Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Φιλαρμονική της Σκάλας του Μιλάνου, υπό Barenboim






Το highlight των φετινών μουσικών εκδηλώσεων του φεστιβάλ ήταν χωρίς άλλο η συναυλία της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim (φωτογραφία), που δόθηκε στις 29/6, σε ένα πραγματικά κατάμεστο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (όσοι ενδιαφέρθηκαν τελευταία στιγμή για την εύρεση εισιτηρίου δεν κατάφεραν να ικανοποιηθούν).
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, ο Barenboim ανέλαβε τον διπλό ρόλο σολίστ-αρχιμουσικού υποστηρίζοντας μια εκλεπτυσμένη και υποδειγματικά δομημένη ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 3, Op. 37, του Ludwig van Beethoven. Κάθε νότα της παρτιτούρας αποκτούσε ιδιαίτερο νόημα στα χέρια του. Η ορχήστρα του περίφημου λυρικού θεάτρου τον ακολούθησε σε μια απόλυτα προσεγμένη ερμηνεία.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκε η «Φανταστική Συμφωνία», Op. 14, του Hector Berlioz. Λάβαμε μια αναλυτική (σε στιγμές μέχρι υπερβολής) προσέγγιση της παρτιτούρας, όπου η ορχηστρική διαφάνεια και ο φωτισμός κάθε φράσης ξεχώριζαν. Ο λυρισμός των τριών πρώτων μερών (Ονειροπολήσεις, πάθη/ Ένας χορός/ Σκηνή στους αγρούς) τονίστηκε με ορθότητα σκέψης, ενώ με θεατρικότητα και αφηγηματική διάθεση αναδείχθηκαν τα δύο τελευταία μέρη (Πορεία προς το μαρτύριο/ Όνειρο μιας δαιμονικής νύχτας του Σαββάτου).
Εκτός προγράμματος, ακούστηκε –αναμενόμενη επιλογή- μια ξέχειλη από δραματικότητα εκτέλεση της Εισαγωγής στην Όπερα «La Forza del Destino» του Giuseppe Verdi.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Ορχήστρα Philharmonia, υπό Salonen




Η Philharmonia ανήκει στις αρτιότερες βρετανικές ορχήστρες και τιμάει την χώρα μας με αρκετά συχνές εμφανίσεις. Μάλιστα, πριν από ορισμένα χρόνια είχε αναπτύξει στενή και σταθερή συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στις 17/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, υπό τη διεύθυνση του Esa-Pekka Salonen (φωτογραφία), πρόσφερε ερμηνείες έργων Franz Liszt και Gustav Mahler. Συγκεκριμένα, στο  Κοντσέρτο αρ. 2 του Liszt συνόδευσε με γνώση και αισθαντικότητα τον Γιάννη Βακαρέλη. Ο τελευταίος ανέπτυξε το σολιστικό μέρος προσεκτικά, με συνέπεια και αρκετή μουσικότητα.
Ωστόσο, ο ακροατής χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το δεύτερο μέρος προκειμένου να γίνει αποδέκτης ιδιαίτερων ερμηνευτικών στιγμών. Εδώ ήταν που ορχήστρα και μαέστρος ξεδίπλωσαν μια εκστατική ανάγνωση της Συμφωνίας αρ. 6 του Mahler. Προσέξαμε τον άψογο συντονισμό, την άμεμπτη τονική ακρίβεια και τον ομοιογενή και λαμπρά χρωματισμένο ήχος της Philharmonia. O Salonen, που κρατάει τη θέση του κύριου αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού συμβούλου της ορχήστρας αυτής, πρότεινε μια εκτέλεση που έφερνε με ενδιαφέρον και απόλυτη ευστοχία στο προσκήνιο τις φοβίες, τις αγωνίες και τον εκρηκτικό ρομαντισμό που συνυπάρχουν στη γεμάτη καταστροφική τραγικότητα μεγαλειώδη αυτή παρτιτούρα (πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική κατάθεση του Mahler ο οποίος μέσα από τη δημιουργία του προβλέπει και αποτυπώνει τα δεινά που θα τον οδηγήσουν στο τέλος της ζωής του).

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Penderecki διευθύνει Penderecki




Ο Krzystof Penderecki αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους και πολυπράγμονες συνθέτες της εποχής μας. Πολύ συχνά επιλέγει να στέκεται στο podium διευθύνοντας τόσο δικά του έργα όσο και άλλων. Στις 10/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής) διηύθυνε την Sinfonia Varsavia σε ένα πρόγραμμα από δικές του συνθέσεις: Agnus Dei (μεταγραφή για έγχορδα), Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα (μεταγραφή για βιολοντσέλο και ορχήστρα, 1983) και Συμφωνία αρ. 2.
Σε αυτά τα έργα, που αρνούνται να εγκαταλείψουν το τονικό σύμπαν κινούμενα σε ένα μουσικό ύφος το οποίο μάλλον εύκολα μπορεί να κατανοήσει και να εκτίμηση ο αμύητος στην πρωτοποριακή μουσική σκέψη ακροατής, ο δημιουργός έδωσε πνοή με συγκέντρωση και υποδειγματική προσοχή στην υπογράμμιση των δομικών στοιχείων. Οι ορχηστρικοί όγκοι και η καλοδουλεμένη ενορχήστρωση των παρτιτούρων φωτίστηκαν με επιτυχία. Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε ο γερμανικής και ιαπωνικής καταγωγής βιολοντσελίστας Danjulo Ishizaka, ο οποίος έπαιξε με μοναδικό οίστρο, άψογη τεχνική και ωραιότατο ήχο το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Les Musiciens du Louvre-Grenoble


  

Στις 8/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, ακούσαμε το σύνολο Les Musiciens du Louvre-Grenoble, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή και μόνιμου αρχιμουσικού του, Marc Minkowski.
Το πρόγραμμα περιέλαβε έργα αποκλειστικά του Franz Joseph Haydn, από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν στις 31/5 ακριβώς διακόσια χρόνια. Ο Minkowski και το σύνολό του, αποτελούμενο από όργανα εποχής, προσέφεραν απολαυστικές ερμηνείες των Συμφωνιών αρ. 103, Hob.I:103, «Των τυμπάνων», και αρ. 104, Hob.I:104, «Του Λονδίνου» (έργα τα οποία πρόσφατα ηχογράφησαν).
Ξεχωριστή υπήρξε η επιμονή στην λεπτομέρεια του σχηματισμού των μουσικών παραγράφων, το κέφι με το οποίο μπολιαζόταν κάθε μουσικό μέτρο και η φωτεινή μεγαλοπρέπεια των έργων που αναδείχθηκε με ευφάνταστο γούστο.
Ο Minkowski δεν δίστασε πριν από κάθε έργο, και μάλιστα πριν από ορισμένα μέρη τους, όταν τα μέλη της ορχήστρας χρειάστηκε να κουρδίσουν τα όργανά τους, να απευθυνθεί στο ακροατήριο και να δώσει στοιχεία σχετικά με τον χαρακτήρα κα τη δημιουργία τους. Δυστυχώς κάποιο μέλος του ακροατηρίου με ιδιαίτερα ανόητο και αρκετά χυδαίο τρόπο διαμαρτυρήθηκε φωνάζοντας χαρακτηριστικά και μάλιστα στη γαλλική γλώσσα ότι «είμαστε εδώ για τη μουσική». Ο ευαίσθητος Minkowski φανερά ενοχλημένος υποστήριξε ότι το σχόλιο μάλλον θα προερχόταν από κάποιον Γάλλο συμπατριώτη του (και όχι από Έλληνα). Πώς μπορεί να είναι κανείς τόσο αγενής, ιδιαίτερα μπροστά σε μουσικούς αυτής της κλάσης; Αδιανόητο.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Μουσικός Μάρτιος στο Βερολίνο







Μολονότι ο φετινός Μάρτιος στο Βερολίνο κάθε άλλο παρά μας θύμιζε πρώτο μήνα της άνοιξης (τα γκρίζα σύννεφα με δυσκολία εγκατέλειπαν τον ουρανό της πόλης), εντούτοις η μουσική κίνηση της πόλης, μας αποζημίωσε και μάλιστα με το παραπάνω. Μέσα στις λαμπρές αίθουσες συναυλιών της βιώσαμε τη μουσική άνοιξη σε όλο της το μεγαλείο.
Τρεις σπουδαίοι μουσουργοί γιορτάζονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς με ιδιαίτερη λαμπρότητα φέτος στο Βερολίνο, όπως εξάλλου και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: οι George Frideric Handel (από από τον θάνατο του οποίο συμπληρώνονται 250 χρόνια), Franz Joseph Haydn (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια) και Felix Mendelssohn Bartholdy (από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια). Έργα των τριών αυτών δημιουργών βρίσκουν ιδιαίτερη θέση στα προγράμματα των συναυλιών. Μάλιστα, ειδικά γύρω από τον Mendelssohn πραγματοποιήθηκε έκθεση με χειρόγραφα και προσωπικά αντικείμενα (Staatsbibliothek zu Berlin, 30/1-14/3).

Ian Bostridge

Η πρώτη από τις συναυλίες που παρακολουθήσαμε ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στον Handel (9/3, Konzerthaus, Μεγάλη αίθουσα). O δημοφιλέστερος από τους σύγχρονους Βρετανούς τενόρους Ian Bostridge, που έχει διακριθεί τόσο στον χώρο της όπερας όσο και σε εκείνον του Lied, και η Northern Sinfonia, ορχήστρα δωματίου ιδρυμένη το 1958, ερμήνευσαν σειρά αποσπασμάτων από όπερες και ορατόρια του συνθέτη (Messiah HWV 56, Semele HWV 58, Jeptha HWV 70, Ariodante HWV 33 και Acis and Galatea HWV 49). Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο περιοδείας των συντελεστών.
Με σεμνότητα, συγκέντρωση, ψυχικό μεγαλείο, καθαρότατη έκφρασης, όλο ουσία άρθρωση και φωνή χαρακτηριστικού ηχοχρώματος, ο Bostridge έφερε στο προσκήνιο τη μεγαλειώδη, γεμάτη ευγένεια και ρητορική δύναμη χαιντελική μουσική σκέψη. Βαθιά απορροφημένος από τα δυνατά αισθήματα της μουσικής, μετά το πέρας κάθε άριας τον παρατηρούσαμε με δυσκολία να επιστρέφει στην πραγματικότητα και να χαμογελά προκειμένου να ανταποκριθεί στα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού του. Η Northern Sinfonia αποδείχθηκε άξια συνοδοιπόρος σε αυτό το τόσο συναισθηματικά φορτισμένο μουσικό ταξίδι. Τις ξεχωριστές δυνατότητες του συνόλου, την ανεπιτήδευτη και ωραία μουσικότητά του, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε και κατά την ερμηνεία των Concerti grossi  Op. 3, αρ. 2 HWV  313, και Op. 6, αρ. 12 HWV 330, όπου διατυπώθηκαν θαυμάσια οι εκτενείς δραματικοί διάλογοι μεταξύ των οργάνων (ο συνθέτης μεταχειρίζεται τα όργανα με σολιστικό τρόπο). Εκτός προγράμματος ακούσαμε την άρια Love is in your eyes από την όπερα Acis and Galatea. Σημειώνεται ότι κυκλοφορεί album του τενόρου με άριες του Handel (EMI Classics).

Φιλαρμονική Βερολίνου

Μερικές μέρες αργότερα (13/3) στην Philharmonie, αίθουσα εξαιρετικής ακουστικής κτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τον αρχιτέκτονα Hans Sharoun, ακούσαμε συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.  Στο podium της κορυφαίας αυτής ορχήστρας στάθηκε ο Michael Boder, γνωστός κυρίως για τη συνεργασία του με ονομαστά λυρικά θέατρα. Ορχήστρα και μαέστρος πρότειναν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα συνθέσεων των Elliot Carter (A Celebration of 100 x 150 notes), Robert Schumann (Συμφωνία αρ. 3, Op. 97, του Ρήνου), Richard Wagner (Wesendonck-Lieder) και Witold Lutoslawski (Κοντσέρτο για ορχήστρα). Η βερολινέζικη ορχήστρα ως συνήθως βρέθηκε σε εκπληκτική φόρμα και ο ήχος της διέθετε λάμψη, ενέργεια και φρεσκάδα. Υπό τη διεύθυνση του Boder η θεατρική και αρκετά αινιγματική γραφή του Carter (συνθέτη που στις 11 Δεκεμβρίου 2008 συμπλήρωσε εκατό χρόνια ζωής) ερμηνεύθηκε με αναλυτικό και εύγλωττο τρόπο, η Συμφωνία του Schumann δεν έχασε καθόλου από την υπέροχη λυρικορομαντική της διάθεση, ενώ στα χέρια των μουσικών το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Lutoslawski  (έργο του 1954) έλαβε μια ερμηνεία μεγαλόπρεπα δεξιοτεχνική: υπογραμμίστηκαν με σαφήνεια οι χορευτικοί ρυθμοί, τα στραβινσκικής έντασης ostinati, τα φολκλορικά στοιχεία και η γενικότερη αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζει την παρτιτούρα. Στα τραγούδια του Wagner είχαμε την τύχη να ακούσουμε την σοπράνο Anja Kampe (σύζυγο του Boder), κάτοχο φωνής ιδιαίτερης ομορφιάς. Η τραγουδίστρια απέδωσε τους ονειρικούς στίχους της Mathilde Wesendonck (βαγκνερικής μούσας για ένα διάστημα) και τις μεγάλες μελωδικές γραμμές των πέντε τραγουδιών του κύκλου με συγκίνηση, άφθαστη λεπτότητα έκφρασης και νόημα. 

Vogler Quartett

Το Vogler Quartett αποτελεί ένα από τα αρτιότερα της Γερμανίας, ιδρύθηκε το 1985 στο τότε ανατολικό Βερολίνο και έχει στο ρεπερτόριό του έργα διαφορετικών περιόδων. Το ακούσαμε (14/3, Konzerthaus, Μικρή αίθουσα) σε σελίδες των Anton Webern (Langsamer Satz), Franz Joseph Haydn (Κουαρτέτο εγχόρδων Op. 74, αρ.2, Hob III:73) και Max Reger (Κουιντέτο με κλαρινέτο, Op. 146). Μας ευχαρίστησε με τον μελετημένο σχηματισμό των μουσικών φράσεων και με την ανάδειξη των δομικών στοιχείων των έργων. Ειδικότερα, το έργο του Haydn κέρδισε σε φρεσκάδα, ενώ η φαντασία και σε στιγμές το λεπτό χιούμορ (κυρίως κατά το πρώτο μέρος, Allegro spirituoso) του μεγαλοφυούς αυτού συνθέτη ξεχώρισαν με άνεση. Στην παρτιτούρα του Reger το μέρος του κλαρινέτου επωμίσθηκε ο Eduard Brunner: εμπνέοντας τους έγχορδους συναδέλφους του φρόντισε με προσοχή για την ανάδειξη τόσο των ρομαντικών στοιχείων του έργου όσο και της πιο πρωτοποριακής αρμονικής γραφής του συνθέτη. Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Brunner πρόσφερε μια εξαιρετικά δεξιοτεχνική ερμηνεία της Fantasie για σόλο κλαρινέτο του Joerg Widmann.

Ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου

Ένα άρτιο ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου ακούσαμε από τον Stefan Engels στην Μεγάλη αίθουσα της Philharmonie (15/3, πρωί). Ο δεξιοτέχνης κρίθηκε απολαυστικός σε έργα Sigfrid Karl-Elert (Passacaglia Op. 25b), Felix Mendelssohn Bartholdy (Φούγκα σε σι μείζονα, Φούγκα σε σι ύφεση μείζονα και Allegro σε φα ελάσσονα) και Julius Reubke (Σονάτα για εκκλησιαστικό όργανο «ο 94ος Ψαλμός»). Ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου ήχησε μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακά επιβλητικός στα χέρια αυτού του μουσικού, του οποίου  η τεχνική και η ανεπιτήδευτη έκφραση ξεχώρισαν. Τονίζουμε την ερμηνεία της λαμπρής σονάτας του Reubke κατά την οποίαν εξερευνήθηκε με μοναδικό τρόπο η πρωτότυπη μουσική σκέψη και η τολμηρότατη φαντασία -τόσο ελεύθερη και πλούσια σε στοχασμό και ενόραση!- του ιδιοφυούς συνθέτη, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Franz Liszt και που έφυγε από τη ζωή το 1858, στην τραγικά πρώιμη ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών.

Don Giovanni

Στην Κρατική Όπερα υπό τας Φιλύρας (Staatsoper Unter den Linden, 15/3) παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας Don Giovanni του Wolfgang Amadeus Mozart, στην πολυσυζητημένη παραγωγή του Γερμανού σκηνοθέτη Peter Mussbach. Ο τελευταίος, ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες με ειδικές σπουδές στη μουσική, τον Μάιο του 2008 διέκοψε τη συνεργασία του με την Κρατική Όπερα του Βερολίνου λόγω αντιπαράθεσης που είχε με τον Daniel Barenboim, γενικό μουσικό διευθυντή του θεάτρου. Το ανέβασμα του  Don Giovanni που ακούσαμε και είδαμε είναι συμπαραγωγή της Staatsoper και της Σκάλας του Μιλάνου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 2006 στο Μιλάνο.
 Στο podium στάθηκε ο νεαρότατος αρχιμουσικός Gustavo Dudamel, που εδώ και μερικά χρόνια έχει κερδίσει τις καρδιές όλου του μουσικού κόσμου, ηχογραφεί αποκλειστικά για την Deutsche Grammophon και διευθύνει μεγάλες ορχήστρες. Ο χαρισματικός και εξαιρετικά εργατικός καλλιτέχνης διαθέτει ένα ταλέντο το οποίο θα ζήλευαν φτασμένοι ομότεχνοί του προχωρημένης ηλικίας. Απέδωσε την παρτιτούρα (την οποία είχε μελετήσει με τους επιφανείς μέντορές του, Claudio Abbado και Daniel Barenboim) με μουσική ακρίβεια, απόλυτη προσοχή στις ξαφνικές εναλλαγές των λεπτών μοτσάρτιων συναισθηματικών αποχρώσεων, αυτοπεποίθηση, ενθουσιασμό αλλά και κύρος. Τη διανομή κάλυψαν οι προικισμένοι λυρικοί καλλιτέχνες Andrea Concetti (Don Giovanni), Anna Samuil (Donna Anna), Timislav Muzek  (Don Ottavio), Andreas Bauer (Commendatore), Aga Mikolaj (Donna Elvira), Hanno Mueller-Brachmann (Leporello), Arttu Kataja (Masetto) και Sylvia Schwartz (Zerlina). Προσέγγισαν με αξιοπιστία το ύφος και την αισθητική της μουσικής και τραγούδησαν τα ρετσιτατίβα, τις άριες και τα ensembles με υποδειγματική τέχνη και ζέση. Όλων οι κολορατούρες ήταν πεντακάθαρες και κανείς δεν έδειχνε να λυγίζει ούτε στιγμή μπροστά στα ζητούμενα του ρόλου του. Η ορχήστρα (Staatskapelle Berlin) και η χορωδία (Staatsopernchor) ερμήνευσαν με σωστή έκφραση ακολουθώντας τον Dudamel στην ορμητική και σπινθηροβόλα του διεύθυνση.
Ο Peter Mussbach, υπεύθυνος τόσο για τη σκηνοθεσία όσο και για τα σκηνικά, πρότεινε μια μοντέρνα και προσωπική ανάγνωση του έργου, σε στιγμές ξαφνιάζοντας ή και σοκάροντας με τις επιλογές του που ενίοτε απομακρύνονταν επικινδύνως  από τις επιθυμίες του συνθέτη και του λιμπρετίστα του. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Mussbach ο Commendatore δολοφονείται από τον Don Giovanni με ένα κοφτερό στιλέτο, ενώ στο τέλος του έργου ακριβώς με τον ίδιο τρόπο χάνει τη ζωή του ο Don Giovanni από τo φάντασμα του Commendatore. Βλέπουμε την Donna Elvira να καταφθάνει πάνω σε ένα scooter για να τραγουδήσει την πρώτη της άρια. Οι χωρικοί στην αρχή της τέταρτης σκηνής της πρώτης πράξης χορεύουν στον ρυθμό μεν της μουσικής αλλά με κινησιολογία που θα ταίριαζε σε ένα τραγούδι της disco. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την Zerlina μέχρι την ύστατη ώρα να μην μπορεί να κρύψει τον έρωτά της για τον γυναικοκατακτητή.
Επιπλέον, το σεξουαλικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του έντονα στην σκηνοθεσία: στην αρχή του έργου η Donna Anna με επιδεικτικό τρόπο πείθει ότι απολαμβάνει την ερωτική επίθεση του Don Giovanni, ενώ αργότερα οι Donna Anna, Don Ottavio και Donna Elvira χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον, σαν να μοιράζονταν μια σχέση κοινή και καθόλου κρυφή. Το μινιμαλιστικό και αμετάβλητο σκηνικό (σε ένα άδειο φόντο πότε δύο και πότε τρεις μεγάλο μαύροι τοίχοι κινούνταν κοντά στους ήρωες μάλλον συμβολίζοντας την μοίρα που τους κατατρέχει), σε συνδυασμό με τον γαλάζιο φωτισμό και το άσπρο, το μαύρο και το γκρίζο χρώμα των κοστουμιών (Andreas Schmidt-Futterer) έδιναν έναν διαχρονικό τόνο στην πλοκή.
Μολονότι οι κριτικές που έλαβε o Mussbach από τον διεθνή τύπο, υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αρνητικές, ομολογούμε ότι βρήκαμε ορισμένα στοιχεία της σκηνοθεσίας του εύστοχα και ενδιαφέροντα: πρότεινε έναν Don Giovanni λιγότερο διαβολικό (σε στιγμές, μάλλον συμπαθητικό) και πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερης σημασίας που τελικά με εξυπνάδα δικαίωνε τόσο την τραγική όσο και την κωμική πλευρά αυτού του αθάνατου drama giocoso.

Lupu/Barenboim

Τελευταία στη σειρά των μουσικών εκδηλώσεων που παρακολουθήσαμε στο  Βερολίνο ήταν η συναυλία της Staatskapelle Berlin, υπό τη διεύθυνση του μουσικού της διευθυντού Daniel Barenboim (16/3, Konzerthaus). Το πρόγραμμα σχηματίστηκε από ύστερα (σε δυο περιπτώσεις, ύστατα) έργα των συνθετών Gustav Mahler (Adagio από τη Συμφωνία αρ. 10),  Béla Bartók (Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3, Sz. 119, BB 127) και Elliot Carter (Partita). Στην παρτιτούρα του Mahler ορχήστρα και αρχιμουσικός απέδωσαν τη χαρακτηριστική μελαγχολία, τα μεγάλα μελωδικά τόξα και τις αιχμηρές διάφωνες συγχορδίες της παρτιτούρας με ένταση και νόημα. Σολίστ στο μπαρτοκικό κοντσέρτο, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ήταν ο Radu Lupu, παλιός φίλος και  συνεργάτης του Barenboim. Στην ερμηνεία που λάβαμε η φωτεινότητα και η αισιοδοξία του έργου ήρθαν στην επιφάνεια. Την προσοχή μας τράβηξε η ηχητική ποιότητα του πιανίστα, ο οποίος παίζει πάντα με  άνεση, panache και τεχνική βεβαιότητα. Μη αναμενόμενα προβλήματα συγχρονισμού μεταξύ πιάνου και ορχήστρας λόγω ασυμφωνίας στην επιλογή ταχυτήτων, τα οποία παρατηρήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους (Allegretto), δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα.
Τη συναυλία σφράγισε η Partita του Carter. Το έργο είχε παραγγείλει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Barenboim και η  Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Ο αρχιμουσικός επέστρεφε με φανερή ικανοποίηση στο ορχηστρικό αυτό δημιούργημα, που είναι γεμάτο εξάρσεις, ποικιλία συναισθημάτων διαθέσεων και καλά διατυπωμένων μουσικών ιδεών. Η ανάγνωσή που προσφέρθηκε δικαίωσε το κομμάτι και όχι εκείνον τον ακροατή που μετά το πέρας της ερμηνείας το αποδοκίμασε οδηγώντας τον Barenboim να απευθυνθεί στο κοινό προκειμένου να υπερασπιστεί τη σύνθεση που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχε διευθύνει για πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Συναυλία της City of Birmingham Symphony Orchestra






Στις 26/2, στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ακούσαμε την City of Birmingham Symphony Orchestra (CBSO), την ορχήστρα που από το 1980 μέχρι το 1998 διηύθυνε σταθερά ο Simon Rattle. Ο Rattle πέτυχε με μόχθο και αγάπη να την οδηγήσει στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών ορχηστρών και σε ερμηνείες που επαινέθηκαν ιδιαιτέρως. Ο  Herbert von Karajan, που δεν ήταν γνωστός για τις γενναιόδωρες φιλοφρονήσεις του, είχε αναγνωρίσει την ποιότητα της παραπάνω συνεργασίας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα που είχε αποφέρει. Όταν ο Rattle εγκατέλειψε τo Birmingham, προκειμένου να αναλάβει τα ηνία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, η βρετανική ορχήστρα φρόντισε  να κρατήσει το υψηλό επίπεδο απόδοσης που είχε πετύχει συνεργαζόμενη μαζί του. Το 1998 κύριος αρχιμουσικός της ονομάστηκε ο Φιλανδός Sakari Oramo, με τον οποίον πραγματοποίησε ορισμένες πολύ καλές εμφανίσεις και περιοδείες. Πρόσφατα, ο πολυσυζητημένος νεαρός Λετονός Andris Nelsons (γ. 1978, φωτογραφία) ανέλαβε μουσικός διευθυντής της. Ο Nelsons αναφέρει ως μεγάλο του Δάσκαλο και Μέντορα τον συμπατριώτη του διάσημο αρχιμουσικό Mariss Jansons. Φιλόδοξος, εργατικός και χαρισματικός,  ανήκει σίγουρα στους εκλεκτότερους μαέστρους της γενιάς του. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που ήδη ξεχωρίζουν και διαπρέπουν διεθνώς.
Εκείνος ήταν που στάθηκε στο podium της CBSO κατά τη συναυλία που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής και μας γοήτευσε με τη σπουδαία μουσική του φύση και το ταλέντο του. Ειδικότερα, σε έργα Richard Wagner (Εισαγωγή από την όπερα «Tannhäuser» και Πρελούδιο και Liebestodt από την όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη») και Richard Strauss (Συμφωνικό ποίημα «Θάνατος και Εξαΰλωση») ορχήστρα και μαέστρος απέδειξαν ότι η συνεργασία τους μπορεί να υπάρξει μια από τις υποδειγματικότερες των ημερών μας. Οι μουσικοί του συνόλου λατρεύουν τον μαέστρο τους και δεν διστάζουν ούτε στιγμή να το αποδείξουν υπακούοντας με προθυμία στις οδηγίες του. Σκέψεις και επιθυμίες μεταφέρονται από τον Nelsons σε αυτούς μέσω μεγάλων και σε στιγμές θεατρικών κινήσεων των χεριών του.  
Οι ερμηνείες που ακούσαμε υπήρξαν μπολιασμένες με μια ενέργεια και έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό που σε καθήλωνε. Κάθε μουσική στιγμή και κάθε μουσική παράγραφος ήταν με μεγάλη προσοχή δουλεμένες, οι φορτίσεις και αποφορτίσεις δυναμικής υπήρξαν άριστα ισορροπημένες, οι ατάκες ακριβέστατες και τα μουσικά νοήματα φωτίζονταν με θαυμαστό τρόπο. Ο ήχος της CBSO έφθανε στα αφτιά μας πανέμορφος, όλο λάμψη. Ήταν  προσεκτικά χρωματισμένος, καλά εστιασμένος και τονικά ολόσωστος. Επιπλέον, η αμεσότητα της ορχηστρικής έκφρασης κέρδιζε το ενδιαφέρον μας τόσο κατά τα βαγκνερικά αποσπάσματα όσο και κατά το  γνωστό Συμφωνικό Ποίημα του Strauss. Αισθανόσουν ότι συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο και υψηλό σε κάθε μέτρο των έργων.
Τα γενναιόδωρα χειροκροτήματα του αθηναϊκού κοινού προέτρεψαν την ορχήστρα να προσφέρει εκτός προγράμματος μια γεμάτη οίστρο ερμηνεία του Πρελουδίου από την τρίτη πράξη της βαγκνερικής όπερας «Lohengrin». Είναι γεγονός ότι αποτελεί μεγάλη χαρά να βιώνει κανείς τόσο συναρπαστικές μουσικές εμπειρίες. Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας σπουδαίας συνεργασίας!

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Φλογερός Wagner από την Εθνική Λυρική Σκηνή





Το ανέβασμα μιας όπερας του Richard Wagner στη χώρα μας αποτελεί πάντα σημαντικό γεγονός. Το ιταλικό οπερατικό ρεπερτόριο ανέκαθεν έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει στην Ελλάδα θέση στη σκηνή. Δεν θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει το ίδιο και για το γερμανικό ρεπερτόριο. Εντούτοις, οι μάλλον σπάνιες παραγωγές μελοδραμάτων των Wagner και Richard Strauss που παρουσιάστηκαν κατά την τελευταία περίπου εικοσαετία στην Αθήνα υπήρξαν υψηλών προδιαγραφών (ξεχωρίζουμε τις παραγωγές του βαγκνερικού Lohengrin και των μελοδραμάτων του Strauss, «Ηλέκτρα», «Σαλώμη», «Αιγυπτία Ελένη», «Η Γυναίκα δίχως σκιά», που απολαύσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών). 
Στις 30/1, στην Αίθουσα Αλεξάνδρας Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) τη μεγάλη τρίπρακτη ρομαντική όπερα «Tannhäuser» του Wagner (παρισινή εκδοχή του 1861). Ο  Γερμανός μουσουργός ολοκλήρωσε την παρτιτούρα τον Απρίλιο του 1845. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Θέατρο της Δρέσδης τον Οκτώβριο του 1845, σε μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Τη διανομή κάλυψαν οι περίφημοι Johanna Wagner, ανιψιά του συνθέτη, Wilhelmine Schröder-Devrient και Josef Tichatschek. Το εν λόγω ανέβασμα δεν γνώρισε την αναμενόμενη επιτυχία και ο δημιουργός του προέβη σε επεξεργασία της σύνθεσης. To 1861, μετά από εκατόν εξήντα τέσσερις δοκιμές, η όπερα ανέβηκε στην Όπερα του Παρισιού, σε νέα επεξεργασμένη εκδοχή της παρτιτούρας. Δυστυχώς ούτε εκεί γνώρισε επιτυχία. Ο Wagner αποφάσισε να αποσύρει το έργο μετά την τρίτη παράσταση και μέχρι το τέλος της ζωής του προβληματιζόταν για την πορεία του δημιουργήματός του. Βεβαίως, σήμερα αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες όπερες του κοινού.

Η παραγωγή του Wick

Η ΕΛΣ επέλεξε να αναβιώσει (για τέσσερις παραστάσεις, 24, 27, 30/1 και 1/2) την παραγωγή των Graham Wick (σκηνοθεσία) και Paul Braun (σκηνικά-κοστούμια), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του San Francisco, το φθινόπωρο του 2007. Ο Wick, διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης,  πραγματοποιούσε το ντεμπούτο του στην Όπερα του San Francisco.  Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε σε κείμενα και συνεντεύξεις του, δεν  θέλησε απλά να πλάσει έναν ευάλωτο ήρωα που κινείται ανάμεσα στους κόσμους δύο θηλυκών, τον ερωτικό της Αφροδίτης και τον αγνό της Elisabeth, αλλά έναν άνθρωπο που παλεύει να αντιμετωπίσει προβλήματα τα οποία ο ίδιος έχει δημιουργήσει και που προσπαθεί να συμφιλιώσει αντιθετικά συναισθήματα. Τοποθετεί την πλοκή σε έναν χώρο που μοιάζει με τεράστιο δωμάτιο, με μεγάλα παράθυρα και ψηλούς τοίχους. Ο χώρος αυτός θα μπορούσε να συμβολίζει την ψυχή του ήρωα.  Η σκηνοθεσία του υπήρξε προσεγμένη και με την κατάλληλη έμφαση στα συμβολικά στοιχεία του έργου.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής ήταν εντυπωσιακά στην αμεσότητα και στην καλαισθησία τους. Τα νατουραλιστικά στοιχεία και τα μεσαιωνικά κοστούμια ευχαρίστησαν όσους βαγκνερόφιλους αγαπούν κάθε άποψη  που στέκεται κοντά στις αρχικές σκέψεις και τα οράματα του συνθέτη. Συχνά χρησιμοποιήθηκαν κινηματογραφικά εφέ. Είδαμε άλογο επί σκηνής και νερό να τρέχει από το ταβάνι κατά την τελευταία πράξη. Η φιλόδοξη μεταφορά στοιχείων της φύσης στη σκηνή είχε όμως και τα απρόοπτά της: οι πραγματικές φλόγες που περικύκλωναν το ζευγάρι Tannhäuser και Αφροδίτη στο μεγάλο ντουέτο της πρώτης πράξης (ο σκηνοθέτης θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την τελική σκηνή της «Βαλκυρίας») κάποια στιγμή δεν μπόρεσαν να ελεγχθούν από τους τεχνικούς. Ξαφνικά ο τενόρος διέκοψε, έντρομος φώναξε ότι υπάρχει κίνδυνος από πραγματική φωτιά, βγήκε από τον πύρινο κύκλο και στη συνέχεια έδωσε το χέρι του στη σοπράνο βοηθώντας την να απομακρυνθεί από τις φλόγες. Ευτυχώς επενέβησαν άμεσα οι πυροσβέστες, η αυλαία έπεσε και μετά από την πάροδο περίπου εικοσιπέντε λεπτών - τόσο χρειάστηκε για να εξαφανιστούν οι καπνοί που είχαν γεμίσει την αίθουσα- η παράσταση συνεχίστηκε δίχως προβλήματα. Πάντως, φωτιά δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την υπόλοιπη βραδιά, ούτε και κατά την τελευταία παράσταση (1/2). 

 Οι τραγουδιστές

 Το μέρος του Tannhäuser κράτησε ο John Treleaven, ένας από τους χαρισματικότερους σύγχρονους ενσαρκωτές του ρόλου. Ως βαγκνερικός τενόρος έχει κερδίσει τις εντυπώσεις τραγουδώντας σε σπουδαίες λυρικές σκηνές του κόσμου και συνεργαζόμενος με αρχιμουσικούς της πρώτης γραμμής. Απέδωσε τον απαιτητικό ρόλο με δραματική φωνή, ιδιωματικό φραζάρισμα και άφθονο συναίσθημα. Δίπλα του η Lise Lindstrom κράτησε με επιτυχία τόσο τον ρόλο της Elizabeth όσο και εκείνον της Αφροδίτης (η Angela Marambio, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να ερμηνεύσει την Elizabeth, αποσύρθηκε περίπου έναν μήνα πριν από την πρώτη παράσταση). Η Lindstrom ανακάλυψε με υπέροχο τρόπο τις ιδιαίτερες ψυχικές και μουσικές αποχρώσεις των δύο γυναικών. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμήνευσαν με δραματική ένταση και ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου οι Martin Snell (Hermann), Rolf Haunstein (Biterolf), Ashley Holland (Wolfram von der Vogelweide), Andreas Conrad (Heinrich der Schreiber) και Adrian Sampetrean (Reinmar von Zweter).

Μπαλέτο, χορωδία, ορχήστρα και μαέστρος

Το μπαλέτο της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε στην εξπρεσιονιστική και απόλυτα ερωτική (κατά την πρώτη πράξη) χορογραφία του Ron Howell. O προικισμένος Γάλλος αρχιμουσικός Philippe Auguin, συνεργάτης κορυφαίων λυρικών σκηνών της Ευρώπης και της Αμερικής, μετά από σκληρή εργασία με την ορχήστρα και τη χορωδία της Λυρικής πέτυχε όντως ζηλευτά αποτελέσματα. Ορχήστρα και χορωδία  ερμήνευσαν με προσοχή, σεβασμό στις λεπτομέρειες της παρτιτούρας και κυρίως με μια ιδιαίτερη μουσικότητα που ξεχώριζε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή του έργου.
Η επιτυχία που γνώρισε  η παραγωγή θα πρέπει να οδηγήσει την ΕΛΣ στο ανέβασμα και άλλων αριστουργημάτων του Wagner: σειρά έχει ένας «Τριστάνος» και στη συνέχεια ένας «Parsifal»!