή, γεμάτη ένταση και ενθουσιασμό. Επιπλέον, ο ήχος της ορχήστρας ήταν άρτια δουλεμένος και γεμάτος ηχοχρώματα.  Ένα μεγάλο «εύγε» οφείλεται στον κορνίστα της ορχήστρας Σπύρο Κάκο για την άμεμπτη, τονικά σωστή και όλο συναίσθημα, απόδοση του σημαντικού όσο και τονικά επικίνδυνου σόλο κατά το δεύτερο μέρος, Andante cantabile.


O μαέστρος Michal Nestrowicz