Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Η Εθνική Λυρική Σκηνή ανοίγει το Φεστιβάλ Αθηνών




(Σκηνή από την όπερα "Pagliacci", φωτο: Γιώργος Παυλίδης)



Με δυο από τις πιο διάσημες όπερες του παγκόσμιου λυρικού ρεπερτορίου άνοιξε το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών η Εθνική Λυρική Σκηνή. Ο λόγος για τις όπερες «Cavalleria Rusticana» του Pietro Mascagni και «Pagliacci» του Ruggero Leoncavallo, που πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Ιταλία,  το 1890 και το 1892 αντίστοιχα. Από το 1893 και μέχρι τις μέρες μας, συνήθως παρουσιάζονται και ηχογραφούνται ως ζεύγος.
Ευθύς εξαρχής πρέπει να τονίσουμε ότι κατατάσσουμε την παραγωγή που παρακολουθήσαμε ανάμεσα στις αρτιότερες συμμετοχές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο φεστιβάλ των τελευταίων ετών.
Σκηνοθέτης ήταν ο διάσημος Βρετανός Graham Vick, ειδικός στο ανέβασμα όπερας, συνεργάτης των μεγαλύτερων λυρικών θεάτρων του κόσμου.  Γνωρίζοντας τις κρυφές πτυχές των δύο ιταλικών μελοδραμάτων, που στρέφονται γύρω από τον έρωτα, την απιστία, την ζήλεια και τελικά την τιμωρία, έφερε στην επιφάνεια τις εύθραυστες ανθρώπινες  πλευρές των ρόλων και κίνησε τους μονωδούς και τη χορωδία με ιδιαίτερο νόημα. Στην επικλινή σκηνή είχαν τοποθετηθεί ελαιόδεντρα -τα οποία θύμιζαν τόσο ιταλική όσο και ελληνική ύπαιθρο- αποτελώντας το βασικό μέρος του σκηνικού της πρώτης και της δεύτερης όπερας.  Κατά την «Cavalleria» κυριάρχησε το μαύρο χρώμα στα κοστούμια, ενώ κατά τους «Παλιάτσους», χρησιμοποιήθηκαν έντονα ζωηρά χρώματα τόσο για τα κοστούμια της χορωδίας όσο και για εκείνα των μονωδών. Τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδίασε με τέχνη, φαντασία και μεράκι ο εξαιρετικά ταλαντούχος Γιώργος Σουγλίδης.
Στην παράσταση των δύο έργων που παρακολουθήσαμε (5/6), κατά την πρώτη όπερα, τον κεντρικό ρόλο της Santuzza κράτησε με εντυπωσιακή σε μέγεθος και έκφραση φωνή η Χαρίκλεια Μαυροπούλου, Eλληνογερμανίδα μεσόφωνος που σπούδασε και έχει τραγουδήσει στα περισσότερα σημαντικά λυρικά θέατρα της Γερμανίας. Στον απαιτητικότατο ρόλο της, που δεν λυπάται την τραγουδίστρια που θα επιλέξει να τον προσεγγίσει και ερμηνεύεται τόσο από υψιφώνους όσο και από μεσοφώνους, η Μαυροπούλου επέδειξε μουσικότητα και συγκίνησε στις μεγάλες σκηνές. Δίπλα της, οι Βαγγέλης Χατζησίμος (Turridu) και Carlos Almaguer (Alfio) απέδωσαν με φωνές εύρωστες και εκρηκτική υποκριτική διάθεση του ρόλους των δύο αντιζήλων. Ο Almaguer, Μεξικανός λυρικός βαρύτονος, θεωρείται σήμερα από τους κορυφαίους της γενιάς του και χαιρόμαστε πάντα να τον ακούμε σε ρόλους του ιταλικού ρεπερετορίου που με τόση ζέση και επιτυχία επωμίζεται. Μακάρι μελλοντικά η Εθνική Λυρική Σκηνή να τον μετακαλέσει και για άλλους ρόλους: ενδεχομένως ως Rigoletto ή Macbeth. Οι Γεωργία Ηλιοπούλου (Lola) και Μαρία Βλαχοπούλου (Lucia), τραγούδησαν με πιστότητα  τους πιο σύντομους ρόλους τους.
Στη δεύτερη όπερα, «Pagliacci», τον κεντρικό ρόλο τραγούδησε ο εξαιρετικός Αμερικανός τενόρος Stuart Neil, ο οποίος έχει καταχειροκροτηθεί σε διεθνείς λυρικές σκηνές όπως η Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης και το Teatro alla Scala του Μιλάνου.  Ως Canio ικανοποίησε με το ξεχωριστό μέταλλο της φωνής του, τη δραματική του έκφραση και τις ευκολίες στις νότες της υψηλής περιοχής (με εξαιρετική δραματική έκφραση ερμήνευσε τη διάσημη άρια «Vesti la giubba»). Η Έλενα Κελεσίδη ως Nedda (ρόλο τον οποίον ο σκηνοθέτης έντυσε με τα χαρακτηριστικά της Marilyn Monroe)  μάς κέρδισε με τη φρέσκια και καλοδουλεμένη φωνή της όπως και με τη θαυμάσια υποκριτική της ικανότητα. Το μέρος του προλόγου ερμηνεύτηκε από τον Almaguer (Tonio), ο οποίος για άλλη μια φορά ευχαρίστησε με τη βαθιά, στρογγυλή φωνή του και βεβαίως με την ιδιωματική απόδοση του ρόλου του. Οι Αντώνης Κορωναίος (Peppe) και Διονύσης Σούρμπης (Silvio) επωμίσθηκαν με επαγγελματισμό τους δικούς τους ρόλους.
Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε με δραματική ένταση, γνώση και προσωπικότητα τις δύο όπερες εκμαιεύοντας ιδιαίτερες ποιότητες τόσο από τους τραγουδιστές όσο και από την ορχήστρα και τη χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Λαμπερή Fleming στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών






Ο σπουδαίος Ούγγρος αρχιμουσικός Sir Georg Solti αναφερόμενος στην Αμερικανίδα υψίφωνο Renée Fleming είχε κάποτε πει ότι «κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής μου δεν έχω συναντήσει παρά μόνο δύο υψιφώνους με την ποιότητα του τραγουδιού της Fleming, η δεύτερη υψίφωνος ήταν η Renata Tebaldi». Και όχι χωρίς λόγο βέβαια. Από τότε που ξεκίνησε τη διεθνή σταδιοδρομία της -περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980- και μέχρι σήμερα, βρίσκεται πάντα στην κορυφή της τέχνης της. Κάτοχος μιας υπέροχης λυρικής φωνής και μιας εκπληκτικής προσωπικότητας που πάντα ξεχωρίζει τόσο επί σκηνής όσο και μέσα από τις πάμπολλες υποδειγματικής ποιότητας ηχογραφήσεις που έχει προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια (Decca/Universal).
Στις 14/5, στην «Αίθουσα Χρήστου Λαμπράκη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε ρεσιτάλ της που εντάχθηκε στο πλαίσιο του κύκλου «Μεγάλες Λυρικές Φωνές της Εποχής μας». Ήταν η δεύτερη φορά που ακούγαμε την Fleming στην Αθήνα (θυμόμαστε το ρεσιτάλ που είχε δώσει στο Ηρώδειο, 3/7/2008), πάντα σε ρεπερτόριο το οποίο έχει τιμήσει με θαυμαστό τρόπο. Και πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι είναι ιδιαίτερα προσεκτική στην επιλογή των ρόλων που ερμηνεύει προσέχοντας πάντα να  ταιριάζουν και να αναδεικνύουν τις έξοχες αρετές της λυρικής φωνής της.  
Ειδικότερα, όσον αφορά στην τελευταία αθηναϊκή της εμφάνιση, πρόσφερε ερμηνείες τραγουδιών του Richard Strauss (Ständchen, Op.17/2, Traum durch die Dämmerung, Op. 29/1, Zueignung, Op. 10/1) και άριες των Jules Massenet (από τις όπερες «Cléopâtre» και «Thais»), Antonín Dvořák (από την όπερα «Rusalka»), Franz Lehár  (από την όπερα «H Εύθυμη Χήρα»), Giacomo Puccini (από την όπερα «La bohème»), Ruggero Leoncavallo (από την όπερα «La bohème») και Riccardo Zandonai (από την όπερα «Conchita»). Με αέρα πραγματικής ντίβα τίμησε κάθε Lied και άρια που ερμήνευσε: η πλούσια σε αποχρώσεις φωνή της, η γενναιόδωρη και εκλεπτυσμένη έκφρασή της, η ανεξάντλητη αναπνοή της (Strauss), το λείο legato και η αίσθηση της μεγάλης γραμμής, μας γοήτευσαν πραγματικά. Πόσες ντίβες σήμερα μπορούν άραγε να κερδίσουν το κοινό τους με τον απροσποίητα μουσικό και χαρισματικό τρόπο της Fleming;  Ο απόλυτος έλεγχος του φωνητικού της apparatus, η μουσική ευφυΐα της και η απέριττη  χάρη με την οποία προσεγγίζει το μουσικό υλικό την κάνει όντως μοναδική.
Η συνοδεία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, υπό τον Εσθονοαμερικανό αρχιμουσικό Kristjan Järvi, νεώτερο γιο του διάσημου αρχιμουσικού Neeme Järvi, κρίθηκε ικανοποιητική αν και όχι πάντα τονικά και ρυθμικά ακριβής.
Ανάμεσα στις άριες, η ορχήστρα ερμήνευσε τα τεχνικά και μουσικά απαιτητικά συμφωνικά ιντερλούδια από την όπερα «Intermezzo» του Strauss.
Εκτός προγράμματος, η Fleming χάρισε με ιδιαίτερη αισθαντικότητα την άρια  «O mio babbino caro» από την όπερα Gianni Schicci του Giacomo Puccini, στη συνέχεια με χαριτωμένο αίσθημα το τραγούδι «I feel pretty» από το musical «West Side Story» του Leonard Bernstein, ύστερα με ονειροπόλα διάθεση την άρια  «Summertime» από την όπερα «Porgy and Bess» του George Gershwin και τέλος, με υπέροχα λαξευμένη ρομαντική διάθεση το «τραγούδι της Marietta» από την όπερα «H νεκρή πόλη» του  Erich Wolfgang Korngold.

 




Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Εκπληκτικός Mozart από την Όπερα της Βιέννης



(φωτο Χ. Ακριβιάδης)


   
 Ο θεϊκός Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791) βρήκε στο πρόσωπο του Βενετού ποιητή Lorenzo da Ponte (1749-1838) τον καλύτερο λιμπρετίστα που θα μπορούσε να έχει εκείνη την εποχή. Είχε ανακαλύψει έναν πολύτιμο συνοδοιπόρο ο οποίος ήταν σε θέση να του προσφέρει ποιητικά κείμενα αντάξια της μεγαλοφυΐας του.
Ο da Ponte υπήρξε προστατευόμενος του Αυτοκράτορα Ιωσήφ ΙΙ και πέρασε τα πιο παραγωγικά του χρόνια στη Βιέννη. Αργότερα ταξίδεψε στην Πράγα, το Λονδίνο και –προκειμένου να γλυτώσει από δυσβάσταχτα οικονομικά χρέη- στην Αμερική. Συνεργάστηκε με αρκετούς σημαντικούς συνθέτες της εποχής του, όπως οι Antonio Salieri και Martín y Soler. Με τον Mozart συνέπραξε τρεις φορές, από το 1786 μέχρι το 1790,  για την παραγωγή των μελοδραμάτων, Οι Γάμοι του Figaro (Le nozze di Figaro), KV 492, Don Giovanni, KV 527, και Έτσι κάνουν Όλες (Così fan tutte), KV 588. Τριών αριστουργημάτων που ποτέ δεν παύουν να ενθουσιάζουν και να λαμπρύνουν τις λυρικές σκηνές όλου του κόσμου.
Η μάλλον τολμηρή πλοκή της όπερας  Così fan tutte εξέπληξε αρκετούς από τους θαυμαστές της μουσικής του συνθέτη. Ο Ludwig van Beethoven χαρακτήρισε το libretto, ανήθικο. Και η αλήθεια είναι, ότι το έργο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακριβώς ηθικό: ο Don Alfonso διαφωνεί με τους ηλικιακά νεώτερους φίλους του, Ferrando και Guglielmo, που υποστηρίζουν ότι οι αρραβωνιαστικιές τους (αδελφές Dorabella και Fiordiligi) θα είναι αιώνια πιστές σε εκείνους. Στοιχηματίζει ότι μπορεί να τους αποδείξει το αντίθετο σε μια μέρα. Οι δύο νέοι μεταμφιέζονται σε Αλβανούς και προσπαθούν να σαγηνεύσουν τις κοπέλες. Μετά από πολλά, τα καταφέρνουν. Στο τέλος τα πάντα αποκαλύπτονται, αλλά επικρατεί η λογική και όλα συγχωρούνται. O Mozart πλάθει με μεγάλη μαστοριά έναν κόσμο στον οποίον το κωμικό με το τραγικό στοιχείο μπλέκονται και γίνονται ένα (τα νεαρά ζευγάρια υποφέρουν, ο πόνος δεν είναι μικρός και η τραγική αγωνία κάνει πολλές φορές την εμφάνισή της στην όπερα).
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ) συμπληρώνει κατά την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο είκοσι χρόνια λειτουργίας και πολύτιμης προσφοράς στα μουσικά δρώμενα της χώρας μας. Στο πλαίσιο του κύκλου «Η μουσική Βιέννη στην Αθήνα» παρουσίαση την όπερα Così fan tutte, την οποία είχαμε απολαύσει πριν από περίπου είκοσι χρόνια, τον Νοέμβριο του 1991, υπό τη διεύθυνση του Ivan Fischer, ακριβώς στην ίδια αίθουσα, που τότε ονομαζόταν Αίθουσα Φίλων της Μουσικής.
Μολονότι τότε ήταν η πρώτη πλήρως σκηνοθετημένη όπερα που ανέβαινε στο Μέγαρο, τούτη τη φορά παρουσιάστηκε σε συναυλιακή μορφή (χωρίς σκηνικά και κοστούμια).  Ναι, η αλήθεια είναι ότι όταν είχε αναγγελθεί η παραγωγή σε αυτή τη μορφή, αρχικά είχαμε απογοητευτεί, αναλογιζόμενοι ότι πρόκειται για μια κατεξοχήν «θεατρική» όπερα που απαιτεί σκηνικά και κοστούμια. Εντούτοις, παρακολουθώντας τις δύο από κάθε άποψη έξοχες παραστάσεις (29 και 30/4), ομολογούμε ότι αισθανθήκαμε άκρως ικανοποιημένοι και καθόλου ενοχλημένοι από το γεγονός της έλλειψης αυτών. Η παραγωγή ανατέθηκε στις δυνάμεις (σολίστ, χορωδία και ορχήστρα) της Όπερας της Βιέννης και το αποτέλεσμα  ήταν όπως αναμενόταν, εξαιρετικό.
Αρχιμουσικός ήταν ο Γάλλος rémie Rhorer (άλλοτε βοηθός των William Christie και Marc Minkowski, δύο διευθυντών ορχήστρας εξειδικευμένων στην ερμηνεία της παλιάς μουσικής). Με ακριβώς το ίδιο έργο, τον Φεβρουάριο  σημείωσε το ντεμπούτο του στην Όπερα της Βιέννης (οι βιεννέζικες παραστάσεις δόθηκαν στις 25 και 28/2 και 2 και  4/3). Μπορεί οι τραγουδιστές που ακούσαμε στην Αθήνα να μην συμμετείχαν σε αυτές τις παραστάσεις, ωστόσο είχε δοκιμαστεί και καλά δουλευτεί η σχέση του με την εν λόγω όπερα και βεβαίως με την ορχήστρα. Η εμπειρία του από τη συνεργασία του με «σύνολα εποχής», τον οδήγησε σε μια ερμηνεία που σεβόταν το ύφος του συνθέτη και της εποχής του (θυμίζουμε ότι είχαμε τη χαρά να εκτιμήσουμε και παλαιότερα τις αρετές της διεύθυνσής του στη χώρα μας, παρακολουθώντας συναυλία του με το «δικό του» σύνολο, Le Cercle de lHarmonie, στον ίδιο χώρο, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ, 2/7/2009). Η διεύθυνσή του διέθετε ζωντάνια και ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Πέτυχε να φωτίσει με ενδιαφέροντα τρόπο τόσο τις κωμικές όσο και τις τραγικές πλευρές της όπερας αυτής, που αρχίζει ως φάρσα και σταδιακά παίρνει τη μορφή ερωτικού δράματος. Βεβαίως, είχε στη διάθεσή μια πραγματικά εκλεκτή ορχήστρα (ας μην λησμονούμε ότι στην ουσία πρόκειται για τη Φιλαρμονική της Βιέννης!). Η ιδιαίτερη σχέση του συνόλου με το μοτσάρτιο σύμπαν ερχόταν κάθε στιγμή στην επιφάνεια. Απολαύσαμε έναν Mozart πραγματικά βιεννέζικο, με εκλεπτυσμένες και άψογα ολοκληρωμένες μουσικές φράσεις. Ο ήχος ποτέ δεν βάραινε και ούτε στιγμή δεν «καθόταν».
Η ομάδα των τραγουδιστών στάθηκε στο ίδιο ποιοτικό επίπεδο με την ορχήστρα και τον μαέστρο. Λαβαίνοντας υπόψη την έλλειψη σκηνικών και κοστουμιών, οι μονωδοί κινήθηκαν με θεατρικότατο  τρόπο επί σκηνής αυτοσχεδιάζοντας τη δική τους επιτυχημένη σκηνοθεσία. Πιο συγκεκριμένα, τον ρόλο της Fiordiligi κράτησαν οι Caroline Wenborne (29/4) και Μυρτώ Παπαθανασίου (30/4): η πρώτη τραγούδησε με ωραία φωνή και καλή τεχνική, αλλά η Ελληνίδα, ήταν εκείνη που τελικά πλησίασε με μεγαλύτερη επιτυχία το ευαίσθητο και πολύπλευρο πνεύμα του συνθέτη. Η Παπαθανασίου, που σήμερα εμφανίζεται σε μεγάλες σκηνές του εξωτερικού, έπεισε για τη μουσικότητά της και για το σκηνικό της ταλέντο. Επιπλέον, αντιμετώπισε με ευστοχία τις τεχνικές δυσκολίες του απαιτητικότατου ρόλου που επωμίστηκε και υπήρξε υποδειγματικά έξοχη  κατά τις μεγάλες άριες, που ζητούν τεράστιες ευκολίες στις νότες τις χαμηλής όσο και σε εκείνες της ψηλής φωνητικής περιοχής.
 Η υπόλοιπη διανομή, που ήταν κοινή για τις δύο βραδιές, καλύφθηκε από εξίσου άξιους καλλιτέχνες. Ειδικότερα, η θαυμάσια μεσόφωνος Stephanie Houtzeel, από το 2010 μόνιμο στέλεχος της Όπερας της Βιέννης, προσέγγισε το μέρος της Dorabella με άφθονη γοητεία και καλό γούστο. Το γεμάτο λάμψη και νόημα τραγούδι της, η καλοδουλεμένη τεχνική της και η επί σκηνής κίνησή της, μας κέρδισαν. Την ενσάρκωση των δύο νεαρών ηρώων της όπερας ανέλαβαν οι Adrian Eröd (Guglielmo) και Saimir Pirgu (Ferrando), οι οποίοι αντιμετώπισαν τους ρόλους τους με brio και σπινθηροβόλο πνεύμα.  Η φρέσκια φωνή τενόρου του Αλβανού Pirgu, την καριέρα του οποίου παρακολουθούμε με προσοχή τα τελευταία χρόνια, ταιριάζει τόσο σε ρόλους μοτσάρτιους όσο και σε εκείνους του ρομαντικού ρεπερτορίου. Η Despina της Anita Hartig ήταν γεμάτη τσαχπινιά, ενώ ο Don Alfonso του Pietro Spagnoli κέρδιζε σε σοφία, κυνισμό και έμπειρη πονηριά (ο τελευταίος ερμηνεύει τον ρόλο και στην υπέροχη ηχογράφηση της όπερας από τον René Jacobs, Harmonia Mundi HMC901663.65). Υπογραμμίζουμε ότι το λαμπρό αυτό αριστούργημα ζητά όχι απλά μονωδούς με σολιστικές αρετές, αλλά τραγουδιστές που να είναι σε θέση να συνεργαστούν άψογα μεταξύ τους προκειμένου να αποδώσουν τα υπέροχα και τρανών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων ensembles. Οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες αποτέλεσαν μια ιδανική ομάδα: ο καθένας ξεχωριστά ήξερε τον τρόπο να «δίνει και να παίρνει»,  να ανταποκρίνεται στις μουσικές εντάσεις, στα νοήματα ή στις μουσικές προτροπές των συναδέλφων του. Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που παρακολουθούσαμε παραστάσεις του διάσημου αυτού έργου και που δεν διαπιστώσαμε καμία αδυναμία στη διανομή.  Άριστες ήταν οι εντυπώσεις που άφησε και η Χορωδία της Κρατικής Όπερας της Βιέννης (προετοιμασμένη από τον Martin Schebesta).
Γνωρίζοντας τη γόνιμη σχέση που έχει αναπτύξει το ΜΜΑ με τους σπουδαιότερους μουσικούς φορείς της αυστριακής πρωτεύουσας, αναμένουμε και άλλες βιεννέζικες παραγωγές ανάλογης ποιότητας.  




Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Συναυλίες Ορχήστρας Νέων Gustav Mahler







H Ορχήστρα Νέων Gustav Mahler (Gustav Mahler Jugendorchester, GMJO), με έδρα την Αυστρία, ιδρύθηκε το 1986 με μεγάλη αγάπη για τους νέους μουσικούς από τον κορυφαίου αρχιμουσικό Claudio Abbado. Υπήρξε η πρώτη ευρωπαϊκή ορχήστρα νέων στην οποίαν συμμετείχαν μέλη πρώην κομμουνιστικών κρατών. Δεν άργησε να αναγνωριστεί ως μια από τις σπουδαιότερες δύο ή τρεις ανάλογες του κόσμου. Μεγάλα ονόματα του podium, εκτός από εκείνο του ιδρυτή αναφέρουμε ενδεικτικά και αυτά των Pierre Boulez, Bernard Haitink, Mariss Jansons και Franz Welser-Möst, συνεργάζονται τακτικά μαζί της διασφαλίζοντας ένα υψηλό επίπεδο απόδοσης. Ετησίως επιλέγονται οι καλύτεροι νέοι μουσικοί από την Ευρώπη (πάνω από εκατό καταλαμβάνουν τις θέσεις στα αναλόγιά της).  Μετά από εκτενείς δοκιμές πραγματοποιεί δύο περιοδείες, μια την άνοιξη, κατά την περίοδο του Πάσχα, και μια το καλοκαίρι. Ο Abbado σκέφθηκε να δώσει στην ορχήστρα το όνομα του μεγάλου Αυστροβοημού συνθέτη λαβαίνοντας υπόψη του το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε πολλές χώρες. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον θάνατο του Mahler και η ορχήστρα τιμά τον μουσουργό ερμηνεύοντας έργα του κατά τις δύο περιοδείες της.
Στο πλαίσιο της εαρινής περιοδείας της, η GMJO συμπεριέλαβε και την χώρα μας, δίνοντας δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής, στις 11 και 12/4, με έργα αποκλειστικά του Mahler. Στο τιμόνι της στάθηκε ο Philippe Jordan (φωτογραφία), Ελβετός αρχιμουσικός, από τους διαπρεπέστερους της νεότερης γενιάς, με πολλές εμφανίσεις σε μεγάλες αίθουσες και λυρικά θέατρα του κόσμου, γιός του αξέχαστου ομότεχνού του Armin Jordan.
Η πρώτη συναυλία άνοιξε με μια επιλογή τραγουδιών για βαρύτονο και ορχήστρα από τον κύκλο Το Μαγικό Κέρας του Αγοριού  (Des Knaben Wunderhorn). Σολίστ ήταν ο Αμερικανός βαρύτονος Thomas Hampson, γνωστός για την αγάπη του προς τον συνθέτη από την εποχή που, κατά την πρώτη φάση της διεθνούς σταδιοδρομίας του, ηχογραφούσε για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας Deutsche Grammophon Lieder του, υπό τη διεύθυνση του Μέντορά του Leonard Bernstein (πρόσφατα ηχογράφησε, για την ίδια εταιρεία, τον κύκλο τραγουδιών που ακούσαμε στο Μέγαρο, συνεργαζόμενος με το σύνολο Wiener Virtuosen). Με τη γνωστή υπέροχη, ζεστή και γεμάτη αποχρώσεις φωνή του και με εξαίρετη προφορά της γερμανικής γλώσσας πέτυχε να εισδύσει στην ψυχή του κάθε τραγουδιού. Η GMJO και ο Jordan, τόσο κατά τη συνοδεία των τραγουδιών, όσο και κατά την ερμηνεία της Συμφωνίας αρ. 1 που ακολούθησε, επιβεβαίωσαν την ποιότητα της συνεργασίας τους και την πίστη τους στο μεγαλείο της σύλληψης του Mahler. Ο γεμάτος ήχος του συνόλου, η προσοχή στην απόδοση των συναισθημάτων και κυρίως ο νεανικός ενθουσιασμός και μια μουσική τιμιότητα που εντοπίζεται κυρίως σε νεαρούς μουσικούς, μας άγγιξαν σε βάθος.
Η δεύτερη συναυλία κρίθηκε εξίσου επιτυχής, περιλαμβάνοντας δύο έργα της ύστατης δημιουργικής περιόδου του συνθέτη (σε αντίθεση με την πρώτη, που σχηματίστηκε από έργα της νεανικής δημιουργικής φάσης). Ειδικότερα, το Adagio από τη Συμφωνία αρ. 10 (που άρχισε να γράφεται το καλοκαίρι του 1910 και παρέμεινε ημιτελής μετά από τον πρόωρο θάνατο του συνθέτη)  εκτελέστηκε με όλη την απαιτούμενη συγκίνηση και με βαθιά στοχαστική διάθεση: η μελαγχολία, η απόγνωση, η απομόνωση και ο τραγικός σπαραγμός, αποκαλύφθηκαν με περίσσιο ενδιαφέρον από τα νεαρά μέλη της ορχήστρας. Οι ηχητικές ποιότητες των εγχόρδων συνδυάστηκαν θαυμάσια με την τονική ακρίβεια και την ηχητική πληρότητα των χάλκινων και ξύλινων πνευστών. 
Το δεύτερο μέρος καλύφθηκε από το εξαμερές αριστούργημα (Συμφωνία για άλτο ή βαρύτονο, τενόρο και ορχήστρα) με τίτλο, Το Τραγούδι της Γης (Das Lied von der Erde). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1909 και είναι βασισμένο στο ποιητικό έργο του Hans Bethge, Το Κινέζικο Φλάουτο (Die chinesische Flöte), που δημοσιεύθηκε το 1907. O Hampson μαζί με τον τενόρο Burkhard Fritz ήταν οι εκλεκτοί ερμηνευτές των έξι τραγουδιών που απαρτίζουν το έργο. Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος τραγουδιστής, με γνώση και σεβασμό προς το προσωπικό και βαθύτατα εξομολογητικό αυτό έργο έδωσαν τους καλύτερούς τους εαυτούς. Ο Fritz τραγούδησε με θεατρική διάθεση, φυσικότητα, ωραίο vibrato και με ευκολία στις υψηλές νότες (η εμπειρία του από την συχνή επαφή με μεγάλους ρόλους της βαγκνερικής παραγωγής διαπιστώθηκε στην άρτια τεχνική του και στον εύστοχο σχηματισμό των μεγάλων μουσικών φράσεων και παραγράφων). Ο Hampson ερμήνευσε με υφολογική ευστοχία και υποστήριξε μια πραγματικά εξαιρετική και συναισθηματικά φορτισμένη ερμηνεία του τελευταίου μέρους του κύκλου, που αποτελεί έναν μεγάλο αποχαιρετισμό (Das Abschied). Η ορχήστρα, υπό τον Jordan, δεν έχασε ούτε ίχνος από το βάθος της έμπνευσης του συνθέτη και με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια, στο στήσιμο της κάθε μουσικής ενότητας  και στις εναλλαγές των tempi και των δυναμικών, υπηρέτησε την παρτιτούρα με τον καλύτερο τρόπο πείθοντας ότι μπορεί να συναγωνιστεί τα μεγάλα επαγγελματικά και πολύπειρα σύνολα. Ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι πολλά από τα μέλη της GMJO ολοκληρώνοντας τη θητεία τους στα αναλόγιά της, γίνονται περιζήτητα από τις επιφανέστερες ορχήστρες του κόσμου στους κόλπους των οποίων βρίσκουν επαγγελματικό καταφύγιο. 


Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Συναυλίες της Academia Nazionale di Santa Cecilia, υπό Pappano






Η σημαντικότερη ίσως ορχήστρα της Ιταλίας, εκείνη της Εθνικής Ακαδημίας της Αγ. Καικιλίας της Ρώμης, πραγματοποίησε δύο συναυλίες στο Μέγαρο, υπό τη διεύθυνση του κορυφαίου αρχιμουσικού της Antonio Pappano (φωτογραφία) και με σολίστ τον Boris Berezovsky (21 και 22/3). Για τον γράφοντα, οι εν λόγω συναυλίες τοποθετούνται ανάμεσα στις αρτιότερες που έχουμε παρακολουθήσει στο Μέγαρο τα τελευταία χρόνια.
Από το πρώτο κιόλας μουσικό μέτρο της εισαγωγής στην όπερα Aida του Giuseppe Verdi, με την οποία άνοιξε η πρώτη βραδιά, ήταν προφανές ότι η σχέση του Pappano και της ορχήστρας του είναι ιδιαίτερη: υπήρχε ένα υψηλό επίπεδο επικοινωνίας το οποίο δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί. Οι γεμάτες συγκίνηση μελωδίες της εισαγωγής επιβεβαίωσαν τη φήμη του Pappano ως μεγάλου αρχιμουσικού όπερας. Υπέροχος ερμηνευτής υπήρξε και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της Συμφωνίας αρ. 1 του Gustav Mahler: τα δομικά στοιχεία, η ανάπτυξη του μουσικού υλικού και η ενορχήστρωση φωτίστηκαν με  λαμπρότητα. Επιπλέον, ο συναισθηματικός κόσμος του μουσουργού, η δραματική έξαρση, η αγωνία, ο σαρκασμός και η μελαγχολία, εξερευνήθηκαν με ιδιαίτερη πιστότητα. 
Εξίσου άριστες εντυπώσεις αποκομίσαμε και από τη δεύτερη συναυλία, που  άνοιξε άλλη με μια ιταλική εισαγωγή (Semiramide) του Gioachino Rossini και έκλεισε με τα συμφωνικά ποιήματα, Κρήνες της Ρώμης και Πεύκα της Ρώμης (τα δύο πρώτα μέρη του επονομαζόμενου, Ρωμαϊκού Τριπτύχου) του Ottorino Respighi. Ειδικότερα, τα έργα του Respighi ανέπνευσαν με μεγάλη ομορφιά και νοσταλγική διάθεση. Η έξοχη ενορχήστρωση, στη λεπτομέρειά της δουλεμένη από τον συνθέτη, και οι κλιμακώσεις δυναμικής ευτύχησαν στα χέρια του Pappano και της ικανότατης ορχήστρας, που έδειχναν να αισθάνονται σε βάθος και να απολαμβάνουν κάθε νότα.
Για το τέλος αφήσαμε τον σολίστ των δύο συναυλιών, Ρώσο λέοντα των πλήκτρων Boris Berezovsky, έναν από τους επιφανέστερους βιρτουόζους της εποχής. Κατά την πρώτη συναυλία ερμήνευσε το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1, S. 124,  του Franz Liszt, ενώ κατά τη δεύτερη, τη  Ραψωδίας πάνω σε ένα θέμα του Paganini, Op. 43,  του Sergei Rachmaninov. Η στιβαρότητα του παιξίματος σε συνδυασμό με μια δακτυλική ευχέρεια πραγματικά ζηλευτή, ξεχώρισαν. Ναι, υπήρξαν φορές που αποζητήσαμε περισσότερη ευγένεια και αριστοκρατική πνοή κατά την ανάγνωση του αριστουργήματος του Liszt, για το οποίο ο πιανίστας επέλεξε ιλιγγιώδεις ταχύτητες (ενίοτε σε βάρος της ανάδειξης των μουσικών φράσεων), εντούτοις δεν μπορούσαμε παρά να θαυμάσουμε την αμεσότητα της προσέγγισης της Ραψωδίας του Rachmaninov, όπου οι παραλλαγές ξεδιπλώνονταν με νόημα και μεγάλη προσοχή. Η απλότητα και η ευστοχία της ερμηνείας του καλλιτέχνη ενδεχομένως να οφείλουν ορισμένες από τις ποιότητές τους στην ηχογραφημένη εκδοχή που άφησε ο ίδιος ο μουσουργός και που βεβαίως αποτελεί σπουδαίο πρότυπο απέριττης και ουσιαστικής εκτέλεσης του έργου.
Εκτός προγράμματος, την πρώτη βραδιά, ο σολίστ και η ορχήστρα επανέλαβαν τις καταληκτικές σελίδες του τρίτου και τελευταίου μέρους του Κοντσέρτου αρ. 1  (Allegro marziale animato) και τη δεύτερη βραδιά, ένα μέρος της Ραψωδίας (Παραλλαγή αρ. 18). Ενώ στο τέλος των συναυλιών προσφέρθηκαν, την πρώτη βραδιά, ένα  μέρος (δεν αποδόθηκε η  αρχή) από τη μουσική μπαλέτου (Χορός των Ωρών) της όπερας La Gioconda του Amilcare Ponchielli και τη δεύτερη βραδιά, η μουσική μπαλέτου (Pas de Six) και μέρος (αποδόθηκε μόνο το γρήγορο τμήμα) της Εισαγωγής από την όπερα Γουλιέλμος Τέλος του Rossini. Η σπινθηροβόλα διάθεση και η ρυθμική ακρίβεια της ορχήστρας και του μαέστρου μας κέρδισαν και μας γοήτευσαν εξαιρετικά.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Beethoven από την Viktoria Mullova





Η Viktoria Mullova είναι μια μεγάλη Ρωσίδα ερμηνεύτρια του βιολιού, την τέχνη της οποίας χαιρόμαστε πάντα, τόσο κατά τη διάρκεια ζωντανών εμφανίσεων όσο και μέσα από τη δισκογραφία της. Κατά το πρόσφατο ρεσιτάλ της στην Αθήνα, 15/3, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστου Λαμπράκη), στο πλαίσιο «Μεγάλοι Ερμηνευτές», επέλεξε να ερμηνεύσει αποκλειστικά έργα του Ludwig van Beethoven.
Επιλέγοντας βιολί Guadagnini του 1750 και συνοδευόμενη από τον Νοτιοαφρικανό φορτεπιανίστα Kristian Bezuidenhout (που έπαιξε σε όργανο του 1822), ερμήνευσε τις Σονάτες αρ.  4, Op. 23, αρ. 2,  Op. 12/3, και αρ. 9, Op. 47 (Kreutzer).
Οι δυο μουσικοί προσέγγισαν αυτά τα βαρυσήμαντα έργα με τον απαιτούμενο σεβασμό και έχοντας διερευνήσει σε βάθος την ουσία τους. Σχηματίζοντας τις φράσεις με τη σωστή δόση συναισθήματος και γνώσης του στυλ του συνθέτη πρότειναν ερμηνείες στη λεπτομέρειά τους δουλεμένες. Ο ήχος του φορτεπιάνου, βεβαίως μικρότερος εκείνου του πιάνου, έδωσε την ευκαιρία στη βιολονίστα να ξεδιπλώσει με μεγάλη άνεση έναν έξοχο πλούτο αποχρώσεων και δυναμικών, χωρίς να φοβάται μήπως καλυφθεί ο ήχος της. Πολλές από τις ενδείξεις δυναμικής, που με τόση φροντίδα και έγνοια σημειώνει ο Beethoven στις παρτιτούρες του και που στα χέρια αρκετών πιανιστών παρερμηνεύονται βάναυσα, αποκτούσαν νόημα στο φορτεπιάνο που έπαιξε ο προικισμένος Bezuidenhout.
Βεβαίως, ορισμένοι φιλόμουσοι ενδεχομένως να υποστήριζαν ότι ο μουσουργός θα προτιμούσε ένα σύγχρονο πιάνο, αν το είχε στη διάθεσή του (ακούσαμε κάποιους ακροατές, ευτυχώς δεν ήταν πολλοί, να διαμαρτύρονται για το περιορισμένο μέγεθος του ήχου του παλαιότερου οργάνου). Σε αυτούς θα απαντήσουμε ότι μάλλον θα συνέθετε και διαφορετικά για ένα τέτοιο όργανο. Επιπλέον, ας μην παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι συνθέσεις που ακούσαμε ανήκουν στην εργογραφία της μουσικής δωματίου και δεν δημιουργήθηκαν για να παρουσιάζονται σε τεράστιους συναυλιακούς χώρους, όπου πολλές λεπτομέρειες του ήχου εύκολα χάνονται. Ασφαλώς, η λαμπρή ακουστική ποιότητα της μικρότερου μεγέθους Αίθουσας Δημήτρης Μητρόπουλος θα προσφερόταν  περισσότερο για μια τέτοια συναυλία (βέβαια σε αυτή την περίπτωση αρκετοί θαυμαστές της Mullova θα έμεναν απέξω).  
Σε κάθε περίπτωση ήταν μεγάλη χαρά και ευκαιρία να ακούσουμε τα έργα αυτά από όργανα εποχής και από δύο υπέροχα προικισμένους μουσικούς. Ειδικότερα, στα χέρια τους οι δύο πρώτες Σονάτες (αρ.  4, Op. 23, και αρ. 2,  Op. 12/3) κέρδισαν σε ευαισθησία και λεπτότητα έκφρασης, ενώ η εμβληματική Σονάτα «Kreutzer» σε μεγαλειώδες ηρωικό αίσθημα. Ο ωραίος ήχος των δύο μουσικών, άλλοτε εκρηκτικός και νευρώδης και άλλοτε λυρικός και τραγουδιστός, η τεχνική ακρίβεια, η καθαρότητα των μελωδικών περιγραμμάτων, η δεξιοτεχνική άνεση και προπάντων η επιτυχία στην απόδοση των διαφορετικών συναισθημάτων της μεγαλοφυούς σύλληψης του Beethoven, ανήκαν στις αρετές που ξεχωρίσαμε. Εκτός προγράμματος λάβαμε το σύντομο τρίτο μέρος, Allegro molto, της Σονάτας αρ. 5, Op. 24, «Σονάτα της Άνοιξης», παιγμένο με φινέτσα.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι εν λόγω καλλιτέχνες σχετικά πρόσφατα ηχογράφησαν τις Σονάτες αρ. 3, Op. 12/3, και αρ. 9, Οp. 47 (Onyx Classics, B00394S588). Είμαστε της άποψης ότι οι αναγνώσεις αυτές, που μόλις κυκλοφόρησαν, αποτελούν εξαίρετη προσθήκη στις σύγχρονες αποτυπωμένες σε δίσκους ερμηνείες των έργων αυτών. Φανταζόμαστε ότι έπεται και η ηχογράφηση των υπολοίπων τριών Σονατών για βιολί από τους ίδιους εκτελεστές.