Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Τρεις παρισινές παραστάσεις ιδιαίτερων ποιοτήτων



Η σοπράνο Angela Gheorghiu (φωτο: Cosmin Gogu/ EMI Classics).



Η Ρουμάνα υψίφωνος Angela Gheorghiu σημείωσε το διεθνές της ντεμπούτο στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα (o Sir Georg Solti υπήρξε ένας από τους μεγάλους της Μέντορες, στην αρχή της σταδιοδρομίας). Έκτοτε δεν έχει παύσει να απασχολεί τόσο τη διεθνή μουσική κοινότητα με τις λαμπρές της ερμηνείες, όσο και τις σκανδαλοθηρικές στήλες, με τις ιδιοτροπίες της. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για καλλιτέχνιδα, που όλα αυτά τα χρόνια στέκεται με ταλέντο, συνέπεια και επαγγελματισμό μπροστά στο κοινό της. Μέχρι σήμερα οι  εκφραστικές και φωνητικές δυνατότητες δεν παύουν να συναρπάζουν και να γοητεύουν. Την απολαύσαμε πρόσφατα σε μια έξοχη παράσταση της πολυαγαπημένης όπερας La Bohème (1896) του Giacomo Puccini στην Εθνική Όπερα των Παρισίων (Βαστίλη, 4/4). 
Ο ρόλος της Mimi, που επωμίσθηκε, ανήκει στους αγαπημένους της και πραγματικά, μας έδωσε την ευκαιρία να γίνουμε μάρτυρες μιας εξαιρετικά προσεγμένης και αναλυτικής προσέγγισης. Η Gheorghiu είναι και αισθάνεται, μία ντίβα. Το δείχνει και ποτέ δεν το κρύβει. Με αυτοπεποίθηση και άψογη μουσικοθεατρική συγκρότηση  φώτισε τον ρόλο, μπολιάζοντάς τον με αριστοκρατική πνοή και διακριτική υπερηφάνεια, χωρίς εντούτοις, ούτε στιγμή, να αφαιρέσει από την αθάνατη ηρωίδα την ευθραυστότητα και εκλεπτυσμένη τρυφερότητά της, αλλά ακόμα και εκείνη την αίσθηση της αγνότητας, που είναι τόσο απαραίτητη στην σκιαγράφησή της. Κάθε λέξη, κάθε νότα, κάθε φράση που τραγουδούσε είχε τη δική της βαρύτητα και το δικό της νόημα. Η φωνή της Gheorghiu διατηρείται σε άριστη κατάσταση: την βρήκαμε περισσότερο θερμή και εύπλαστη παρά ποτέ, με ψηλές νότες άνετες και εύηχες. Η σκηνή του θανάτου της (πράξη τέταρτη) προκάλεσε γνήσια συγκίνηση.  
Τα υπόλοιπα μέλη της διανομής στάθηκαν στο ύψος της Gheorghiu. Ειδικότερα, ο (εξίσου) διάσημος Πολωνός τενόρος Piotr Beczala υποστήριξε έναν Rodolfo νεανικό και εκφραστικά άμεσο. Στις άριες (ειδικά στην πρώτη, Che gelida manina, πράξη πρώτη), απέδειξε την κλάση του ισορροπώντας τις φράσεις με γνώση και αίσθημα. Οι Gheorghiu και Beczala πρόκειται κατά την ερχόμενη καλλιτεχνική περίοδο, να τραγουδήσουν τους ίδιους ρόλους στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, όταν η πρώτη θα πραγματοποιεί τη μεγάλη της επιστροφή, μετά από μερικά χρόνια απουσίας της από τη σπουδαία αμερικανική λυρική σκηνή (κάποιοι θα θυμούνται το σκάνδαλο που είχε δημιουργηθεί κατά την αποχώρησή της).
Τον ρόλο της Musetta κράτησε η γοητευτική Ρουμάνα Βrigitta Kele, με καλοστημένη φωνή και θηλυκή κίνηση, αποδίδοντας με γνήσιο charme το βάλς «Quando me’n vo’».
Στους υπόλοιπους ρόλους, οι Ludovic Tézier (Marcello), Igor Gnidii (Schaunard), Αnte Jerkunica (Colline) και Matteo Peirone (Benoît) τραγούδησαν και έπαιξαν με περίσσιο οίστρο και διάθεση, προσέχοντας τους διαλόγους και τα ensemble, που ο συνθέτης δομεί με αντιστικτική τελειότητα.
Στο podium στάθηκε ο προικισμένος όσο και έμπειρος Ισραηλινός αρχιμουσικός Daniel Oren, άλλοτε προστατευόμενος των δύο θρύλων της μπαγκέτας, Leonard Bernstein και Herbert von Karajan. Ξεδίπλωσε τον άκρως μεθυστικό μελωδικό  πλούτο της ζηλευτής πουτσίνιας έμπνευσης  με επιτυχία, φροντίζοντας για την υπογράμμισης των συναισθημάτων, την ανάδειξη της ενορχήστρωσης και των ηχοχρωμάτων. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Puccini και επιλέγοντας σωστές ταχύτητες, ποτέ υπερβολικά γρήγορες ούτε υπερβολικά αργές, έδωσε την ευκαιρία στους τραγουδιστές να αναπνεύσουν και να φραζάρουν με άνεση. Αξέχαστη θα μας μείνει η σταδιακή συναισθηματική φόρτιση κατά την σπαρακτική τρίτη πράξη, κατά την οποία η Mimi  κρυφακούει τον αγαπημένο της να ομολογεί στον φίλο του Marcello την κρισιμότητα της κατάστασης της υγείας της, που θα την οδηγήσει στον θάνατο. Με φωνές, ορχήστρα και μαέστρο αυτής της υψηλής ποιότητας, μια στιγμή σαν και τούτη αβίαστα αποθηκεύεται στη μνήμη μας ως ορόσημο των οπερατικών μας εμπειριών.  
Η Ορχήστρα της Όπερας των Παρισίων πρόσφερε έναν ήχο υπερπολυτελή, γεμάτο και πλούσιο σε εκλεπτύνσεις ηχοχρωμάτων και δυναμικής, ενώ η Χορωδία, ενισχυμένη από το παιδικό τμήμα (Maîtrise des Hauts-De-Seine), τραγούδησε και άρθρωσε με την αναμενόμενη υψηλή ποιότητα.
Η σκηνοθεσία του διάσημου Βρετανού θεατράνθρωπου Jonathan Miller (σκηνικά του Dante Ferretti, κοστούμια της Gabriella Pescucci και φωτισμοί του Guido Levi), μεταφέρει την πλοκή στην δεκαετία του ‘30 και τονίζει τους προβληματισμούς και την πιο σκούρα πλευρά των διαφορετικών τάξεων, με έμφαση στην εργατική τάξη. Τα κοστούμια, ειδικά της Mimi στην τρίτη πράξη (γκρίζο παλτό, κόκκινο κασκόλ και κόκκινος μπερές), υπήρξαν κομψά και προσεγμένα στην λεπτομέρειά τους.   
Την ακριβώς επόμενη βραδιά (5/4), βρεθήκαμε στο μοναδικής μεγαλοπρέπειας και αισθητικής ανάκτορο των Βερσαλλιών, στη Βασιλική Όπερα (Οpéra Royal) του οποίου  γίναμε μάρτυρες μιας έξοχης παράστασης, σε συναυλιακή μορφή (χωρίς σκηνικά και κοστούμια), της όπερας Tamerlano, HWV 18, του George Frideric Handel. Δύσκολα μπορούμε να περιγράψουμε τη συγκίνηση και τα μεγάλα συναισθήματα που βιώσαμε, βρισκόμενοι σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, παρακολουθώντας έναν ογκόλιθο του οπερατικού ρεπερτορίου της λεγόμενης μπαρόκ εποχής και έχοντας νωρίτερα περιηγηθεί στους γεωμετρικά σχηματισμένους κήπους και στις λαμπερές αίθουσες των ανακτόρων. Μια εμπειρία ξεχωριστή από κάθε άποψη.
Τους έξι ρόλους της όπερας κράτησαν οι Xavier Sabata (Temerlano), Max Emanuel Cenčić (Andronico), John Mark Ainsley (Bajazet), Sophie Karthäuser (Asteria), Ruxandra Donose (Irene) και Pavel Kudinov (Leone), συνοδευόμενοι από το κρυστάλλινης ηχητικής καθαρότητας ορχηστρικό σύνολο Il Pomo d’Oro, υπό τη διεύθυνση του Maxim Emelyanychev. Μια υπερπολυτελής διανομή! Σημειώνουμε ότι η διανομή που απολαύσαμε ακολούθησε εκείνη της πρόσφατης ηχογράφησης του έργου (με μόνες αλλαγές  αυτές του ρόλο της Asteria, που στην ηχογράφηση ερμηνεύεται από την Κarina Gauvin, και του μαέστρο, που στην ηχογράφηση είναι ο Riccardo Minasi, ενώ ο Emelyanychev παίζει cembalo). Η ηχογράφηση, που κυκλοφορεί από τη δισκογραφική εταιρεία Naïve (V5372, 3 CDs), πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία, τον Απρίλιο του 2013. Εντυπωσιασμένοι από τις αρετές της ηχογράφησης, ακούσαμε τη ζωντανή ερμηνεία με μεγάλη προσοχή και ομολογούμε πως τα αποτελέσματα υπήρξαν εξίσου ικανοποιητικά. Οι έξι υπέροχοι τραγουδιστές ερμήνευσαν με θεατρική εκφραστικότητα και προσοχή στην ανάδειξη των δραματικών στοιχείων. Αναφέρουμε ότι, τόσο κατά την ηχογράφηση όσο και κατά την ερμηνεία που παρακολουθήσαμε, προτιμήθηκε η δεύτερη εκδοχή της όπερας (1731), με συντομευμένη την τελευταία πράξη από τον ίδιο τον συνθέτη, για λόγους δραματικής ενότητας. Στην εν λόγω εκδοχή αρκετή μεγαλόπρεπη μουσική αφαιρείται, γεγονός που μας στέρησε τη χαρά της απόλαυσης πλήρους της παρτιτούρας όπως είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο Λονδίνο, στις 31 Οκτωβρίου 1724.
Ο Ισπανός κόντρα τενόρος Sabata και ο Κροάτης κόντρα τενόρος Cenčić έκλεψαν την παράσταση με τις εκλεπτυσμένες φωνές τους και την δυναμική τους ρητορική απόδοση των μεγάλων αριών τους. Το πιο σκουρόχρωμο τίμπρο του πρώτου συμπλήρωνε θαυμάσια το πιο φωτεινό του δεύτερου (ο ρόλος του Andronico είχε ερμηνευτεί για πρώτη φορά από τον θεϊκό Senesino).
Ο Bajazet (Τούρκος σουλτάνος τον οποίον ο αρχηγός των Ταρτάρων Tamerlano οδηγεί στην αυτοκτονία) ερμηνεύτηκε από τον Ainsley με την απαραίτητη δόση τραγικότητας και υποκριτικής ισχύος. Ο ρόλος γράφτηκε για τον διάσημο Ιταλό τενόρο Francesco Borosini, που επισκέφθηκε το Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1724.
Επίσης, ξεχώρισαν οι Donose, που απέδωσε με φωνή γεμάτη και ωραίες κολορατούρες, μια γήινη ηρωίδα, και Karthäuser, υποστηρίζοντας με φρέσκια φωνή πολλών δυνατοτήτων μια νεανική Αsteria, κόρη του Bajazet. Η τελευταία, μπόλιασε την άρια Cor di padre (πρώτη σκηνή, τρίτη πράξη), με μεγάλη τραγικότητα και συναισθηματική ένταση.
Η διεύθυνση του Emelyanychev υπήρξε άρτια ισορροπημένη, ακριβής και γεμάτη ζωή. Ο μαέστρος φώτιζε το επικό στοιχείο και έδωσε έμφαση στα ρυθμικά στοιχεία της σπουδαίας χαιντελιανής δημιουργίας.
Η μόνη δυσάρεστη στιγμή της παράστασης, και αυτή βεβαίως δεν αποδίδεται στους μουσικούς, διαδραματίστηκε περίπου ένα τέταρτο μετά την έναρξη και ειδικότερα λίγο πριν από το τέλος της άριας του Bajazet (πρώτη πράξη, Forte e lieto),  όταν μέλος του ακροατηρίου που καθόταν κοντά στον γράφοντα λιποθύμησε (έχοντας υποστεί καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Περίπου ένα τέταρτο πέρασε μέχρι να συνεχιστεί η παράσταση και  μεταφερθεί εκτός αίθουσας ο ασθενής (ο οποίος, ευτυχώς, την ώρα που μεταφερόταν είχε ήδη αρχίσει να συνέρχεται).  
Τελευταία παράσταση (last but not least!) που παρακολουθήσαμε κατά την πρόσφατη επίσκεψή μας στη γαλλική πρωτεύουσα, υπήρξε εκείνη του Τριστάνου και της Ιζόλδης (Tristan und Isolde, WWV 90) του Richard Wagner (Εθνική Όπερα των Παρισίων, Βαστίλη, 8/4). Θυμίζουμε ότι το μουσικό δράμα έλαβε την πρώτη του παγκόσμια εκτέλεσε στο Μόναχο, το 1865 και από την πρώτη στιγμή επηρέασε βαθύτατα όσους το ακούσανε. Η προχωρημένη αρμονική του γλώσσα, το καθιστά πραγματικά μοναδικό και άκρως καινοτόμο.
Λίγο πριν την έναρξή της παράστασης ανακοινώθηκε ότι  τόσο αυτή όσο και όλες οι άλλες της βαγκνερικής παρτιτούρας που θα ακολουθούσαν, είναι αφιερωμένες στη μνήμη του πρόσφατα αποβιώσαντα (8/3), πρώην γενικού διευθυντή της Όπερας των Παρισίων, Gerard Mortier.
H παραγωγή ανήκε στον Peter Sellars και κατά την άποψή μας ήταν συναρπαστική. Ο σκηνοθέτης στόχευσε σε μια απέριττη σκηνοθεσία. Εξερεύνησε σε βάθος τις εκπληκτικές δυνατότητες του video art, παρουσιάζοντας βιντεοσκοπημένες εικόνες του ευφάνταστου video artist Bill Viola και με τα σκουρόχρωμα κοστούμια του Martin Pakledinaz και τους διακριτικούς φωτισμούς του James F. Ingalls, πέτυχε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα όντως ονειρική. Οι προβολές των προσώπων των δύο κεντρικών ηρώων (είχαν κινηματογραφηθεί ηθοποιοί), των νερών, της φωτιάς, του δάσους, των ποικίλων στοιχείων της φύσης και των σχημάτων, μας μετέφεραν σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση, ενός φανταστικού κόσμου. Πολλές από τις εικόνες παρέπεμπαν σε πραγματικά βιώματα του ίδιου του Viola, ο οποίος σε ηλικία έξι ετών βρέθηκε στον βυθό του νερού, έχοντας πέσει από ένα μικρό σκάφος. Ο Sellars επέλεξε να τοποθετήσει κατά τη διάρκεια της παράστασης, για ορισμένες σκηνές, τους τραγουδιστές και μουσικούς της ορχήστρας (λ.χ. cor anglais στην τρίτη πράξη), εκτός σκηνής, στα  θεωρεία. Έτσι, έδινε μια διαφορετική άποψη στο στήσιμο της ηχητικής εικόνας και πρόσφερε κινηματογραφικά εφέ στον ακροατή-θεατή, τον οποίον έβαζε «μέσα» στη δράση. Ίσως η ωραιότερη στιγμή, από εικαστικής πλευράς, να ήταν η τελευταία σκηνή, όταν κατά την ερμηνεία του Liebestod της Ιζόλδης, στην οθόνη βλέπουμε το σώμα της ηρωίδας από τα βάθη των νερών να αναδεύεται σταδιακά και να ανασταίνεται προς ένα γαλάζιο φως. Μεταφυσική εμπειρία.
Στο μουσικό μέρος τώρα. Ο αρχιμουσικός Philippe Jordan, που φέτος για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του προσεγγίζει το έργο, βουτώντας βαθιά στην παρτιτούρα έφερε στην επιφάνεια με ζηλευτό τρόπο τις αρετές της και καθοδήγησε με προσοχή και ποιητική διάθεση (!) τους τραγουδιστές και την ορχήστρα του. Εδώ, δεν θα παραλείψουμε να θυμίσουμε ότι ο αξέχαστος πατέρας του, Armin Jordan (1932-2006), στα χνάρια του οποίου ο νεώτερος βαδίζει, είχε επίσης χαρίσει αξιομνημόνευτες εκτελέσεις του  έργου.
Ο Robert Dean Smith (Tristan) και η Violeta Urmana (Ιsolde) πρόσφεραν ερμηνείες άρτια λαξευμένες και βαθύτατα μουσικές. Από την αρχή της όπερας οι δύο αυτοί ήρωες, που σταδιακά πορεύονται προς το μοιραίο τέλος τους, βρήκαν στα πρόσωπα των προαναφερθέντων καλλιτεχνών, άξιους υποστηρικτές. Στον ρόλο της Ιζόλδης έχουμε επανειλημμένως θαυμάσει σε μεγάλες λυρικές σκηνές της Ευρώπης την Waltraud Meier, την οποία θεωρούμε μεγαλύτερη σύγχρονη ενσαρκώτρια  του ρόλου. Εντούτοις, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι και η Urmana απέδωσε τον ρόλο με μια συγκινητική ουμανιστική διάθεση και φωνητική θέρμη, αγγίζοντάς μας πραγματικά.
Ο Βασιλέας Μάρκος του Franz Josef Selig, από τους σημαντικότερους βαγκνερικούς μπάσους της γενιάς του, ήταν στιβαρός και φωνητικά επαρκέστατος. Η Brangäne της Janina Baechle ήταν επιβλητικά δυναμική: τραγούδησε με πειστικότητα και νόημα τη διάσημη σκηνή της, Einsam wachend in der nacht (δεύτερη πράξη) από το θεωρείο του λυρικού θεάτρου, όπου την είχε τοποθετήσει ο Sellars.
Ο Kurwenal του Jochen Schmeckenbecher και ο Melot του Raimund Nolte, όπως εξάλλου και ο βοσκός του Stanislas de Barbeyrac, κινήθηκαν στα ίδια λαμπρά ερμηνευτικά επίπεδα: η συναισθηματική φόρτιση των μεγάλων φράσεων, η καθαρή άρθρωση των λέξεων και γενικότερα το συνεχές ενδιαφέρον για την ανάδειξη της αθάνατης βαγκνερικής μουσικής του Τριστάνου ήταν στοιχεία άξια επαίνων και θαυμασμού. 
Η χορωδία και ορχήστρα του κορυφαίου γαλλικού λυρικού θεάτρου ερμήνευσαν με ήχο άφθαστης ομορφιάς και τεχνικής τελειότητας (ξύλινα πνευστά με εκλεπτυσμένη απόδοση προερχόμενη από αγγελικούς κόσμους!).
Εν κατακλείδι, μια μεγάλη παραγωγή αυτής της κορυφαίας βαγκνερικής οπερατικής παρτιτούρας, που φώτιζε καλά τη συναισθηματική πολυπλοκότητα των ηρώων και οδηγούσε την ουσία του αριστουργήματος στον θρίαμβο.




Ο κόντρα τενόρος Xavier Sabata (φωτο: Beetroot Design Group).




 Η μέτζο Janina Baechle (Brangäne) και η σοπράνο Violeta Urmana (Isοlde) σε σκηνή της παράστασης του "Τριστάνου και της Ιζόλδης" (φωτο: Opéra national de Paris/Charles Duprato).

 

O τενόρος Robert Dean Smith (Tristan) και η σοπράνο Violeta Urmanasolde) σε σκηνή της παράστασης του "Τριστάνου και της Ιζόλδης" (φωτο: Opéra national de Paris).  




Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Μεγάλες παραστάσεις από τη Νέα Υόρκη


Ο μπάσος Ildar Abdrazakov ως Πρίγκιπας Igor (φωτο: Metropolitan Opera).



Ο Ρώσος συνθέτης Alexander Borodin  απεβίωσε το 1887 πριν προφθάσει να ολοκληρώσει το οπερατικό του αριστούργημα με τίτλο Πρίγκιπας Ιgor, καίτοι επεξεργαζόταν την παρτιτούρα για περίπου είκοσι χρόνια. Το δύσκολο χρέος της ολοκλήρωσης του έργου ανέλαβαν οι δύο διαπρεπείς ομότεχνοί του, Nikolai Rimsky-Korsakov και Alexander Glazunov. Η εργασία τους, που έγινε με σοβαρότητα και συνέπεια, κάθε άλλο παρά απλή ήταν, αν αναλογισθεί κανείς ότι αντιμετώπισαν πολλές χειρόγραφες σελίδες, προσχέδια, διάσπαρτες μουσικές σκέψεις και σημαντικά ημιτελή μέρη του έργου, τα οποία έπρεπε να οργανώσουν. Τελικά, χάρη σε εκείνους, μερικά χρόνια αργότερα, το 1890, το επικό δημιούργημα, που εμπνέεται από ένα ποίημα του δωδέκατου αιώνα που παρουσιάζει την ζωή και τη δράση του Ρώσου πρίγκιπα Igor Svyatoslavich (1151-1201), παρουσιάστηκε στην Αγ. Πετρούπολη με επιτυχία. Οι δύο προαναφερθέντες συνθέτες, έβαλαν δυναμικά τη σφραγίδα τους στην όπερα, η οποία ουσιαστικά είναι σαν να είναι γραμμένη όχι από ένα, αλλά από τρία πρόσωπα. Σημειώνουμε ότι ένα ορχηστρικό μέρος του έργου, οι διάσημοι όσο και πολυηχογραφημένοι Πολοβιτσιανοί Χοροί, κρατάνε το όνομα του Borodin ζωντανό στις αίθουσες συναυλιών.  
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) ανέβασε πρόσφατα το μελόδραμα,  μετά μάλιστα από σχεδόν έναν αιώνα. Η τελευταία φορά που την είχε παρουσιάσει ήταν το 1917. Σε ζωντανή μετάδοση από το σπουδαίο λυρικό αμερικανικό θέατρο (στο πλαίσιο του κύκλου μεταδόσεων Met Live in Hd) παρακολουθήσαμε τη νέα παραγωγή, που πραγματικά είχε πολλά να προσφέρει (1/3, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη). Για την προετοιμασία της νεώτερης εκδοχής της παρτιτούρας είχε άοκνα εργαστεί το 1947 ο έγκριτος Ρώσος μουσικολόγος, πιανίστας και παιδαγωγός Pavel Lamm, επιχειρώντας να επανεξετάσει και να αποκαταστήσει τις αρχικές σκέψεις του Borodin που δεν περιλήφθηκαν στη γνωστή έκδοση του 1890. Ο ίδιος ο Lamm υποστήριζε ότι οι δύο συνθέτες που επεξεργάστηκαν την παρτιτούρα είχαν αφαιρέσει περίπου το είκοσι τοις εκατό της μουσικής που είχε συνθέσει ο Borodin. Τώρα, λαβαίνοντας σοβαρά υπόψη τους την εκδοχή του Lamm, όπως και εκείνη των Rimsky και Glazunov, οι Tcherniakov και Gianandrea Noseda προχώρησαν σε μια δική τους άποψη, συνεργαζόμενοι με ειδικούς μουσικολόγους, αφήνοντας εκτός τα μέρη που δεν είχε γράψει ο Borodin (π.χ. την εισαγωγή της όπερας και πολλά μέρη της ύστατης τρίτης πράξης). Επιπλέον, τοποθέτησαν την πολοβιτσιανή σκηνή αμέσως μετά τον Πρόλογο (σύμφωνα με τις επιθυμίες του Borodin, που βρέθηκαν εκ των υστέρων σε ιδιόγραφες σημειώσεις).  
Τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά της παραγωγής υπέγραφε ο Dmitri Tcherniakov, που αφιερώνει τις δυνάμεις του στην παραγωγή όπερας κερδίζοντας άλλοτε επαινετικά και άλλοτε αρνητικά σχόλια από κοινό και κριτικούς. Με δυνατή σκέψη, γνώση της παρτιτούρας και άφθονη φαντασία έστησε μια παράσταση εξαιρετική, κινηματογραφικής κατεύθυνσης και έντασης. Μετέφερε την πλοκή περίπου στις αρχές του εικοστού αιώνα και επέλεξε σκηνικά ιδιαίτερα εκφραστικά στην αμεσότητά τους. Η σκηνή με τις κατακόκκινες παπαρούνες (πρώτη πράξη) προκάλεσε αίσθηση, απομακρινόμενη από κάθε αναμενόμενη ανατολίτικη επιρροή για τον κόσμο των Πολοβιτσιανών φυλών. 
Η διανομή κρίθηκε υψηλών προδιαγραφών. Ο μπάσος Ildar Abdrazakov χάρισε έναν Igor φωνητικά και υποκριτικά συναρπαστικό και μεγαλοπρεπή. Έφερε στην επιφάνεια με ακρίβεια και νόημα το ψυχογραφικό μέρος του ήρωα. Υπογράμμισε με τέχνη τη μεγάλη πορεία του μέσα στην όπερα, τον πατριωτισμό του, την αγάπη για τους ανθρώπους του, το όραμά του, τις ανησυχίες, αλλά και τη χαρά της τελικής επιστροφής του: πλήρεις τις συναισθηματικές εναλλαγές και αντιθέσεις.
Δίπλα του, η Αnita Rachvelishivili υπήρξε γοητευτική και θελκτική ως   Konchakovna: όντως μεθυστική στην cavatina της πρώτης πράξης, που την βλέπουμε να τραγουδάει περπατώντας ανάμεσα στις παπαρούνες. Προσεχώς αναμένουμε να την εκτιμήσουμε στον ρόλο της Carmen (Georges Bizet).
Ο μπάσος Štefan Kocán ήταν ακριβής και σωστός στην ενσάρκωση του Khan Konchak, ίσως όμως φωνητικά λιγότερο εντυπωσιακός από τους άλλους μονωδούς. Ο μπάσος Mikhail Petrenko έστησε έναν μοχθηρό και άπληστο Πρίγκιπα Galitsky, που επιθυμεί να πάρει τη θέση του πρίγκιπα με άνομα μέσα. Η φωνή του και η υποστήριξη του ρόλου του ήταν χρωματισμένες με έντονη θεατρική διάθεση.
Η Ουκρανή σοπράνο Oskana Dyka, την οποία με ενδιαφέρον παρακολουθούμε από την εποχή που είχε θριαμβεύσει στον Διεθνή Διαγωνισμό Όπερας της Μασσαλίας το 2003 (πόσα χειροκροτήματα είχε αποσπάσει τότε!), στον ρόλο της Yaroslavna, δεύτερης συζύγου του Igor, διακρίθηκε για την ευαισθησία με την οποία προσέγγισε τον ρόλο. Πρόκειται για ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα, με υποδειγματικά στημένη φωνή και  εκλεπτυσμένη μουσικότητα. Με τον εν λόγω ρόλο σημείωνε το ντεμπούτο της στην Met. Στην ίδια σκηνή πρόκειται να επωμισθεί κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο τον ρόλο της Aida (Giuseppe Verdi).
Από τους υπόλοιπους μονωδούς ξεχωρίσαμε τον καλλίφωνο τενόρο Sergei Semishkur (Vladimir) και βεβαίως τον βετεράνο μπάσο Vladimir Ognovenko (τον οποίον έχουμε απολαύσει ως έξοχο Boris Godunov του Modest Mussorgsky στο παρελθόν), που τραγούδησε τον ρόλο του τρομακτικού Skula με άνεση και θεατρική φόρτιση. Η χορωδία, που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα, υποστήριξε έναν ήχο συμπαγή, θερμό και «ρώσικο», άρτια προετοιμασμένη από τον Donald Palumbo. Στο podium στάθηκε ο Ιταλός αρχιμουσικός  Noseda κατευθύνοντας τους τραγουδιστές του με σκέψη και εκμαιεύοντας από την ορχήστρα έναν ήχο γεμάτο και αναλυτικό. Πέτυχε να φωτίσει την λεπτοδουλεμένη ενορχήστρωση της παρτιτούρας, πραγματικό μάθημα ενορχήστρωσης στον φίνο χειρισμό των οργάνων και των ορχηστρικών όγκων. Υπεύθυνος για την παρουσίαση της όπερας και τις διαφωτιστικές συνεντεύξεις των συντελεστών ήταν ο μπασοβαρύτονος Eric Owens.  
Δύο εβδομάδες αργότερα, από το ίδιο λυρικό θέατρο, παρακολουθήσαμε τη ζωντανή μετάδοση της όπερας Werther, του Jules Massenet (15/3, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), σε νέα παραγωγή. Ο σκηνοθέτης Richard Eyre και ο σχεδιαστής των σκηνικών και των κουστουμιών Rob Howell, πλαισιωμένοι από τον υπεύθυνο φωτισμού Peter Mumford και τον υπεύθυνο video Wendall K. Harrington, τοποθέτησαν την πλοκή της όπερας στα τέλη του δεκάτου ενάτου και στην πρώτη δεκαπενταετία του εικοστού αιώνα.  Στόχευσαν σε μια παραγωγή ιδιαίτερης ατμόσφαιρας (οι βιντεοπροβολές ήταν πραγματικά ονειρικές και εύστοχες, δείχνοντας στοιχεία της φύσης και μεταφέροντάς μας στην ύπαιθρο), καλαισθησίας και ομορφιάς, που τίμησε τον μεγαλοφυή συνθέτη και το αθάνατο λυρικό δράμα του, που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1892 στη Βιέννη (Hofoper), στη γερμανική γλώσσα, και στη συνέχεια, στη Γενεύη, στις 27 Δεκεμβρίου 1892, στη γαλλική γλώσσα (τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία, ανέβηκε και στη Γαλλία, Théâtre Lyrique).
Η Met προσκάλεσε για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του μοιραίου ζεύγους Werther-Charlotte, που εμπλέκονται σε έναν έρωτα που οδηγεί τελικά στην καταστροφή, τον Γερμανό τενόρο Jonas Kaufmann και τη Γαλλίδα μέτζο Sophie Koch, η οποία σημείωνε το ντεμπούτο της στην αμερικανική σκηνή. Και οι δύο έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους στους ρόλους αυτούς. Στις αρχές του 2010 τραγούδησαν την όπερα στο Παρίσι (Όπερα των Παρισίων), υπό τη διεύθυνση του Michel Plasson, Γάλλου μάγου της μπαγκέτας και βαθύτατου γνώστη των μελοδραμάτων του Massenet, και σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, κερδίζοντας τις καρδιές του κοινού (η παραγωγή κυκλοφορεί σε DVD από την Decca).
Ο Kaufmann είναι ένας λατρεμένος τενόρος (για μας, όπως και για τους περισσότερους σύγχρονους λάτρεις της όπερας, ο πλέον αγαπημένος). Δεν είναι μόνο η σπάνια και άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή του, ούτε η μεγάλη τέχνη του, που τον κάνουν να ξεχωρίζει, αλλά αυτή η συγκλονιστική συγκίνηση με την οποία περιβάλει κάθε του ερμηνεία. Ο ρόλος του ρομαντικού ήρωα Βέρθερου ταιριάζει γάντι στην ιδιοσυγκρασία του. Κάθε στιγμή της όπερας έπειθε και διακρινόταν, τόσο φωνητικά όσο και δραματικά. Οι μεγάλες μουσικές φράσεις και οι λέξεις του κειμένου προσεγγίζονταν με την απαραίτητη συνέπεια και αγάπη. Διαπίστωνες στη φωνή του, στην ανάσα του, στην άρθρωση των λέξεων, στο vibrato  και στη σκέψη του ότι πραγματικά βίωνε και ζούσε τον ρόλο παθιασμένα (με πόση  ποίηση τραγούδησε την άρια της τρίτης πράξης, Pourquoi me réveiller?). Κατά την τελική σκηνή νόμιζες πραγματικά ότι εγκατέλειπε τα εγκόσμια: η έκφραση των ματιών του και το χρώμα του έδειχναν κατάληξη και θαρρούσες πως ο έρωτας του έπαιρνε πραγματικά τη ζωή.
Η θαυμαστή Koch τραγούδησε με τη γνωστή της εκφραστική ευγένεια, γενναιοδωρία και μουσική άνεση. Η Charlotte της ήταν αριστοκρατική και συναισθηματική. Η προσεκτική κίνηση των χεριών της  και η ανάγλυφη έκφραση του προσώπου της έδειχναν κάθε στιγμή τη ψυχική της κατάσταση. Η μεγάλη της άρια στην τρίτη πράξη (Werther! Werther! Werther! Qui m’aurait dit la place que dans mon Coeur il occupe aujourd’hui?), όπως και καταληκτική σκηνή της όπερας, κατά την οποία βρίσκει τον Βέρθερο να πεθαίνει, υπήρξαν σπαρακτικές. Η μουσική του Massenet βρήκε τους απολύτως ιδανικούς της ερμηνευτές.
Στον ρόλο της Sophie, αδελφής της Charlotte, χαρήκαμε τη φρέσκια φωνή της Κουβανής σοπράνο Lisette Oropesa (την οποία είχαμε εκτιμήσει και τον Ιανουάριο του 2012, στον ρόλο της Miranda, κατά τη μετάδοση του μπαρόκ pastiche με τίτλο The Enchanted Island, πάλι από την ίδια λυρική σκηνή). Τον ρόλο του στρατιώτη Albert, που έμελε να γίνει σύζυγος της Charlotte, κράτησε με φωνητική και εκφραστική επάρκεια, όπως και με άψογη εκφορά της γαλλικής γλώσσας, ο Σέρβος μπασοβαρύτονος  David Bižić, που επίσης ντεμπουτάριζε στη Met και που εδώ και πολλά χρόνια διακρίνεται στις γαλλικές λυρικές σκηνές (κάποιοι αναγνώστες πιθανόν να θυμούνται ότι είχε κερδίσει το δεύτερο βραβείο του Διαγωνισμού Operalia, το 2007). Στον ρόλο του πατέρα της ηρωίδας (Le Bailli) άφησε καλές εντυπώσεις ο  Jonathan Summers.
O χαρισματικός Γάλλος αρχιμουσικός Αlain Altinoglu απέδωσε την παρτιτούρα με την απαιτούμενη γαλλική αισθαντικότητα και σεβασμό στα ζητούμενα, ενώ λάξευσε με νόημα και γνώση τις εκτενείς γοητευτικές μελωδίες του Massenet. Επέτρεψε στους τραγουδιστές να φραζάρουν και να αναπνεύσουν με άνεση. Σίγουρα, ο υπερπολυτελής ήχος της ορχήστρας της Met πρόσθετε στην ερμηνεία.   
Όπως προαναφέραμε, οι δύο πρωταγωνιστές έχουν απαθανατιστεί στους ρόλους αυτούς, εντούτοις βρήκαμε ότι σε αυτή την παράσταση που παρακολουθήσαμε, εμβάθυναν ακόμη περισσότερο. Θα ήταν, λοιπόν, άδικο να προσβλέπαμε σε μια νέα επίσημη κυκλοφορία σε DVD της αμερικανικής παραγωγής;  
Τέλος, υπεύθυνη για την παρουσίαση της όπερας και για  τις συνεντεύξεις ήταν η  εκλεκτή Αμερικανίδα σοπράνο Patricia Racette




Ο Jonas Kaufmann ως Werther (φωτο: Metropolitan Opera).