Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

O Daniel Harding διευθύνει την LSO


Πρώτη από τις μεγάλες ορχήστρες που ακούσαμε φέτος ήταν η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου (LSO), ένα από τα κορυφαία σύνολα της Βρετανίας, που ιδρύθηκε το 1904 και σήμερα έχει έδρα της το Barbican Hall του Λονδίνου. Για τις δύο αθηναϊκές εμφανίσεις της (12 και 13/2) επέλεξε ως διευθυντή τον Daniel Harding, αστέρα του podium της νεότερης γενιάς, άλλοτε προστατευόμενο των Claudio Abbado και Sir Simon Rattle, ο οποίος είναι και ένας από τους δύο κύριους επισκέπτες αρχιμουσικούς της (ο δεύτερος είναι ο Αμερικανός Michael Tilson Thomas). 





Η  εναρκτήρια συναυλία περιέλαβε τα συμφωνικά ποιήματα Don Juan, Op. 20, και Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, Op. 30,  του Richard Strauss, τα οποία ερμηνεύθηκαν αντίστοιχα στην αρχή και στο τέλος της συναυλίας, ενώ ενδιάμεσα, μετά το διάλειμμα, ερμηνεύτηκε το Κοντσέρτο για πιάνο, Op. 54,  του Robert Schumann,  με σολίστ την Hélène Grimaud. Πιο συγκεκριμένα, η ορχήστρα και ο Harding πέτυχαν να αναδείξουν τα ορχηστρικά χρώματα και τον εκφραστικό πλούτο των αριστουργημάτων του Strauss και του Schumann. Ειδικότερα, η γνωστή από την πλούσια δισκογραφία λαμπρή ποιότητα του ήχου της LSO ξεχώρισε κάθε στιγμή. Από την πλευρά της η Grimaud ευχαρίστησε λιγότερο με ένα παίξιμο μάλλον νευρικό, ρυθμικά όχι πάντα βέβαιο και αρκετά εύθραυστο. Σίγουρα πρόκειται για μουσικό με φαντασία και ευαισθησίες, ωστόσο δεν έπεισε ότι ένιωθε πάντα άνετα και σίγουρα απέναντι στα ζητούμενα του έργου που κλήθηκε να αντιμετωπίσει.  
Κατά τη δεύτερη συναυλία η LSO και ο Harding απέδωσαν με πιστότητα ύφους συμφωνικά ποιήματα των Richard Wagner (Ειδύλλιο του Siegfried) και Strauss (Θάνατος και Εξαΰλωση, Op. 24), ενώ σολίστ της βραδιάς ήταν η Δανέζα βιολονίστα Janine Jansen.  Χάρη στην τελευταία απολαύσαμε μια λυρική -και όπου χρειαζόταν δραματική- ανάγνωση του επικού Κοντσέρτου για βιολί, Op. 77, του Johannes Brahms. Ο καλοδουλεμένος και αστραφτερός ήχος της μουσικού, η αμεσότητα και ειλικρίνεια της προσέγγισής της και η άμεμπτη τεχνική της (εξαίρετη η τονική της ακρίβεια!) άφησαν άριστες εντυπώσεις. Ο Harding  και η ορχήστρα, της πρόσφεραν μια συνοδεία εξαιρετικά δυναμική.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Gergiev και Καβάκος συναρπάζουν




Ο Ρώσος Valery Gergiev ανήκει στους πλέον αναγνωρισμένους αρχιμουσικούς της εποχής μας. Από το 1978 που άρχισε την σταδιοδρομία του (ως βοηθός αρχιμουσικός του ομοτέχνου και συμπατριώτη του Yuri Temirkanov στην Όπερα Kirov -σήμερα Όπερα Mariinsky) και μέχρι σήμερα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του διεθνούς κοινού τόσο στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών όσο και στις λαμπρότερες λυρικές σκηνές. Βεβαίως το όνομά του έχει συνδεθεί με την Όπερα Mariinsky, της οποίας είναι γενικός και καλλιτεχνικός διευθυντής. Η ορχήστρα του λυρικού θεάτρου χάρη σε εκείνον ακολουθεί μια θαυμάσια πορεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2003, στο τιμόνι του ίδιου θεάτρου, υπήρξε ο πρώτος αρχιμουσικός που μετά από ενενήντα χρόνια παρουσίασε στη Ρωσία πλήρες το «Δαχτυλίδι του Νiebelung» του Richard Wagner. Τεράστιο επίτευγμα! Και μάλιστα πιο πρόσφατα (Αγ. Πετρούπολη, 6/1999), συνεχίζοντας την εξερεύνηση του βαγκνερικού σύμπαντος, ηχογράφησε το μουσικό δράμα «Parsifal» (Mariinsky MAR0508), επικεφαλής της «δικής του» ορχήστρας και μιας εξαιρετικής φωνητικής διανομής. Η ηχογράφηση, που μόλις κυκλοφόρησε, απέσπασε επαινετικές κριτικές. Πρόκειται για έναν αρχιμουσικό δραστήριο, με φανταστικές ιδέες, τις οποίες με σθένος πετυχαίνει να υλοποιεί, και για μια προσωπικότητα που αγαπά την ανανέωση (δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η από το 1999 σύζυγός του, Natalya Debisova, είναι είκοσι επτά χρόνια νεώτερή του).
Στο πλαίσιο του τακτικού ετήσιου κύκλου «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Μαέστροι» που με φροντίδα και προσοχή διοργανώνει το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ακούσαμε στις 8/12 συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Θεάτρου Mariinsky, υπό τη διεύθυνσή του εν λόγω αρχιμουσικού. Η συναυλία άνοιξε με το Κοντσέρτο για βιολί, Op. 35, του Piotr Ilyich Tchaikovsky, η σύνθεση του οποίου ολοκληρώθηκε το 1878. Αποτελεί ένα από τα διασημότερα, μουσικά λαμπρότερα και τεχνικά απαιτητικότερα κοντσέρτα του ρεπερτορίου. Φέρει την σφραγίδα της τρυφερής –και σε στιγμές, σπαρακτικής- μελαγχολίας του μουσουργού ο οποίος την περίοδο της δημιουργίας του έργου βρισκόταν στην Ελβετία. Είχε καταφύγει στην περιοχή Clarens, στις όχθες της Λίμνης της Γενεύης, προκειμένου να μπορέσει να ξεπεράσει την έντονη κατάθλιψη που είχε προκληθεί από τον ατυχή γάμο του με την Antonia Miliukova.  
Σολίστ κατά την πρόσφατη εκτέλεση του Κοντσέρτου ήταν ο Λεωνίδας Καβάκος, ο οποίος εδώ και χρόνια έχει κτίσει ένα σημαντικό όνομα στο διεθνή μουσικό προσκήνιο. Ασφαλώς πρόκειται για ένα έργο το οποίο έχει παίξει πολλές φορές και συνεχίζει να διατηρεί στο σταθερό του ρεπερτόριο (σημειώνουμε ότι τον Νοέμβριο, στην Αμερική και την Ευρώπη, ερμήνευσε το έργο με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, υπό τον Alan Gilbert, με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, υπό τον Rafael Frühbeck de Burgos, και με την Συμφωνική Ορχήστρα του Θεάτρου Mariinsky, υπό τον Gergiev). Όντως, από την αρχή φάνηκε η σιγουριά και η απόλυτη γνώση των ειδικών και γενικών ζητουμένων της παρτιτούρας. Η αψεγάδιαστη τεχνική του δεινότητα (ελάχιστοι συνάδελφοί του σήμερα κατέχουν το δικό του δυσθεώρητο επίπεδο θηριώδους τεχνικής και τις απαράμιλλες ευκολίες του) έλαμψε στα εξαιρετικής δυσκολίας μουσικά περάσματα τόσο του πρώτου μέρους, Allegro moderato, όσο και του τελευταίου, Finale-Αllegro vivacissimo. Εντυπωσίασε με  τα γρήγορα reflexes,  το άψογα ελεγχόμενο vibrato και κυρίως με τον ήχο του, στη βάση του και με μεγάλη τέχνη επεξεργασμένο. Ωστόσο, διαπιστώσαμε ότι υπήρξαν στιγμές που το τεχνικά άμεπτο παίξιμο κινήθηκε αρκετά μακριά από την πραγματική ουσία της μουσικής. Δεν ήταν πολλές οι φορές που ο Καβάκος πραγματικά διείσδυε στην ουσία της πονεμένης όσο και ευγενικής ψυχής του συνθέτη, προτιμώντας να αποστασιοποιηθεί από τα πολλά και τόσο έντονα συναισθήματα που περιέχονται στην παρτιτούρα. Από το μεσαίο λυρικό μέρος, Canzonetta: Andante, έλειψε η de profundis συγκίνηση. Η ορχήστρα και ο Gergiev συνδιαλέχθηκαν μουσικά μαζί του με εξαιρετικό τρόπο, παρέχοντάς του μια συνοδεία ιδιαίτερα ιδιωματική και μπολιασμένη με υπέροχη ρομαντική διάθεση. Τα θερμά χειροκροτήματα του ενθουσιώδους κοινού, έφεραν τον σολίστ επανειλημμένως στην σκηνή, τελικά πείθοντάς τον να προσφέρει εκτός προγράμματος το πρώτο μέρος, Allemande, από τη Σονάτα αρ. 4, Op. 27, του  Eugène Ysaÿe, παιγμένο με εξαιρετική ακρίβεια και πιστότητα στο κείμενο.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούσαμε τη Συμφωνία αρ. 5 του Gustav Mahler, ένα έντονα αυτοβιογραφικό έργο, όπου ο συνθέτης για άλλη μια φορά μας μεταφέρει αγωνίες, φόβους, αλλά και ελπίδα, έρωτα και μεταφυσικές εμπειρίες. Η παρτιτούρα, που  ολοκληρώθηκε το 1902, έλαβε την πρώτη της παγκόσμια εκτέλεση στις 18 Οκτωβρίου 1904, στην Κολωνία, με διευθυντή τον ίδιο τον συνθέτη, ο οποίος μετά την εκτέλεση αυτή διαμαρτυρήθηκε ότι το κοινό δεν κατάλαβε το έργο και συνέχισε υποστηρίζοντας ότι θα ευχόταν να μπορούσε να διευθύνει την πρώτη εκτέλεση πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του. Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας η Πέμπτη Συμφωνία αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες του κοινού και σίγουρα ένα έργο το οποίο θαυμάστηκε και θαυμάζεται από φιλόμουσους, ορχήστρες και αρχιμουσικούς.   
Ο Gergiev και η ορχήστρα του υποστήριξαν μια ανάγνωση βαθιά και συναισθηματικά πλήρη. Ειδικότερα, η τραγικότητα των δύο πρώτων μερών, Trauermarsch και  Stürmisch bewegt, mit größter Vehemenz, η άλλοτε σαρκαστική και άλλοτε φωτεινή διάθεση του τρίτου μέρους, Scherzo, η γαλήνια τρυφερή και μελαγχολική ομορφιά του διάσημου τέταρτου μέρους, Adagietto, και ο ενθουσιώδης-ορμητικός χαρακτήρας του καταληκτικού μέρους, Rondo-Finale, ερμηνεύτηκαν με μεγάλη προσοχή και επιτυχία.  Τα εύστοχα υπολογισμένα tempi επέτρεψαν στα νοήματα της παρτιτούρας να εκφραστούν αβίαστα και στην αρχιτεκτονική δομή (ιδιαίτερη στην ανάπτυξη των μοτιβικών στοιχείων) να φωτιστεί σωστά. Σε όλη τη διάρκεια της Συμφωνίας εκτιμήσαμε τις έξοχες δυνατότητες της σπουδαίας αυτής ορχήστρας, τον θερμό, πεντακάθαρο και υποδειγματικά ισορροπημένο ήχο της και την τεχνική αρτιότητα όλων των ορχηστρικών ομάδων. Όλα τα soli περάσματα των διαφόρων οργάνων εκτελέστηκαν με την απαιτούμενη ακρίβεια από τους δεξιοτέχνες μουσικούς της ορχήστρας. Ο Gergiev, αρθρώνοντας το σπουδαίο μουσικό υλικό με γνώση, λογική, φαντασία και ζηλευτό μουσικό ένστικτο, και αντλώντας από την ορχήστρα εξαίσια ηχοχρώματα, αποδείχθηκε ένας μαλεριανός ερμηνευτής υψηλής κλάσης.

 

Γοητεία και λυρισμός από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης


                                         


Η Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης και ο βετεράνος Γάλλος αρχιμουσικός Georges Prêtre έχουν εμφανιστεί αρκετές φορές στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 1992,  στο νεόδμητο τότε Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, είχαν ερμηνεύσει έργα των Wolfgang Amadeus Mozart, Anton Bruckner, Johannes Brahms και Richard Strauss, το 1996 στον ίδιο χώρο, είχαν εκτελέσει έργα των Mozart και Maurice Ravel, ενώ τον Ιούνιο του 2006, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, είχαν προσφέρει την Συμφωνία αρ. 9, Op. 125, του Ludwig van Beethoven. Από τις ιστορικές εμφανίσεις της ορχήστρας στη χώρα μας θα πρέπει να αναφέρουμε εκείνες που δόθηκαν στο Ηρώδειο, υπό τη διεύθυνση των Otto Klemperer (1951),  Hans Swarowsky (1957) και Joseph Krips (1972).
 Κατά την πρόσφατη επίσκεψη στη χώρα μας (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 24 και 25/11, παρακολουθήσαμε την πρώτη συναυλία) επέλεξαν για το πρώτο μέρος του προγράμματος της συναυλίας δύο από τα διασημότερα έργα του Francis Poulenc (1899-1963). Ο Γάλλος συνθέτης υπήρξε ένας από τους πιο προικισμένους και πολυτάλαντους δημιουργούς του 20ού αιώνα (ανήκε στην οικογένεια των ιδιοκτητών της γνωστής εταιρείας χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων Poulenc). Επιλέγοντας να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, ασπαζόμενος τα τονικά ιδιώματα, κυρίως νεοκλασικής τάσης, και κρατώντας από τις πιο πρωτοποριακές τεχνικές σύνθεσης ακριβώς ό,τι είχε ανάγκη (λ.χ. αλλοιωμένες συγχορδίες, σύνθετους ρυθμούς και χαρακτηριστικούς συνδυασμούς ηχητικών όγκων) προχώρησε στη σύνθεση μιας μεγάλης σειράς αριστουργημάτων που πάντα καταφέρνουν να γοητεύσουν τον ακροατή. Ο ίδιος υποστήριζε ότι υπήρξε αυτοδίδακτος στη σύνθεση, μελετώντας μέσα από βιβλία, καθώς φοβόταν μην επηρεαστεί από κάποιον δάσκαλο. Έλεγε ότι οι τέσσερις αγαπημένοι του συνθέτες ήταν οι Bach, Mozart, Satie και Stravinsky.
H αυστριακή ορχήστρα και ο Prêtre εγκαινίασαν τη βραδιά με την σουίτα από το μπαλέτο «Les Animaux Modèles» (Τα Ζώα Μοντέλα), έργο εμπνευσμένο από τους μύθους του La Fontaine, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1942. Ο Prêtre υπήρξε ένας από τους αγαπημένους αρχιμουσικούς και συνεργάτες του Poulenc. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος του εμπιστεύτηκε την ηχογράφηση αρκετών έργων του. Και όχι δίχως λόγο!   Παρακολουθήσαμε τον αρχιμουσικό να εκμαιεύει από την ορχήστρα μια σαγηνευτική ανάγνωση, που υπογράμμιζε τον ρομαντισμό και την νοσταλγική διάθεση της υπέροχης αυτής μουσικής.
Στη συνέχεια απολαύσαμε το Κοντσέρτο για δύο πιάνα του ίδιου πάντα συνθέτη. Το έργο  ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις μόλις μήνες, το καλοκαίρι του 1932 και ήταν παραγγελία της μεγάλης προστάτιδας του Poulenc, Πριγκίπισσας Edmond de Polignac, στην οποία είναι και αφιερωμένο. Η πρώτη εκτέλεση είχε δοθεί από τους ίδιους πιανίστες και την ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Désiré Defauw. Αξίζει να προστεθεί εδώ ότι ο  Prêtre ηχογράφησε (το 1957) και βιντεοσκόπισε (σε ειδική συναυλία-αφιέρωμα που δόθηκε στην Salle Gaveau του Παρισιού το 1959) το έργο,  με σολίστ τον ίδιο τον δημιουργό και τον Jacques Février (EMI Classics). Κατά την πρόσφατη αθηναϊκή συναυλία, το κορυφαίο σύγχρονο πιανιστικό duo των Katia και Marielle Labèque (φωτογραφία, η πρώτη ήταν ντυμένη στα κόκκινα και η δεύτερη στα μωβ), πρότεινε μια λαμπρή σε αίσθημα, ενέργεια, χαρακτήρα και χρώμα ερμηνεία. Από την πλευρά τους, ο μαέστρος και η βιεννέζικη ορχήστρα φρόντισαν ώστε ούτε μια στιγμή του, άλλοτε ενθουσιώδους και άλλοτε μελαγχολικά τρυφερού, αριστουργήματος να μην πάει χαμένη. Πιο συγκεκριμένα, οι πικάντικοι ρυθμοί των δύο εξωτερικών μερών του έργου, Allegro ma non troppo, και Allegro molto, προβλήθηκαν με ζέση, χιούμορ και την απαιτούμενη εκφραστική αυθάδεια. Το αργό μέρος, Larghetto, κατά το οποίο ο συνθέτης κλείνει ο μάτι στον αγαπημένο του Mozart και στο αργό μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 21, KV 467, βρήκε τις λεπτές ηχοχρωματικές ισορροπίες του στα χέρια των Labèque. Τα άρτια επεξεργασμένα από τον ευφυή συνθέτη δομικά στοιχεία του έργου, η μαγεία των υπέροχων μελωδιών, η χιουμοριστική-σαρκαστική διάθεση, ο θεατρικός ρομαντισμός και η καλοδουλεμένη ενορχήστρωση του κοντσέρτου βρήκαν τους ιδανικούς ερμηνευτές τους.
Εκτός προγράμματος, οι δύο σολίστ αφιέρωσαν στον αρχιμουσικό την valse musette για δύο πιάνα «L' Embarquement pour Cythère» (Απόβαση για τα Κήθυρα), βεβαίως του Poulenc (από τη μουσική της ταινίας «Le Voyage en Amérique», το Ταξίδι στην Αμερική, του 1951). Ερμήνευσαν το σύντομο αυτό έργο με χάρη, ερωτισμό (ας μην λησμονούμε ότι τα Κύθηρα είναι το νησί της Αφροδίτης) και με φίνο γαλλικό αίσθημα.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας κάλυψε η Συμφωνία αρ. 2 του Johannes Brahms, που ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1877, και αποτελεί μία από τις συμφωνίες που συναντάμε τακτικά στα προγράμματα του Prêtre. Το αίσθημα ευτυχίας και ηρεμίας (που συχνά έχει παραλληλιστεί με τα ίδια συναισθήματα που συναντάμε στη Συμφωνία αρ. 6, Op. 68, «Ποιμενική», του   Beethoven, συνθέτη που κυριολεκτικά λατρευόταν από τον Brahms) υπογραμμίστηκε με άφθονη εκφραστικότητα. Ο γεμάτος και ωραίος ήχος της ορχήστρας, τόσο πλούσιος σε ηχοχρώματα, ξεχώριζε κάθε στιγμή της ερμηνείας. Εντούτοις, όπως έχουμε παρατηρήσει και άλλες φορές σε σχέση με τον διακεκριμένο Γάλλο μαέστρο, έτσι και εδώ συχνά υπερέβαλε στις εναλλαγές των ταχυτήτων λ.χ. κρατώντας πίσω το tempo κάθε φορά που εμφανίζονταν τα αργά μέρη με μάλλον υπερβολικό τρόπο. Τελικά, όμως, ευτυχώς δεν κλονίστηκε η αίσθηση των δομικών αναλογιών της παρτιτούρας, που ακολουθεί τα κλασικά πρότυπα, ενώ η εκτέλεση κέρδισε σε μεγαλοπρέπεια και θέρμη. Οι υποδειγματικά επεξεργασμένες από τον Brahms μεταμορφώσεις των θεμάτων στο δεύτερο μέρος, Adagio non troppo, και οι χορευτικοί ρυθμοί του τρίτου μέρους, Allegretto grazioso (quasi andantino), αναδείχθηκαν με πολύ γούστο από τον ίδιο αρχιμουσικό, που υπήρξε κύριος αρχιμουσικός της ορχήστρας από το 1986 μέχρι το 1991.
Προς μεγάλη ευχαρίστηση του αθηναϊκού ακροατηρίου, εκτός προγράμματος ακούστηκε το διάσημο βαλς του Johann Strauss II, με τίτλο «An der schönen blauen Donau», Op. 314 (Στον Ωραίο Γαλάζιο Δούναβη). Η ερμηνεία που προσφέρθηκε ήταν όπως αναμενόταν ιδιωματική, με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια του σχηματισμού κάθε φράσης και στις εναλλαγές δυναμικής, άφθονο brio στα γεμάτο μεγαλοπρέπεια τμήματα και εμπλουτισμένη με την απαραίτητη δόση της χαρακτηριστικής βιεννέζικης νοσταλγικής διάθεσης. Τα παρατεταμένα χειροκροτήματα του κοινού προέτρεψαν την ορχήστρα να προβεί και σε δεύτερο encore. Έτσι, τη συναυλία σφράγισε με φανταχτερό και σπινθηροβόλο τρόπο η «Τritsch-Tratsch-Polka» επίσης του Johann Strauss II, ο οποίος εδώ απαθανατίζει μουσικά την αγάπη των βιεννέζων για το κουτσομπολιό!


Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Μαραθών-Σαλαμίς








Στις 30/10 παρακολουθήσαμε το τετράπρακτο ιστορικοτραγικό μελόδραμα «Μαραθών-Σαλαμίς» του Ζακυνθινού μουσουργού Παύλου Καρρέρ (σε ποιητικό κείμενο του Μέμνονα Μαρτζώκη). Το έργο, του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ολοκληρώθηκε το 1886 με σκοπό να παρουσιαστεί στα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου των Αθηνών δύο χρόνια αργότερα.
Εντούτοις, έπρεπε να περιμένει πολλά πολλά χρόνια ξεχασμένο (η Εκκλησία είχε αντιδράσει στη σκηνή που παρουσιάζει τα δρώμενα στο μαντείο των Δελφών) προκειμένου να λάβει τελικά την πρώτη παγκόσμια παρουσίασή του τον Φεβρουάριο του 2003, εκατόν δεκαπέντε χρόνια μετά τη σύνθεσή του! Φέτος, στο πλαίσιο του εορτασμού των 2.500 χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα η Λυρική Σκηνή προέβη στην επανάληψη της παραγωγής.
Πρόκειται για ένα έργο με πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, καλογραμμένες άριες, μεγάλα ensembles και γοητευτική μουσική μπαλέτου, στημένο στα πρότυπα της όπερας των μεγάλων Ιταλών συνθετών του δεκάτου ενάτου αιώνα. Μολονότι βρήκαμε ότι η έμπνευση του Καρρέρ λίγες φορές πετυχαίνει να απογειωθεί αγγίζοντας υψηλά επίπεδα μουσικής σύλληψης, πιστεύουμε ότι άξιζε τον κόπο η αναβίωση της παραγωγής για όσους δεν είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το πρώτο ανέβασμα του 2003. 
Οι συντελεστές έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό για την επιτυχία των παραστάσεων. Πιο συγκεκριμένα, ξεχωρίσαμε την όπως πάντα άρτια προετοιμασμένη και μελετημένη Σοφία Κυανίδου (φωτογραφία), που ενσάρκωσε τον απαιτητικό ρόλο της Φεντίμα με μεγάλη συγκίνηση επιστρατεύοντας τις εντυπωσιακές φωνητικές της δυνατότητες. Αλλά, και στους υπόλοιπους ρόλους κέρδισαν τις εντυπώσεις τραγουδώντας με ενθουσιασμό και πίστη ως προς την αξία του μουσικού και του ποιητικού κειμένου οι Κύρος Πατσαλίδης (Θεμιστοκλής), Νίκος Κοτενίδης (Κήρυκας), Αντώνης Κορωναίος (Αλέξανδρος), Μαρισία Παπαλεξίου (Μυρτώ), Βικτώρια Μαϊφάτοβα (Σκλάβα), Τάσος Αποστόλου (Αρχιερέας), Ρόζα Πουλημένου (Πυθία), Δημήτρης Κασιούμης (Ξέρξης) και Γιώργος Ρούπας (Στρατηγός).
Η χορωδία και η ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής απέδωσαν αρκετά καλά υπό τη σταθερή (αν και σε στιγμές μουσικά υπερβολικά άκαμπτη) διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή. Το μπαλέτο έδωσε λάμψη στην παραγωγή.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον σκηνοθέτη Ισίδωρο Σιδέρη και κυρίως στον ευφάνταστο και πολυτάλαντο σκηνογράφο-ενδυματολόγο Γιάννη Μετζικώφ: χάρη στον πρώτο εξασφαλίστηκε μια γεμάτη ενδιαφέρον και κίνηση σκηνοθεσία, ενώ χάρη στον δεύτερο προσφέρθηκε μια εικαστικά συναρπαστική εμπειρία. Η ποικιλία των χρωμάτων και των σχεδίων των κοστουμιών και σκηνικών του Μετζικώφ, που ακολουθούσαν με ελευθερία τα νεοκλασικά πρότυπα, ήταν ανάμεσα στις μεγάλες αρετές της παραγωγής.



Carmen από την ΕΛΣ




 

Κάθε φορά που μελετάει κανείς την παρτιτούρα της όπερας «Carmen» του Georges Bizet ή που παρακολουθεί ανέβασμά της, ανακαλύπτει νέες αρετές αυτού του αριστουργήματος, το οποίο ποτέ δεν χάνει τη φρεσκάδα και τη γοητεία του. Κατά την πρώτη παγκόσμια παρουσίασή του (Παρίσι, 3/1875) αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τους κριτικούς. Ακριβώς τρεις μήνες μετά την πρεμιέρα ο συνθέτης πέθανε από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, με αποτέλεσμα να μην  απολαύσει την μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του δημιουργήματός του το οποίο βεβαίως έμελε να αναγνωριστεί ως ένα από τα πιο δημοφιλή μελοδράματα πλήρους του διεθνούς ρεπερτορίου. Λέγεται ότι η διάσημη Γαλλίδα ντίβα Celestine Galli-Marié, πρώτη ενσαρκώτρια του πρωταγωνιστικού ρόλου, είχε διαισθανθεί το επερχόμενο τέλος του συνθέτη, στην παράσταση της όπερας που είχε δοθεί την προηγουμένη του θανάτου του και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της σκηνής της τράπουλας στην τρίτη πράξη. 
Η Εθνική Λυρική Σκηνή ενέταξε έξι παραστάσεις της όπερας του Bizet στο φετινό της ρεπερτόριο (9-17/10) και σε σύντομο χρονικό διάστημα πέτυχε να πουλήσει όλα τα εισιτήρια της παραγωγής. Μάλιστα, ανακοίνωσε ότι προγραμματίζει επιπλέον παραστάσεις για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο.
Παρακολουθήσαμε την παράσταση της 13/10 κατά την οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο της απείθαρχης τσιγγάνας κράτησε η μέτζο σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη, την οποία παρακολουθούμε από τα πρώτα σχεδόν βήματα της σταδιοδρομίας της στην Ελλάδα και την οποία τώρα χαιρόμαστε να βλέπουμε σε σημαντικές λυρικές σκηνές και μουσικά κέντρα του εξωτερικού. Με φωνή γεμάτη, πεντακάθαρη άρθρωση (εξαιρετικά γαλλικά) και μεγάλο ενδιαφέρον στον φωτισμό των νοημάτων και μουσικών λεπτομερειών του ρόλου, κέρδισε τις εντυπώσεις. Κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια την πιο ανθρώπινη πλευρά της ηρωίδας παρουσιάζοντάς την όχι απλά σαν ένα έξαλλο, ερωτικό και τολμηρό θηλυκό αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο.
Στο πλάι της ως Don José στάθηκε o μάλλον άνισος φωνητικά και υποκριτικά Rubens Pelizzari, που ούτε την απαιτούμενη «γαλλική» αισθαντικότητα ούτε την άνεση στις νότες της υψηλής φωνητικής περιοχής κατείχε προκειμένου να δικαιώσει αυτόν τον τόσο ελκυστικό αλλά και τόσο εύθραυστο μουσικά ρόλο. Περιμέναμε περισσότερα από τον καλλιτέχνη που διαπρέπει σε μεγάλες σκηνές του κόσμου ερμηνεύοντας ήρωες όπερων κυρίως των Giuseppe Verdi και Giacomo Puccini. Η Μαρία Μητσοπούλου στο ρόλο της Michaela ευχαρίστησε φέρνοντας με ευστοχία σε πρώτο πλάνο τον λυρισμό της αγνής κοπέλας που ενσάρκωνε. Ο Δημήτρης Κασιούμης ως Escamillo ήταν δυστυχώς τονικά ανακριβής και αντιμετώπισε τον επιβλητικό του ρόλου με μουσική αδεξιότητα (ήταν σαφώς πιο καλά προετοιμασμένος στον ίδιο ρόλο πέρυσι τον Δεκέμβριο, στην παραγωγή που παρακολουθήσαμε στην Λάρισα, 18/12).
Τους μικρότερους ρόλους επωμίστηκαν με επιτυχία οι Διονύσης Σούρμπης (Morales), Τάσος Αποστόλου (Zuniga), Ειρήνη Κυριακίδου (Frasquita), Ινές Ζήκου (Mercedes), Παναγιώτης Πρίφτης (Andres), Χάρης Ανδριανός (Dancaire) και Νίκος Στεφάνου (Remendado). Αξίζει να τονίσουμε ότι το τεχνικά δύσκολο κουιντέτο της δεύτερης πράξης (Nous avons en tête une affaire) ερμηνεύτηκε με ρυθμική ακρίβεια και άφθονη χάρη (η μουσικότητα και το μπρίο του χαρισματικού Ανδριανού υπερίσχυσαν εδώ).
Από την πλευρά της, η χορωδία θα μπορούσε να είχε προσέξει περισσότερο την εκφορά της γαλλικής γλώσσας και να είχε επιδείξει μεγαλύτερη ρυθμική συνέπεια στην ερμηνεία των μεγάλων όσο και διάσημων χορωδιακών της όπερας.
Η ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη,  δεν ήταν σε καλή φόρμα: οι ρυθμικές ανακρίβειες και οι αλλεπάλληλες τονικές αστοχίες (που εισπράττονταν κυρίως από την πλευρά των χάλκινων πνευστών) ενόχλησαν. Η εκλεπτυσμένη ενορχήστρωση, στη λεπτομέρεια δουλεμένη με άφθονη τέχνη και υπέροχο γούστο από τον Bizet, συχνά πνιγόταν στο φάλτσο. Και επιπλέον ποτέ δεν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα σε τραγουδιστές και ορχήστρα.
Η σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη, τα καλαίσθητα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά και τα καλοσχεδιασμένα κοστούμια της Claire Bracewell σεβάστηκαν τις απαιτήσεις του έργου και συνδυάζοντας εύστοχα το παραδοσιακό με το μοντέρνο στοιχείο ανέδειξαν επαρκώς το γεμάτο πάθος και τραγικότητα αθάνατο αυτό ερωτικό μουσικό δράμα.