Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Amsterdam


 


 
Οι εντυπώσεις από την παρέλαση των μεγάλων ορχηστρών που εμφανίστηκαν στην Αθήνα μέσα σε μερικές εβδομάδες συμπληρώθηκε για τον γράφοντα με συναυλία της πολυηχογραφημένης  Βασιλικής Ορχήστρας Concertgebouw του Άμστερνταμ, υπό τη διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού Daniele Gatti, που δόθηκε στις 30/6, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Ελληνικού Φεστιβάλ.
Το πρόγραμμα άνοιξε με το «Ειδύλλιο του Siegfried» του Richard Wagner: το 1870 ο συνθέτης είχε προσφέρει το έργο ως δώρο γενεθλίων στη δεύτερη σύζυγό του Cosima, κόρη του Franz Liszt. Ένα μικρό ορχηστρικό σύνολο είχε ερμηνεύσει για πρώτη φορά τη σύνθεση στα σκαλιά του σπιτιού του ζεύγους Wagner στην Ελβετία (τι ευχάριστο ξύπνημα για την Cosima!). Η ολλανδική ορχήστρα, υπό τον Gatti, πρόσφερε μια ευαίσθητη και λεπτά χρωματισμένη ερμηνεία, προσωπική σε έκφραση, με έντονες ποιότητες μουσικής δωματίου. Εντούτοις, μεγάλο μέρος των θεσπέσιων ηχοχρωμάτων, που με τόση ετοιμότητα και φινέτσα αντλούσε ο Gatti από την υπέροχη ορχήστρα, χάνονταν λόγω της φτωχής ακουστικής του ανοιχτού χώρου: το Ηρώδειο, φυσικός χώρος του Φεστιβάλ Αθηνών, διαθέτει μοναδική ατμόσφαιρα και αδιάψευστη ιστορία, όμως η προβληματική ακουστική  του δεν κολακεύει τον ήχο, γεγονός που ορισμένες φορές, όπως η παρούσα, γίνεται πολύ αισθητό.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούσαμε τη Συμφωνία αρ. 5 του Gustav Mahler, ίσως της διασημότερης όσων συνέθεσε λόγω της τέταρτης κίνησης, Adagietto (σε φα μείζονα), που χρησιμοποιήθηκε ως μουσική υπόκρουση στην περίφημη ταινία του Luchino Visconti «Θάνατος στη Βενετία» (1971). Όπως και στην περίπτωση του έργου του Wagner που ακούστηκε νωρίτερα, έτσι και το Adagietto συνδέεται με μια γυναικεία μορφή: ο Mahler έστειλε το μέρος αυτό εν είδει ερωτικής μουσικής επιστολής στην πανέμορφη και κατά πολύ νεώτερή του, Alma Schindler (εκείνη ήταν είκοσι δύο και εκείνος σαράντα ενός ετών), που έμελε στη συνέχεια να γίνει η σύντροφος της ζωής του. Το έργο, που ολοκληρώθηκε το 1902, ανήκει στα πιο αγαπημένα και αυτοβιογραφικά του Βοημού συνθέτη, που πέρασε μια ζωή περιπετειώδη, γεμάτη από επαγγελματικές επιτυχίες ως αρχιμουσικός (λιγότερες επιτυχίες είχε ως μουσουργός), αλλά και αλλεπάλληλα οικογενειακά και προσωπικά δράματα.
 Ο Gatti και η ορχήστρα, με μεγάλη ένταση έφεραν στην επιφάνεια την τραγικότητα των δύο πρώτων μερών (Trauermarsch και Stürmisch bewegt), μη λησμονώντας να «τραγουδήσουν» με νόημα τις ελεγειακές μελωδίες που περιλαμβάνονται σε αυτά. Το τρίτο μέρος, ένα τεράστιο Scherzo με μεγάλες εκφραστικές αντιθέσεις, αντιμετωπίστηκε με ευθύτητα και μουσική ευστροφία: εδώ τονίστηκαν οι διαφορετικού χαρακτήρα  διαθέσεις και η αισιοδοξία που επικρατεί, υπογραμμίστηκε με γούστο η ανάπτυξη των θεμάτων (σε μορφή ABABA)  και  η αντιπαράθεση των χαρακτηριστικών χορών Ländler και Βαλς. Στη συνέχεια, το Adagietto (για έγχορδα), ρομαντικό ιντερλούδιο της συμφωνίας αυτής, κύλισε με τρυφερότητα και μελαγχολική-νοσταλγική διάθεση. Η αντιστικτική δεινότητα του Mahler που φαίνεται τόσο ξεκάθαρα στο τελευταίο μέρος, Rondo-Finale, αναδείχθηκε με διαφάνεια, ακρίβεια και ρυθμική πιστότητα.
Τέλος, έξοχη κρίθηκε η απόδοση του σώματος των εγχόρδων όπως και η τονική ακρίβεια και η ηχητική πληρότητα των χάλκινων και ξύλινων πνευστών.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Ορχήστρα Νέων της Βενεζουέλας «Simοn Bolivar»








Κατάμεστο ήταν το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στις 23/6, για τη συναυλία της Ορχήστρας Νέων της Βενεζουέλας «Simon Bolivar», υπό τη διεύθυνση του νεαρού καλλιτεχνικού διευθυντή της, Gustavo Dudamel (γ.1981, φωτογραφία), που δόθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Ελληνικού Φεστιβάλ. Η πολυδιαφημισμένη ορχήστρα και ο Dudamel, που ηχογραφούν αποκλειστικά για την κορυφαία δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon,  ανήκουν στα μεγάλα αστέρια της διεθνούς κλασικής μουσικής σκηνής.
Το σύνολο ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1975 από τον αρχιμουσικό  José Antonio Abreu και δίνει την ευκαιρία στους νέους μουσικούς της να συνεργαστούν με μεγάλους μαέστρους και σολίστ. Αποτελείται από περίπου διακόσιους μουσικούς ηλικίας 12-26 ετών και στέκεται στην κορυφή του εκπληκτικού εκπαιδευτικού προγράμματος του Κρατικού Ιδρύματος της Βενεζουέλας για Ορχήστρες Νέων και Παιδιών που φέρει την ονομασία «El Sistema». Χάρη σε αυτό το σύστημα πολλά παιδιά (περίπου δύο εκατομμύρια μέχρι σήμερα!) έχουν έρθει σε επαφή με τη μουσική ξεφεύγοντας από τις πολλές καταστροφικές δυσχέρειες και κινδύνους που μαστίζουν συνεχώς την χώρα τους. Ο Dudamel, παιδί μουσικών, που σήμερα εκτός από την ορχήστρα της Βενεζουέλας διευθύνει τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου  (έχει ονομαστεί μουσικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες και κύριος αρχιμουσικός της Συμφωνικής του Γκότενμπουργκ) μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στο πλαίσιο του «El Sistema».
Για την πρώτη τους Ελληνική εμφάνιση επέλεξαν να παρουσιάσουν δύο εμβληματικά όσο και πρωτοπόρα για την εποχή τους μουσικά αριστουργήματα, την Συμφωνία αρ. 5, Op. 67,  του Ludwig van Beethoven και την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Igor Stravinsky.
Είναι μια από τις σπάνιες φορές που είδαμε τη σκηνή του Ηρωδείου να γεμίζει από τόσους μουσικούς, οι οποίοι έπαιξαν με εκρηκτικό ενθουσιασμό και ασυναγώνιστο μπρίο. Η διάσημη Συμφωνία του Beethoven κέρδισε σε δραματική ένταση και φλόγα. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο ορχήστρα και μαέστρος έχουν δουλέψει αρκετά και έχουν ηχογραφήσει στο παρελθόν (Caracas, 2/2006, Deutsche Grammophon 477 6228). Δόθηκε έμφαση στο επικό στοιχείο και  τονίστηκε η πορεία από το σκοτάδι στο φως, που με τόση ευφυΐα περιγράφει ο Beethoven σε αυτό το έργο. Και πόση σημασία έχει μια τέτοια πορεία προς το φως της ελπίδας για αυτά τα παιδιά που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση δυσκολίες!
Τόσο κατά τη διάρκεια της ερμηνείας του έργου του  Beethoven, όσο και κατά τη διάρκεια της ερμηνείας εκείνου του Stravinsky (το οποίο πρόσφατα ηχογράφησαν, Deutsche Grammophon 477 87754), μας κέρδισε  η  φρεσκάδα της άποψης των νέων, μακριά από κάθε ίχνος ρουτίνας. Σε αυτό το τελευταίο, οι δυναμικοί ρυθμοί, η θεατρική-μπαλετική διάθεση και τα απαιτητικά σολιστικά περάσματα ερμηνεύτηκαν με θαυμάσια ακρίβεια και αμεσότητα έκφρασης.    
Ορχήστρα και μαέστρος καταχειροκροτήθηκαν. Στο τέλος της συναυλίας ο Dudamel παρασημοφόρησε τον Μίκη Θεοδωράκη που καθόταν στην σειρά των επισήμων (στα άμεσα σχέδια του Dudamel είναι να διευθύνει τη «Ραψωδία για έγχορδα» και το «Canto General»» του διάσημου συνθέτη).
Συνεχίζοντας να διατηρούν σε δυσθεώρητα ύψη την ένταση και την βακχικού ενθουσιασμού ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που είχαν τόσο καλά από την αρχή της συναυλίας κτίσει, οι νέοι μουσικοί πρόσφεραν εκτός προγράμματος τον Σλαβικό Χορό αρ. 8 του Antonin Dvořák, τον Χορό αρ. 4,  «Mambo»,  από τους Συμφωνικούς Χορούς του «West  Side Story» του Leonard Bernstein (φορώντας πολύχρωμες μπλούζες με τα χρώματα της σημαίας της Βενεζουέλας –τις οποίες στο τέλος  πέταξαν στις κερκίδες  προς το κοινό- και χορεύοντας επί σκηνής ενώ έπαιζαν) και τον χορό «Malambo», τελευταίο μέρος της γνωστής χορευτικής σουίτας «Estancia» του Alberto Ginastera.
Όλοι φύγαμε με ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφισμένο στα χείλη.


Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Les Arts Florissants






Η φετινή χρονιά είναι σημαδιακή για το διάσημο (μπαρόκ) Γαλλικό φωνητικό και οργανικό σύνολο Les Arts Florissants αφού φέτος γιορτάζει τη συμπλήρωση τριάντα ετών συνεχούς δημιουργικής πορείας. Iδρύθηκε από τον Αμερικανό αρχιμουσικό και τσεμπαλίστα William Christie και φέρει την ονομασία της σύντομης όπερας δωματίου του Marc Antoine Charpentier (1685). Στα τριάντα χρόνια της λειτουργίας του έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από εκλεκτές ερμηνείες έργων των Jean-Baptiste Lully, Jean-Philippe Rameau, George Frideric Handel, Wolfgang Amadeus Mozart κ.ά.
Το σύνολο, υπό τον Christie, σημείωσε στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ δύο εμφανίσεις στη χώρα μας (26 και 28/6, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Τριάντη) παρουσιάζοντας την όπερα (Tragedie en musique) «Ιππόλυτος και Αρικία» (αποσπάσματα) και την όπερα-μπαλέτο (Acte de ballet) «Πυγμαλίων» του Rameau (παρακολουθήσαμε την δεύτερη παράσταση).  
Η απόλυτη πιστότητα στην απόδοση του μουσικού κειμένου, η γνώση των απαιτήσεων της μουσικής μπαρόκ –καρπός ενδελεχούς και πολύχρονης μουσικολογικής έρευνας- εξασφάλισαν ερμηνείες συγκλονιστικού μουσικού ενδιαφέροντος. Η μεγαλοπρέπεια, η αισθαντικότητα και η ερωτική διάθεση της υπέροχης μουσικής του Rameau βρήκαν στο πρόσωπο του Christie έναν πολύτιμο ερμηνευτή. Τόσο ο τελευταίος όσο και οι σολίστ (τραγουδιστές και εκτελεστές οργάνων) του συνόλου Les Arts Florissants βούτηξαν με κέφι και γνώση στα βαθιά νερά της εκλεπτυσμένης αισθητικής μουσικής αντίληψης του Rameau.  Οι αριστοκρατικής πνοής και ευγένειας χορευτικοί ρυθμοί τονίζονταν με ανάγλυφο τρόπο, ενώ οι υπέροχοι τραγουδιστές Sophie Karthäuser, Emmanuelle de Negri, Ed Lyon, Karolina Blixt ερμήνευσαν τα μέρη τους με αφηγηματική διάθεση, ιδιωματικό τρόπο και άφθονη προσοχή στη διατήρηση της μεγάλης γραμμής των μελωδικών σχημάτων. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι κινήθηκαν με τη χάρη και την τεχνική επαγγελματιών χορευτών.
Υπεύθυνη για την σκηνοθεσία, την χορογραφία και τα σκηνικά ήταν η διάσημη Αμερικανίδα μεταμοντέρνα χορογράφος και χορεύτρια Trisha Brown, γνωστή για τις χορογραφίες γνωστών έργων της κλασικής μουσικής. Πιο συγκεκριμένα, οι πολλές έξυπνες ιδέες και το διακριτικό χιούμορ της, η φρέσκια απόδοση της ψυχοσύνθεσης των μυθολογικών χαρακτήρων, η απέριττη και δυνατή σε νοήματα εικαστική εικόνα που κατέθεσε, ο απόλυτος έλεγχος του ήθους της μουσικής μπαρόκ το οποίο μετέφερε με εύγλωττο τρόπο στην κίνηση των τραγουδιστών και των χορευτών (τους οποίους ενίοτε βλέπαμε να αιωρούνται) και τέλος ο ευαίσθητος τρόπος με τον οποίον ταίριαξε τους μονωδούς με τα θαυμάσια μέλη της χορευτικής της ομάδας (The Trisha Brown Company), άφησαν άριστες εντυπώσεις.
Μια λαμπρή παραγωγή από κάθε άποψη!

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Η κορυφαία Φιλαρμονική της Βιέννης






Η Φιλαρμονική της Βιέννης (Wiener Philharmoniker) είναι ίσως η πιο αγαπητή ορχήστρα του κόσμου (και όχι μόνο λόγω της ετήσιας πρωτοχρονιάτικης συναυλίας). Πρόκειται για ένα σύνολο που διαθέτει μοναδικής ποιότητας ήχο και  μεγάλη ερμηνευτική τέχνη που θαυμάστηκε και εξακολουθεί να θαυμάζεται από όλους όσους έχουν την χαρά να έρχονται σε επαφή μαζί της.
Στις 22/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την ακούσαμε υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Ιταλού μαέστρου Riccardo Muti. Το τρανών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων πρόγραμμα περιέλαβε έργα των Wolfgang Amadeus Mozart (Συμφωνία αρ. 36, KV 425, «του Linz»), Franz Schubert (Συμφωνία αρ. 7 –ή αρ. 8, με την παλαιότερη αρίθμηση- D. 759, «Ημιτελής») και Piotr Illyich Tchaikovsky (Συμφωνία αρ. 6, Op. 74, «Παθητική»).
Αισθάνεται κανείς αμηχανία κάθε φορά που καλείται να σχολιάσει εμφανίσεις της Φιλαρμονική της Βιέννης, λόγω του ότι αυτές είναι που στην τελειότητά τους συνήθως ορίζουν το πρότυπο με βάση το οποίο κρίνονται όλες οι υπόλοιπες αναγνώσεις των άλλων ορχηστρών. Και συνήθως κανείς παρατηρεί ότι άσχετα με το ποιος από τους διάσημους μαέστρος την διευθύνει, είναι η ίδια η ορχήστρα που κατέχει πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στα τρία «επώνυμα» αθάνατα μουσικά δημιουργήματα που ερμήνευσε, μας προέτρεψε για άλλη μια φορά να πιστέψουμε στο ακατόρθωτο, σε εκείνο δηλαδή που πρέπει να το βιώσει κανείς εκείνη τη στιγμή που ξετυλίγεται προκειμένου να αντιληφθεί στην πληρότητά του μέγεθος της υπεροχής. Υπερπολυτελής ήχος δουλεμένος με απόλυτη ακρίβεια στη λεπτομέρειά του, προσεκτικός σχηματισμός των μουσικών φράσεων και της κλιμάκωσης των δυναμικών, ιδιωματική εκφορά και κυρίως συνεχής αίσθηση της ευθύνης απέναντι στην παρτιτούρα. Ειδικότερα, η τρυφερή μελαγχολία του Mozart, τα μεγαλόπρεπα τραγικά χρώματα της «Ημιτελούς» του Schubert και ο αγωνιώδης λυρισμός –που μας οδηγεί στην άκρη του τάφου- της «Παθητικής» του Tchaikovsky εξερευνήθηκαν σε βάθος και με λαμπρό τρόπο από την ορχήστρα και τον πάντα συνεπή και εξαιρετικά προικισμένο Muti (ίσως τον σπουδαιότερο μαέστρο όπερας της εποχής μας). Δεν ήταν απλά το μεγαλείο και η αρτιότητα αυτών των προσεγγίσεων που προκάλεσε αίσθηση, αλλά ένα ιδιαίτερο  μουσικό-ερμηνευτικό ήθος που συνδέεται άρρηκτα με το ήθος της ίδιας της υπέρτατης μουσικής τέχνης.
Δυστυχώς μεγάλη μερίδα του αθηναϊκού κοινού τόσο αψυχολόγητα και δείχνοντας προκλητική άγνοια βιάστηκε να χειροκροτήσει αμέσως μετά το πέρας του τελευταίου μέρους της Συμφωνίας του Schubert καταστρέφοντας βάναυσα τον απόηχο της μουσικής. Ακόμα, βιάστηκε να χειροκροτήσει πριν από το τελευταίο μέρος της Συμφωνίας του Tchaikovsky και αμέσως μετά τα τελευταία μέτρα της καταληκτικής κίνησης του ίδιου έργου, τα οποία οδηγούν απευθείας στο αιώνιο σκότος και τον θάνατο. Γιατί άραγε ορισμένα μέλη του κοινού, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τον –μάλλον προσποιητό- ενθουσιασμό τους και να επιτρέψουν στον μαέστρο να κατεβάσει τα χέρια του και στη μουσική να εκπνεύσει δίνοντας την ευκαιρία στους εαυτούς τους και στα υπόλοιπα μέλη του ακροατηρίου να βιώσουν την συγκλονιστική τραγική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία σφραγίζεται το κορυφαίο έργο του Tchaikovsky; Όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο οι μουσικοί της βιενέζικης ορχήστρας όσο και ο μαέστρος έδειξαν την δυσαρέσκειά τους από το γεγονός.    


Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Συναυλία Κρατικής Ορχήστρας της Δρέσδης





Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες είχαμε την ευκαιρία και μεγάλη τύχη να ακούσουμε στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Ωδείο Ηρώδου του Αττικού) μερικά από τα σπουδαιότερα ορχηστρικά σύνολα της εποχής μας. Ορχήστρες που δίνουν πραγματικό νόημα στον τίτλο «μεγάλες». Μάλιστα, στην περίπτωση τριών (Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης, Φιλαρμονική Βιέννης και Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ) θα ταίριαζε απόλυτα και το επίθετο «ιστορικές» λόγω των εντυπωσιακά πολλών ετών ύπαρξής τους.
  Η Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης (Staatskapelle Dresden) ιδρύθηκε το 1548 και δεν άργησε να γίνει διάσημη για τις δυσεύρετες ποιότητές της. Το όνομά της συνδέθηκε με συνθέτες όπως οι Heinrich Schütz, Carl Maria von Weber, Richard Wagner και Richard Strauss, οι οποίοι σημείωσαν αξιοσημείωτες συνεργασίες μαζί της.
Κατά την πιο πρόσφατη ιστορία της, η ορχήστρα είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερης σημασίας  συνεργασία με τον πρόωρα χαμένο Ιταλό μαέστρο Giuseppe Sinopoli. Ο τελευταίος υπήρξες κύριος αρχιμουσικός της από το 1992 μέχρι το 2001, έτος κατά το οποίο έσβησε ξαφνικά στο podium. Δεν ξεχνάμε ότι στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, είχαμε λάβει από  τον Sinopoli και την εν λόγω γερμανική ορχήστρα ανεπανάληπτες σε ατμόσφαιρα και εκφραστική δύναμη ερμηνείες Συμφωνιών των F. Schubert (αρ. 8), Anton Brucker (αρ. 9) και Gustav Mahler (αρ. 9).
Η πιο πρόσφατη εμφάνιση της ορχήστρας στη χώρα μας σημειώθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες), στις 14 και 15/5, και κρίθηκε εξίσου σημαντική, καίτοι κατά την συναυλία που παρακολουθήσαμε  (15/5) είδαμε μετά λύπης πολλές άδειες θέσεις στην αίθουσα.
 Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι την Staatskapelle θα διηύθυνε στην Αθήνα ο Ιταλός μαέστρος Fabio Luisi, που ήταν ο κύριος αρχιμουσικός της μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε παραιτήθηκε ξαφνικά από τη θέση του λόγω διαφωνίας που είχε με την διοίκηση της ορχήστρας  (το 2012 τα ηνία αναλαμβάνει ο Christian Thielemann).  Έτσι, χρειάστηκε να αντικατασταθεί από τον βετεράνο Γάλλο μαέστρο Georges Prêtre (γ. 1924, φωτογραφία).
 Το πρώτο μέρος της βραδιάς αποτέλεσε φόρο τιμής στον Richard Strauss, που όπως προαναφέρθηκε είχε συνδέσει το όνομά του με το σύνολο αυτό. Σε αποσπάσματα από τις όπερες «Σαλώμη» (Χορός των επτά πέπλων) και «Ο Ιππότης με το Ρόδο» (Σουίτα βαλς, διασκευή του Rudolf Kempe, και τελική σκηνή) η ορχήστρα απέδειξε αμέσως την υψηλή της κλάση αφήνοντας τον λαμπερό και μεστό ήχο της να γεμίσει την αίθουσα. Ο εφηβικής διάθεσης Prêtre, του οποίου τον ενθουσιασμό καθόλου δεν έχει αγγίξει ο χρόνος, επέλεξε ζωηρές ταχύτητες τονίζοντας με υποδειγματική ευστοχία και οίστρο το θεατρικό στοιχείο της μουσικής, την έκσταση του χορού της Σαλώμης και την μεθυστική βιεννέζικη διάθεση των βαλς. Σπάνια πολυτέλεια θεωρήσαμε την παρουσία των τριών εξαίρετων λυρικών φωνών που τραγούδησαν το καταληκτικό τρίο του «Ιππότη»:  Anne Schwanewilms, σοπράνο, Genia Kühmeier, σοπράνο, και Bernarda Fink, μετζοσοπράνο. Τρεις από τις εκλεκτότερες λυρικές φωνές της εποχής για μόνο δέκα λεπτά ερμηνείας! Αλλά, τι δέκα λεπτά! Με γνώση, σαφή διάθεση ανάδειξης της έννοιας των λέξεων του κειμένου και μπολιάζοντας κάθε φράση με την απαραίτητη νοσταλγική διάθεση πέτυχαν να συγκινήσουν. Από την πλευρά τους, ο Prêtre και η ορχήστρα, πρόσφεραν μια απόλυτα ιδιωματική σε χαρακτήρα συνοδεία.
Στο δεύτερο μέρος προσφέρθηκε μια επιβλητική, γεμάτη ζωή, νόημα και ενέργεια εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 4, Op. 55, «Ηρωική», του Ludwig van Beethoven.  Ο καλοδουλεμένος και ώριμος ήχος του συνόλου σε συνδυασμό με την άρτια τεχνική απόδοση των ξεχωριστών ομάδων οργάνων κέρδισε τις εντυπώσεις για άλλη μια φορά. Εκτός προγράμματος ερμηνεύτηκε με ενθουσιασμό ο πολυαγαπημένος Ουγγρικός Χορός αρ. 4 του Johannes Brahms.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

«Carmen» στη Λάρισα








Μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστό, εντούτοις η Λάρισα ανήκει στις πλέον μουσικές πόλεις τις Ελλάδας. Διαθέτει υψηλής ποιότητας μουσικά σχολεία, ωδεία και συχνά προτείνει συναυλίες και παραστάσεις όπερας. Πολλά νεαρά άτομα μελετούν και μάλιστα με μεγάλη αγάπη την κλασική μουσική, παίζουν διάφορα όργανα, μαθαίνουν ανώτερα θεωρητικά και είναι έτοιμα να ανοίξουν τα φτερά τους για να πετάξουν ψηλά στους μεγάλους μουσικούς ορίζοντες.
 Η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Λαρισαίων συγκαταλέγεται σίγουρα στους πιο δραστήριους μουσικούς οργανισμούς όχι μόνο της Θεσσαλίας αλλά και γενικότερα της ελληνικής περιφέρειας, Από το 2000, εκτός από συναυλίες, παρουσιάζει όπερες σε ετήσια βάση και μάλιστα όπερες του μεγάλου ρεπερτορίου. Τα τελευταία χρόνια οι Λαρισαίοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν όπερες όπως οι Trovatore και Traviata του Giuseppe Verdi (αντιστοίχως 2007 και 2008), ενώ τον Δεκέμβριο που πέρασε σειρά είχε η Carmen του Georges Bizet. Αυτό το ανέβασμα παρακολουθήσαμε (στις 18/12) και εντυπωσιαστήκαμε από τις πολλές ποιότητες της παραγωγής.
Η Carmen ανήκει στις δύο ή τρεις πιο δημοφιλείς όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πρόκειται για μια από τις πλέον απαιτητικές από μουσικής απόψεως όπερες, με τεχνικά μουσικά απαιτητικές άριες και ensembles. Επιπλέον, οι λυρικοί καλλιτέχνες που θα αποφασίσουν να επωμισθούν τους κεντρικούς ρόλους θα πρέπει να έχουν και υποκριτικές ικανότητες πρώτου μεγέθους. Ο Bizet δεν αστειεύεται: με συγκλονιστικά άμεσο τρόπο πετυχαίνει να φωτίσει ένα δράμα που στρέφεται γύρω από τον έρωτα, το πάθος, την εμμονή, την υστερία και τελικά με το δράμα της ίδιας της ζωής. Η νεαρή Carmen είναι μια ερωτικά αχόρταγη γυναίκα, που μέσω της γοητευτικής της παρουσίας και ενέργειας, σαγηνεύει και τελικά καταστρέφει. Το θύμα της εδώ είναι ο Don José, αξιωματικός που πέφτει στην παγίδα της, και τελικά μέσα στην παράνοια σκοτώνει την Carmen και στη συνέχεια βυθίζεται δίπλα στο άψυχο σώμα της. Η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1875 και ενώ η επιτυχία δεν φάνηκε εξασφαλισμένη από την αρχή, τελικά το αριστούργημα δεν άργησε να βρει τον δρόμο του και να καταχειροκροτηθεί σε όλες τις μεγάλες λυρικές σκηνές του κόσμου.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στην Λάρισα (αίθουσα εκδηλώσεων Palladium) οι τέσσερεις κεντρικοί ρόλοι ανατέθηκαν σε καλλιτέχνες ικανότατους από κάθε άποψη. Ειδικότερα, η Μαρίτα Παπαρίζου (φωτογραφία), με βελούδινη και πλούσια σε έκταση και χρώματα φωνή, έπλασε μια Carmen εξαιρετική, θηλυκή και κάθε στιγμή απειλητικά επικίνδυνη. Δίπλα της, ως Don José, ο Δημήτρης Πακσόγλου, ερμήνευσε με ωραία λυρική φωνή και πολλές ευαισθησίες απέναντι στο μουσικό κείμενο. Η Λαρισαία Μυρσίνη Μαργαρίτη, θαυμάσια μουσικός την οποία χαιρόμαστε κάθε φορά που ακούμε, αντιμετώπισε τον ρόλο της Michaela με ασυναγώνιστη φρεσκάδα και φωνητική αγνότητα. Ο  Escamillo του  Δημήτρη  Κασιούμη ήταν πειστικός τόσο φωνητικά όσο και δραματικά. Στους υποστηρικτικούς ρόλους ικανοποίησαν πλήρως οι Τάσος Αποστόλου (Zuniga), Νίκος Καραγκιαούρης (Morales), Κωστής Ρασιδάκης (Dancaire), Αστέριος Τσέτσιλας (Remendado), Ελπινίκη Ζερβού (Frasquita) και Εριφύλη Γιαννακοπούλου (Mercedes).
Ο σκηνοθέτης Κώστας Λαμπρούλης, η ενδυματολόγος Ελένη Ψύρρα και ο σκηνογράφος Κώστας Βαρνάς έχοντας στη διάθεση τους την αρκετά μεγάλη και αρκετά λειτουργική σκηνή του πολυχώρου Palladium, πρότειναν μια κλασική παρουσίαση του έργου, που ευχαρίστησε ακολουθώντας δοκιμασμένα και ασφαλή μονοπάτια.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην απόδοση της ορχήστρας (λιγότερο ευχαρίστησε η χορωδία) που υπό την καθοδήγηση του Δημήτρη Κτιστάκη,  ερμήνευσε με ένταση, φλόγα και τόνισε τη δύναμη του πεπρωμένου που επικρατεί σε όλη τη διάρκεια αυτής της λαμπρής όπερας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

«Ορφέας στον Άδη» από το ΜΜΘ





Η σημαντικότερη παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (ΜΜΘ) για την καλλιτεχνική περίοδο 2009-2010, που δόθηκε στο πλαίσιο των 44ων Δημητρίων, ήταν χωρίς άλλο η δημοφιλής οπερέτα «Ορφέας στον Άδη» (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach. Πρόκειται για μια από τις λαμπρότερες συνθέσεις του Offenbach, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1858, στο Παρίσι, και γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία (κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης παγκόσμιας παρουσίασης το έργο επαναλήφθηκε 228 φορές). Ο Offenbach, που διέθετε ένα τρανό μουσικό ταλέντο, το οποίο επέλεξε να το αφιερώσει στην κωμική όπερα, στηριζόμενος στο λιμπρέτο του Ludovic Halévy, που στη συνέχεια αναθεωρήθηκε από τον Hector-Jonathan Crémieux, παραδίδει μια παρτιτούρα γεμάτη μπρίο, κέφι και ευφυές χιούμορ. Το θέμα που επιλέγει είναι καθαρά Ελληνικό και στρέφεται γύρω από τον γνωστό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, οι οποίοι πλαισιώνονται από του θεούς του Ολύμπου.
Ήταν πολύ εύστοχη και πρωτότυπη η ιδέα του ΜΜΘ να παρουσιάσει στο κοινό του μια κωμική όπερα την οποία δύσκολα θα μπορούσε κανείς να χαρεί στην συμπρωτεύουσα, όπου συνήθως οι επιλογές κινούνται σε πιο προβλέψιμα σύμπαντα. Σε όλες τις παραστάσεις (13, 14, 16 και 18/11, παρακολουθήσαμε την προτελευταία) την πολυπρόσωπη διανομή κάλυψε μια ομάδα γνωστών λυρικών καλλιτεχνών που πραγματικά κατάφερε να αποδώσει με χάρη το σπινθηροβόλο πνεύμα που επικρατεί στο έργο.
Ειδικότερα στους μεγαλύτερους ρόλους, οι Γιάννης Χριστόπουλος (Ορφέας), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Ευρυδίκη), Ζάχος Τερζάκης (Πλούτωνας), Ειρήνη Καράγιαννη (Κοινή Γνώμη) και Κύρος Πατσαλίδης (Δίας), δεν έδωσαν απλά σημασία στην μουσική ερμηνεία, αλλά έπαιξαν τους ρόλους τους με ένταση και επιθυμία να υπογραμμίσουν κάθε στιγμή το πνεύμα της ειρωνείας και του σαρκασμού. Στους μικρότερους ρόλους χαρήκαμε τραγουδιστές που συνήθως δοκιμάζονται σε σπουδαίους ρόλους του μεγάλου δραματικού οπερατικού ρεπερτορίου. Οι Βαρβάρα Τσαμπαλή (Ήρα), Ελένη Λιώνα (Αφροδίτη), Θεοδώρα Μπάκα (Έρως), Δημήτρης Ναλμπάντης (Ερμής), Μανώλης Παπαδάκης (Άρης), Ειρήνη Κυριακίδου (Άρτεμις), Μαρίνα Βουλογιάννη (Αθηνά) και Πωλ Ζαχαριάδης (Στυξ), πρόσθεσαν στα ensembles τις δικές τους πινελιές με γούστο συμβάλλοντας στην επιτυχία. Η Χορωδία Θεσσαλονίκης (σε μουσική διδασκαλία της Αγγελικής Κρίσιλα) και η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ακολούθησαν τον πάντα μελετημένο και ακούραστο αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή του ΜΜΘ Νίκο Αθηναίο με διάθεση και ενθουσιασμό στα εύφορα και αισιόδοξα μονοπάτια της παρτιτούρας. Η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη και η χορογραφία της Βάλιας Παπαχρήστου ήταν έξυπνες και μέσα στο σωστό πνεύμα.
Εντούτοις, κατά την άποψή μας,  ο ήρωας της παράστασης ήταν ο Πάρις Μέξης, διεθνών προδιαγραφών δημιουργός, που ανέλαβε τον σχεδιασμό των κοστουμιών και των σκηνικών. Η ποιότητα της φαντασίας και του γούστου του, όπως επίσης και η απόλυτη επιμονή του στη λεπτομέρεια, έλαμψαν κάθε στιγμή της παράστασης. Ο συνδυασμός των χρωμάτων, η επιλογή των υφασμάτων, ο σχεδιασμός των κοστουμιών ευχαριστούσαν πέρα για πέρα. Ο Μέξης με προσοχή, σοβαρότητα και απόλυτη ευστοχία κατάφερε να διεισδύσει στα άδυτα της οφενμπαχιανής σκέψης και να μεταφέρει στη δική του εργασία την κομψότητα, τον αισθησιασμό τον οίστρο της σύλληψής του μεγάλου συνθέτη. Το κάθε κοστούμι που σχεδίασε, είχε μια διαχρονική χάρη, ταίριαζε απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του ρόλου για τον οποίο προοριζόταν. Όπως επίσης και τα ρούχα της πολυμελούς χορωδίας που ξεχώρισαν για την ποικιλία τους. Τα σκηνικά, μοντέρνα, λιτά  και με ευαίσθητο χιούμορ δημιουργημένα, έδιναν ακριβώς την ατμόσφαιρα ενός μαγικού και μυθολογικού κόσμου, που θα μπορούσε να υπάρχει και στην καθημερινή ζωή τελικά. Εξάλλου, οι μυθικοί ήρωες της όπερας ήταν εμπνευσμένη από τους καθημερινούς ανθρώπους και από τις συναισθηματικές, πνευματικές και υλικές ανάγκες τους. Περιμένουμε να εκτιμήσουμε την επόμενη δουλειά του Μέξη, αυτή τη φορά στην παράσταση της «Θεοδώρας» του George Frideric Handel, που θα ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την πρώτη μέρα του Μαρτίου.