Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Μεγάλες παραστάσεις από τη Νέα Υόρκη


Ο μπάσος Ildar Abdrazakov ως Πρίγκιπας Igor (φωτο: Metropolitan Opera).



Ο Ρώσος συνθέτης Alexander Borodin  απεβίωσε το 1887 πριν προφθάσει να ολοκληρώσει το οπερατικό του αριστούργημα με τίτλο Πρίγκιπας Ιgor, καίτοι επεξεργαζόταν την παρτιτούρα για περίπου είκοσι χρόνια. Το δύσκολο χρέος της ολοκλήρωσης του έργου ανέλαβαν οι δύο διαπρεπείς ομότεχνοί του, Nikolai Rimsky-Korsakov και Alexander Glazunov. Η εργασία τους, που έγινε με σοβαρότητα και συνέπεια, κάθε άλλο παρά απλή ήταν, αν αναλογισθεί κανείς ότι αντιμετώπισαν πολλές χειρόγραφες σελίδες, προσχέδια, διάσπαρτες μουσικές σκέψεις και σημαντικά ημιτελή μέρη του έργου, τα οποία έπρεπε να οργανώσουν. Τελικά, χάρη σε εκείνους, μερικά χρόνια αργότερα, το 1890, το επικό δημιούργημα, που εμπνέεται από ένα ποίημα του δωδέκατου αιώνα που παρουσιάζει την ζωή και τη δράση του Ρώσου πρίγκιπα Igor Svyatoslavich (1151-1201), παρουσιάστηκε στην Αγ. Πετρούπολη με επιτυχία. Οι δύο προαναφερθέντες συνθέτες, έβαλαν δυναμικά τη σφραγίδα τους στην όπερα, η οποία ουσιαστικά είναι σαν να είναι γραμμένη όχι από ένα, αλλά από τρία πρόσωπα. Σημειώνουμε ότι ένα ορχηστρικό μέρος του έργου, οι διάσημοι όσο και πολυηχογραφημένοι Πολοβιτσιανοί Χοροί, κρατάνε το όνομα του Borodin ζωντανό στις αίθουσες συναυλιών.  
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) ανέβασε πρόσφατα το μελόδραμα,  μετά μάλιστα από σχεδόν έναν αιώνα. Η τελευταία φορά που την είχε παρουσιάσει ήταν το 1917. Σε ζωντανή μετάδοση από το σπουδαίο λυρικό αμερικανικό θέατρο (στο πλαίσιο του κύκλου μεταδόσεων Met Live in Hd) παρακολουθήσαμε τη νέα παραγωγή, που πραγματικά είχε πολλά να προσφέρει (1/3, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη). Για την προετοιμασία της νεώτερης εκδοχής της παρτιτούρας είχε άοκνα εργαστεί το 1947 ο έγκριτος Ρώσος μουσικολόγος, πιανίστας και παιδαγωγός Pavel Lamm, επιχειρώντας να επανεξετάσει και να αποκαταστήσει τις αρχικές σκέψεις του Borodin που δεν περιλήφθηκαν στη γνωστή έκδοση του 1890. Ο ίδιος ο Lamm υποστήριζε ότι οι δύο συνθέτες που επεξεργάστηκαν την παρτιτούρα είχαν αφαιρέσει περίπου το είκοσι τοις εκατό της μουσικής που είχε συνθέσει ο Borodin. Τώρα, λαβαίνοντας σοβαρά υπόψη τους την εκδοχή του Lamm, όπως και εκείνη των Rimsky και Glazunov, οι Tcherniakov και Gianandrea Noseda προχώρησαν σε μια δική τους άποψη, συνεργαζόμενοι με ειδικούς μουσικολόγους, αφήνοντας εκτός τα μέρη που δεν είχε γράψει ο Borodin (π.χ. την εισαγωγή της όπερας και πολλά μέρη της ύστατης τρίτης πράξης). Επιπλέον, τοποθέτησαν την πολοβιτσιανή σκηνή αμέσως μετά τον Πρόλογο (σύμφωνα με τις επιθυμίες του Borodin, που βρέθηκαν εκ των υστέρων σε ιδιόγραφες σημειώσεις).  
Τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά της παραγωγής υπέγραφε ο Dmitri Tcherniakov, που αφιερώνει τις δυνάμεις του στην παραγωγή όπερας κερδίζοντας άλλοτε επαινετικά και άλλοτε αρνητικά σχόλια από κοινό και κριτικούς. Με δυνατή σκέψη, γνώση της παρτιτούρας και άφθονη φαντασία έστησε μια παράσταση εξαιρετική, κινηματογραφικής κατεύθυνσης και έντασης. Μετέφερε την πλοκή περίπου στις αρχές του εικοστού αιώνα και επέλεξε σκηνικά ιδιαίτερα εκφραστικά στην αμεσότητά τους. Η σκηνή με τις κατακόκκινες παπαρούνες (πρώτη πράξη) προκάλεσε αίσθηση, απομακρινόμενη από κάθε αναμενόμενη ανατολίτικη επιρροή για τον κόσμο των Πολοβιτσιανών φυλών. 
Η διανομή κρίθηκε υψηλών προδιαγραφών. Ο μπάσος Ildar Abdrazakov χάρισε έναν Igor φωνητικά και υποκριτικά συναρπαστικό και μεγαλοπρεπή. Έφερε στην επιφάνεια με ακρίβεια και νόημα το ψυχογραφικό μέρος του ήρωα. Υπογράμμισε με τέχνη τη μεγάλη πορεία του μέσα στην όπερα, τον πατριωτισμό του, την αγάπη για τους ανθρώπους του, το όραμά του, τις ανησυχίες, αλλά και τη χαρά της τελικής επιστροφής του: πλήρεις τις συναισθηματικές εναλλαγές και αντιθέσεις.
Δίπλα του, η Αnita Rachvelishivili υπήρξε γοητευτική και θελκτική ως   Konchakovna: όντως μεθυστική στην cavatina της πρώτης πράξης, που την βλέπουμε να τραγουδάει περπατώντας ανάμεσα στις παπαρούνες. Προσεχώς αναμένουμε να την εκτιμήσουμε στον ρόλο της Carmen (Georges Bizet).
Ο μπάσος Štefan Kocán ήταν ακριβής και σωστός στην ενσάρκωση του Khan Konchak, ίσως όμως φωνητικά λιγότερο εντυπωσιακός από τους άλλους μονωδούς. Ο μπάσος Mikhail Petrenko έστησε έναν μοχθηρό και άπληστο Πρίγκιπα Galitsky, που επιθυμεί να πάρει τη θέση του πρίγκιπα με άνομα μέσα. Η φωνή του και η υποστήριξη του ρόλου του ήταν χρωματισμένες με έντονη θεατρική διάθεση.
Η Ουκρανή σοπράνο Oskana Dyka, την οποία με ενδιαφέρον παρακολουθούμε από την εποχή που είχε θριαμβεύσει στον Διεθνή Διαγωνισμό Όπερας της Μασσαλίας το 2003 (πόσα χειροκροτήματα είχε αποσπάσει τότε!), στον ρόλο της Yaroslavna, δεύτερης συζύγου του Igor, διακρίθηκε για την ευαισθησία με την οποία προσέγγισε τον ρόλο. Πρόκειται για ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα, με υποδειγματικά στημένη φωνή και  εκλεπτυσμένη μουσικότητα. Με τον εν λόγω ρόλο σημείωνε το ντεμπούτο της στην Met. Στην ίδια σκηνή πρόκειται να επωμισθεί κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο τον ρόλο της Aida (Giuseppe Verdi).
Από τους υπόλοιπους μονωδούς ξεχωρίσαμε τον καλλίφωνο τενόρο Sergei Semishkur (Vladimir) και βεβαίως τον βετεράνο μπάσο Vladimir Ognovenko (τον οποίον έχουμε απολαύσει ως έξοχο Boris Godunov του Modest Mussorgsky στο παρελθόν), που τραγούδησε τον ρόλο του τρομακτικού Skula με άνεση και θεατρική φόρτιση. Η χορωδία, που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα, υποστήριξε έναν ήχο συμπαγή, θερμό και «ρώσικο», άρτια προετοιμασμένη από τον Donald Palumbo. Στο podium στάθηκε ο Ιταλός αρχιμουσικός  Noseda κατευθύνοντας τους τραγουδιστές του με σκέψη και εκμαιεύοντας από την ορχήστρα έναν ήχο γεμάτο και αναλυτικό. Πέτυχε να φωτίσει την λεπτοδουλεμένη ενορχήστρωση της παρτιτούρας, πραγματικό μάθημα ενορχήστρωσης στον φίνο χειρισμό των οργάνων και των ορχηστρικών όγκων. Υπεύθυνος για την παρουσίαση της όπερας και τις διαφωτιστικές συνεντεύξεις των συντελεστών ήταν ο μπασοβαρύτονος Eric Owens.  
Δύο εβδομάδες αργότερα, από το ίδιο λυρικό θέατρο, παρακολουθήσαμε τη ζωντανή μετάδοση της όπερας Werther, του Jules Massenet (15/3, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), σε νέα παραγωγή. Ο σκηνοθέτης Richard Eyre και ο σχεδιαστής των σκηνικών και των κουστουμιών Rob Howell, πλαισιωμένοι από τον υπεύθυνο φωτισμού Peter Mumford και τον υπεύθυνο video Wendall K. Harrington, τοποθέτησαν την πλοκή της όπερας στα τέλη του δεκάτου ενάτου και στην πρώτη δεκαπενταετία του εικοστού αιώνα.  Στόχευσαν σε μια παραγωγή ιδιαίτερης ατμόσφαιρας (οι βιντεοπροβολές ήταν πραγματικά ονειρικές και εύστοχες, δείχνοντας στοιχεία της φύσης και μεταφέροντάς μας στην ύπαιθρο), καλαισθησίας και ομορφιάς, που τίμησε τον μεγαλοφυή συνθέτη και το αθάνατο λυρικό δράμα του, που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1892 στη Βιέννη (Hofoper), στη γερμανική γλώσσα, και στη συνέχεια, στη Γενεύη, στις 27 Δεκεμβρίου 1892, στη γαλλική γλώσσα (τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία, ανέβηκε και στη Γαλλία, Théâtre Lyrique).
Η Met προσκάλεσε για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του μοιραίου ζεύγους Werther-Charlotte, που εμπλέκονται σε έναν έρωτα που οδηγεί τελικά στην καταστροφή, τον Γερμανό τενόρο Jonas Kaufmann και τη Γαλλίδα μέτζο Sophie Koch, η οποία σημείωνε το ντεμπούτο της στην αμερικανική σκηνή. Και οι δύο έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους στους ρόλους αυτούς. Στις αρχές του 2010 τραγούδησαν την όπερα στο Παρίσι (Όπερα των Παρισίων), υπό τη διεύθυνση του Michel Plasson, Γάλλου μάγου της μπαγκέτας και βαθύτατου γνώστη των μελοδραμάτων του Massenet, και σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, κερδίζοντας τις καρδιές του κοινού (η παραγωγή κυκλοφορεί σε DVD από την Decca).
Ο Kaufmann είναι ένας λατρεμένος τενόρος (για μας, όπως και για τους περισσότερους σύγχρονους λάτρεις της όπερας, ο πλέον αγαπημένος). Δεν είναι μόνο η σπάνια και άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή του, ούτε η μεγάλη τέχνη του, που τον κάνουν να ξεχωρίζει, αλλά αυτή η συγκλονιστική συγκίνηση με την οποία περιβάλει κάθε του ερμηνεία. Ο ρόλος του ρομαντικού ήρωα Βέρθερου ταιριάζει γάντι στην ιδιοσυγκρασία του. Κάθε στιγμή της όπερας έπειθε και διακρινόταν, τόσο φωνητικά όσο και δραματικά. Οι μεγάλες μουσικές φράσεις και οι λέξεις του κειμένου προσεγγίζονταν με την απαραίτητη συνέπεια και αγάπη. Διαπίστωνες στη φωνή του, στην ανάσα του, στην άρθρωση των λέξεων, στο vibrato  και στη σκέψη του ότι πραγματικά βίωνε και ζούσε τον ρόλο παθιασμένα (με πόση  ποίηση τραγούδησε την άρια της τρίτης πράξης, Pourquoi me réveiller?). Κατά την τελική σκηνή νόμιζες πραγματικά ότι εγκατέλειπε τα εγκόσμια: η έκφραση των ματιών του και το χρώμα του έδειχναν κατάληξη και θαρρούσες πως ο έρωτας του έπαιρνε πραγματικά τη ζωή.
Η θαυμαστή Koch τραγούδησε με τη γνωστή της εκφραστική ευγένεια, γενναιοδωρία και μουσική άνεση. Η Charlotte της ήταν αριστοκρατική και συναισθηματική. Η προσεκτική κίνηση των χεριών της  και η ανάγλυφη έκφραση του προσώπου της έδειχναν κάθε στιγμή τη ψυχική της κατάσταση. Η μεγάλη της άρια στην τρίτη πράξη (Werther! Werther! Werther! Qui m’aurait dit la place que dans mon Coeur il occupe aujourd’hui?), όπως και καταληκτική σκηνή της όπερας, κατά την οποία βρίσκει τον Βέρθερο να πεθαίνει, υπήρξαν σπαρακτικές. Η μουσική του Massenet βρήκε τους απολύτως ιδανικούς της ερμηνευτές.
Στον ρόλο της Sophie, αδελφής της Charlotte, χαρήκαμε τη φρέσκια φωνή της Κουβανής σοπράνο Lisette Oropesa (την οποία είχαμε εκτιμήσει και τον Ιανουάριο του 2012, στον ρόλο της Miranda, κατά τη μετάδοση του μπαρόκ pastiche με τίτλο The Enchanted Island, πάλι από την ίδια λυρική σκηνή). Τον ρόλο του στρατιώτη Albert, που έμελε να γίνει σύζυγος της Charlotte, κράτησε με φωνητική και εκφραστική επάρκεια, όπως και με άψογη εκφορά της γαλλικής γλώσσας, ο Σέρβος μπασοβαρύτονος  David Bižić, που επίσης ντεμπουτάριζε στη Met και που εδώ και πολλά χρόνια διακρίνεται στις γαλλικές λυρικές σκηνές (κάποιοι αναγνώστες πιθανόν να θυμούνται ότι είχε κερδίσει το δεύτερο βραβείο του Διαγωνισμού Operalia, το 2007). Στον ρόλο του πατέρα της ηρωίδας (Le Bailli) άφησε καλές εντυπώσεις ο  Jonathan Summers.
O χαρισματικός Γάλλος αρχιμουσικός Αlain Altinoglu απέδωσε την παρτιτούρα με την απαιτούμενη γαλλική αισθαντικότητα και σεβασμό στα ζητούμενα, ενώ λάξευσε με νόημα και γνώση τις εκτενείς γοητευτικές μελωδίες του Massenet. Επέτρεψε στους τραγουδιστές να φραζάρουν και να αναπνεύσουν με άνεση. Σίγουρα, ο υπερπολυτελής ήχος της ορχήστρας της Met πρόσθετε στην ερμηνεία.   
Όπως προαναφέραμε, οι δύο πρωταγωνιστές έχουν απαθανατιστεί στους ρόλους αυτούς, εντούτοις βρήκαμε ότι σε αυτή την παράσταση που παρακολουθήσαμε, εμβάθυναν ακόμη περισσότερο. Θα ήταν, λοιπόν, άδικο να προσβλέπαμε σε μια νέα επίσημη κυκλοφορία σε DVD της αμερικανικής παραγωγής;  
Τέλος, υπεύθυνη για την παρουσίαση της όπερας και για  τις συνεντεύξεις ήταν η  εκλεκτή Αμερικανίδα σοπράνο Patricia Racette




Ο Jonas Kaufmann ως Werther (φωτο: Metropolitan Opera).


Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Αθηναϊκές εμφανίσεις Ελλήνων μουσικών που σταδιοδρομούν στο εξωτερικό


Ο αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής (φωτο: Anton Zavjyalov)













Πάντα με ιδιαίτερη χαρά παρακολουθούμε εμφανίσεις στην Αθήνα μουσικών που έχουν φύγει από την χώρα μας και διαπρέπουν με επιτυχία εκτός συνόρων. Τους τελευταίους μήνες γίναμε μάρτυρες καταθέσεων τριών τέτοιων καλλιτεχνών.
Πιο συγκεκριμένα, στις 6/2, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β.& Μ. Θεοχαράκη, ακούσαμε ρεσιτάλ του νεαρού Θεσσαλονικιού πιανίστα Πάρι Τσενίκογλου (γ. 1989), που μετά από τις σπουδές του στο Ωδείο της Κατερίνης, συνέχισε την εκπαίδευσή του στη Γερμανία (Hochschule für Musik und Theater München) και την Αυστρία (Mozarteum Salzburg).
Το πρόγραμμα που επέλεξε να παρουσιάσει (ένα πρόγραμμα πολύ κοντά στην καρδιά της Gina Bachauer!) τον βόηθησε να ξεδιπλώσει με ιδιαίτερη ευαισθησία τις αρετές της τέχνης του. Άνοιξε το ρεσιτάλ του με την πρώτη σειρά (1ere série) από το έργο Images του Claude Debussy: με γούστο, προσοχή στην ανάδειξη των ηχοχρωμάτων και στη δημιουργία ατμόσφαιρας πρότεινε τα τρία μέρη του έργου (Reflets dans l’eau, Hommage à Rameau και Mouvement).
Στην συνέχεια παρέδωσε μια ευφάνταστη ανάγνωση ενός άλλου πολυαγαπημένου γαλλικού τριπτύχου, αυτή τη φορά του Maurice Ravel: στον Gaspard de la nuit βρήκε την ευκαιρία να αφηγηθεί με αμεσότητα τις εικόνες και τα άλλοτε παραμυθένια, άλλοτε μακάβρια ή τρομακτικά αισθήματα, που αναδύονται από τα τρία μέρη του κύκλου (Ondine, Le gibet και Scarbo).
Το δεύτερο μέρος του ρεσιτάλ καλύφθηκε από το πρώτο βιβλίο των Πρελουδίων (Préludes) του Debussy. Λάβαμε αναγνώσεις που φώτιζαν με αμεσότητα και ενέργεια τα δώδεκα κομμάτια του κύκλου. Ο νεαρός μουσικός, με γρήγορη σκέψη (η ταχύτητα της σκέψης του και τα γρήγορα reflexes των δαχτύλων του εντυπωσίασαν σε δεξιοτεχνικά μέρη όπως το Scarbo), υποδειγματική χρήση των pédales και βαθύτατη αισθαντικότητα, στοιχεία που υποστηρίζονταν από μια πολύ καλά δουλεμένη τεχνική, ήταν σε θέση να αγγίξει τον πυρήνα των έργων που επέλεξε να προσεγγίσει. Δεν έχουμε ακούσει το νέο album που ηχογράφησε πρόσφατα με έργα Debussy (Images, το πλήρες έργο) και Frédéric Chopin (Préludes, Op. 28), ωστόσο είμαστε βέβαιοι ότι οι ποιότητες του παιξίματός του και η θερμή του μουσική προσωπικότητα, θα έχουν εντυπωθεί καλά στις απαθανατισμένες αυτές καταθέσεις (Oehms Classics, OC864).
Μερικές μέρες αργότερα, 15/2, στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και στο πλαίσιο του επιτυχημένου κύκλου ρεσιτάλ με γενικό τίτλο "To piano στα forte του" (καλλιτεχνική διεύθυνση του δραστήριου πιανίστα Στέφανου Νάσου), παρακολουθήσαμε το πολυαναμενόμενο ρεσιτάλ του Δημήτρη Βασιλάκη.  Ο Βασιλάκης, που εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στο Παρίσι, είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό ως ο πιανίστας του Ensemble Intercontemporain (το οποίο ίδρυσε ο Pierre Boulez) και ως ιδανικός ερμηνευτής έργων συνθετών του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα (οι ερμηνείες έργων του Ιάννη Ξενάκη και Boulez έχουν αφήσει εποχή). Το αθηναϊκό του ρεσιτάλ δεν περιέλαβε έργα σύγχρονων συνθετών, αλλά δημιουργών παλαιότερων εποχών. Πιο συγκεκριμένα, ο πιανίστας άνοιξε με προσεκτικά αρθρωμένες ερμηνείες τεσσάρων Σονατών του Domenico Scarlatti (Largo, Κ. 125, Κ. 427, Κ. 454). Αποφεύγοντας κάθε εκφραστική υπερβολή παρέδωσε ευθύβολες αναγνώσεις των σύντομων μα τόσο περιεκτικών σε στοχασμό αυτών έργων. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τον εκ διαμέτρου διαφορετικό κόσμο του  Ravel παραδίδοντας μια εκτέλεση ενδιαφέρουσα και απέριττη των Valses Nobles et Sentimentales (Ευγενικών και συναισθηματικών βαλς), όμως περισσότερο ρυθμική και λιγότερο συναισθηματική όπως ζητά ο συνθέτης στον τίτλο: το έργο αποτελεί φόρο τιμής του Ravel προς έναν άλλον μεγάλο ομότεχνό του, τον πάντα λυρικό και βαθύτατα αισθαντικό Franz Schubert, που είχε προσφέρει δύο συλλογές από βαλς (αντίστοιχα, το 1823 και το 1827), υπό τον ίδιο τίτλο (34 Valses Sentimentales, Op. 50, D. 779, και 12 Valses Nobles, Op. 77, D. 969). 
Στο δεύτερο μέρος του ρεσιτάλ ο Βασιλάκης ξετύλιξε την άρια και τις 30 παραλλαγές από το κεφαλαιώδους σημασίας έργο με γενικό τίτλο Παραλλαγές Goldberg (Goldberg-Variationen, BWV 988) του Johann Sebastian Bach. Οι προσεκτικά επεξεργασμένες δομικές λεπτομέρειες του έργου, οι αναπτύξεις μοτιβικών, ρυθμικών και αρμονικών στοιχείων, όπως και το παιχνίδι μεταξύ των τονικοτήτων των μερών, βρήκαν στο πρόσωπο του πιανίστα έναν απολύτως ικανό ερμηνευτή, ο οποίος πρόσφερε μια εκτέλεση αναλυτική και δυνατή σε λογική και κατεύθυνση.
Προχωρώντας, στις 18/2 ακούσαμε τη συναυλία της ορχήστρας και χορωδίας MusicAeterna, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτού τους Θεόδωρου Κουρεντζή, που κατέχει την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Όπερας και του Μπαλέτου του Perm (Perm Opera and Ballet Theatre).  Ο Κουρεντζής, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια δραστηριοποιείται στη Ρωσία, θεωρείται ως ένας από τους πλέον δυναμικούς αρχιμουσικούς της νεώτερης γενιάς. Μάλιστα, πρόσφατα υπέγραψε συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Sony για την ηχογράφηση όπερων του Wolfgang Amadeus Mozart σε libretti του Lorenzo Da Ponte (πριν μερικούς μήνες κυκλοφόρησαν Οι Γάμοι του Figaro, για τους οποίους θα γράψουμε προσεχώς). Εντούτοις, λόγω των ιδιοσυγκρασιακών ερμηνειών που προτείνει, συχνά διχάζει κοινό και κριτικούς (η ενδυμασία και η κινησιολογία του μπορεί να είναι επίσης ξεχωριστές και ενίοτε εκκεντρικές). Δηλώσεις του τύπου “I will save classical music” (Daily Telegraph, 12 Νοεμβρίου 2005) προκαλούν έντονη αντίδραση και εκτενή όσο και ποικίλα σχόλια (ανάλογες δηλώσεις κυκλοφόρησαν και πολύ πιο πρόσφατα σε διάφορα έντυπα).
Ωστόσο, οι θαυμαστές του ανά τον κόσμο δεν είναι λίγοι. Ο ίδιος έχει καταφέρει να προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μεγάλων σύγχρονων τραγουδιστών που εμφανίζονται μαζί του και προσπαθεί πάντα να προτείνει κάτι νέο και φρέσκο μέσω των ερμηνειών του (ουδέποτε θα μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει ως ρουτινιέρη της μπαγκέτας!), ακόμα και όταν ορισμένοι διαμαρτύρονται ότι το τίμημα είναι η απομάκρυνση τελικά από το μουσικό κείμενο που περιέχεται στην παρτιτούρα. 
Στην πρόσφατη αθηναϊκή του συναυλία επέλεξε να παρουσιάσει δύο μεγάλα έργα της εποχής μπαρόκ: το Dixit Dominus HWV 232 του George Frideric Handel και την όπερα Dido and Aeneas Z. 626 του Henry Purcell.
Με κινησιολογία έντονη και εμφατική, όπως και με αρκετό νεύρο και οίστρο, απέδωσε τον αθάνατο ψαλμό του Handel, έργο της ιταλικής περιόδου του τότε είκοσι δύο ετών συνθέτη (1707). Επέλεξε να υπογραμμίσει τις μεγάλες αντιθέσεις στις ταχύτητες και να τονίσει τους  ρυθμούς, πολλοί εκ των οποίων παρέπεμπαν σε χορούς. Ενθάρρυνε τους σολίστ και την χορωδία να φωτίσουν σημαντικές λέξεις του λατινικού κειμένου.
Στο δεύτερο μέρος έδωσε μια εντελώς προσωπική ερμηνεία της διάσημης τρίπρακτης όπερας του Purcell  (σε συναυλιακή μορφή), που δίχασε τις γνώμες κριτικών και κοινού. Πρόκειται για ένα έργο με το οποίο έχει ζήσει αρκετά χρόνια, το έχει παρουσιάσει πολλές φορές και το έχει ηχογραφήσει (2009, ALPHA 140).
Αναλυτικότερα, όπως και στην εν λόγω ηχογράφηση, έτσι και εδώ, επέλεξε να τονίσει την αντίθεση των ταχυτήτων (πολύ αργές ή πολύ γρήγορες), έδωσε έμφαση στις δυναμικές (piano ή forte), και υιοθέτησε σε στιγμές κάποια όντως απρόσμενα ritardandi και  accelerandi. Ναι, ορισμένες ερμηνευτικές του επιλογές ήταν όντως ιδιαίτερες, ωστόσο, βρήκαμε ότι πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα θεατρική και να αναδείξει τη δραματικότητα του έργου με μεγάλη τέχνη και σκέψη. Και αυτό είναι που πραγματικά γοήτευσε το κοινό του. Η μαγεία με την οποία φώτιζε τη μουσική πράξη.
Στη διάθεσή του είχε μια ζηλευτών προδιαγραφών ορχήστρα και μια χορωδία εξαίρετη (τα σύνολα αποτελούνταν από νέους μουσικούς), όπως και επιλεγμένους  με προσοχή σολίστ (Anna Prohaska, Διδώ, Tobias Berndt, Αινείας, Nurial Rial, Belinda, Maria Forsström, μάγισσα, Φανή Αντωνέλλου, δεύτερη μάγισσα, Ελένη Λυδία Σταμέλλου και Daria Telyatnikova, δύο μάγισσες, Victor Shapovalov, ναύτης, και Valeria Safonova, πνεύμα).
Η ορχήστρα απέδωσε με μια ιδανική ηχητική ομοιογένεια και προσοχή στην λεπτομέρεια, ενώ η χορωδία (προετοιμασμένη από τον έξοχο Vitaly Polonsky) πρόσφερε έναν ονειρωδώς ωραίο ήχο πολλών χρωμάτων (σημειώνουμε ότι το εκτός προγράμματος a cappella χορωδιακό έργο του Purcell, ο χορωδιακός ύμνος Remember not, Lord, our offences, ερμηνεύθηκε αγγελικά, με νόημα και προσοχή στον σχηματισμό των καταλήξεων των φράσεων).
 Από τους σολίστ (όλοι ήταν φωνητικά και εκφραστικά υψηλού επιπέδου), ας μας επιτραπεί να ξεχωρίσουμε τη Σουηδή μεσόφωνο Forsström, που απέδωσε τη μάγισσα με  επιβλητική έκφραση και βαθιά φωνή, υπέροχα δουλεμένη σε όλη της την έκταση, και βεβαίως τη νεαρή και διάσημη  Prohaska, που πρόσφερε μια Διδώ πολύ ανθρώπινη, ευαίσθητη και συναισθηματικά φορτισμένη (κάθε λέξη του κειμένου ήταν σωστά χρωματισμένη). Σημειώνουμε ότι η τελευταία είναι δισέγγονη του Αυστριακού συνθέτη Carl Prohaska, φίλου του Johannes Brahms, εγγονή του Αυστριακού αρχιμουσικού Felix Prohaska και αδελφή του τενόρου Daniel Prohaska, και έχει υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon. Περιμένουμε τους επόμενους μήνες το νέο της album, που θα περιλαμβάνει «πολεμικά» τραγούδια (Lieder) με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (o δίσκος θα κυκλοφορήσει από την Deutsche Grammophon και την εκλεκτή καλλιτέχνιδα συνοδεύει ο πιανίστας Eric Schneider).




Η σοπράνο Anna Prohaska (φωτο: Patrick Walter/ Deutsche Grammophon)




O πιανίστας Δημήτρης Βασιλάκης


 
Ο πιανίστας Πάρις Τσενίκογλου