Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μια πρώτη γεύση από ΕΛΣ


Ο αρχιμουσικός Isin Metin


Η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) ανοίγει με νέο καλλιτεχνικό διευθυντή τον Μύρωνα Μιχαηλίδη, ικανό αρχιμουσικό με σοβαρές σπουδές στη Γερμανικά, δισκογραφία και πείρα τόσο στα μουσικά όσο και στα διοικητικά θέματα. Θυμίζουμε ότι άφησε άριστες εντυπώσεις κατά την περίοδο που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (2004-2011) και συνέδραμε αποφασιστικά στην εξέλιξη της ορχήστρας και στην διεθνή προβολή της.
 Ωστόσο, δεν ήταν ο Μιχαηλίδης (τον οποίον θα εκτιμήσουμε τον Ιανουάριο, στη νέα παραγωγή της όπερας Faust του Ch. Gounod), αλλά ο Τούρκος ομότεχνός του Isin Metin, που στις 17/9, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκη), εγκαινίασε τη χειμερινή περίοδο με συναυλία σχηματισμένη από αποσπάσματα έργων τα οποία πρόκειται να καλύψουν το ρεπερτόριο της ΕΛΣ κατά τους προσεχείς μήνες. Έτσι, η εν λόγω συναυλία, που ήταν συμπαραγωγή της ΕΛΣ με τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο σαν «ζωντανό» trailer.
Ο Metin, γνωστός στο φιλόμουσο αθηναϊκό κοινό  από  συμπράξεις με την Ελληνοτουρκική Ορχήστρας Νέων, διηύθυνε με άφθονο οίστρο και ενθουσιασμό αποσπάσματα από διάσημες παρτιτούρες των G. Donizetti, Σ. Σαμάρα, Ch. Gounod, G. Verdi, S. Prokofiev, J. Strauss II και F.Lehár.
Τόσο η ορχήστρα όσο και η χορωδία της ΕΛΣ (προετοιμασμένη με προσοχή από τον Νίκο Βασιλείου) απέδωσαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Ειδικά το σώμα των βιολιών (με εξάρχων τον πάντα συνεπή Χάρη Χατζηγεωργίου) πρόσφερε ομοιογενή και γεμάτο ήχο.
Στα σολιστικά μέρη των μελοδραμάτων ευχαρίστησαν η σοπράνο Μαρία  Μητσοπούλου με την ωραίου ηχοχρώματος φωνή και τις πλούσιες εκφραστικές δυνατότητές της (γοητευτική ήταν στα αποσπάσματα της Εύθυμης Χήρας του Lehár),  όπως και ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος, που απέδωσε με σιγουριά και γνήσια ιταλική ευαισθησία την cavatina του Riccardo (Verdi, Χορός Μεταμφιεσμένων, Α΄ Πράξη). Ασφαλώς λιγότερο ικανοποιητική κρίθηκε η συνεισφορά της Γεωργίας Ηλιοπούλου: η ορχήστρα κάλυπτε την μάλλον  μικρή σε έκταση φωνή της, τόσο στην «Κρητικοπούλα» του Σαμάρα όσο και στην Εύθυμη Χήρα του Lehár. Ειδικότερα,  στην κοσμαγάπητη οπερέτα του τελευταίου, την είδαμε να αυτοσχεδιάζει με προθυμία  χορευτικές κινήσεις αλλά ελάχιστα ακούγαμε τη φωνή της στο μέρος της Valencienne με τις τσαχπίνες γκριζέτες από την Γ’ Πράξη.
Κλείνοντας, αναφέρουμε ότι ο Metin πρόκειται να διευθύνει και την παραγωγή της όπερας Το Ελιξίριο του Έρωτα του Donizetti, το οποίο θα ανέβει (σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή) στο Θέατρο Ολύμπια, στις 14/10.  

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

"Nabucco" από την ΕΛΣ


Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς στον ρόλο του Nabucco


 
Η πρεμιέρα της όπερας Nabucco του Giuseppe Verdi δόθηκε στη Scala του Μιλάνου, τον Μάρτιο του 1842, με μεγάλη επιτυχία. Στις αφίσες της εποχής ο τίτλος της όπερας ήταν Nabucodonosor. Αποτελεί το τρίτο κατά σειρά σύνθεσης μελόδραμα του μουσουργού και ένα από τα πλέον δημοφιλή του. Η μεγαλόπνοη βιβλική υπόθεση, οι μεγάλες άριες και τα χορωδιακά, πάντα συγκινούν το κοινό. Τον Σεπτέμβριο του 1844 δόθηκε μια από τις σημαντικότερες παραστάσεις του έργου, στο θέατρο San Giacomo, της Κέρκυρας και από τότε επικράτησε ο γνωστός μέχρι τις μέρες μας τίτλος της όπερας: Nabucco (και όχι Nabucodonosor, όπως ήταν αρχικά)
Μετά από την επιτυχημένη φετινή φεστιβαλική παραγωγή των μελοδραμάτων Cavalleria Rusticana του Pietro Mascagni και Pagliacci του Rugerro Leoncavallo (Ηρώδειο, Ιούνιος), η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) προχώρησε σε μια εξίσου επιτυχημένη παραγωγή της όπερας «Nabucco» (Ηρώδειο, 26-29/7). 
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε (26/7) τον πρωταγωνιστικό ρόλο του βασιλιά της Βαβυλώνας κράτησε ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, ένας από τους αρτιότερους Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του, ο οποίος με συνέπεια και σταθερότητα κτίζει μια πρώτου μεγέθους διεθνή σταδιοδρομία. Σημειώνουμε, ότι η Βασιλική Όπερα Covent Garden του Λονδίνου με αδημονία περιμένει να τον υποδεχθεί στον ρόλο του Rigoletto, που θα ενσαρκώσει εκεί στις 30/3/2012. Στον ρόλο του Nabucco, που παρακολουθήσαμε πρόσφατα, υπήρξε αξιοθαύμαστος από την αρχή μέχρι το τέλος: πέτυχε να αποδώσει την πορεία του ισχυρού υπερφίαλου μονάρχη από την απόλυτη εγωκεντρική αλαζονεία στην όχθη της ανθρωπιάς και της πατρικής στοργής,  με μεγάλη μουσικότητα και πλούσια εκφραστικά μέσα, εύστοχη άρθρωση της ιταλικής γλώσσας και ονειρεμένο legato. Η φωνή του είναι θερμή, απολύτως ιδιαίτερη, με ξεχωριστό εύρος, υπέροχο ηχόχρωμα, ένταση και με πολλών καρατίων επιμέρους ποιότητες. Επιπλέον, θαυμάσια κρίνεται η υποκριτική ικανότητα του καλλιτέχνη και άξιος προσοχής είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται τη φωνή του προκειμένου να περιγράψει και να μεταφέρει συναισθήματα.
Τον ρόλο της Abigaille επωμίσθηκε η Αμερικανίδα μετζοσοπράνο Marian Cornetti (που αντικατέστησε την Ιταλίδα σοπράνο Amarilli Nizza, η οποία ασθένησε). Με ενδιαφέροντα φωνητικά προσόντα, η Cornetti απέδωσε πειστικά τον ρόλο της (ρόλο γραμμένο για σοπράνο, αλλά που ενίοτε ερμηνεύεται και από μετζοσοπράνο). Δεν μπορούμε εδώ να μην αναφέρουμε ότι στην ίδια ακριβώς σκηνή, το 1981, είχε σταθεί η αξέχαστη Βουλγάρα σοπράνο Ghena Dimitrova (που έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2005), η οποία με φωνή αξεπέραστων δυνατοτήτων είχε προσφέρει μια καθηλωτική Abigaille: στα αυτιά όσων την άκουσαν ηχεί ακόμα το καταληκτικό ψηλό ντο από την cabaletta «Salgo già del trono aurato».
Το μέρος του Zaccaria αποδόθηκε με την απαραίτητη μεγαλοπρέπεια από τον διάσημο Γεωργιανό μπάσο Paata Burchuladze, ο οποίος έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό κατά την δεκαετία του ογδόντα κυρίως λόγω της συνεργασίας του με τον πολύτιμο Herbert von Karajan. Η φωνή του παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση και ο μεγάλος όγκος της σε συνδυασμό με τις βαθιές νότες τις οποίες ερμηνεύει με ακρίβεια και γεμάτο ήχο, αποτελούν αρετές που εντυπωσιάζουν. Η έμπειρη γνώση ήταν αισθητή σε όλη τη διάρκεια των μεγάλων σκηνών (ενσαρκώνει τον ρόλο του Zaccaria εδώ και πολλά χρόνια), ενώ ιδιαίτερα συγκινητική υπήρξε η ερμηνεία της άριας «Vieni, o Levita», όπου ο θαυμάσιος έλεγχος της αναπνοής ήταν αξιοπρόσεκτος.  
Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος δυσαρέστησε ως Ismaele: η φωνή του Έλληνα καλλιτέχνη ακουγόταν κουρασμένη και τονικά ανακριβής. H Fenena της Χαρίκλειας Μαυροπούλη ήταν μουσικά συνεπής. Τους μικρότερους ρόλους κράτησαν καλά προετοιμασμένοι Δημήτρης Κασιούμης (Αρχιερέας του Baal), Δημήτρης Σιγαλός (Abdallo) και Γεωργία Ηλιοπούλου (Anna).
Τόσο η Χορωδία (Νίκος Βασιλείου, διεύθυνση χορωδίας) όσο και η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Άρτια υπήρξε και η μουσική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη, ο οποίος φρόντισε να οδηγήσει στην επιφάνεια τις δραματικές εντάσεις με μεγάλη ευσυνειδησία, ώριμη μουσικότητα και ρυθμική ζωντάνια.  
Ο Βασίλης Νικολαΐδης, με γνώση της παρτιτούρας, έδωσε μια σκηνοθεσία συνετή και σοβαρή, πετυχαίνοντας να αναδείξει τον ψυχικό κόσμο των ρόλων. Ωστόσο, βρήκαμε κακόγουστη και άσκοπη την ιδέα της χορογραφίας-παντομίμας των γεγονότων που θα ακολουθούσαν στην όπερα, την οποία είδαμε ενώ ακουγόταν η  Εισαγωγή.
 Ο Γιάννης Μετζικώφ, που υπέγραφε τα σκηνικά και τα κοστούμια, θαυματούργησε για άλλη μια φορά. Με λαμπρό ταλέντο και υψηλό όσο και αποδεδειγμένο γούστο σχεδίασε τα κοστούμια. Συνδύασε με οίστρο χρώματα, αποχρώσεις, γραμμές και υφάσματα. Προτίμησε σκηνικά απλά και χρησιμοποίησε με εξυπνάδα το φυσικό σκηνικό του Ηρωδείου: δέσποζαν δύο κλίμακες δεξιά και αριστερά της σκηνής. Μαζί του συνεργάστηκε η προικισμένη Ελευθερία Ντεκώ, υπεύθυνη για τους φωτισμούς, που με τόσο εύστοχο τρόπο τόνιζαν τις συναισθηματικές εντάσεις των σκηνών.

Διεθνές Φεστιβάλ Αιγαίου 2011



Ο αρχιμουσικός Peter Tiboris


Ο Ελληνοαμερικανικός αρχιμουσικός Peter Tiboris είναι ο ιδρυτής και γενικός διευθυντής της μουσικής εταιρείας MidAmerica Productions, των ορχηστρών  Manhattan Philharmonic και Pan-European Philharmonia, όπως και του Διεθνούς Φεστιβάλ Αιγαίου. Ο τελευταίος θεσμός έχει έδρα την Σύρο και κάθε καλοκαίρι δίνει την ευκαιρία στο κοινό του νησιού και των επισκεπτών του να παρακολουθήσουν σειρά από μουσικά και θεατρικά δρώμενα. Το Φεστιβάλ Αιγαίου έχει αποκτήσει πολλούς θαυμαστές και φέτος είχαμε την χαρά να παρακολουθήσουμε δύο από τις πολλές μουσικές δραστηριότητές του, σε δύο διαφορετικούς χώρους της Ερμούπολης.
Ειδικότερα, στις 16/7, στο πανέμορφο θέατρο Απόλλων, σχεδιασμένο σύμφωνα με τα πρότυπα διάσημων ιταλικών λυρικών θεάτρων,  παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας  La Traviata του Giuseppe Verdi (σημειώνεται ότι το κομψό αυτό θέατρο εγκαινιάστηκε στις 20/4/1864 με τον Rigoletto, μια άλλη διάσημη όπερα του ίδιου συνθέτη). 
Με σωστή αίσθηση του ύφους και με ιδιαίτερη γνώση και σεβασμό στις ανάγκες της φωνής, ο Tiboris πρόσφερε μια γεμάτη δραματικότητα, λυρισμό και ευαισθησία ερμηνεία του κοσμαγάπητου βερντιανού μελοδράματος. Υπό την καθοδήγησή του, η Pan-European Philharmonia Orchestra και οι Χορωδίες Tulsa Oratorio Chorus και University of Georgia Opera Ensemble, απέδωσαν θαυμάσια τα μέρη τους. Ιδιαίτερα καλοί κρίθηκαν στην πλειοψηφία τους και οι πρωταγωνιστές. Πιο συγκεκριμένα, η Natalia Ushakova (Traviata) τραγούδησε με γεμάτη φωνή και διάθεση εξερεύνησης του συναισθηματικού κόσμου της διάσημης ηρωίδας που ενσάρκωνε. Ερμήνευσε με συναισθηματική ένταση και έφερε στην επιφάνεια την πιο εύθραυστη πλευρά του χαρακτήρα της Violetta. Ο Israel Lozano (Alfredo) είχε αρκετές καλές στιγμές, εντούτοις η φωνή ακουγόταν καταπονημένη και όχι  ιδιαίτερα υγιής στις άριες και στις μεγάλες σκηνές (προφανώς ο τενόρος αντιμετώπιζε κάποια μορφής αδιαθεσία την συγκεκριμένη μέρα). Ο Frederick Burchinal (Giorgio Germont) ήταν πειστικότατος ως πατέρας του ήρωα, ξεδιπλώνοντας με τη βαθιά φωνή του την ανησυχία και τους προβληματισμούς του ρόλου. Τους μικρότερους ρόλους κράτησαν με συνέπεια οι Μαρισία Παπαλεξίου (Flora Bervoix), Josephine Delleda (Annina), Joseph Brent (Gastone), Brent Davis (Barone Douphol), Benjamin Dawkins (Marchese DObigny) και Richard Block (Dottor Grenvil).
Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο προικισμένος όσο και διεθνώς διάσημος χορογράφος Renato Zanella, που  πρόσφατα ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής: χρησιμοποίησε με εξυπνάδα τη μικρή σκηνή του θεάτρου, κίνησε τους τραγουδιστές και τη χορωδία με έμπνευση και όπως αναμενόταν, με έντονο χορευτικό οίστρο. Τα σκηνικά ήταν απλά και τα κοστούμια, καλαίσθητα.
Την επόμενη βραδιά (17/7), στην πλατεία Μιαούλη, ακούσαμε τη σκηνική καντάτα του Carl Orff με τίτλο, Carmina Burana. Η σύνθεση, ολοκληρωμένη το 1936, αποτελεί ένα από τα διασημότερα έργα χορωδιακής μουσικής τους εικοστού αιώνα και ασφαλώς το αρτιότερο έργο του δημιουργού της. Βασισμένο σε εικοσιτέσσερα μεσαιωνικά ποιήματα, είναι γραμμένο για σολίστ, χορωδίες και ορχήστρα. Το τιμόνι της Pan-European Philharmonia και των αμερικανικών Χορωδιών (Taghkanic Chorale,  Durango Choral Society, Sardis Presbyterian Church Sanctuary Choir, The Knox Choir of Presbyterian Church, Warwick Valley Chorale, Brevard Community College, Tulsa Oratorio Chorus, Nova Voce) κράτησε με επιτυχία ο Tiboris. Ο αρχιμουσικός πέτυχε να φέρει στην επιφάνεια τόσο το επικό όσο και το ερωτικό στοιχείο της παρτιτούρας. Οι χορωδίες απέδωσαν με ζωντάνια και όρεξη, ενώ από τους σολίστ ξεχωρίσαμε τη σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη, η οποία με ωραιότατη δροσερή φωνή, καθαρή τεχνική, τονική ακρίβεια και αψεγάδιαστες ψηλές νότες, κέρδισε τις εντυπώσεις στα μέρη «Siqua sine socio», «Stetit puella», «Ιn trutina» και «Dulcissime». Ο βαρύτονος Frederick Burchinal, που τόσο μας είχε εντυπωσιάσει την προηγουμένη βραδιά στον ρόλο του Giorgio Germont, είχε εκφραστικά δυνατές στιγμές αλλά φωνητικά δεν ήταν πάντα επαρκής. Ούτε ο κόντρα τενόρος Παύλος Ζαχαριάδης ευχαρίστησε: υπήρξε τονικά αβέβαιος στο σαρκαστικό «τραγούδι του ψημένου κύκνου» (Olim lacus colueram) και οι χαμηλές του νότες μετά δυσκολίας ακούγονταν (αναφέρουμε ότι μολονότι  πολλοί κόντρα τενόροι έχουν ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη άρια, ο Orff ήξερε τι ήθελε όταν συνέθετε το μέρος αυτό ειδικά για φωνή τενόρου που τραγουδάει falsetto προκειμένου να εκφράσει την αγωνία του κύκνου που ψήνεται). Βέβαια, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χώρος ήταν ανοιχτός και η ηχητική ενίσχυση μάλλον προβληματική, γεγονός που στεκόταν εμπόδιο στην προβολή του ήχου της φωνής των τραγουδιστών. 
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με αποσπάσματα από τη Σουίτα Ζορμπάς του Μίκη Θεοδωράκη, ερμηνευμένα με ένταση και γνήσιο κέφι από τον Tiboris και την ορχήστρα του. Δικαιολογημένα ενθουσιώδη υπήρξαν τα χειροκροτήματα του κοινού στο τέλος της συναυλίας.

Mahler από ΚΟΑ και Χριστόπουλο


Ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος


Η φετινή συμμετοχή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) στο Φεστιβάλ Αθηνών (Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 15/7) είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς έδωσε την ευκαιρία στο κοινό  να εκτιμήσει την πρώτη σύμπραξη της ορχήστρας με τον νέο της καλλιτεχνικό διευθυντή, Βασίλη Χριστόπουλο. Ο Χριστόπουλος (γ. 1975) έχει σπουδάσει όμποε, από το 1993 ως το 1995 υπήρξε ομποΐστας της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ, στη συνέχεια μελέτησε διεύθυνση ορχήστρας στη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου και από το 2005 είναι κορυφαίος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νοτιοδυτικής Γερμανίας (Konstanz).
Το πρόγραμμα της συναυλίας κάλυψε η γιγαντιαίας σύλληψης Συμφωνία αρ. 2 (της Αναστάσεως), για ορχήστρα, μεικτή χορωδία και σολίστ (σοπράνο και κοντράλτο), του Gustav Mahler, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από εκατό χρόνια. Τόσο το Ελληνικό Φεστιβάλ όσο και άλλοι μεγάλοι μουσικοί φορείς του κόσμου τιμούν και θυμούνται αυτόν τρανό μουσουργό με ειδικά αφιερώματα και συναυλίες.
Ο Mahler χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να ολοκληρώσει τη Δεύτερη Συμφωνία του: έσκυβε πάνω από την παρτιτούρα από το 1888 (όταν τελείωσε το συμφωνικό ποίημα, Totenfeier, Νεκρώσιμη Τελετή, που θα γινόταν –με ορισμένες αλλαγές- το πρώτο μέρος της εν λόγω συμφωνίας) μέχρι το 1894. Η πρώτη εκτέλεση του έργου δόθηκε το 1895 και η παρτιτούρα εκδόθηκε το 1897. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που, όπως και άλλα έργα του συνθέτη, θέτει ερωτήματα γύρω από την ύπαρξη του ανθρώπου, τη ζωή και το νόημα αυτής, το θάνατο και την αιώνια ζωή. 
Η επιλογή του επικού αυτού έργου (διάρκειας άνω των ογδόντα λεπτών) από τον Χριστόπουλο ήταν αρκετά φιλόδοξη και εν μέρει παράτολμη: οι μουσικές και τεχνικές απαιτήσεις του συνθέτη από τον μαέστρο και την ορχήστρα είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Ο Χριστόπουλος στάθηκε μπροστά στην πολυμελή ορχήστρα με επαγγελματισμό και μουσική συγκρότηση. Από το πρώτο μέρος του έργου, Allegro maestoso, ήταν προφανές ότι στόχευε με ακρίβεια στην ανάδειξη των δομικών και ρυθμικών στοιχείων. Επιλέγοντας «ασφαλείς» ταχύτητες, συχνά συγκρατημένες και ουδέποτε βιαστικές, θέλησε να αποδώσει με συνέπεια και νόημα τις μουσικές και φιλοσοφικές-ουμανιστικές σκέψεις του Mahler. Η ΚΟΑ ήταν δίχως άλλο έτοιμη να ακολουθήσει τις οδηγίες του νέου της αρχιμουσικού και όντως έπαιξε με διάθεση και φιλότιμο (τα χάλκινα πνευστά ήταν σε καλή φόρμα).
Ωστόσο, κερδήθηκε το στοίχημα; Η πρώτη αυτή συναυλία του Χριστόπουλου προοιωνίζει μια καρποφόρα σταθερή σύμπραξη με την ορχήστρα; Δύσκολα θα μπορούσαμε να δώσουμε μια σαφή απάντηση από την ακρόαση της ερμηνείας της Δεύτερης του Mahler που λάβαμε. Ναι, όπως προαναφέρθηκε, ασφαλώς και υπήρξαν πολλά θετικά στοιχεία και σίγουρα η επιθυμία να μην υπάρξει ούτε στιγμή προχειρότητας και επιπολαιότητας στην εκτέλεση. Εντούτοις, αρκετά βασικά ζητούμενα απουσίαζαν από την ερμηνεία: συχνά οι μεγάλες μουσικές παράγραφοι στερούνταν ροής, ενέργειας, κατεύθυνσης και βαθιάς συγκίνησης (όπου το ζητούσε η παρτιτούρα, ειδικότερα στο τελευταίο μέρος, Im Tempo des Scherzos). Επιπλέον, το κτίσιμο των κλιμακώσεων δεν έπειθε πάντα (ειδικά κατά το πρώτο μέρος, Allegro maestoso, και το πέμπτο μέρος, Im Tempo des Scherzos), οι συναισθηματικές φορτίσεις και αποφορτίσεις δεν ήταν πάντα ξεκάθαρες και σωστά δομημένες. Η ποικιλία και οι αντιθέσεις των ρυθμών, όπως και η εξέλιξη των μετατροπιών, τόσο σημαντικό στοιχείο, δεν φωτίζονταν πάντα με επάρκεια. Ο τρόμος και η σπαρακτική αγωνία, οι φλογεροί ηχητικοί καταρράκτες, που τόσο συχνά εμφανίζονται στην παρτιτούρα, πολλές φορές απονευρώνονταν εκφραστικά. Ακόμα, αρκετές φορές αναλογιστήκαμε ότι δεν υπήρχε ο έλεγχος της «μεγάλης γραμμής» που νοηματικά συνδέει τα μέρη της Συμφωνίας και αποτελεί ένα είδος μουσικής ραχοκοκαλιάς.
Οι σολίστ, Σοφία Κυανίδου (σοπράνο) και Δάφνη Ευαγγελάτου (άλτο), όπως και η Κρατική Χορωδία της Λετονίας «Latvija» και η Χορωδία της ΕΡΤ, ικανοποίησαν ερμηνεύοντας με σωστό συναίσθημα και καθαρά γερμανικά τα τόσο σημαντικά μέρη τους. 
Συνοψίζοντας, μπορεί η πρώτη συναυλία Χριστόπουλου και ΚΟΑ, για μας τουλάχιστον, να μην υπήρξε ιδιαίτερα πειστική. Μπορεί η συγκλονιστική πορεία από το σκοτάδι στο φως, που εκφράζεται με τόση πνοή και δύναμη μέσα από τη Δεύτερη Συμφωνία του Mahler, να μην εξερευνήθηκε επαρκώς. Όμως, θα δοθούν πολλές ακόμα ευκαιρίες να γίνουμε μάρτυρες της συνεργασίας του μαέστρου και της ορχήστρας. Και  ευελπιστούμε ότι  με τη σωστή προετοιμασία και μελέτη, τη σκληρή εργασία, την εύστοχη επιλογή ρεπερτορίου, τη μουσική συνέπεια και το μουσικό όραμα, θα επιτευχθούν τα τόσο επιθυμητά υψηλά αποτελέσματα μουσικής ποιότητας. Μακάρι ο Χριστόπουλος να καταφέρει να εκμαιεύσει περισσότερα ηχοχρώματα και ηχητική διαύγεια από την ΚΟΑ, να διευρύνει την κλίμακα της δυναμικής, να δουλέψει πάνω στην τονική ακρίβεια και στην  πλαστικότητα και ομοιογένεια του ήχου της. Στη διάθεσή του έχει μια ορχήστρα που σχηματίζεται από ικανότατους μουσικούς, εκ των οποίων πολλοί είναι ηλικιακά νέοι, με λαμπρές σπουδές στο εξωτερικό και πραγματική όρεξη για πρόοδο και επιτυχία. Με ενδιαφέρον, λοιπόν, θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της νέας αυτής συνεργασίας.



Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Εξαιρετική παραγωγή του «Ευγένιου Ονιέγκιν»


Η σοπράνο Yekaterina Shcherbachenko στον ρόλο της Tatyana


Στις 14/7, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε την παραγωγή  της όπερας Εugene Onegin του Piotr Ilyich Tchaikovsky, πέμπτη από τις δέκα ολοκληρωμένες όπερες του συνθέτη, παρουσιασμένη για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1879. Ο Tchaikovsky εμπνεύστηκε την όπερα από τη νουβέλα του Alexander Pushkin που επικεντρώνεται στον είκοσι έξι ετών δανδή Εugene Onegin και στον έρωτά του για την όμορφη Tatyana Larina, η οποία αρχικά τον ερωτεύεται παράφορα, ενώ εκείνος αρνείται να εμπλακεί σε σχέση. Όταν αργότερα, με τη σειρά του, εκείνος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ζήσει μακριά της, είναι αργά, καθώς η ηρωίδα έχει παντρευτεί και αρνείται να εγκαταλείψει τον σύζυγό της.  
Το Θέατρο Bolshoi ανέθεσε το 2006 την σκηνοθεσία και σκηνογραφία του έργου στον προικισμένο όσο και αμφιλεγόμενο Ρώσο Dmitry Chernyakov, ο οποίος έχει κερδίσει πολλά βραβεία και έχει ασχοληθεί εκτενώς (σχεδόν αποκλειστικά, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς) με τη σκηνοθεσία όπερας. Αυτή ήταν η παραγωγή που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στην Αθήνα και ομολογούμε πως πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από τη νέα ματιά και από τα όσα είχε να υποστηρίξει ο σκηνοθέτης σχετικά με αυτό το τόσο διάσημο και συχνά παρουσιασμένο έργο. Θα πρέπει εντούτοις να σημειώσουμε ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που διαφώνησαν με την  άποψη του Chernyakov, πρώτη μεταξύ των οποίων υπήρξε  η παλιά Ρωσίδα ντίβα Galina Vishnevskaya, χήρα του αξέχαστου βιολοντσελίστα και αρχιμουσικού Mstislav Rostropovich, που κατηγόρησε την εν λόγω σκηνοθεσία και δήλωσε ότι δεν θα ξαναπατούσε το πόδι της στο Bolshoi.
 Ο Chernyakov επανεξέτασε τους ήρωες και φώτισε την ψυχοσύνθεσή τους με ιδιαίτερα έντονο, άμεσο και συχνά ποιητικό τρόπο. Πρόσφερε μια άποψη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κινηματογραφική λόγω του στησίματος των τραγουδιστών, της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας που δομούσε και κυρίως λόγω του όλο νόημα φωτισμού (υπεύθυνος φωτισμού, Gleb Filshtinsky). Τοποθέτησε  τις δύο πρώτες πράξεις στην προεπαναστατική Ρωσία και την τελευταία κάπου στα μέσα του εικοστού αιώνα. Όπως μας τις παρουσιάζει, όλες οι σκηνές διαδραματίζονται μέσα σε κλειστούς χώρους και πιο συγκεκριμένα μέσα σε μεγάλα σαλόνια-τραπεζαρίες, τα οποία ήταν ιδιαίτερα κομψά σχεδιασμένα και φωτισμένα (στις πρώτες πράξεις δεσπόζει ένα μεγάλο τραπέζι και χρώματα κρεμ, ενώ στην τελευταία πράξη, η τραπεζαρία περιβάλλεται από σκούρο κόκκινο ξύλο, που αντικατοπτρίζει το πάθος του Onegin).  Καλαίσθητα ήταν τα κοστούμια, σχεδιασμένα και ραμμένα από την Maria Danilova με εξαίρετο γούστο και αίσθηση διαχρονικής κομψότητας.  
Η ηρωίδα Tatyana για τον Chernyakov δεν είναι απλά ένα ονειροπόλο κορίτσι, αλλά μια θηλυκή ύπαρξη που βασανίζεται, υποφέρει και ξεσπά οδηγούμενη σε νευρική κρίση. Οι διαφορετικές ποιότητες των χαρακτήρων των δύο ηρώων, Onegin και Lenski, υπογραμμίζονται με σαφήνεια: ο πρώτος σκοτεινός, αλλά τελικά συμπαθής μέσα στην τραγικότητά του (στην παραγωγή του Chernyakov τον βλέπουμε να σκοτώνει τον Lenski κατά λάθος, την ώρα που ο τελευταίος κυριολεκτικά προσπαθεί να του βάλει το όπλο στο χέρι προκειμένου να μονομαχήσουν), ενώ ο δεύτερος πιο προσιτός και ευσυγκίνητος. 
Οι τρεις πρωταγωνιστικοί ρόλοι ανατέθηκαν στους εξαίρετους  νέους λυρικούς τραγουδιστές Audun Iversen (Onegin), Yekaterina Shcherbachenko (Tatyana) και Alexei Dolgov (Lenski). H Shcherbachenko, που το 2009 υπήρξε νικήτρια του σημαντικού διαγωνισμού «Cardiff Singer of the World» και  ανήκει πλέον στα μεγάλα αστέρια της ρώσικης οπερατικής σκηνής, έπλασε με πλούσια μουσικά και υποκριτικά μέσα μια ηρωίδα ρομαντική, σχεδόν ψυχωτική στην πρώτη πράξη και δυναμική στην τελευταία, που αρνείται τον έρωτα του Onegin. Έπεισε ως Tatyana μέσω της υπέροχης λυρικής φωνής της, των ευαίσθητων pianissimi και της πανέμορφης παρουσίας και προσωπικής γοητείας της: στοιχεία που σε μαγνήτιζαν. Κατά τη διάρκεια της περίφημης σκηνής του γράμματος (πρώτη πράξη, δεύτερη σκηνή) προκάλεσε ρίγη συγκίνησης τονίζοντας την αγωνία της ηρωίδας μέσω των εναλλαγών δυναμικής και ηχοχρωμάτων της φωνής της και βεβαίως με την κίνηση του σώματός της.
Ο Νορβηγός βαρύτονος Iversen πρότεινε έναν τραγικό και ανασφαλή Onegin, ανακαλύπτοντας κρυμμένα νοήματα στις μουσικές φράσεις και στις λέξεις του κειμένου του ρόλου. Απέδωσε την τελική σκηνή ήταν ιδιαίτερα σπαρακτικό τρόπου που προκαλούσε τον οίκτο μπροστά στο ερωτικό αδιέξοδο που οδηγήθηκε ο ήρωας λόγω της νεανικής του απληστίας, αναποφασιστικότητας και αντιφατικότητας.
Ο Dolgov επιστράτευσε τη λυρική φωνή του τενόρου που διαθέτει για να αποκαλύψει την εύθραυστη αλλά και αθώα  πλευρά του χαρακτήρα του Lenski. Ο ίδιος ερμήνευσε και το χαρακτηριστικό γαλλικό τραγούδι (δεύτερη πράξη, πρώτη σκηνή) που ο Tchaikovsky συνθέτει όχι για εκείνον, αλλά για τον Monsieur Triquet: αυτή η αδικαιολόγητη αλλαγή –επιλογή μάλλον του σκηνοθέτη- δεν μας βρήκε σύμφωνους. 
  Η Margarita Mamsirova απέδωσε με γοητεία και φρεσκάδα το ρόλο της Olga, ενώ οι  έμπειρες Makvala Kasrashvili (Larina) και Irina Udalova (Filippyevna) τραγούδησαν με μεστές και καλά στηριγμένες φωνές. Τον ρόλο του Πρίγκιπα Gremin κράτησε με λαμπρή φωνητική επάρκεια ο Mikhail Kazakov. Άξια θαυμασμού υπήρξε η βαθειά και μεγάλη σε έκταση φωνή του μπάσου Valery Gilmanov, ο οποίος ερμήνευσε τον μικρό ρόλο του Zaretsky.
Η Χορωδία του Θεάτρου Bolshoi υπήρξε ακριβέστατη στην ερμηνεία των μερών της και επιστράτευσε ενθουσιασμό για τις μεγάλες σκηνές. Ιδιαίτερα ποιοτική κρίθηκε η απόδοση του Sinaisky και της ορχήστρας, τα μέλη της οποίας λάξευσαν με έξοχη ηχητική ομορφιά την κάθε μουσική φράση και φρόντισαν να μην χαθεί καμία λεπτομέρεια της αριστοτεχνικά δουλεμένης παρτιτούρας του κορυφαίου Ρώσου μουσουργού. Η ιδιαίτερη μεταχείριση των χάλκινων και ξύλινων πνευστών από τον συνθέτη, οι διάλογοι μεταξύ των οργάνων ή των ομάδων οργάνων και γενικότερα τα πολλά και βαθιά συναισθήματα των ηρώων, τα οποία με τόση αμεσότητα και νόημα σχολιάζονται ή υποστηρίζονται από την ορχήστρα, έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής από τον Sinaisky.
Μια από κάθε άποψη εξαιρετική παραγωγή.