Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

"O Goethe και η Αιώνια Γυναίκα" από την υπέροχη M. Petersen



Η σοπράνο Marlis Petersen (φωτο: Γ. Μαυρόπουλος)



Η διαπρεπής Γερμανίδα κολορατούρα σοπράνο Marlis Petersen τα τελευταία χρόνια πραγματοποιεί συχνές εμφανίσεις στη χώρα μας. Και δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός, αφού επανειλημμένως έχει δηλώσει ότι θαυμάζει ιδιαίτερα την Ελλάδα. Στο παρελθόν την έχουμε απολαύσει σε οπερατικές παραγωγές του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών: θυμίζουμε την έξοχη ενσάρκωση του ρόλου της Lulu (Alban Berg) το 2005, αλλά και τις θαυμάσιες εμφανίσεις της στις όπερες Ο Νάνος (Der Zwerg) του Alexander von Zemlinsky το 2007, και Thais (Jules Massenet) το 2009.
Πρόκειται για υποδειγματική μουσικό με καλοδουλεμένη και ξεχωριστών ποιοτήτων φωνή, ξεχωριστή μουσικότητα και γοητευτική σκηνική  παρουσία. Από τις παραστάσεις των τελευταίων ετών, που χάρισε στα μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου, ξεχωρίζουμε την αισθαντική ενσάρκωση της Οφηλίας (Ambroise Thomas, Hamlet), ρόλο τον οποίον τραγούδησε στην Μητροπολιτική Όπερα της Ν. Υόρκης τον Μάρτιο του 2010, και  τη σπαρακτική Μήδεια του Aribert Reimann, που  πρώτη δίδαξε κατά την παγκόσμια πρεμιέρα στην Όπερα της Βιέννης, τον Φεβρουάριο του 2010.
Το εύρος του ρεπερτορίου της είναι τεράστιο. Eίναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αισθάνεται μεγάλη άνεση απέναντι σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα. Αποδίδει εκπληκτικά τόσο σε έργα της μπαρόκ περιόδου (την έχουμε ακούσει να ερμηνεύει εξαίσιο Bach), όσο και της κλασικής, ρομαντικής, μοντέρνας και σύγχρονης εποχής. Η δισκογραφία της, που περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα του ρεπερτορίου της, όπερες και θρησκευτική μουσική, τεκμηριώνει απόλυτα την υψηλή ερμηνευτική ποιότητα της καλλιτέχνιδος.
 Μόλις κυκλοφόρησε το νέο της album (από τη δισκογραφική εταιρεία Harmonia Mundi) αποτελούμενο από τραγούδια (Lieder) διαφορετικών συνθετών εμπνευσμένα από την ποίηση του μεγάλου Γερμανού ποιητή Johann Wolfgang von Goethe. Το τελευταίο της ρεσιτάλ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκης), στις 14/3, παρουσίασε ακριβώς αυτή τη θεματική ενότητα φέροντας τον τίτλο O Goethe και η Αιώνια Γυναίκα. Με μεγάλη τέχνη, συγκέντρωση και ευέλικτη φωνή ανακάλυπτε σπάνιους συνεκτικούς ιστούς ανάμεσα στα τραγούδια συνθετών κοινών ή αντιθέτων αισθητικών κατευθύνσεων: F. Schubert, Felix και Fanny Mendelssohn  Bartholdy, R. Wagner, L. van Beethoven, H. Sommer, N. Medtner, H. Eisler, M. Bruch, E. Krenek, A. Diepenbrock, P.I. Tchaikovsky, H. Wolf, R. Schumann, W. Braunfels, F. Liszt, H. Reutter, M. Trojahn και –εκτός προγράμματος- C. Ives.
Η Petersen διαθέτει το ιδιαίτερο ερμηνευτικό ήθος, τη γερμανική κουλτούρα, τη γνώση της λογοτεχνίας και βεβαίως την άρτια τεχνική, που απαιτούνται για την ερμηνεία του Lied. Ας μην λησμονούμε ότι συνεχίζει μια τεράστια παράδοση Γερμανών τραγουδιστών όπερας, που ασχολήθηκαν με αγάπη κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους με το μουσικό αυτό είδος. 
Κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ θαυμάσαμε τον έξοχα θεατρικό τρόπο με τον οποίον ερμήνευε τα νοήματα των λέξεων και τα οράματα των στίχων. Επικοινωνούσε σε υψηλό επίπεδο με τον ονειρικό ρομαντισμό ενός Mendelssohn, ενός Schumann ή ενός Wagner. Η βεβαιότητα και η άνεση με την οποία προσέγγιζε τα έργα δημιουργούσαν μια φορτισμένη ατμόσφαιρα που καθήλωνε. Η γυναικεία ύπαρξη λάμβανε διαφορετικές διαστάσεις και αποχρώσεις στα έργα των μεγάλων δασκάλων που με τόση ένταση και ενδιαφέρον εξερευνούσε η Petersen.
Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ειδική αναφορά στον εκλεκτό πιανίστα Jendrik Springer, o οποίος αποδείχθηκε ιδανικός συνοδοιπόρος της ερμηνεύτριας. Η αμεσότητα του παιξίματος, η πεντακάθαρη άρθρωση και ο τρόπος με τον οποίον έριχνε φως στο σύμπαν του κάθε συνθέτη εκτιμήθηκαν σε όλη τη διάρκεια του ρεσιτάλ.


Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ημέρες μουσικών αστέρων- Argerich and Friends



Η πιανίστα Martha Argerich



Η Αργεντινή πιανίστα Martha Argerich είναι δίχως άλλο η διασημότερη βιρτουόζα των πλήκτρων της σύγχρονης εποχής. Από το 1957, που σε ηλικία δεκάξι ετών κατέκτησε το πρώτο βραβείο τόσο στον Διεθνή Διαγωνισμό της Γενεύης όσο και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ferruccio Busoni, κέρδισε τον θαυμασμό του κοινού και σταδιακά έκτισε μια διεθνή σταδιοδρομία που την έχει φέρει στην απόλυτη κορυφή. Δεν δίνει ποτέ ρεσιτάλ και προτιμάει να συνεργάζεται με συναδέλφους της σε συναυλίες μουσικής δωματίου.
Ένα από τα τελευταία της projects πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Κατά τη διάρκεια τριών συναυλιών (10-12/3), που έλαβαν τον τίτλο Martha Argerich & Friends, συνέπραξε με μουσικούς που ανήκουν στον κύκλο των τακτικών συνεργατών της.
Πιο αναλυτικά, την πρώτη βραδιά είχαμε την ευκαιρία να την ακούσουμε στο Κουιντέτο για πιάνο και έγχορδα, Οp. 44, του Robert Schumann και ως σολίστ στο Κοντσέρτο αρ. 1 για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα, Op. 35, του Dmitri Shostakovich: το εκρηκτικό ταμπεραμέντο, η άφθαστη τεχνική ικανότητα, η απόλυτη δακτυλική κυριαρχία, το ρυθμικό σφρίγος και η έξοχη ενέργειά της, πραγματικά εντυπωσίασαν (το μέρος της τρομπέτας ερμήνευσε με θαυμαστό τρόπο ο Sergei Nakariakov). Ειδικότερα, στο έργο του Schumann  πέτυχε να παρασύρει σε γόνιμα μουσικά μονοπάτια τους συναδέλφους της, Renaud Capuçon, πρώτο βιολί, Liya Petrova, δεύτερο βιολί, Yuri Bashmet, βιόλα, Mischa Maisky, βιολοντσέλο, οι οποίοι απέδωσαν με έντονη εκφραστικότητα.
Στη δεύτερη συναυλία παίζοντας με τους Stephen Kovacevich, πιάνο (Wolfgang Amadeus Mozart, Andante και Παραλλαγές για τέσσερα χέρια, KV 501), Ντόρα Μπακοπούλου, πιάνο (Maurice Ravel, Σουίτα Η Μάνα μου η Χήνα, Dmitri Shostakovich, Κοντσερτίνο για δύο πιάνα, Op. 94 και -εκτός προγράμματος- Μάνος Χατζιδάκις μέρη από το λαϊκό χορόδραμα Το Καταραμένο Φίδι, Op. 5, σε μεταγραφή για δύο πιάνα) και Mischa Maisky, βιολοντσέλο (Schumann, Φανταστικά κομμάτια, Op. 73), απέδειξε ότι πρόκειται για υποδειγματική μουσικός που κατανοεί τις μουσικές ιδιοσυγκρασίες των συναδέλφων της και ξέρει πώς να συντονίζει τις δυνάμεις της με τις δικές τους.
Από τα έργα που ακούστηκαν κατά τις δυο πρώτες βραδιές και στα οποία δεν συμμετείχε η Argerich κρατάμε την υπέροχα προσωπική, εκφραστικά απέριττη και επεξεργασμένη στη λεπτομέρεια ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 18, KV 456,  του Mozart, από τον Kovacevich (11/3). Επίσης, την ανάγνωση της Sinfonia Concertante για βιολί, βιόλα και ορχήστρα, KV 364, του ίδιου συνθέτη, με σολίστ τους Capuçon, βιολί, και Bashmet, βιόλα: ειδικά το εκλεπτυσμένο και μουσικότατο ερμηνευτικό ύφος του πρώτου, μας κέρδισε. Ακόμα, την τεχνικά στιβαρή και μπριόζα εκτέλεση του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 4, Op. 99 (Της Πράγας) του Dmitry Kabalevsky, από τον Αλέξανδρο Καπέλη. Η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση των Bashmet και Gérard Korsten, συνόδευσε στα κοντσέρτα με ετοιμότητα και αξιοσημείωτο επαγγελματισμό.
Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι λιγότερο επιτυχείς στιγμές των δύο πρώτων συναυλιών. Δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισε το εκτεταμένο vibrato, η ελλιπής τονική ακρίβεια και η ενθουσιώδης αλλά μάλλον υπερβολική στην έκφραση ερμηνεία του Maisky (11/3, Franz Joseph Haydn, Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1, Hob.VIIb/1). Επίσης, έλλειψη συντονισμού ταχυτήτων (tempi), σχηματισμού φράσεων και δυναμικής εντοπίστηκαν κατά την εκτέλεση του Σεπτέτου για πιάνο, τρομπέτα και έγχορδα, Op.65, του Camille Saint-Saëns, που άνοιξε τον κύκλο των συναυλιών (10/3) και ερμηνεύτηκε από τους Καπέλη, πιάνο, Nakariakov, τρομπέτα, Capuçon, πρώτο βιολί, Petrova, δεύτερο βιολί, Bashmet, βιόλα, Maisky, βιολοντσέλο, και Τάκης Καπογιάννης, κοντραμπάσο.
Στην τελευταία συναυλία (12/3) η συμμετοχή της Argerich ήταν διακριτική: εμφανίστηκε μόνο στο δεύτερο μέρος της βραδιάς συνδράμοντας σε μια ανάγλυφη ερμηνεία του Κοντσέρτου για τέσσερα πιάνα και ορχήστρα, BWV 1065, του Johann Sebastian Bach (τα υπόλοιπα σολιστικά μέρη καλύφθηκαν από τους ταλαντούχους νέους ερμηνευτές Καπέλη, Lily Maisky και Alexander Mogilewsky). Του εν λόγω κοντσέρτου προηγήθηκαν άλλα δύο κοντσέρτα του ίδιου συνθέτη: για δύο πιάνα, BWV 1060, και για τρία πιάνα, BWV 1064. Σολίστ στα έξοχα αυτά έργα ήταν οι ικανοί Alexander Gurning, Καπέλης, Julia Ziaichkina, Lily Maisky και Akane Sakai.
 Στο πρώτο μέρος της ίδιας συναυλίας ακούσαμε την Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky στην επεξεργασμένη εκδοχή για τέσσερα πιάνα και κρουστά των André de Groot και Δημήτρη Δεσύλλα. Το έργο αποδόθηκε με ρυθμική ακρίβεια, θεατρικό αίσθημα και στιβαρή εκτέλεση των δραματικών συγχορδιών από τους πιανίστες Gurning, Mogilewsky, Sakai, Zaichkina και τους κρουστούς Δεσύλλα και Ανδρέα Φαρμάκη.
Κλείνοντας, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το τριήμερο αφιέρωμα στη μεγάλη κυρία του πιάνου, η οποία με γοητεία και ευαίσθητο δυναμισμό ενέπνευσε τόσο τους συναδέλφους της όσο και τους ακροατές, στέφθηκε με επιτυχία και ενθουσίασε το αθηναϊκό κοινό που σε κάθε συναυλία γέμισε τη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Η θρυλική μουσικός έδειξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη από την υποδοχή των θαυμαστών της στους οποίους χάριζε άφθονα χαμόγελα από τη σκηνή. Είμαστε βέβαιοι ότι το Μέγαρο ήδη σχεδιάζει το επόμενο Φεστιβάλ Argerich στην Αθήνα.




Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Νοσταλγικές μελωδίες και κέφι



Σκηνή από την "Εύθυμη Χήρα"


 Ακριβώς στο κλείσιμο του 1905, στις 30 Δεκεμβρίου, περίπου δέκα χρόνια πριν την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η ξέγνοιαστη Βιέννη χειροκροτούσε με ενθουσιασμό μια νέα οπερέτα του διάσημου Αυστρο-ουγγαρέζο συνθέτη Franz Lehár. Ο λόγος για την Εύθυμη Χήρα (Die Lustige Witwe), που έμελε να γίνει μια από τις πιο αγαπητές οπερέτες παγκοσμίως. Οι υπέροχα νοσταλγικές μελωδίες σε συνδυασμό με τους πικάντικους ρυθμούς της και μια υπόθεση που στο επίκεντρό της τοποθετεί μια νεαρή πλούσια χήρα, η οποία φλερτάρει με πολλούς αλλά είναι ερωτευμένη με έναν, δεν παύουν μέχρι σήμερα να γοητεύουν και να συγκινούν το κοινό.
 Θρυλικοί τραγουδιστές τόσο της οπερέτας όσο και της όπερας έχουν χαρίσει αξιομνημόνευτες ερμηνείες των ρόλων του έργου: θυμίζουμε τα ονόματα των Mizzi Günther και Louis Treumann (που συμμετείχαν στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση), Elizabeth Schwarzkopf (ποια άλλη έχει τραγουδήσει με περισσότερη αφηγηματική εκφραστικότητα το τραγούδι της  Vilja;), Nicolai Gedda, Regina Resnik και Dame Joan Sutherland. Ακόμα και αρχιμουσικοί που δεν έχουν συνδέσει την τέχνη τους με το ρεπερτόριο της οπερέτας θέλησαν να απαθανατίσουν την άποψή τους σε δίσκους: λαμπρό παράδειγμα ο διακεκριμένος σύγχρονος μαέστρος των ιστορικά ενημερωμένων ερμηνειών (ειδικός στον Bach και γενικότερα στη μπαρόκ μουσική) Sir John Eliot Gardiner, που στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης πρόσφερε μια έξοχη ηχογράφηση του έργου για λογαριασμό της κορυφαίας δισκογραφικής εταιρείας Deutsche Grammophon.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή πρόσφατα παρουσίασε μια νέα παραγωγή του έργου, που είχε να παρουσιαστεί στην Αθήνα για δώδεκα χρόνια. Προτιμήθηκε η ελληνική γλώσσα, σε μια αρκετά έξυπνη και σε στιγμές,  εκσυγχρονισμένη επεξεργασία και επιμέλεια του κειμένου από τον Δημήτρη Λιγνάδη. Ωστόσο, δεν κρύβουμε ότι μας έλειψε το αυθεντικό γερμανικό κείμενο και πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είχε μεταφραστεί στη γλώσσα μας μόνο το μέρος της πρόζας. Ο προικισμένος Λιγνάδης υπέγραφε και τη σκηνοθεσία στήνοντας μια παράσταση που κινήθηκε με άνεση μέσα στο ερωτικό πνεύμα της εποχής του συνθέτη.
Τα καλοσχεδιασμένα και εύστοχα μέσα στην κομψότητα και απέριττη αίσθησή τους σκηνικά και κοστούμια της Εύας Νάθενα, φωτίστηκαν με ευαισθησία από τον Σάκη Μπιρμπίλη. Ανάλογα με τη σκηνή και τα ζητούμενα της υπόθεσης, επιλέγονταν πότε παστέλ και πότε μαύρα χρώματα που συνδυάζονταν με το κόκκινο. 
Ο Σουηδός αρχιμουσικός Niklas Willen εκμαίευσε άφθονο κέφι από την ορχήστρα, την χορωδία και τους μονωδούς. Οι πρωταγωνιστές της παράστασης αντιμετώπισαν με συνέπεια τη λαμπερή γραφή του Lehár οδηγώντας στην επιφάνεια τον λυρισμό και την ομορφιά της μουσικής. Ειδικότερα, η Μαρία Μητσοπούλου απέδωσε τον ρόλο της χήρας Hanna Glawari με γλυκιά και καλά ισορροπημένη φωνή. Ο Ζάχος Τερζάκης υποστήριξε έναν γοητευτικό Κόμη Danilovitsch. Ο Αντώνης Κορωναίος με σωστή αίσθηση του ύφους της οπερέτας και με χιούμορ ερμήνευσε τον ρόλο του Κόμη de Rosillon.
Στους υπόλοιπους ρόλους διακρίθηκαν οι Χάρης Ανδριανός, Ζαχαρίας Τσούμος, Γιώργος Ματθαιακάκης, Ευαγγελία Μιχελιδάκη, Πέτρος Σαλάτας, Ελισάβετ Κλονόσφκαγια, Βαγγέλης Μανιάτης, Παύλος Σαμψάκης, Έλενα Μαραγκού και Χρήστος  Αμβράζης.
Το μπαλέτο χόρεψε με έκφραση και παλμό την όλο ευγένεια χορογραφία του Φωκά Ευαγγελινού.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Ανάδειξη νέων μουσικών



Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών


Η χώρα μας υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ένα χρυσορυχείο ταλέντων της λεγόμενης κλασικής μουσικής σκηνής. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστορία των περίπου τελευταίων εκατό ετών θα δει μια πλειάδα σολίστ που μορφώθηκαν στην Ελλάδα και στη συνέχεια έλαμψαν διεθνώς. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά μόνο από τα πολλά ονόματα που αυθόρμητα έρχονται στο νου: Δημήτρης Μητρόπουλος, Gina Bachauer, Μαρίας Κάλλας, Νίκος Σκαλκώτας, Νίκος Μοσχονάς, Νίκος Ζαχαρίου, Κώστας Πασχάλης, Αντιγόνη Σγούρδα, Αγνή Μπάλτσα και από τη σύγχρονη γενιά, Δημήτρης Σγούρος και Λεωνίδας Καβάκος.
Οι προικισμένοι νέοι που μελετούν σήμερα διάφορα μουσικά όργανα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας είναι πολλοί. Και σε μια δυσχερή περίοδο σαν αυτή που βιώνουμε, σίγουρα χρειάζονται υποστήριξη και ανάδειξη.
 Ένας από τους φορείς που φροντίζει για αυτό είναι το Διεθνές Μουσικό Σωματείο Gina Bachauer. Το Σωματείο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της κορυφαίας πιανίστας Gina Bachauer (1913-1976) και σαν πρωταρχικό σκοπό έχει την με κάθε τρόπο υποστήριξη των χαρισματικών νέων μουσικών. Εκτός από τις ετήσιες υποτροφίες που προσφέρει σε πιανίστες για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, το 2010 εγκαινίασε το πρόγραμμα Bachauer Junior μέσα από το οποίο προσφέρει υποτροφίες σε νέους της περιφέρειας που μελετούν σε Ωδεία διάφορα όργανα. Επιπλέον, υπό την αιγίδα του, τον ερχόμενο Απρίλιο πραγματοποιούνται δύο υψηλών προδιαγραφών Διαγωνισμοί: ο Πανελλήνιος Μουσικός Διαγωνισμός Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα (που αφορά μουσικούς όλων των οργάνων) και ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου C.V. Alkan- P.J.G. Zimmerman (τελικές φάσεις, στις 8/4, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών).
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) είναι ένας άλλος φορέας που από την αρχή της ίδρυσής του υποστηρίζει νέους μουσικούς. Στις 24/2, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Δ. Λαμπράκη) γίναμε μάρτυρες σύμπραξης της ΚΟΑ με την Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων (ΑΣΟΝ). Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος της συναυλίας, η ΚΟΑ, υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου, ερμήνευσε το έργο Circles του νέου συνθέτη Δημήτρη Οικονόμου: τα παρατεταμένα ostinati περάσματα και η συγκεντρωμένη ανάπτυξη του μουσικού υλικού αποδόθηκαν ιδιαίτερα πειστικά.
Στη συνέχεια, ο πολλά υποσχόμενος νεαρός κλαρινετίστας Παύλος Σεράσης ερμήνευσε με αισθαντικότητα και ανάγλυφο ήχο το σολιστικό μέρος του διάσημου Κοντσέρτου για Κλαρινέτο KV 622 του Wolfgang Αmadeus Mozart: πρόσεξε τις λεπτομέρειες της μελωδικής ανάπτυξης του έργου, ενώ φώτισε με ετοιμότητα και ενδιαφέρον την υπέροχα στοχαστική μελαγχολία του αργού μέρους, Adagio, που τόσο προμηνύει το ύφος των ρομαντικών συνθετών που θα ακολουθούσαν. Τον συνόδευσε η καλά προετοιμασμένη ΑΣΟΝ, υπό τη διεύθυνση του επίσης νέου Αλέξανδρου Διαμαντή.
 Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, οι δύο ορχήστρες ενώθηκαν, υπό τον Χριστόπουλου, προκειμένου να προσφέρουν μια δραματική σε έκφραση ρομαντικού πάθους και γεμάτη πηγαίο ενθουσιασμό ανάγνωση της Συμφωνίας αρ. 5, Op. 64, του Piotr Ilyich Tchaikovsky. Τα σολιστικά περάσματα του έργου εκτελέστηκαν με ακρίβεια από μέλη της ΚΟΑ και της ΑΣΟΝ. 



Ο κλαρινετίστας Παύλος Σεράσης



Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Άγνωστος και υπέροχος Gluck



Ο Christoph Willibald von Gluck (πορτραίτο του Joseph Duplessis που βρίσκεται στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης)




Είναι αλήθεια ότι τα οπερατικά έργα του πολύτιμου Christoph Willibald von Gluck (1714-1787) δεν παρουσιάζονται τόσο συχνά όσο εκείνων άλλων συγχρόνων του. Αν εξαιρέσει κανείς τρία ή τέσσερα μελοδράματα του μεγάλου αυτού μεταρρυθμιστή της όπερας, τα υπόλοιπα δημιουργήματά του είναι σχεδόν λησμονημένα. Και αυτό είναι άδικο καθώς η μουσική του σκέψη είναι πραγματικά ιδιοφυής, καινοτόμα και γεμάτη θαυμάσιες ιδέες. Στην εποχή του, πάντως, ήταν γνωστός ως ένας από τους απολύτως κορυφαίους μουσουργούς: υπήρξε εκείνος ο οποίος συνδύασε τα στοιχεία της γαλλικής και της ιταλικής όπερας με θαυμάσια αποτελέσματα. Οραματίστηκε και πέτυχε ένα μουσικοθεατρικό είδος κατά το οποίο μουσική και λόγος είχαν την ίδια σημασία και αξία. Ενέπνευσε πολλούς μεταγενέστερους συνθέτες (μεταξύ των οποίων βρίσκεται και ο Richard Wagner), οι οποίοι στηρίχθηκαν στις προτάσεις του. Η πλειοψηφία των θεμάτων των μελοδραμάτων του αντλούνται από την αρχαία μυθολογία και δραματουργία.
Στις 14/2, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Α. Τριάντη) παρακολουθήσαμε την όπερα Ο Θρίαμβος της Κλέλιας (Il Trionfo di Clelia) του εν λόγω συνθέτη, η υπόθεση της οποίας μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη και στρέφεται γύρω από τον έρωτα και την διαπλοκή για την κατάκτηση της εξουσίας. Επρόκειτο για την παγκόσμια πρώτη αναβίωση πλήρους της όπερας στη μουσικολογικά και ιστορικά ενημερωμένη εκδοχή της, διακόσια πενήντα χρόνια μετά από την πρεμιέρα της που είχε δοθεί στο Teatro Comunale di Bologna το 1763 (μάλιστα, με το συγκεκριμένο έργο του Gluck εγκαινιάστηκε το προαναφερθέν φημισμένο ιταλικό λυρικό θέατρο). 
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η  ίδια όπερα είχε παρουσιαστεί τον Μάρτιο του 2001 από το Φεστιβάλ Όπερας του Lugo  (τρεις παραστάσεις στο Teatro Rossini του Lugo), ωστόσο κατά τη διάρκεια εκείνης της παραγωγής είχαν σημειωθεί αλλαγές τονικοτήτων ορισμένων φωνητικών μερών και δεν είχε υπήρχε η κριτική έκδοση της χειρόγραφης παρτιτούρας που φυλάσσεται στην Bologna και στην οποία στηρίχθηκε η αθηναϊκή παραγωγή, που επιπλέον χρησιμοποίησε όργανα εποχής. 
Ο εκλεκτός αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου μετά από προσεκτική μελέτη της παρτιτούρας και έχοντας στη διάθεσή του την ικανότατη Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, πρόσφερε μια ερμηνεία σφριγηλή και σαφή στην άρθρωσή της. Η σύλληψη του Gluck ξεδιπλώθηκε γεμάτη από υπέροχες δραματικές άριες και μια δεξιοτεχνική ενορχήστρωση.
 Οι τραγουδιστές άφησαν εξίσου άρτιες εντυπώσεις: η Hélène Le Corre απέδωσε με φρεσκάδα το μέρος της Clelia. Η Μαίρη-Έλεν Νέζη επέδειξε μουσικότητα και κατανόηση της αισθητικής του ύφους της ιστορικής ερμηνείας τραγουδώντας με ακρίβεια και συναίσθημα τον απαιτητικό ρόλο του Ρωμαίου στρατιωτικού Οράτιου. Η Ειρήνη Καράγιαννη έφερε στην επιφάνεια με τέχνη και φωνητική καθαρότητα τις σκοτεινές πλευρές του δόλιου αξιωματικού Ταρκίνιου. Οι Burçu Uyar (Λαρίσσα), Βασίλης Καβάγιας (Πορσέννας) και Άρτεμις Μπόγρη (Μάννιος) κρίθηκαν επίσης ικανοποιητικοί στους δικούς τους ρόλους. Ιδιαίτερα μάς ευχαρίστησε ο Καβάγιας με τη νεανική, καλά ισορροπημένη και τεχνικά άρτια δουλεμένη φωνή του.
Οι ίδιοι συντελεστές (με εξαίρεση την τελευταία, που αντικαθιστάται από τον κόντρα τενόρο Florin Cezar Ouatu, και τον μαέστρο, που αντικαθιστάται από τον Ιταλό Giuseppe Sigismondi de Risio) ηχογράφησαν τη θαυμάσια ερμηνευτική τους άποψη για λογαριασμό της γερμανικής δισκογραφικής εταιρείας MDG (πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση του έργου): στο εν λόγω album, επιπλέον εκτιμά κανείς τη λεπτομερή διεύθυνση του de Risio, o οποίος με ερμηνευτική διεισδυτικότητα καθοδηγεί τους τραγουδιστές στα εύφορα μονοπάτια της παρτιτούρας του Gluck, αναδεικνύοντας την έξοχη μουσική αφήγηση και φροντίζοντας για τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα σε φωνές και ορχήστρα. Στο ίδιο ακριβώς album απολαμβάνουμε και την όλο σπάνια ηχοχρώματα και αριστοκρατική μεγαλοπρέπεια φωνή του Ouatu, δίχως άλλο ενός εκ των σπουδαιότερων κόντρα τενόρων της εποχής μας.  
Το εικαστικό μέρος της παραγωγής κάθε άλλο παρά δικαίωνε την υπέροχη παρτιτούρα του Gluck. Ο σκηνοθέτης Nigel Lowery μετέφερε την πλοκή του έργου στις αρχές του εικοστού αιώνα (με αναφορές σε προγενέστερες και μεταγενέστερες πολεμικές περιόδους) παρουσιάζοντας τα γεγονότα να εκτυλίσσονται σε σκηνή κουκλοθεάτρου. Επιχειρώντας προφανώς να παραλληλίσει τους ήρωες με μαριονέτες, πρότεινε μια φλύαρη, γκροτέσκα και ακυρωτική σκηνοθεσία, η οποία υποχρέωνε τους τραγουδιστές να κινούνται συνεχώς και συνήθως άσκοπα. Γεγονός που ενόχλησε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια που ερμηνεύονταν οι άριες: αντί να σεβαστεί τη στατικότατα της δραματικής έκφρασης αποσπούσε την προσοχή μας με άχρηστα δρώμενα και θορύβους. Τα σκηνικά, που υπέγραφε ο ίδιος, υπήρξαν πρόχειρα σχεδιασμένα: μια τεράστια σκηνή κουκλοθέατρου, ένα πελώριο λευκό –βιαστικά σιδερωμένο- σεντόνι, που θύμιζε αυλαία, και διάφορα φθηνής κατασκευής αντικείμενα, δέσποζαν. Στο τέλος της παράστασης δεν ήταν λίγα τα αγανακτισμένα μέλη του κοινού που τον γιουχάισαν.
Ξεχάστε τη σκηνοθεσία και αναζητήστε την ηχογράφηση! 








Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Eμπνευσμένο βαγκνερικό φινάλε



Η Deborah Voigt ως Brünnhilde και ο Jay Hunter ως Siefgried  (φωτο: The Metropolitan Opera)


Ο Richard Wagner συνθέτοντας τον κύκλο των τεσσάρων μουσικών δραμάτων με γενικό τίτλο Το Δαχτυλίδι του Niebelung (Der Ring des Nibelungen) έστησε ένα ανυπέρβλητο επικό ηχητικό μνημείο γεμάτο υπέροχη μουσική, άψογα σχεδιασμένους ήρωες και ποικίλα όσο και διαχρονικά σύμβολα. Το ποιητικό κείμενο του έργου (libretto) είναι γραμμένο από τον ίδιο και μοιάζει να είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο: η δίψα για απόλυτη εξουσία μέσω της απόκτησης ενός καταραμένου χρυσού δαχτυλιδιού οδηγεί στην καταστροφή.
Στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε στις 11/2, το μουσικό δράμα με τίτλο Λυκόφως των Θεών (Götterdämmerung), τέταρτο και τελευταίο μέρος του επικού αυτού κύκλου, σε απευθείας μετάδοση από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Metropolitan Opera).
Ο σκηνοθέτης Robert Lepage φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια με σκέψη και μέριμνα τα συναισθήματα των ηρώων. Συνεργαζόμενος με τους  François St-Aubin (κοστούμια), Etienne Boucher (φωτισμοί) και Lionel Arnould (video), πρόσφερε ένα ονειρικό εικαστικό υπερθέαμα το οποίο σεβόταν τις επιθυμίες-οδηγίες του ίδιου του Wagner ενώ παράλληλα κατέθετε μια μοντέρνα άποψη της μυθολογικής ιστορίας χρησιμοποιώντας την σύγχρονη τεχνολογία. Τη σκηνή κάλυπτε μια τεράστια κατασκευή-μηχανή (βάρους σαράντα πέντε τόνων) αποτελούμενη από εικοσιτέσσερις κινούμενες σανίδες. Η κατασκευή δεχόταν  πάνω της την προβολή ελκυστικών βιντεοεικόνων όπως τα νερά του ποταμού Ρήνου, βράχους, καταρράκτες, φλόγες.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, που σε αυτή την πολυαναμενόμενη νέα παραγωγή του Δαχτυλιδιού (κόστους δεκαέξι εκατομμυρίων δολαρίων!) αντικατέστησε τον ασθενή μουσικό διευθυντή της Met James Levine, αποδείχθηκε άξιος ερμηνευτής του Wagner: με αυτοπεποίθηση, διάθεση εκλέπτυνσης των ποικίλων μουσικών στοιχείων και ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη των λεπτομερειών της παρτιτούρας, πέτυχε να εμπνεύσει τους τραγουδιστές και να εκμαιεύσει τον καλύτερό τους εαυτό.
Η σοπράνο Deborah Voigt υπήρξε αξιοθαύμαστη στην απόδοση του δυναμισμού και της γενναιοψυχίας της Βαλκυρίας Brünnhilde (ρόλο που πρόσφατα πρόσθεσε στο ρεπερτόριό της). Μπορεί σε στιγμές να μας έλειψε η σπαρακτική συγκίνηση μπροστά στον νεκρό Siegfried και η απογειωμένη αίσθηση της ιερής θυσίας που έφερνε στο τελικό στάδιο του ίδιου ρόλου η αξέχαστη Hildegard Behrens ή η αφοπλιστική αγνότητα μιας Dame Gwyneth Jones ή ακόμα η ηρωική αγέρωχη αίσθηση της κορυφαίας Birgit Nilsson, ωστόσο η Voigt δίχως άλλο τοποθέτησε με τέχνη και ισχυρή μουσική συγκρότηση τη δική της σφραγίδα στον ρόλο.
Ο τενόρος Jay Hunter Morris με φωνή αξιοσημείωτης αντοχής υποστήριξε έναν Siegfried δυναμικό και νεανικό (η παραγωγή αυτή σηματοδοτεί την πρώτη φορά που εξερευνά τον ρόλο). Η σπουδαία βαγκνερική μέτζο σοπράνο Waltraud Meier, με αμεσότητα έκφρασης και  φωνή γεμάτη χρώματα, υπήρξε δίχως άλλο αποκαλυπτική στον σχετικά σύντομο αλλά τόσο σημαντικό ρόλο της αδελφής της Brünnhilde, Waltraute
Ο μπαροβαρύτονος Eric Owens (Alberich) και ο μπάσος Hans-Peter König (Hagen) ήταν επιβλητικοί και εντυπωσίασαν με τις σπηλαιώδεις φωνές τους. Ο μπασοβαρύτονος Iain Paterson υπήρξε μουσικά και υποκριτικά πειστικότατος προσφέροντας έναν δουλεμένο στη λεπτομέρεια Gunter, τραγικό θύμα αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο. Η σοπράνο Wendy Bryn Harmer ικανοποίησε με τη γλυκιά φωνή στον ρόλο της ευκολόπιστης Gutrune
Οι τρεις Μοίρες (Maria Radner, Elizabeth Bishop, Heidi Melton) και οι τρεις Κόρες του Ρήνου (Erin Morley, Jennifer Johnson Cano, Tamara Mumford) ευχαρίστησαν στις αφηγήσεις και δικαιολογημένες αγωνίες τους απέναντι στις δραματικές εξελίξεις της πλοκής.
Τέλος, η χορωδία της Met (προετοιμασμένη από τον πολύπειρο διευθυντή της, Donald Palumbo) απέδωσε με ηχητική ομοιογένεια και συναισθηματική ένταση.



H Waltraut Meier ως Waltraute (φωτο: The Metropolitan Opera) 




Σκηνή από το Λυκόφως των Θεών (φωτο: The Metropolitan Opera)



Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ρεσιτάλ και συναυλίες


 Το Κουαρτέτο Kodály  


Είχαμε ακούσει για πρώτη φορά τον Θεσσαλό πιανίστα Απόστολο Παληό στον Διαγωνισμό Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα, τον Μάρτιο του 2006, και αμέσως ξεχωρίσαμε τις εύφορες αρετές της τέχνης του. Έκτοτε με ενδιαφέρον παρακολουθούμε την ποιοτική εξέλιξή του.
Πρόσφατα (28/1), τον εκτιμήσαμε σε ατομική εμφάνιση που πραγματοποίησε στο αμφιθέατρο του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της σημαντικής έκθεσης με τίτλο Goya και Beethoven στο Τελλόγλειο (η έκθεση παρουσίαζε τέσσερις σειρές χαρακτικών του μεγάλου ζωγράφου και σπάνια χειρόγραφα και πρώτες εκδόσεις παρτιτούρων και βιογραφιών του κορυφαίου μουσουργού).
Ο Παληός άνοιξε το ρεσιτάλ του με τη Σονάτα αρ. 30, Op. 109, του Ludwig van Beethoven, που στα χέρια του κέρδιζε σε λυρική χάρη και ευφάνταστη μελωδική λάμψη. Στη συνέχεια, με ιδιαίτερη προσοχή στην αισθητική του ήχου ερμήνευσε την Goyesca αρ. 4, H Κόρη και το Αηδόνι, του Enrique Granados: υπογράμμισε με νόημα τον αφηγηματικό χαρακτήρα και τα ρομαντικά στοιχεία της ερωτικής αυτής μουσικής εκμυστήρευσης. Το δεύτερο μέρος της βραδιάς καλύφθηκε από την κολοσσιαίων μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων Σονάτα αρ. 29, Op. 106, Hammerklavier, του Beethoven. Ο καλλιτέχνης απέδωσε με σαφήνεια και ψυχή τις ηρωικές στιγμές που δίνουν τη θέση τους σε στοχαστικές περιόδους φιλοσοφικής ενατένησης, ενδοσκόπησης και ποικίλων εσωτερικών αναζητήσεων. Το τρίτο μέρος, Adagio sostenuto, το οποίο εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον αξέχαστο πιανίστα Wilhelm Kempff ως «ο πλέον μεγαλοπρεπής μονόλογος που συνέθεσε ποτέ ο Beethoven», βρήκε στο πρόσωπο του Παληού έναν ερμηνευτή ώριμο που πετύχαινε να φωτίσει με σεβασμό, καλό γούστο και στιβαρή τεχνική τα απύθμενα βάθη της μπετοβενικής σκέψης.
Μερικές μέρες αργότερα (2/2), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκης), απολαύσαμε το Κουαρτέτο Kodály  (Kodály Quartet) σε έργα Hugo Wolf (Ιταλική Σερενάτα), Piotr Ilyich Tchaikovsky (Κουαρτέτο αρ. 1, Op. 11) και Robert Schumann (Κουιντέτο για πιάνο,Op. 44). Το σύνολο μάς κέρδισε με τις υψηλού επιπέδου, απέριττες και υφολογικά εύστοχες αναγνώσεις που πρότεινε. Ο ομοιογενής και ζεστός ήχος του ξεχώριζε σε όλα τα έργα. Στο Κουιντέτο του Schumann η συνεισφορά του διακεκριμένου πιανίστα Δημήτρη Σγούρου υπήρξε ουσιαστική και τεχνικά άμεμπτη.
Τέλος, στις 3/2, στον ίδιο ακριβώς χώρο, ο Γερμανός βιολονίστας Kolja Blacher (για πολλά χρόνια εξάρχων της Φιλαρμονικής του Βερολίνου) υποστήριξε μια υποδειγματικά οργανωμένη, εκφραστική και τονικά ακριβέστατη ερμηνεία του Κοντσέρτου για βιολί, Op. 61, του Sir Edward Elgar. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου, συνόδευσε με ενέργεια και αισθαντικότητα, ενώ στο δεύτερο μέρος της βραδιάς χάρισε αρχικά μια ρυθμικά ζωηρή Σουίτα από το μπαλέτο Ο Θαυμαστός Μανδαρίνος του Béla Bartók και στη συνέχεια κλιμάκωσε προσεκτικά το διάσημο Boléro του Maurice Ravel.



Ο πιανίστας Απόστολος Παληός