Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

“Don Giovanni” από την Όπερα Θεσσαλονίκης






Σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για την συμπρωτεύουσα αποτέλεσε το ανέβασμα της όπερας «Don Giovanni» του Wolfgang Amadeus Mozart. Την παραγωγή ανέλαβε η Όπερα Θεσσαλονίκης, ένας σοβαρός όσο και δραστήριος οργανισμός που τα τελευταία χρόνια έχει προσφέρει παραστάσεις κύρους. Οι παραστάσεις του «Don Giovanni» δόθηκαν στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών, στις 18, 19, 20, 23, 25, 26 και 27/9.
Το μελόδραμα (dramma giocoso) αυτό του Mozart, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί κορυφή δημιουργίας ακόμη και για τα άφθαστα δεδομένα του μουσουργού,  ολοκληρώθηκε  τον Οκτώβριο του 1787 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια ακριβώς περίοδο (29/10/1787) στο Estates Theatre της Πράγας. Η Πράγα, σε αντίθεση με τη Βιέννη,  πάντα εκτιμούσε και λάτρευε τα έργα του Mozart, γεγονός που ο τελευταίος ανταπέδωσε χαρίζοντας στην πόλη την πρεμιέρα αυτού του εκπληκτικού ηχητικού μνημείου του.
 O Don Giovanni δεν ανήκει μόνο στις πλέον εμπνευσμένες παρτιτούρες του Mozart, αλλά και στις πιο απαιτητικές, αποτελούμενο από  δύσκολες (γραμμένες για λαμπρές φωνές της εποχής του μουσουργού), περίφημα ensembles, όπου η ακρίβεια και η ομαδική αναπνοή έχουν τον πρώτο λόγο  (τα ensembles  προκαλούν τρόμο σε λιγότερο ικανούς λυρικούς καλλιτέχνες) και μια έξοχη ορχηστρική γραφή, που  ξεχωρίζει άλλοτε για τη δραματικότητα και άλλοτε για τη σφύζουσα σβελτάδα της (νιώθεις το χαμόγελο, το δάκρυ, το φως και το βαθύτατο σκοτάδι του θανάτου και του τέλους). Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ο Mozart χαρακτήρισε το έργο του «dramma giocoso» (παιγνιώδες δράμα), επομένως το δράμα με την κωμωδία εναλλάσσονται και σε στιγμές συνδυάζονται ταυτόχρονα με μεγάλη μαεστρία και πνοή.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη (27/9, τελευταία κατά σειρά από τις επτά που δόθηκαν) τους ρόλους κράτησαν οι Άρης Αργύρης (Don Giovanni), Κωνσταντίνος Ντότσικας (Leporello), Σοφία Κυανίδου (Donna Anna), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Donna Elvira), Juan Carlos Vassalo (Don Ottavio), Μίνα Πολυχρόνου (Zerlina), Άκης Λαλούσης (Masetto) και Κωνσταντίνος Κατσάρας (Commendatore).
Πραγματικά κέρδισε τις εντυπώσεις ο Αργύρης προτείνοντας έναν Don Giovanni όλο ενέργεια και δυναμισμό. Ο νεαρός καλλιτέχνης σταδιοδρομεί σε καλές λυρικές σκηνές στο εξωτερικό και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει το  γιατί: διαθέτει μια φωνή ποιοτικότατη και μια τεχνική στη λεπτομέρειά της δουλεμένη. Επιπλέον, η άρτια σκηνική του παρουσία τον καθιστά κατάλληλο όχι μόνο για την ενσάρκωση του Don Giovanni, αλλά και πολλών άλλων μεγάλων ρόλων. Η Donna Anna της Κυανίδου υπήρξε μία από τις αρετές της παραγωγής. Η καλλιτέχνις τραγούδησε με άφθονη μουσικότητα, σχηματίζοντα τις φράσεις πάντα με γούστο και φινέτσα. Η βαθιά μελέτη του ρόλου την οδήγησε σε υπέροχες εκφραστικές στιγμές και τα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού που έλαβε στο τέλος της άξιζαν πέρα για πέρα.
Ως Donna Elvira η Κασσάνδρα Δημοπούλου, μουσικός δυνατοτήτων που έχουμε χαρεί στο παρελθόν, είχε καλές στιγμές, εντούτοις δεν κρύβουμε ότι ο  υπερβολικά δραματικός ρόλος που της ανατέθηκε αποδείχθηκε μάλλον ακατάλληλος για τη λυρική φωνή της που πιεζόταν αρκετά για να ανταπεξέλθει (τραγουδίστριες που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά στο ρεπερτόριο που προσεγγίζουν, διαφορετικά θέτουν το πολύτιμο όργανό τους σε κίνδυνο). Στον ρόλο του Leporello, ο Ντότσικας πρόσφερε  brio και κέφι, ενώ ως Masetto ο Λαλούσης ικανοποίησε με την καλή αίσθηση θεατρικότητας και την γεμάτη φωνή του (και οι δύο καλλιτέχνες θα μπορούσαν να είχαν προφέρει ορθότερα το ιταλικό κείμενο).
Ο Don Ottavio του Juan Carlos Vassalo υπήρξε η μεγάλη απογοήτευση της βραδιάς: δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος ενός ρόλου που απαιτεί έναν λυρικό τενόρο με πανέμορφη φωνή και ευκολίες στην υψηλή περιοχή,  οι οποίες θα του επιτρέψουν αβίαστα να τραγουδήσει τις εξαίσιες κολορατούρες και τις μεγάλες λυρικές φράσεις. Από εκείνον εισπράξαμε μια ερμηνεία ακατέργαστη και κακόγουστη, που ούτε το μουσικό κείμενο σεβάστηκε, ούτε τη μεγάλη γραμμή του ρόλου. Με πολλά προβλήματα που αφορούσαν στην κατανόηση τόσο του ρυθμού όσο και του  χαρακτηριστικού μοτσάρτιου φραζαρίσματος δυσαρέστησε. Επιπλέον, διέθετε μια φωνή τραχιά μέσω της οποίας  με βάναυσο τρόπο  «έσπαγε» τις θεϊκές μελωδικές γραμμές του Mozart εφαρμόζοντας δίχως κανέναν  λόγο ξαφνικά και απότομα crescendi
Η έμπειρη όσο και όμορφη Πολυχρόνου απέδωσε τον για εκείνη σχετικά απλό ρόλο της Zerlina με θαυμάσια φωνή και αβίαστη έκφραση. Είμαστε της γνώμης ότι η προικισμένη αυτή υψίφωνος θα μπορούσε να είχε επιτυχώς επωμισθεί τον ρόλο της Elvira.  Βρήκαμε επίσης μάλλον άστοχη την ανάθεση του ρόλου του Commendatore στον Κωνσταντίνος Κατσάρα, χωρίς αμφιβολία έναν μορφωμένο καλλιτέχνη και μάλιστα με καλά επεξεργασμένη φωνή, η οποία ωστόσο δεν ήταν κατάλληλη για έναν ρόλο που ζητά έναν πραγματικό μπάσο με μεγάλη ευχέρεια στην χαμηλή φωνητική περιοχή και που σε κάθε περίπτωση θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν ηλικιακά μεγαλύτερο τραγουδιστή. Περιμένουμε να ακούσουμε τον Κατσάρα μελλοντικά σε κάποιον άλλο ρόλο, που θα ταιριάζει περισσότερο στα φωνητικά του προσόντα.
Όσον αφορά τώρα στο εικαστικό μέρος της παραγωγής, δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισαν τόσο το τεράστιο -και μάλλον υπερβολικό στη σύλληψή του- βασικό σκηνικό  του Σωτήρη Στέλιου, όσο και τα αρκετά κοινότυπα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, που ναι μεν εμπνέονταν από εκείνα της εποχής του συνθέτη, αλλά ελάχιστα κολάκευαν όσους από τους καλλιτέχνες διέθεταν αυξημένο σωματικό βάρος. Η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπαξεβάνη διέθετε καλές ιδέες (πρόσθεσε ένα βουβό πρόσωπο που άλλοτε ως Έρωτας και άλλοτε ως Άγγελος έπαιρνε ενεργό μέρος στη δράση του έργου), αλλά τελικά δεν έπεισε ότι μπόρεσε να φωτίσει τις πολλές πλευρές του αριστουργήματος. Σε στιγμές, είχαμε την αίσθηση ότι οι τραγουδιστές αυτοσχεδίαζαν την κίνησή τους επί σκηνής, χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση. Επιπλέον, τα μέλη της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης (σε μελετημένη διδασκαλία της Μαίρης Κωνσταντινίδου) έμοιαζαν πάντα πολύ στατικά και ενίοτε αμήχανα.
Κλείνοντας, ένα μεγάλο εύγε πρέπει να αποδοθεί στον αρχιμουσικό Νίκο Αθηναίο, ο οποίος έχοντας στη διάθεσή του την πολύ καλή (αν εξαιρέσει κανείς τα ξύλινα πνευστά που δυσκολεύονταν να μην παίζουν συνεχώς mezzo forte) ορχήστρα Opera Symphony Amadeus, απέδειξε την υψηλή κλάση του. Ειδικότερα, έχοντας και στο παρελθόν, εκτός Ελλάδος,  διευθύνει το έργο, πέτυχε να  καθοδηγήσει με βαθιά γνώση και έμπειρο γούστο τους τραγουδιστές του. Κοιτάζοντάς τους με τρανή συγκέντρωση μέσα στα μάτια, ολόκληρο το βράδυ τους στήριζε μέσω μιας υποδειγματικής και κυρίως ουσιαστικής κινησιολογίας που δεν άφηνε ούτε στιγμή χώρο για  την παραμικρή απορία σε σχέση με τον ρυθμό, τις δυναμικές ή τον σχηματισμό φράσεων. Εν ολίγοις, η ερμηνεία του Αθηναίου, αρχιμουσικού luxus για την συμπρωτεύουσα, κρίθηκε σφαιρικά ολοκληρωμένη και μας ευχαρίστησε σε βάθος.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό Καρυτινό







Λίγες μέρες αργότερα ακούσαμε ένα άλλο πολυαγαπημένο Requiem, αυτή τη φορά του Ιταλού Giuseppe Verdi, από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 5/7). Χάρη στον τελευταίο, ο οποίος δεν παύει να μας εκπλήσσει πάντα θετικά σε κάθε του εμφάνιση, το έργο έλαβε μια επική ερμηνεία οπερατικών διαστάσεων.
Ειδικότερα, ο Καρυτινός, ένας από τους πιο ικανούς, καταρτισμένους και προικισμένους αρχιμουσικούς που έχει να προτείνει η χώρα μας, έπεισε ότι γνωρίζει κάθε πτυχή, φανερή και κρυφή, αυτού του τρανού δημιουργήματος. Προτιμώντας γρήγορες ταχύτητες χάρισε μια υψηλών προδιαγραφών εκτέλεση, γεμάτη παλμό, ρυθμική ενέργεια και εκρηκτική δραματική ένταση.
Στη διάθεσή του είχε ένα εξαιρετικό κουαρτέτο Ελλήνων μονωδών (Αλεξία Βουλγαρίδου, σοπράνο, Χαρίκλεια Μαυροπούλου, μέτζο σοπράνο, Mario Zeffiri, τενόρος, Χριστόφορος Σταμπόγλης, μπάσος), κάτοχοι φωνών ικανών να αντιμετωπίσουν τα συχνά ανυπέρβλητων τεχνικών δυσκολιών σολιστικά μέρη της Λειτουργίας (πρέπει να τονιστεί, ότι οι τέσσερις αυτοί εκλεκτοί καλλιτέχνες διαπρέπουν εκτός συνόρων, σε μεγάλα λυρικά θέατρα). Ορχήστρα και χορωδία, σε πολύ καλή φόρμα, απέδωσαν εξίσου ικανοποιητικά.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Le Cercle de l' Harmonie, υπό Rhorer







Κατά την άποψή μας, η από ερμηνευτικής πλευράς πλέον άρτια συναυλία του φεστιβάλ υπήρξε εκείνη του συγκροτήματος οργάνων εποχής Le Cercle de lHarmonie (φωτογραφία), υπό τη διεύθυνση του Jeremie Rhorer (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2/7). Το εξαίρετο αυτό σύνολο, που ιδρύθηκε μόλις τον Απρίλιο 2005 από τον Rhorer και τον βιολονίστα Julien Chauvin, κατάφερε μέσα στα λίγα χρόνια που υπάρχει να κερδίσει τις εντυπώσεις μέσω των υψηλών ερμηνειών που προσφέρει.
Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στον Wolfgang Amadeus Mozart της ύστατης δημιουργικής περιόδου: άρχισε με την Εισαγωγή στον «Μαγικό Αυλό», KV 620, συνεχίστηκε με το Κοντσέρτο για κλαρινέτο, KV 622, και ολοκληρώθηκε με το Requiem, KV 626. Ο Rhorer εκμαίευσε από τους μουσικούς του με λεπτότητα πλασμένες ερμηνείες, γεμάτες συγκίνηση και αγάπη για τον θεϊκό Αυστριακό συνθέτη. Μετά από μια γεμάτη σβελτάδα και ρυθμική ακρίβεια ερμηνεία της Εισαγωγής στον «Μαγικό Αυλό», η Nicola Boud παίζοντας corno di bassetto,  απέδωσε το αριστουργηματικό μοτσάρτιο Κοντσέρτο (υπογραμμίζουμε ότι ο συνθέτης έγραψε το έργο για corno di bassetto σε σολ) με ιδιαίτερη ικανότητα, εκπληκτικό έλεγχο της αναπνοής και άφθονη δεξιοτεχνία (κάποιες μικρές τονικές αστοχίες στο τελευταίο μέρος, Rondo: Allegro, δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα) οδηγώντας στην επιφάνεια όλη εκείνη την χαρακτηριστική τρυφερή μελαγχολία, αλλά και φωτεινή αισιοδοξία που διέπει την παρτιτούρα. Ο αρχιμουσικός και η ορχήστρα τη συνόδευσαν εκπληκτικά πείθοντας για την ευαισθησία και ηχητική καλλιέργειά τους κατά τα ορχηστρικά ritornelli και τις αναπτύξεις.
  Λίγο πριν από την έναρξή του Requiem, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ανακοινώθηκε ότι η ερμηνεία αφιερωνόταν στη μνήμη της περίφημης χορογράφου -και μεγάλης φίλης της Ελλάδας- Pina Bausch, που πριν από μερικές μέρες είχε φύγει από τη ζωή (30/6). Τα μέρη της νεκρώσιμης Λειτουργίας ξεδιπλώθηκαν με σπάνια εσωτερικότητα και επιβλητικότητα. Η επιλογή των ταχυτήτων ήταν συνετή, ποτέ υπερβολικά γρήγορη ή αργή. Άριστη κρίθηκε η ηχητική ισορροπία ανάμεσα σε ορχήστρα, σολίστ και χορωδία. Το σολιστικό κουαρτέτο (Cornelia Götz, σοπράνο, Maria Riccarda Wesseling, μέτζο σοπράνο, Stefano Ferrari, τενόρος, Andreas Wolf, μπάσος) και η χορωδία Les Éléments, ευχαρίστησαν τραγουδώντας τονικά σωστά και με καλοσχηματισμένο ήχο.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Φιλαρμονική της Σκάλας του Μιλάνου, υπό Barenboim






Το highlight των φετινών μουσικών εκδηλώσεων του φεστιβάλ ήταν χωρίς άλλο η συναυλία της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim (φωτογραφία), που δόθηκε στις 29/6, σε ένα πραγματικά κατάμεστο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (όσοι ενδιαφέρθηκαν τελευταία στιγμή για την εύρεση εισιτηρίου δεν κατάφεραν να ικανοποιηθούν).
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, ο Barenboim ανέλαβε τον διπλό ρόλο σολίστ-αρχιμουσικού υποστηρίζοντας μια εκλεπτυσμένη και υποδειγματικά δομημένη ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 3, Op. 37, του Ludwig van Beethoven. Κάθε νότα της παρτιτούρας αποκτούσε ιδιαίτερο νόημα στα χέρια του. Η ορχήστρα του περίφημου λυρικού θεάτρου τον ακολούθησε σε μια απόλυτα προσεγμένη ερμηνεία.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκε η «Φανταστική Συμφωνία», Op. 14, του Hector Berlioz. Λάβαμε μια αναλυτική (σε στιγμές μέχρι υπερβολής) προσέγγιση της παρτιτούρας, όπου η ορχηστρική διαφάνεια και ο φωτισμός κάθε φράσης ξεχώριζαν. Ο λυρισμός των τριών πρώτων μερών (Ονειροπολήσεις, πάθη/ Ένας χορός/ Σκηνή στους αγρούς) τονίστηκε με ορθότητα σκέψης, ενώ με θεατρικότητα και αφηγηματική διάθεση αναδείχθηκαν τα δύο τελευταία μέρη (Πορεία προς το μαρτύριο/ Όνειρο μιας δαιμονικής νύχτας του Σαββάτου).
Εκτός προγράμματος, ακούστηκε –αναμενόμενη επιλογή- μια ξέχειλη από δραματικότητα εκτέλεση της Εισαγωγής στην Όπερα «La Forza del Destino» του Giuseppe Verdi.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Ορχήστρα Philharmonia, υπό Salonen




Η Philharmonia ανήκει στις αρτιότερες βρετανικές ορχήστρες και τιμάει την χώρα μας με αρκετά συχνές εμφανίσεις. Μάλιστα, πριν από ορισμένα χρόνια είχε αναπτύξει στενή και σταθερή συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στις 17/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, υπό τη διεύθυνση του Esa-Pekka Salonen (φωτογραφία), πρόσφερε ερμηνείες έργων Franz Liszt και Gustav Mahler. Συγκεκριμένα, στο  Κοντσέρτο αρ. 2 του Liszt συνόδευσε με γνώση και αισθαντικότητα τον Γιάννη Βακαρέλη. Ο τελευταίος ανέπτυξε το σολιστικό μέρος προσεκτικά, με συνέπεια και αρκετή μουσικότητα.
Ωστόσο, ο ακροατής χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το δεύτερο μέρος προκειμένου να γίνει αποδέκτης ιδιαίτερων ερμηνευτικών στιγμών. Εδώ ήταν που ορχήστρα και μαέστρος ξεδίπλωσαν μια εκστατική ανάγνωση της Συμφωνίας αρ. 6 του Mahler. Προσέξαμε τον άψογο συντονισμό, την άμεμπτη τονική ακρίβεια και τον ομοιογενή και λαμπρά χρωματισμένο ήχος της Philharmonia. O Salonen, που κρατάει τη θέση του κύριου αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού συμβούλου της ορχήστρας αυτής, πρότεινε μια εκτέλεση που έφερνε με ενδιαφέρον και απόλυτη ευστοχία στο προσκήνιο τις φοβίες, τις αγωνίες και τον εκρηκτικό ρομαντισμό που συνυπάρχουν στη γεμάτη καταστροφική τραγικότητα μεγαλειώδη αυτή παρτιτούρα (πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική κατάθεση του Mahler ο οποίος μέσα από τη δημιουργία του προβλέπει και αποτυπώνει τα δεινά που θα τον οδηγήσουν στο τέλος της ζωής του).

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Penderecki διευθύνει Penderecki




Ο Krzystof Penderecki αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους και πολυπράγμονες συνθέτες της εποχής μας. Πολύ συχνά επιλέγει να στέκεται στο podium διευθύνοντας τόσο δικά του έργα όσο και άλλων. Στις 10/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής) διηύθυνε την Sinfonia Varsavia σε ένα πρόγραμμα από δικές του συνθέσεις: Agnus Dei (μεταγραφή για έγχορδα), Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα (μεταγραφή για βιολοντσέλο και ορχήστρα, 1983) και Συμφωνία αρ. 2.
Σε αυτά τα έργα, που αρνούνται να εγκαταλείψουν το τονικό σύμπαν κινούμενα σε ένα μουσικό ύφος το οποίο μάλλον εύκολα μπορεί να κατανοήσει και να εκτίμηση ο αμύητος στην πρωτοποριακή μουσική σκέψη ακροατής, ο δημιουργός έδωσε πνοή με συγκέντρωση και υποδειγματική προσοχή στην υπογράμμιση των δομικών στοιχείων. Οι ορχηστρικοί όγκοι και η καλοδουλεμένη ενορχήστρωση των παρτιτούρων φωτίστηκαν με επιτυχία. Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε ο γερμανικής και ιαπωνικής καταγωγής βιολοντσελίστας Danjulo Ishizaka, ο οποίος έπαιξε με μοναδικό οίστρο, άψογη τεχνική και ωραιότατο ήχο το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Les Musiciens du Louvre-Grenoble


  

Στις 8/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, ακούσαμε το σύνολο Les Musiciens du Louvre-Grenoble, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή και μόνιμου αρχιμουσικού του, Marc Minkowski.
Το πρόγραμμα περιέλαβε έργα αποκλειστικά του Franz Joseph Haydn, από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν στις 31/5 ακριβώς διακόσια χρόνια. Ο Minkowski και το σύνολό του, αποτελούμενο από όργανα εποχής, προσέφεραν απολαυστικές ερμηνείες των Συμφωνιών αρ. 103, Hob.I:103, «Των τυμπάνων», και αρ. 104, Hob.I:104, «Του Λονδίνου» (έργα τα οποία πρόσφατα ηχογράφησαν).
Ξεχωριστή υπήρξε η επιμονή στην λεπτομέρεια του σχηματισμού των μουσικών παραγράφων, το κέφι με το οποίο μπολιαζόταν κάθε μουσικό μέτρο και η φωτεινή μεγαλοπρέπεια των έργων που αναδείχθηκε με ευφάνταστο γούστο.
Ο Minkowski δεν δίστασε πριν από κάθε έργο, και μάλιστα πριν από ορισμένα μέρη τους, όταν τα μέλη της ορχήστρας χρειάστηκε να κουρδίσουν τα όργανά τους, να απευθυνθεί στο ακροατήριο και να δώσει στοιχεία σχετικά με τον χαρακτήρα κα τη δημιουργία τους. Δυστυχώς κάποιο μέλος του ακροατηρίου με ιδιαίτερα ανόητο και αρκετά χυδαίο τρόπο διαμαρτυρήθηκε φωνάζοντας χαρακτηριστικά και μάλιστα στη γαλλική γλώσσα ότι «είμαστε εδώ για τη μουσική». Ο ευαίσθητος Minkowski φανερά ενοχλημένος υποστήριξε ότι το σχόλιο μάλλον θα προερχόταν από κάποιον Γάλλο συμπατριώτη του (και όχι από Έλληνα). Πώς μπορεί να είναι κανείς τόσο αγενής, ιδιαίτερα μπροστά σε μουσικούς αυτής της κλάσης; Αδιανόητο.