Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Συναυλία Κρατικής Ορχήστρας της Δρέσδης





Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες είχαμε την ευκαιρία και μεγάλη τύχη να ακούσουμε στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Ωδείο Ηρώδου του Αττικού) μερικά από τα σπουδαιότερα ορχηστρικά σύνολα της εποχής μας. Ορχήστρες που δίνουν πραγματικό νόημα στον τίτλο «μεγάλες». Μάλιστα, στην περίπτωση τριών (Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης, Φιλαρμονική Βιέννης και Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ) θα ταίριαζε απόλυτα και το επίθετο «ιστορικές» λόγω των εντυπωσιακά πολλών ετών ύπαρξής τους.
  Η Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης (Staatskapelle Dresden) ιδρύθηκε το 1548 και δεν άργησε να γίνει διάσημη για τις δυσεύρετες ποιότητές της. Το όνομά της συνδέθηκε με συνθέτες όπως οι Heinrich Schütz, Carl Maria von Weber, Richard Wagner και Richard Strauss, οι οποίοι σημείωσαν αξιοσημείωτες συνεργασίες μαζί της.
Κατά την πιο πρόσφατη ιστορία της, η ορχήστρα είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερης σημασίας  συνεργασία με τον πρόωρα χαμένο Ιταλό μαέστρο Giuseppe Sinopoli. Ο τελευταίος υπήρξες κύριος αρχιμουσικός της από το 1992 μέχρι το 2001, έτος κατά το οποίο έσβησε ξαφνικά στο podium. Δεν ξεχνάμε ότι στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, είχαμε λάβει από  τον Sinopoli και την εν λόγω γερμανική ορχήστρα ανεπανάληπτες σε ατμόσφαιρα και εκφραστική δύναμη ερμηνείες Συμφωνιών των F. Schubert (αρ. 8), Anton Brucker (αρ. 9) και Gustav Mahler (αρ. 9).
Η πιο πρόσφατη εμφάνιση της ορχήστρας στη χώρα μας σημειώθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες), στις 14 και 15/5, και κρίθηκε εξίσου σημαντική, καίτοι κατά την συναυλία που παρακολουθήσαμε  (15/5) είδαμε μετά λύπης πολλές άδειες θέσεις στην αίθουσα.
 Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι την Staatskapelle θα διηύθυνε στην Αθήνα ο Ιταλός μαέστρος Fabio Luisi, που ήταν ο κύριος αρχιμουσικός της μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε παραιτήθηκε ξαφνικά από τη θέση του λόγω διαφωνίας που είχε με την διοίκηση της ορχήστρας  (το 2012 τα ηνία αναλαμβάνει ο Christian Thielemann).  Έτσι, χρειάστηκε να αντικατασταθεί από τον βετεράνο Γάλλο μαέστρο Georges Prêtre (γ. 1924, φωτογραφία).
 Το πρώτο μέρος της βραδιάς αποτέλεσε φόρο τιμής στον Richard Strauss, που όπως προαναφέρθηκε είχε συνδέσει το όνομά του με το σύνολο αυτό. Σε αποσπάσματα από τις όπερες «Σαλώμη» (Χορός των επτά πέπλων) και «Ο Ιππότης με το Ρόδο» (Σουίτα βαλς, διασκευή του Rudolf Kempe, και τελική σκηνή) η ορχήστρα απέδειξε αμέσως την υψηλή της κλάση αφήνοντας τον λαμπερό και μεστό ήχο της να γεμίσει την αίθουσα. Ο εφηβικής διάθεσης Prêtre, του οποίου τον ενθουσιασμό καθόλου δεν έχει αγγίξει ο χρόνος, επέλεξε ζωηρές ταχύτητες τονίζοντας με υποδειγματική ευστοχία και οίστρο το θεατρικό στοιχείο της μουσικής, την έκσταση του χορού της Σαλώμης και την μεθυστική βιεννέζικη διάθεση των βαλς. Σπάνια πολυτέλεια θεωρήσαμε την παρουσία των τριών εξαίρετων λυρικών φωνών που τραγούδησαν το καταληκτικό τρίο του «Ιππότη»:  Anne Schwanewilms, σοπράνο, Genia Kühmeier, σοπράνο, και Bernarda Fink, μετζοσοπράνο. Τρεις από τις εκλεκτότερες λυρικές φωνές της εποχής για μόνο δέκα λεπτά ερμηνείας! Αλλά, τι δέκα λεπτά! Με γνώση, σαφή διάθεση ανάδειξης της έννοιας των λέξεων του κειμένου και μπολιάζοντας κάθε φράση με την απαραίτητη νοσταλγική διάθεση πέτυχαν να συγκινήσουν. Από την πλευρά τους, ο Prêtre και η ορχήστρα, πρόσφεραν μια απόλυτα ιδιωματική σε χαρακτήρα συνοδεία.
Στο δεύτερο μέρος προσφέρθηκε μια επιβλητική, γεμάτη ζωή, νόημα και ενέργεια εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 4, Op. 55, «Ηρωική», του Ludwig van Beethoven.  Ο καλοδουλεμένος και ώριμος ήχος του συνόλου σε συνδυασμό με την άρτια τεχνική απόδοση των ξεχωριστών ομάδων οργάνων κέρδισε τις εντυπώσεις για άλλη μια φορά. Εκτός προγράμματος ερμηνεύτηκε με ενθουσιασμό ο πολυαγαπημένος Ουγγρικός Χορός αρ. 4 του Johannes Brahms.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

«Carmen» στη Λάρισα








Μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστό, εντούτοις η Λάρισα ανήκει στις πλέον μουσικές πόλεις τις Ελλάδας. Διαθέτει υψηλής ποιότητας μουσικά σχολεία, ωδεία και συχνά προτείνει συναυλίες και παραστάσεις όπερας. Πολλά νεαρά άτομα μελετούν και μάλιστα με μεγάλη αγάπη την κλασική μουσική, παίζουν διάφορα όργανα, μαθαίνουν ανώτερα θεωρητικά και είναι έτοιμα να ανοίξουν τα φτερά τους για να πετάξουν ψηλά στους μεγάλους μουσικούς ορίζοντες.
 Η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Λαρισαίων συγκαταλέγεται σίγουρα στους πιο δραστήριους μουσικούς οργανισμούς όχι μόνο της Θεσσαλίας αλλά και γενικότερα της ελληνικής περιφέρειας, Από το 2000, εκτός από συναυλίες, παρουσιάζει όπερες σε ετήσια βάση και μάλιστα όπερες του μεγάλου ρεπερτορίου. Τα τελευταία χρόνια οι Λαρισαίοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν όπερες όπως οι Trovatore και Traviata του Giuseppe Verdi (αντιστοίχως 2007 και 2008), ενώ τον Δεκέμβριο που πέρασε σειρά είχε η Carmen του Georges Bizet. Αυτό το ανέβασμα παρακολουθήσαμε (στις 18/12) και εντυπωσιαστήκαμε από τις πολλές ποιότητες της παραγωγής.
Η Carmen ανήκει στις δύο ή τρεις πιο δημοφιλείς όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πρόκειται για μια από τις πλέον απαιτητικές από μουσικής απόψεως όπερες, με τεχνικά μουσικά απαιτητικές άριες και ensembles. Επιπλέον, οι λυρικοί καλλιτέχνες που θα αποφασίσουν να επωμισθούν τους κεντρικούς ρόλους θα πρέπει να έχουν και υποκριτικές ικανότητες πρώτου μεγέθους. Ο Bizet δεν αστειεύεται: με συγκλονιστικά άμεσο τρόπο πετυχαίνει να φωτίσει ένα δράμα που στρέφεται γύρω από τον έρωτα, το πάθος, την εμμονή, την υστερία και τελικά με το δράμα της ίδιας της ζωής. Η νεαρή Carmen είναι μια ερωτικά αχόρταγη γυναίκα, που μέσω της γοητευτικής της παρουσίας και ενέργειας, σαγηνεύει και τελικά καταστρέφει. Το θύμα της εδώ είναι ο Don José, αξιωματικός που πέφτει στην παγίδα της, και τελικά μέσα στην παράνοια σκοτώνει την Carmen και στη συνέχεια βυθίζεται δίπλα στο άψυχο σώμα της. Η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1875 και ενώ η επιτυχία δεν φάνηκε εξασφαλισμένη από την αρχή, τελικά το αριστούργημα δεν άργησε να βρει τον δρόμο του και να καταχειροκροτηθεί σε όλες τις μεγάλες λυρικές σκηνές του κόσμου.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στην Λάρισα (αίθουσα εκδηλώσεων Palladium) οι τέσσερεις κεντρικοί ρόλοι ανατέθηκαν σε καλλιτέχνες ικανότατους από κάθε άποψη. Ειδικότερα, η Μαρίτα Παπαρίζου (φωτογραφία), με βελούδινη και πλούσια σε έκταση και χρώματα φωνή, έπλασε μια Carmen εξαιρετική, θηλυκή και κάθε στιγμή απειλητικά επικίνδυνη. Δίπλα της, ως Don José, ο Δημήτρης Πακσόγλου, ερμήνευσε με ωραία λυρική φωνή και πολλές ευαισθησίες απέναντι στο μουσικό κείμενο. Η Λαρισαία Μυρσίνη Μαργαρίτη, θαυμάσια μουσικός την οποία χαιρόμαστε κάθε φορά που ακούμε, αντιμετώπισε τον ρόλο της Michaela με ασυναγώνιστη φρεσκάδα και φωνητική αγνότητα. Ο  Escamillo του  Δημήτρη  Κασιούμη ήταν πειστικός τόσο φωνητικά όσο και δραματικά. Στους υποστηρικτικούς ρόλους ικανοποίησαν πλήρως οι Τάσος Αποστόλου (Zuniga), Νίκος Καραγκιαούρης (Morales), Κωστής Ρασιδάκης (Dancaire), Αστέριος Τσέτσιλας (Remendado), Ελπινίκη Ζερβού (Frasquita) και Εριφύλη Γιαννακοπούλου (Mercedes).
Ο σκηνοθέτης Κώστας Λαμπρούλης, η ενδυματολόγος Ελένη Ψύρρα και ο σκηνογράφος Κώστας Βαρνάς έχοντας στη διάθεση τους την αρκετά μεγάλη και αρκετά λειτουργική σκηνή του πολυχώρου Palladium, πρότειναν μια κλασική παρουσίαση του έργου, που ευχαρίστησε ακολουθώντας δοκιμασμένα και ασφαλή μονοπάτια.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην απόδοση της ορχήστρας (λιγότερο ευχαρίστησε η χορωδία) που υπό την καθοδήγηση του Δημήτρη Κτιστάκη,  ερμήνευσε με ένταση, φλόγα και τόνισε τη δύναμη του πεπρωμένου που επικρατεί σε όλη τη διάρκεια αυτής της λαμπρής όπερας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

«Ορφέας στον Άδη» από το ΜΜΘ





Η σημαντικότερη παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (ΜΜΘ) για την καλλιτεχνική περίοδο 2009-2010, που δόθηκε στο πλαίσιο των 44ων Δημητρίων, ήταν χωρίς άλλο η δημοφιλής οπερέτα «Ορφέας στον Άδη» (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach. Πρόκειται για μια από τις λαμπρότερες συνθέσεις του Offenbach, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1858, στο Παρίσι, και γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία (κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης παγκόσμιας παρουσίασης το έργο επαναλήφθηκε 228 φορές). Ο Offenbach, που διέθετε ένα τρανό μουσικό ταλέντο, το οποίο επέλεξε να το αφιερώσει στην κωμική όπερα, στηριζόμενος στο λιμπρέτο του Ludovic Halévy, που στη συνέχεια αναθεωρήθηκε από τον Hector-Jonathan Crémieux, παραδίδει μια παρτιτούρα γεμάτη μπρίο, κέφι και ευφυές χιούμορ. Το θέμα που επιλέγει είναι καθαρά Ελληνικό και στρέφεται γύρω από τον γνωστό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, οι οποίοι πλαισιώνονται από του θεούς του Ολύμπου.
Ήταν πολύ εύστοχη και πρωτότυπη η ιδέα του ΜΜΘ να παρουσιάσει στο κοινό του μια κωμική όπερα την οποία δύσκολα θα μπορούσε κανείς να χαρεί στην συμπρωτεύουσα, όπου συνήθως οι επιλογές κινούνται σε πιο προβλέψιμα σύμπαντα. Σε όλες τις παραστάσεις (13, 14, 16 και 18/11, παρακολουθήσαμε την προτελευταία) την πολυπρόσωπη διανομή κάλυψε μια ομάδα γνωστών λυρικών καλλιτεχνών που πραγματικά κατάφερε να αποδώσει με χάρη το σπινθηροβόλο πνεύμα που επικρατεί στο έργο.
Ειδικότερα στους μεγαλύτερους ρόλους, οι Γιάννης Χριστόπουλος (Ορφέας), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Ευρυδίκη), Ζάχος Τερζάκης (Πλούτωνας), Ειρήνη Καράγιαννη (Κοινή Γνώμη) και Κύρος Πατσαλίδης (Δίας), δεν έδωσαν απλά σημασία στην μουσική ερμηνεία, αλλά έπαιξαν τους ρόλους τους με ένταση και επιθυμία να υπογραμμίσουν κάθε στιγμή το πνεύμα της ειρωνείας και του σαρκασμού. Στους μικρότερους ρόλους χαρήκαμε τραγουδιστές που συνήθως δοκιμάζονται σε σπουδαίους ρόλους του μεγάλου δραματικού οπερατικού ρεπερτορίου. Οι Βαρβάρα Τσαμπαλή (Ήρα), Ελένη Λιώνα (Αφροδίτη), Θεοδώρα Μπάκα (Έρως), Δημήτρης Ναλμπάντης (Ερμής), Μανώλης Παπαδάκης (Άρης), Ειρήνη Κυριακίδου (Άρτεμις), Μαρίνα Βουλογιάννη (Αθηνά) και Πωλ Ζαχαριάδης (Στυξ), πρόσθεσαν στα ensembles τις δικές τους πινελιές με γούστο συμβάλλοντας στην επιτυχία. Η Χορωδία Θεσσαλονίκης (σε μουσική διδασκαλία της Αγγελικής Κρίσιλα) και η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ακολούθησαν τον πάντα μελετημένο και ακούραστο αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή του ΜΜΘ Νίκο Αθηναίο με διάθεση και ενθουσιασμό στα εύφορα και αισιόδοξα μονοπάτια της παρτιτούρας. Η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη και η χορογραφία της Βάλιας Παπαχρήστου ήταν έξυπνες και μέσα στο σωστό πνεύμα.
Εντούτοις, κατά την άποψή μας,  ο ήρωας της παράστασης ήταν ο Πάρις Μέξης, διεθνών προδιαγραφών δημιουργός, που ανέλαβε τον σχεδιασμό των κοστουμιών και των σκηνικών. Η ποιότητα της φαντασίας και του γούστου του, όπως επίσης και η απόλυτη επιμονή του στη λεπτομέρεια, έλαμψαν κάθε στιγμή της παράστασης. Ο συνδυασμός των χρωμάτων, η επιλογή των υφασμάτων, ο σχεδιασμός των κοστουμιών ευχαριστούσαν πέρα για πέρα. Ο Μέξης με προσοχή, σοβαρότητα και απόλυτη ευστοχία κατάφερε να διεισδύσει στα άδυτα της οφενμπαχιανής σκέψης και να μεταφέρει στη δική του εργασία την κομψότητα, τον αισθησιασμό τον οίστρο της σύλληψής του μεγάλου συνθέτη. Το κάθε κοστούμι που σχεδίασε, είχε μια διαχρονική χάρη, ταίριαζε απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του ρόλου για τον οποίο προοριζόταν. Όπως επίσης και τα ρούχα της πολυμελούς χορωδίας που ξεχώρισαν για την ποικιλία τους. Τα σκηνικά, μοντέρνα, λιτά  και με ευαίσθητο χιούμορ δημιουργημένα, έδιναν ακριβώς την ατμόσφαιρα ενός μαγικού και μυθολογικού κόσμου, που θα μπορούσε να υπάρχει και στην καθημερινή ζωή τελικά. Εξάλλου, οι μυθικοί ήρωες της όπερας ήταν εμπνευσμένη από τους καθημερινούς ανθρώπους και από τις συναισθηματικές, πνευματικές και υλικές ανάγκες τους. Περιμένουμε να εκτιμήσουμε την επόμενη δουλειά του Μέξη, αυτή τη φορά στην παράσταση της «Θεοδώρας» του George Frideric Handel, που θα ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την πρώτη μέρα του Μαρτίου.


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

“Don Giovanni” από την Όπερα Θεσσαλονίκης






Σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για την συμπρωτεύουσα αποτέλεσε το ανέβασμα της όπερας «Don Giovanni» του Wolfgang Amadeus Mozart. Την παραγωγή ανέλαβε η Όπερα Θεσσαλονίκης, ένας σοβαρός όσο και δραστήριος οργανισμός που τα τελευταία χρόνια έχει προσφέρει παραστάσεις κύρους. Οι παραστάσεις του «Don Giovanni» δόθηκαν στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών, στις 18, 19, 20, 23, 25, 26 και 27/9.
Το μελόδραμα (dramma giocoso) αυτό του Mozart, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί κορυφή δημιουργίας ακόμη και για τα άφθαστα δεδομένα του μουσουργού,  ολοκληρώθηκε  τον Οκτώβριο του 1787 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια ακριβώς περίοδο (29/10/1787) στο Estates Theatre της Πράγας. Η Πράγα, σε αντίθεση με τη Βιέννη,  πάντα εκτιμούσε και λάτρευε τα έργα του Mozart, γεγονός που ο τελευταίος ανταπέδωσε χαρίζοντας στην πόλη την πρεμιέρα αυτού του εκπληκτικού ηχητικού μνημείου του.
 O Don Giovanni δεν ανήκει μόνο στις πλέον εμπνευσμένες παρτιτούρες του Mozart, αλλά και στις πιο απαιτητικές, αποτελούμενο από  δύσκολες (γραμμένες για λαμπρές φωνές της εποχής του μουσουργού), περίφημα ensembles, όπου η ακρίβεια και η ομαδική αναπνοή έχουν τον πρώτο λόγο  (τα ensembles  προκαλούν τρόμο σε λιγότερο ικανούς λυρικούς καλλιτέχνες) και μια έξοχη ορχηστρική γραφή, που  ξεχωρίζει άλλοτε για τη δραματικότητα και άλλοτε για τη σφύζουσα σβελτάδα της (νιώθεις το χαμόγελο, το δάκρυ, το φως και το βαθύτατο σκοτάδι του θανάτου και του τέλους). Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ο Mozart χαρακτήρισε το έργο του «dramma giocoso» (παιγνιώδες δράμα), επομένως το δράμα με την κωμωδία εναλλάσσονται και σε στιγμές συνδυάζονται ταυτόχρονα με μεγάλη μαεστρία και πνοή.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη (27/9, τελευταία κατά σειρά από τις επτά που δόθηκαν) τους ρόλους κράτησαν οι Άρης Αργύρης (Don Giovanni), Κωνσταντίνος Ντότσικας (Leporello), Σοφία Κυανίδου (Donna Anna), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Donna Elvira), Juan Carlos Vassalo (Don Ottavio), Μίνα Πολυχρόνου (Zerlina), Άκης Λαλούσης (Masetto) και Κωνσταντίνος Κατσάρας (Commendatore).
Πραγματικά κέρδισε τις εντυπώσεις ο Αργύρης προτείνοντας έναν Don Giovanni όλο ενέργεια και δυναμισμό. Ο νεαρός καλλιτέχνης σταδιοδρομεί σε καλές λυρικές σκηνές στο εξωτερικό και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει το  γιατί: διαθέτει μια φωνή ποιοτικότατη και μια τεχνική στη λεπτομέρειά της δουλεμένη. Επιπλέον, η άρτια σκηνική του παρουσία τον καθιστά κατάλληλο όχι μόνο για την ενσάρκωση του Don Giovanni, αλλά και πολλών άλλων μεγάλων ρόλων. Η Donna Anna της Κυανίδου υπήρξε μία από τις αρετές της παραγωγής. Η καλλιτέχνις τραγούδησε με άφθονη μουσικότητα, σχηματίζοντα τις φράσεις πάντα με γούστο και φινέτσα. Η βαθιά μελέτη του ρόλου την οδήγησε σε υπέροχες εκφραστικές στιγμές και τα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού που έλαβε στο τέλος της άξιζαν πέρα για πέρα.
Ως Donna Elvira η Κασσάνδρα Δημοπούλου, μουσικός δυνατοτήτων που έχουμε χαρεί στο παρελθόν, είχε καλές στιγμές, εντούτοις δεν κρύβουμε ότι ο  υπερβολικά δραματικός ρόλος που της ανατέθηκε αποδείχθηκε μάλλον ακατάλληλος για τη λυρική φωνή της που πιεζόταν αρκετά για να ανταπεξέλθει (τραγουδίστριες που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά στο ρεπερτόριο που προσεγγίζουν, διαφορετικά θέτουν το πολύτιμο όργανό τους σε κίνδυνο). Στον ρόλο του Leporello, ο Ντότσικας πρόσφερε  brio και κέφι, ενώ ως Masetto ο Λαλούσης ικανοποίησε με την καλή αίσθηση θεατρικότητας και την γεμάτη φωνή του (και οι δύο καλλιτέχνες θα μπορούσαν να είχαν προφέρει ορθότερα το ιταλικό κείμενο).
Ο Don Ottavio του Juan Carlos Vassalo υπήρξε η μεγάλη απογοήτευση της βραδιάς: δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος ενός ρόλου που απαιτεί έναν λυρικό τενόρο με πανέμορφη φωνή και ευκολίες στην υψηλή περιοχή,  οι οποίες θα του επιτρέψουν αβίαστα να τραγουδήσει τις εξαίσιες κολορατούρες και τις μεγάλες λυρικές φράσεις. Από εκείνον εισπράξαμε μια ερμηνεία ακατέργαστη και κακόγουστη, που ούτε το μουσικό κείμενο σεβάστηκε, ούτε τη μεγάλη γραμμή του ρόλου. Με πολλά προβλήματα που αφορούσαν στην κατανόηση τόσο του ρυθμού όσο και του  χαρακτηριστικού μοτσάρτιου φραζαρίσματος δυσαρέστησε. Επιπλέον, διέθετε μια φωνή τραχιά μέσω της οποίας  με βάναυσο τρόπο  «έσπαγε» τις θεϊκές μελωδικές γραμμές του Mozart εφαρμόζοντας δίχως κανέναν  λόγο ξαφνικά και απότομα crescendi
Η έμπειρη όσο και όμορφη Πολυχρόνου απέδωσε τον για εκείνη σχετικά απλό ρόλο της Zerlina με θαυμάσια φωνή και αβίαστη έκφραση. Είμαστε της γνώμης ότι η προικισμένη αυτή υψίφωνος θα μπορούσε να είχε επιτυχώς επωμισθεί τον ρόλο της Elvira.  Βρήκαμε επίσης μάλλον άστοχη την ανάθεση του ρόλου του Commendatore στον Κωνσταντίνος Κατσάρα, χωρίς αμφιβολία έναν μορφωμένο καλλιτέχνη και μάλιστα με καλά επεξεργασμένη φωνή, η οποία ωστόσο δεν ήταν κατάλληλη για έναν ρόλο που ζητά έναν πραγματικό μπάσο με μεγάλη ευχέρεια στην χαμηλή φωνητική περιοχή και που σε κάθε περίπτωση θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν ηλικιακά μεγαλύτερο τραγουδιστή. Περιμένουμε να ακούσουμε τον Κατσάρα μελλοντικά σε κάποιον άλλο ρόλο, που θα ταιριάζει περισσότερο στα φωνητικά του προσόντα.
Όσον αφορά τώρα στο εικαστικό μέρος της παραγωγής, δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισαν τόσο το τεράστιο -και μάλλον υπερβολικό στη σύλληψή του- βασικό σκηνικό  του Σωτήρη Στέλιου, όσο και τα αρκετά κοινότυπα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, που ναι μεν εμπνέονταν από εκείνα της εποχής του συνθέτη, αλλά ελάχιστα κολάκευαν όσους από τους καλλιτέχνες διέθεταν αυξημένο σωματικό βάρος. Η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπαξεβάνη διέθετε καλές ιδέες (πρόσθεσε ένα βουβό πρόσωπο που άλλοτε ως Έρωτας και άλλοτε ως Άγγελος έπαιρνε ενεργό μέρος στη δράση του έργου), αλλά τελικά δεν έπεισε ότι μπόρεσε να φωτίσει τις πολλές πλευρές του αριστουργήματος. Σε στιγμές, είχαμε την αίσθηση ότι οι τραγουδιστές αυτοσχεδίαζαν την κίνησή τους επί σκηνής, χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση. Επιπλέον, τα μέλη της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης (σε μελετημένη διδασκαλία της Μαίρης Κωνσταντινίδου) έμοιαζαν πάντα πολύ στατικά και ενίοτε αμήχανα.
Κλείνοντας, ένα μεγάλο εύγε πρέπει να αποδοθεί στον αρχιμουσικό Νίκο Αθηναίο, ο οποίος έχοντας στη διάθεσή του την πολύ καλή (αν εξαιρέσει κανείς τα ξύλινα πνευστά που δυσκολεύονταν να μην παίζουν συνεχώς mezzo forte) ορχήστρα Opera Symphony Amadeus, απέδειξε την υψηλή κλάση του. Ειδικότερα, έχοντας και στο παρελθόν, εκτός Ελλάδος,  διευθύνει το έργο, πέτυχε να  καθοδηγήσει με βαθιά γνώση και έμπειρο γούστο τους τραγουδιστές του. Κοιτάζοντάς τους με τρανή συγκέντρωση μέσα στα μάτια, ολόκληρο το βράδυ τους στήριζε μέσω μιας υποδειγματικής και κυρίως ουσιαστικής κινησιολογίας που δεν άφηνε ούτε στιγμή χώρο για  την παραμικρή απορία σε σχέση με τον ρυθμό, τις δυναμικές ή τον σχηματισμό φράσεων. Εν ολίγοις, η ερμηνεία του Αθηναίου, αρχιμουσικού luxus για την συμπρωτεύουσα, κρίθηκε σφαιρικά ολοκληρωμένη και μας ευχαρίστησε σε βάθος.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό Καρυτινό







Λίγες μέρες αργότερα ακούσαμε ένα άλλο πολυαγαπημένο Requiem, αυτή τη φορά του Ιταλού Giuseppe Verdi, από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 5/7). Χάρη στον τελευταίο, ο οποίος δεν παύει να μας εκπλήσσει πάντα θετικά σε κάθε του εμφάνιση, το έργο έλαβε μια επική ερμηνεία οπερατικών διαστάσεων.
Ειδικότερα, ο Καρυτινός, ένας από τους πιο ικανούς, καταρτισμένους και προικισμένους αρχιμουσικούς που έχει να προτείνει η χώρα μας, έπεισε ότι γνωρίζει κάθε πτυχή, φανερή και κρυφή, αυτού του τρανού δημιουργήματος. Προτιμώντας γρήγορες ταχύτητες χάρισε μια υψηλών προδιαγραφών εκτέλεση, γεμάτη παλμό, ρυθμική ενέργεια και εκρηκτική δραματική ένταση.
Στη διάθεσή του είχε ένα εξαιρετικό κουαρτέτο Ελλήνων μονωδών (Αλεξία Βουλγαρίδου, σοπράνο, Χαρίκλεια Μαυροπούλου, μέτζο σοπράνο, Mario Zeffiri, τενόρος, Χριστόφορος Σταμπόγλης, μπάσος), κάτοχοι φωνών ικανών να αντιμετωπίσουν τα συχνά ανυπέρβλητων τεχνικών δυσκολιών σολιστικά μέρη της Λειτουργίας (πρέπει να τονιστεί, ότι οι τέσσερις αυτοί εκλεκτοί καλλιτέχνες διαπρέπουν εκτός συνόρων, σε μεγάλα λυρικά θέατρα). Ορχήστρα και χορωδία, σε πολύ καλή φόρμα, απέδωσαν εξίσου ικανοποιητικά.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Le Cercle de l' Harmonie, υπό Rhorer







Κατά την άποψή μας, η από ερμηνευτικής πλευράς πλέον άρτια συναυλία του φεστιβάλ υπήρξε εκείνη του συγκροτήματος οργάνων εποχής Le Cercle de lHarmonie (φωτογραφία), υπό τη διεύθυνση του Jeremie Rhorer (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2/7). Το εξαίρετο αυτό σύνολο, που ιδρύθηκε μόλις τον Απρίλιο 2005 από τον Rhorer και τον βιολονίστα Julien Chauvin, κατάφερε μέσα στα λίγα χρόνια που υπάρχει να κερδίσει τις εντυπώσεις μέσω των υψηλών ερμηνειών που προσφέρει.
Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στον Wolfgang Amadeus Mozart της ύστατης δημιουργικής περιόδου: άρχισε με την Εισαγωγή στον «Μαγικό Αυλό», KV 620, συνεχίστηκε με το Κοντσέρτο για κλαρινέτο, KV 622, και ολοκληρώθηκε με το Requiem, KV 626. Ο Rhorer εκμαίευσε από τους μουσικούς του με λεπτότητα πλασμένες ερμηνείες, γεμάτες συγκίνηση και αγάπη για τον θεϊκό Αυστριακό συνθέτη. Μετά από μια γεμάτη σβελτάδα και ρυθμική ακρίβεια ερμηνεία της Εισαγωγής στον «Μαγικό Αυλό», η Nicola Boud παίζοντας corno di bassetto,  απέδωσε το αριστουργηματικό μοτσάρτιο Κοντσέρτο (υπογραμμίζουμε ότι ο συνθέτης έγραψε το έργο για corno di bassetto σε σολ) με ιδιαίτερη ικανότητα, εκπληκτικό έλεγχο της αναπνοής και άφθονη δεξιοτεχνία (κάποιες μικρές τονικές αστοχίες στο τελευταίο μέρος, Rondo: Allegro, δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα) οδηγώντας στην επιφάνεια όλη εκείνη την χαρακτηριστική τρυφερή μελαγχολία, αλλά και φωτεινή αισιοδοξία που διέπει την παρτιτούρα. Ο αρχιμουσικός και η ορχήστρα τη συνόδευσαν εκπληκτικά πείθοντας για την ευαισθησία και ηχητική καλλιέργειά τους κατά τα ορχηστρικά ritornelli και τις αναπτύξεις.
  Λίγο πριν από την έναρξή του Requiem, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ανακοινώθηκε ότι η ερμηνεία αφιερωνόταν στη μνήμη της περίφημης χορογράφου -και μεγάλης φίλης της Ελλάδας- Pina Bausch, που πριν από μερικές μέρες είχε φύγει από τη ζωή (30/6). Τα μέρη της νεκρώσιμης Λειτουργίας ξεδιπλώθηκαν με σπάνια εσωτερικότητα και επιβλητικότητα. Η επιλογή των ταχυτήτων ήταν συνετή, ποτέ υπερβολικά γρήγορη ή αργή. Άριστη κρίθηκε η ηχητική ισορροπία ανάμεσα σε ορχήστρα, σολίστ και χορωδία. Το σολιστικό κουαρτέτο (Cornelia Götz, σοπράνο, Maria Riccarda Wesseling, μέτζο σοπράνο, Stefano Ferrari, τενόρος, Andreas Wolf, μπάσος) και η χορωδία Les Éléments, ευχαρίστησαν τραγουδώντας τονικά σωστά και με καλοσχηματισμένο ήχο.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Φιλαρμονική της Σκάλας του Μιλάνου, υπό Barenboim






Το highlight των φετινών μουσικών εκδηλώσεων του φεστιβάλ ήταν χωρίς άλλο η συναυλία της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim (φωτογραφία), που δόθηκε στις 29/6, σε ένα πραγματικά κατάμεστο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (όσοι ενδιαφέρθηκαν τελευταία στιγμή για την εύρεση εισιτηρίου δεν κατάφεραν να ικανοποιηθούν).
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, ο Barenboim ανέλαβε τον διπλό ρόλο σολίστ-αρχιμουσικού υποστηρίζοντας μια εκλεπτυσμένη και υποδειγματικά δομημένη ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 3, Op. 37, του Ludwig van Beethoven. Κάθε νότα της παρτιτούρας αποκτούσε ιδιαίτερο νόημα στα χέρια του. Η ορχήστρα του περίφημου λυρικού θεάτρου τον ακολούθησε σε μια απόλυτα προσεγμένη ερμηνεία.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκε η «Φανταστική Συμφωνία», Op. 14, του Hector Berlioz. Λάβαμε μια αναλυτική (σε στιγμές μέχρι υπερβολής) προσέγγιση της παρτιτούρας, όπου η ορχηστρική διαφάνεια και ο φωτισμός κάθε φράσης ξεχώριζαν. Ο λυρισμός των τριών πρώτων μερών (Ονειροπολήσεις, πάθη/ Ένας χορός/ Σκηνή στους αγρούς) τονίστηκε με ορθότητα σκέψης, ενώ με θεατρικότητα και αφηγηματική διάθεση αναδείχθηκαν τα δύο τελευταία μέρη (Πορεία προς το μαρτύριο/ Όνειρο μιας δαιμονικής νύχτας του Σαββάτου).
Εκτός προγράμματος, ακούστηκε –αναμενόμενη επιλογή- μια ξέχειλη από δραματικότητα εκτέλεση της Εισαγωγής στην Όπερα «La Forza del Destino» του Giuseppe Verdi.