Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Trovatore από ΕΛΣ στο Φεστιβάλ Αθηνών






Στις 19 Ιανουαρίου 1853, στο Teatro Apollo της Ρώμης, παρουσιαζόταν για πρώτη φορά η όπερα Il Trovatore του Giuseppe Verdi με θριαμβευτική επιτυχία. Πολύ σύντομα το έργο βρήκε τον δρόμο του σε  όλα τα μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αμερική χειροκρότησε με ενθουσιασμό για πρώτη φορά τον Trovatore, στις αρχές Μαίου 1856,  δυόμιση περίπου χρόνια μετά την Ιταλική πρεμιέρα του.
Η αδυσώπητη μοίρα, το απόλυτο δράμα, η σκιαγράφηση δυνατών ρόλων, οι μεγάλες άριες και τα συγκινητικά ensembles, τα λαμπρά χορωδιακά και κυρίως μια παρτιτούρα δουλεμένη με έμπνευση και άφθαστη γνώση της επιστήμης της σύνθεσης, συνθέτουν το θρυλικό αυτό δημιούργημα. Οι τέσσερις κεντρικοί ρόλοι είναι υψηλών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων: θυμίζουμε τα λόγια του κορυφαίου τενόρου Enrico Caruso σύμφωνα με τα οποία «το μόνο που χρειάζεται για μια επιτυχημένη παραγωγή του Il Trovatore, είναι απλά οι τέσσερις μεγαλύτεροι τραγουδιστές του κόσμου».
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) επέλεξε το εν λόγω μελόδραμα για την πρώτη από τις δύο παραγωγές της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τις συνολικά πέντε παραστάσεις που δόθηκαν (10-14/6), παρακολουθήσαμε την τελευταία.
Ο σχηματισμός της διανομής υπήρξε  πολύ καλός, με ονόματα Ελλήνων και ξένων τραγουδιστών που διαπρέπουν στις διεθνείς  λυρικές σκηνές.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς αντιμετώπισε τον ρόλο του  Conte di Luna με μεγάλη επιτυχία, προσοχή στη λεπτομέρεια και φωνητική άνεση. Η συναισθηματική ένταση με την οποία σχημάτιζε τις μεγάλες φράσεις ήταν πραγματικά αξιέπαινη. Αναφέρουμε ότι τον περασμένο Μάρτιο και Απρίλιο, σε μια σπουδαία παραγωγή της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir John Eliot Gardiner, ερμήνευσε τον κεντρικό ρόλο στην όπερα Rigolettο του ίδιου συνθέτη, αποσπώντας ευμενέστατες κριτικές. Και πραγματικά, χαιρόμαστε να τον παρακολουθούμε να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της όπερας και ειδικότερα, σε έναν υψηλών καρατίων ερμηνευτή  του Verdi.
Στον ρόλο της Leonora, η Ρουμάνα σοπράνο Celia Costea, ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, έπλασε προσεκτικά τον ρόλο επιστρατεύοντας δραματικό ένστικτο και μουσικότητα. Οι κολορατούρες στις μεγάλες άριες ήταν καθαρές και τονικά ακριβείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Στη μεγάλη άρια της πρώτης πράξης (δεύτερη σκηνή), Tacea la notte placida, κατά την οποία ομολογεί τον έρωτά της για τον τροβαδούρο Manrico, επέδειξε μεγάλη ευαισθησία απέναντι στο  κείμενο και την τόσο ρομαντική μουσική.
Το μέρος της τσιγγάνας Azucena ερμηνεύτηκε από την Αμερικανίδα μέτζο σοπράνο Tichina Vaughn, που έχει διακριθεί σε δραματικούς ρόλους εμφανιζόμενη στην Αμερική (Metropolitan Opera, San Francisco Opera, Los Angeles Opera κ.ά.) και –κυρίως- σε γνωστά θέατρα της Γερμανίας. Η φωνή που διαθέτει είναι ιδιαίτερης ποιότητας, ωραίου ηχοχρώματος και μεγάλης αντοχής. Η ενσάρκωση του ρόλου της Azucena υπήρξε αρκετά πειστική, με τη σωστή δόση εξάρσεων και θεατρικότητας. Ωστόσο, βρήκαμε ότι από την ερμηνεία απουσίαζε το διαβολικό-σκοτεινό στοιχείο, τόσο βασικό συστατικό της προσωπικότητας αυτής της τραγικής τσιγγάνας.
Ο Κορεάτης τενόρος Rudy Park, στον ρόλο του Manrico, μας άφησε μάλλον ανάμικτες εντυπώσεις. Ασφαλώς, η φωνή του διαθέτει εύρος και δυνατότητες. Ο ίδιος έχει μελετήσει πολύ καλά τον εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο: τραγούδησε τις άριες με μεγάλο σθένος και πνοή, ενώ έδειχνε να κατέχει τις κρυφές πτυχές του. Εντούτοις, δεν υπήρξαν οι εκλεπτύνσεις στις λυρικές φράσεις. Επίσης, σε μεγάλο βαθμό δεν φώτιζε την noblesse του ήρωα.
Ο μπάσος Δημήτρης Καβράκος επωμίσθηκε τον ρόλο του Ferrando, αξιωματικού του Conte di Luna, με έμπειρη γνώση, εύηχη βαθιά φωνή και εκφραστικότητα.
Η σοπράνο Γιούλη Καραγκούνη κράτησε με συνέπεια και προσοχή τον ρόλο της Ines, έμπιστης της Leonora. Τους μικρότερους ρόλους κάλυψαν οι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος (Ruiz), Θεόδωρος Μωραΐτης (ένας γέρος τσιγγάνος) και Χαράλαμπος Βελισάριος (ένας αγγελιοφόρος).
Η Χορωδία της ΕΛΣ απέδωσε με άρτιο τρόπο τα μεγάλα χορωδιακά, ενώ η ορχήστρα, υπό τη σφριγηλή διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, ανταποκρίθηκε με αμεσότητα στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς υπέγραφε ο Ιταλός Stefano Poda, που έχει εδώ και αρκετά χρόνια αφιερωθεί στο εικαστικό μέρος παραγωγών όπερας και μπαλέτου, με περίπου πενήντα παραγωγές στο ενεργητικό του. Ο ίδιος προσπαθεί πάντα να ανακαλύπτει κρυφές πτυχές των ηρώων και να παρουσιάζει κάτι διαφορετικό και ανατρεπτικό. Για την πρόσφατη παραγωγή του Ηρωδείου επέλεξε μεγάλου μεγέθους σκηνικά, που έδεναν με τα χρώματα και με το ιδιαίτερο ύφος του χώρου. Συγκεκριμένα, ένα τεράστιο χέρι, του οποίου ο δείκτης έδειχνε προς τα πάνω, προφανώς συμβολίζοντας τη μοίρα που έρχεται από τον Θεό (το ίδιο εμφανιζόταν σε μικρογραφία στις κορυφές των ακόντιων που κρατούσαν στα χέρια τους οι στρατιώτες), ένα ξερό δέντρο και μια τεράστια μπάλα αποτελούμενη από κεφάλια νεκρών, βρίσκονταν επί σκηνής, συμβολίζοντας την κακή μοίρα και δυστυχία των ηρώων. Τα πλαϊνά τμήματα της σκηνής περιέλαβαν δεξαμενές που  φιλοξενούσαν νερό, το οποίο ανάβλυζε και στα σκαλοπάτια του κεντρικού μέρους της σκηνής. Τα μακριά μαύρα κοστούμια, φορέματα και μανδύες, κρίθηκαν κομψά και εικαστικά έδεναν απόλυτα με τα σκηνικά.   
Ο Poda πέτυχε να αποδώσει με ενδιαφέρον τις αγωνίες, τις φοβίες, τα πάθη και τις ποικίλες εσωτερικές εντάσεις των τραγικών ηρώων της όπερας. Όμως, κάποιες επιλογές, δεν έπειθαν: λ.χ. το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές έπρεπε απαραιτήτως να διασχίσουν τα υδάτινα μέρη της σκηνής και ειδικά οι κυρίες να βρέχουν τα φορέματά τους ή να τραγουδούν τις άριές τους μουσκεμένες. Μήπως το βρέξιμο αυτό συμβόλιζε κάποιο είδος βαπτίσματος των ηρώων; Επίσης, χωρίς λόγο, στις πιο προσωπικές στιγμές του έργου, εκεί που οι ήρωες μοιράζονταν τις κρυφές τους σκέψεις, βλέπαμε στην άκρη της σκηνής ημίγυμνα βουβά πρόσωπα-σιωπηλούς παραστάτες.
Την επόμενη φεστιβαλική παραγωγή της ΕΛΣ, που θα είναι αφιερωμένη στην Tosca του Giacomo Puccini, υπογράφει ένας άλλος διάσημος και πολυσυζητημένος για τις καινοτόμες επιλογές του, σκηνοθέτης-σκηνογράφος-ενδυματολόγος, με ειδίκευση στην όπερα: ο Αργεντινός Hugo De Ana (Ηρώδειο, 26-29/7).



Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Συναυλίες της σπουδαίας Φιλαρμονικής της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης από την αρχή της ίδρυσής της, το 1842 (ως Φιλαρμονική Ακαδημία) μέχρι τις μέρες μας, δεν έχει παύσει να ευχαριστεί και να γοητεύει το κοινό της. Πρόκειται για μυθική ορχήστρα, η οποία έχει λάβει κάθε έπαινο από αρχιμουσικούς, σολίστ, κριτικούς και κοινό.
Υπό τη διεύθυνση δύο διακεκριμένων μαέστρων είχαμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), κατά τη διάρκεια τριών συναυλιών.
Αναλυτικότερα, η πρώτη συναυλία δόθηκε στις 29/4, το πρωί (11.00 π.μ.), ειδικά για παιδιά και νέους. Ο  Βρετανός, Ιταλικής καταγωγής, Sir Antonio Pappano διήθυνε τη Συμφωνία αρ. 22, Ο Φιλόσοφος, Hob.I:22, του Franz Joseph Haydn και τα δύο τελευταία μέρη (Allegro giocoso και Allegro energico e passionatο) από τη Συμφωνία αρ. 4, Op. 98, του Johannes Brahms. Με εξαιρετικό γούστο και πλαστικότητα σχημάτισε τις φράσεις των έργων.  Απευθυνόμενος με γοητευτική αμεσότητα στο νεανικό κοινό, έδινε βασικές πληροφορίες σχετικά με τους συνθέτες και τα έργα.
Το ίδιο βράδυ πρόσφερε ερμηνείες των δύο προαναφερθέντων παρτιτούρων παρεμβάλλοντας ανάμεσα το συμφωνικό έργο Teufel Amor του σύγχρονου Γερμανού συνθέτη Jörg Widmann (γ. 1973). Η συνεργασία του Pappano και της ορχήστρας κρίθηκε ιδιαίτερα επιτυχής. Η καλοσχεδιασμένη ερμηνευτική άποψη των έργων, η δυναμική διεύθυνση και ο υπέροχα λαξευμένος ήχος του συνόλου συνέδραμαν σε αναγνώσεις υψηλού επιπέδου. Ειδικότερα, δόθηκε προσοχή τόσο στα βασικά όσο και στα επιμέρους δομικά στοιχεία της κλασικής συμφωνίας του Haydn, ενώ το επικό έργο του Brahms αποκαλύφθηκε με έντονα αφηγηματική ρομαντική διάθεση. Ασφαλώς πρόκειται για δύο συνθέτες που ανήκουν στους πλέον αγαπημένους της ορχήστρας και αυτή η σχέση φαινόταν σε κάθε μέτρο της μουσικής. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι γεμάτες συγκίνηση εκτενείς φράσεις του αργού μέρους της Τέταρτης του Brahms εκτελέστηκαν από τα έγχορδα με υποδειγματική θέρμη και αξεπέραστη αίσθηση του legato. Το έργο του Widmann διέθετε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία και ήταν εντυπωσιακά ενορχηστρωμένο. Το θεατρικό στοιχείο, ο διαβολικός οίστρος και τα πολλά θεατρικά στοιχεία φωτίστηκαν εξαιρετικά από τον Pappano και την ορχήστρα. Εκτός προγράμματος λάβαμε ως αναμενόμενο bis τον Ουγγρικό Χορό αρ. 1 του Brahms, παιγμένο με ένταση και λαμπρό ενθουσιασμό.
Την ακριβώς επόμενη βραδιά (30/4), το podium της ίδιας ορχήστρας κατέλαβε ο Γερμανός αρχιμουσικός Christian Thielemann, άλλος ένας διάσημος μαέστρος της ίδιας γενιάς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τόσο αυτός όσο και ο Pappano είναι γεννημένοι την ίδια ακριβώς χρονιά, το 1959. Επίσης, αμφότεροι έχουν αποδείξει τη μεγάλη τους αγάπη για την όπερα: ο Pappano είναι μουσικός διευθυντής της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, ενώ ο Thielemann είναι μουσικός σύμβουλος του Festival του Bayreuth.    
Πιο συγκεκριμένα, το πρόγραμμα της δεύτερης συναυλίας σχηματίστηκε από έργα αποκλειστικά του Robert Schumann: Εισαγωγή, Scherzo και Finale, Op. 52, Συμφωνία αρ. 1, Op. 38, Της Άνοιξης, Φαντασία για βιολί, Op. 131, και Συμφωνία αρ. 4, Op. 120. Ο γεμάτος, ευαίσθητα χρωματισμένος, διάφανος και τεχνικά άμεμπτος ήχος της ορχήστρας διακρίθηκε σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα έργα. Ο Thielmann, με ακριβέστατη και ιδιαίτερα εκφραστική κινησιολογία, φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια τα δραματικά στοιχεία των έργων, τα χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενα νευρικά ρυθμικά σχήματα (λ.χ. πρώτο μέρος της Τέταρτης Συμφωνίας,  Ziemlich langsam - Lebhaft) και ιδιαίτερα τους ξεχωριστούς συνδυασμούς των ορχηστρικών ομάδων. Ωστόσο, δεν κρύβουμε ότι βρήκαμε μάλλον ενοχλητικές τις συχνές αλλαγές ταχυτήτων μέσα στα μέρη των έργων (που, βεβαίως, δεν σημειώνονται από τον μουσουργό στην παρτιτούρα) και τα  παρατεταμένα ritenuti που εφήρμοζε ο αρχιμουσικός κατά τους σχηματισμούς των φράσεων.
Ο βετεράνος Αυστριακός βιολονίστας Rainer Küchl, που από την ηλικία των είκοσι ετών κατέχει τη θέση του Konzertmeister (εξάρχοντα) της Φιλαρμονικής της Βιέννης, ερμήνευσε με μουσικότητα και προσοχή το σολιστικό μέρος της Φαντασίας. Εντούτοις, δεν κατάφερνε πάντα να ανταποκριθεί με άνεση και ασφάλεια στα υπερβολικά δύσκολα τεχνικά περάσματα του έργου, γεγονός που συγχωρείται εύκολα σε έναν εξαίρετο μουσικό της δικής του καλλιτεχνικής στάθμης. Δεν λησμονούμε το γεγονός, ότι μεγάλο μέρος της άφθαστης ποιότητας της βιεννέζικης Φιλαρμονικής οφείλεται στη δική του συνδρομή. Και του είμαστε απολύτως ευγνώμονες για το γεγονός αυτό.



 .



       

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Traviata από την Met



Σκηνή από την όπερα La Traviata (φωτο: Τhe Metropolitan Opera)



Μπορεί σήμερα η  όπερα La Traviata του Giuseppe Verdi να ανήκει στα πιο διάσημα δημιουργήματα του ιταλικού ρεπερτορίου, ωστόσο η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου, τον Μάρτιο του 1853 (La Fenice, Βενετία), υπήρξε αρκετά επεισοδιακή εξαιτίας όχι της μουσικής, αλλά της πρωταγωνίστριας. Η Ιταλίδα σοπράνο Fanny Salvini-Donatelli (περ. 1815-1891), σπουδαία ερμηνεύτρια πολλών μεγάλων ρόλων ιταλικών μελοδραμάτων, κρίθηκε μάλλον προχωρημένης ηλικίας (ήταν μόλις 38 ετών!) και κάπως υπέρβαρη. Το κοινό εξέφρασε την απογοήτευσή του. Ο ίδιος ο συνθέτης χαρακτήρισε την πρεμιέρα ως φιάσκο και ζήτησε την αντικατάσταση της ντίβας, όμως δίχως αποτέλεσμα. Εντούτοις, υπήρξαν κριτικοί που εκθείασαν τις θαυμάσιες ικανότητες της αοιδού και ειδικά την εκπληκτική ερμηνεία των άφθονων κολορατούρων. Κατά τις επόμενες καλλιτεχνικές περιόδους, το έργο παρουσιάστηκε σε άλλα λυρικά θέατρα -βεβαίως όχι μόνο της Ιταλίας- και καταχειροκροτήθηκε. Έκτοτε πολλές ντίβες ανά τον κόσμο αναζητούν κατάλληλη ευκαιρία προκειμένου να ενσαρκώσουν την μοιραία παραστρατημένη Violetta Valéry, που στο τέλος της ζωής της, βαθειά ερωτευμένη και βαριά άρρωστη οδηγείτε στον θάνατο.
H φετινή καλλιτεχνική περίοδος της σειράς ζωντανών ή μαγνητοσκοπημένων μεταδόσεων από τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Met Live in HD), την οποία παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ολοκληρώθηκε με την Traviata.  Στις 20/4, η Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, είχε ασφυκτικά γεμίσει από έλληνες οπερόφιλους και λάτρεις του Verdi. Η παράσταση που παρακολουθήσαμε είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα, στις 14/4.  
Η παραγωγή υπογραφόταν από τον Γερμανό σκηνοθέτη Willy Decker. Επρόκειτο για την πολυσυζητημένη μοντέρνας αισθητικής κατεύθυνσης παραγωγή που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2005 στο Φεστιβάλ του Salzburg και που σήμερα κυκλοφορεί σε DVD Blue-ray  (Deutsche Grammophon 0440 073 4525 2). Τότε, την Traviata είχε τραγουδήσει η γοητευτική Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko (στο πλάι της είχε τους Rolando Villazon και Thomas Hampson).
 Κατά την πιο πρόσφατη αμερικανική παρουσίαση, ο πρωταγωνιστικός ρόλος ερμηνεύτηκε από την Γαλλίδα σοπράνο Natalie Dessay. Θυμίζουμε ότι η Dessay έγινε διάσημη τον Μάιο του 1992 ερμηνεύοντας τον ρόλο της Olympia (Jacques Offenbach, Παραμύθια του Hoffmann) στην Όπερα της Βαστίλης. Έκτοτε η καριέρα της απογειώθηκε και όλα τα επόμενα χρόνια κέρδισε την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό του κοινού ερμηνεύοντας όλους του μεγάλους ρόλους κολορατούρας σοπράνο και πολλούς άλλους γραμμένους για φωνή λυρικής σοπράνο. Με λύπη αναφέρουμε ότι η ενσάρκωση του κοσμαγάπητου ρόλου που πρότεινε, δεν έπεισε εντελώς. Ναι, υπήρξαν πολλές στιγμές που συγκίνησε: ειδικά κατά την τελευταία πράξη όταν χρωματίζοντας με νόημα συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά του κειμένου φώτιζε  το δράμα της πορείας της ηρωίδας προς το τέλος. Και γενικότερα, με αμεσότητα τόνιζε την ανθρώπινη και τόσο εύθραυστη πλευρά της Traviata. Ωστόσο, η φωνή της ακουγόταν μάλλον κουρασμένη  και όχι πάντα έτοιμη να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που θέτει ο Verdi. Ειδικότερα, κατά την πρώτη πράξη βιώναμε την προσπάθεια της καλλιτέχνιδος και ανησυχούσαμε για το αν και πώς θα τα έβγαζε πέρα. Η αναπνοή δεν επαρκούσε για τον άνετο σχηματισμό των μεγάλων φράσεων. Η μεγάλη άρια του τέλους της πρώτης πράξης (Sempre libera) δεν τη βρήκε σε καλή φόρμα. Παρά τη συγκέντρωσή της δεν πέτυχε να ερμηνεύσει με απόλυτη ακρίβεια όλες τις νότες της υψηλής περιοχής και ειδικά την καταληκτική νότα μι ύφεση (κατά τη συνέντευξη που έδωσε στο διάλειμμα, ζήτησε συγγνώμη από το κοινό για το τελευταίο γεγονός). Εντούτοις, υπογραμμίζουμε το γεγονός ότι η εκλεκτή τραγουδίστρια προσπαθούσε με ηρωισμό να ξεπεράσει τα δυσάρεστα αποτελέσματα κρυολογήματος που την ταλαιπωρούσε τις τελευταίες εβδομάδες. Την επόμενη μέρα από τη διεύθυνση της Met ανακοινώθηκε ότι αυτή ήταν η αιτία που εμπόδιζε την Dessay να πραγματοποιήσει τις υπόλοιπες παραστάσεις της παραγωγής (αντικαταστάθηκε από την Hei-Kyung Hong).  
O τενόρος Matthew Polenzani έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για την ενσάρκωση του Alfredo. Με εξαίρετου ηχοχρώματος λυρική φωνή και τεχνική σιγουριά αποκάλυπτε τη ρομαντική διάθεση του ήρωα. Ως πατέρας Gérmont ο βαρύτονος Dmitri Hvorostovsky κρίθηκε ιδανικός: η βαθιά στρογγυλή φωνή του είναι πραγματικά εντυπωσιακή και η σπάνια εκφραστικότητα με την οποία ερμήνευσε τη μεγάλη του άρια στη δεύτερη πράξη (Di Provenza il mar, il suol chi dal cor ti cancellò?), του χάρισε πολλά χειροκροτήματα.
Οι μικρότεροι ρόλοι καλύφθηκαν από τους φωνητικά πολύ καλούς Luigi Roni (Γιατρός Grenvil), Kyle Pfortmiller (Μαρκήσιος dObigny), Patricia Risley (Flora Bervoix), Jason Stearns (Baron Douphol), Scott Scully (Gastone), Peter Volpe (Ένας κύριος), Maria Zifchak (Annina), Juhwan Lee (Ένας υπηρέτης), Joseph Turi (Ένας αγγελιοφόρος) και Athol Farmer (Ένας προσκεκλημένος). Από τους προαναφερθέντες, ειδική αναφορά οφείλεται στον Roni, ο οποίος με προσοχή και καλοσχηματισμένη φωνή τραγούδησε και υποδύθηκε τον ρόλο του γιατρού. Σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη εμφανιζόταν περίπου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ενσαρκώνοντας τη σκοτεινή και μυστηριώδη φιγούρα του θανάτου-συνοδού της Traviata.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, επικεφαλής της έξοχης ορχήστρας του λαμπρού αμερικανικού λυρικού θεάτρου, διηύθυνε την παρτιτούρα και καθοδήγησε τους τραγουδιστές και τη χορωδία (η οποία αντιμετώπιζε σποραδικά  προβλήματα συγχρονισμού με την ορχήστρα) με συνέπεια και ετοιμότητα. Ο ίδιος εκμαίευσε ορισμένα εκφραστικά και αιθέρια pianissimi από την ορχήστρα.  
Τέλος, η ενδιαφέρουσα και σε πολλά στοιχεία της πρωτότυπη σκηνοθεσία του Decker, τα απέριττα σκηνικά-κοστούμια του Wolfgang Gussmann, o εύστοχος σχεδιασμός φωτισμών του Hans Toelstede και η χορογραφία του Athol Farmer στόχευσαν σε μια  μινιμαλιστική παρουσίαση της ιστορίας. Τα γεγονότα της πλοκής διαδραματίζονταν μπροστά από έναν τεράστιο τοίχο και ένα μεγάλο ρολόι, που τοποθετημένο σε εμφανές σημείο θύμιζε το πέρασμα του χρόνου και την έλευση της  ύστατης ώρας.





Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η αθάνατη ηρωίδα του Massenet



Anna Netrebko (Manon) και Piotr Beczala (Ιππότης Des Grieux). Φωτο: Ken Howard/The Metropolitan Opera



H πεντάπρακτη όπερα Manon του Jules Massenet, σε λιμπρέτο των Henri Meilhac και Philippe Gille, βασισμένο στη νουβέλα του Abbé Prévost, αποτελεί ένα από τα μεγάλα θαύματα του γαλλικού μελοδραματικού ρεπερτορίου. Η παρτιτούρα είναι ξέχειλη από συγκινητικές μελωδίες, λεπτοδουλεμένη ενορχήστρωση  και ερωτική ατμόσφαιρα.
Η διεισδυτική και ευαίσθητα χρωματισμένη μουσική του Massenet πετυχαίνει να σκιαγραφήσει με αποκαλυπτικό τρόπο την πορεία της γοητευτικής Manon από την αθωότητα της εφηβικής ηλικίας στην άνοδο και την πτώση της ερωτικής ζωής, μέχρι την ύστατη στιγμή της μετάνοιας και του θανάτου στην αγκαλιά του αγαπημένου της, Ιππότη des Grieux.
Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Ιανουαρίου 1884, στο Παρίσι, με μεγάλη επιτυχία και σύντομα αγαπήθηκε όσο λίγα έργα του γαλλικού ρεπερτορίου. Μετά από την πρεμιέρα του αριστουργήματος, πολλά λυρικά θέατρα στην Ευρώπη και τη Αμερική θέλησαν να ανεβάσουν το έργο.
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης πρωτοανέβασε το έργο στις 16 Ιανουαρίου 1895 και έκτοτε έχει προτείνει παραγωγές πραγματικά εξαιρετικές. Το πιο πρόσφατο ανέβασμα της όπερας από το εν λόγω λυρικό θέατρο (σε συμπαραγωγή με τη Βασιλική Όπερα Covent Garden του Λονδίνου, το Θέατρο της Scala του Μιλάνου και το Θεάτρο του Καπιτωλίου της Τουλούζης) πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από τον θάνατο του Massenet και στήθηκε γύρω από την πολυδιαφημισμένη σύγχρονη Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko, σοπράνο που διαθέτει την κατάλληλη ελκυστική φωνή, τη μουσικότητα και βεβαίως, γοητευτική σκηνική παρουσία. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν προϋπόθεση για τη σωστή προσέγγιση του ρόλου.
 Στο πλαίσιο, λοιπόν, της σειράς Met HD Live, στις 10/4, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από το περίφημο αυτό αμερικανικό λυρικό θέατρο παράστασης της Manon, που είχε δοθεί δύο μέρες νωρίτερα ( 8/4).
Στο podium της έξοχης ορχήστρας της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης στάθηκε ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, ο οποίος με μεγάλη προσοχή εκμαίευση θαυμάσια ηχοχρώματα τόσο από τους μουσικούς του ορχηστρικού συνόλου όσο και από τους τραγουδιστές του.
H Netrebko με ελκυστικό τρόπο βούτηξε στα άδυτα του ρόλου της Manon και με φωνή στη βάση της δουλεμένη, τραγούδησε με νόημα και λυρισμό τις μεγάλες φράσεις. Ίσως κάποια από τα υψηλά ρε της tessitura να μην ήταν ακριβώς στη θέση τους, ωστόσο η τέχνη του σχηματισμού των φράσεων και της χρήσης των αναπνοών, όπως και η προσοχή με την οποίαν μπόλιαζε τις λέξεις (θαυμάσια αρθρωμένα τα γαλλικά της!), μας συγκίνησαν. Γίναμε μάρτυρες της αγωνίας και του κλάματος της ηρωίδας που με τόση ευστοχία μεταφερόταν μέσω της πολύτιμης φωνής της.
Δίπλα της, ο Piotr Beczala, που για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του αντιμετώπιζε τον ρόλο του Ιππότη des Grieux, αποδείχθηκε άξιος συνοδοιπόρος της: δεν ήταν μόνο η πλούσια φωνή του που μας κέρδισε, αλλά η ατελείωτη αναπνοή του και η αμεσότητα της έκφρασής του (με πόση αισθαντικότητα απέδωσε την άρια En fermant les yeux και με πόσο νόημα ερμήνευε τις κρατημένες νότες). Το ζευγάρι βρήκε πολλά σημεία επικοινωνίας, που έκαναν την ερμηνεία της όπερας ιδιαίτερη.
Ο Βραζιλιανός βαρύτονος Paolo Szot απέδωσε τον ρόλο του Lescaut, εξαδέλφου της ηρωίδας, με δραματικότητα. Ο Αμερικανός μπασοβαρύτονος David Pittsinger προσέγγισε με παλμό τον μάλλον σύντομο ρόλο του πατέρα des Grieux. Οι τρεις κοπέλες, Ditto Anne-Carolyn Byrd, Jennifer Black και Ginger Costa-Jackson, υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικές στις κουτσομπολίστικες ατάκες τους.  Ο ρόλος του Guillot de Morfontaine καλύφθηκε με χιούμορ, ειρωνική φινέτσα και θεατρικό οίστρο από τον Christoph Mortagne. Η υπόλοιπη διανομή των μικρότερων ρόλων στάθηκε στο ίδιο υψηλό μουσικό επίπεδο: Bradley Garvin (De Brétigny), Philip Cokorinos (Πανδοχέας), Kathryn Day (Υπηρέτρια), Alexander Lewis (Φρουρός) και David Crawford (Φρουρός).
Η χορωδία, προετοιμασμένη από τον πολύπειρο βετεράνο διευθυντή χορωδίας Donald Palumbo, κρίθηκε εξαιρετική σε κάθε εμφάνισή της, ενώ το μπαλέτο εκτέλεσε με κέφι τις χορογραφίες του Lionel Hoche.
Ο Laurent Pelly, που υπέγραφε την παραγωγή και τον σχεδιασμό των κοστουμιών, έστησε μια παράσταση απολύτως καλαίσθητη και μέσα στο πλαίσιο των ζητουμένων της παρτιτούρας: απέριττα και λειτουργικά σκηνικά (της Chantal Thomas) συνδυασμένα με καλοσχεδιασμένα και ξεχωριστά στην κομψότητά τους κουστούμια (έξι διαφορετικά κοστούμια για την Manon!), φωτισμένα με νόημα από τον Joël Adam, ευχαριστούσαν τα μάτια.


Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

"O Goethe και η Αιώνια Γυναίκα" από την υπέροχη M. Petersen



Η σοπράνο Marlis Petersen (φωτο: Γ. Μαυρόπουλος)



Η διαπρεπής Γερμανίδα κολορατούρα σοπράνο Marlis Petersen τα τελευταία χρόνια πραγματοποιεί συχνές εμφανίσεις στη χώρα μας. Και δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός, αφού επανειλημμένως έχει δηλώσει ότι θαυμάζει ιδιαίτερα την Ελλάδα. Στο παρελθόν την έχουμε απολαύσει σε οπερατικές παραγωγές του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών: θυμίζουμε την έξοχη ενσάρκωση του ρόλου της Lulu (Alban Berg) το 2005, αλλά και τις θαυμάσιες εμφανίσεις της στις όπερες Ο Νάνος (Der Zwerg) του Alexander von Zemlinsky το 2007, και Thais (Jules Massenet) το 2009.
Πρόκειται για υποδειγματική μουσικό με καλοδουλεμένη και ξεχωριστών ποιοτήτων φωνή, ξεχωριστή μουσικότητα και γοητευτική σκηνική  παρουσία. Από τις παραστάσεις των τελευταίων ετών, που χάρισε στα μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου, ξεχωρίζουμε την αισθαντική ενσάρκωση της Οφηλίας (Ambroise Thomas, Hamlet), ρόλο τον οποίον τραγούδησε στην Μητροπολιτική Όπερα της Ν. Υόρκης τον Μάρτιο του 2010, και  τη σπαρακτική Μήδεια του Aribert Reimann, που  πρώτη δίδαξε κατά την παγκόσμια πρεμιέρα στην Όπερα της Βιέννης, τον Φεβρουάριο του 2010.
Το εύρος του ρεπερτορίου της είναι τεράστιο. Eίναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αισθάνεται μεγάλη άνεση απέναντι σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα. Αποδίδει εκπληκτικά τόσο σε έργα της μπαρόκ περιόδου (την έχουμε ακούσει να ερμηνεύει εξαίσιο Bach), όσο και της κλασικής, ρομαντικής, μοντέρνας και σύγχρονης εποχής. Η δισκογραφία της, που περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα του ρεπερτορίου της, όπερες και θρησκευτική μουσική, τεκμηριώνει απόλυτα την υψηλή ερμηνευτική ποιότητα της καλλιτέχνιδος.
 Μόλις κυκλοφόρησε το νέο της album (από τη δισκογραφική εταιρεία Harmonia Mundi) αποτελούμενο από τραγούδια (Lieder) διαφορετικών συνθετών εμπνευσμένα από την ποίηση του μεγάλου Γερμανού ποιητή Johann Wolfgang von Goethe. Το τελευταίο της ρεσιτάλ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκης), στις 14/3, παρουσίασε ακριβώς αυτή τη θεματική ενότητα φέροντας τον τίτλο O Goethe και η Αιώνια Γυναίκα. Με μεγάλη τέχνη, συγκέντρωση και ευέλικτη φωνή ανακάλυπτε σπάνιους συνεκτικούς ιστούς ανάμεσα στα τραγούδια συνθετών κοινών ή αντιθέτων αισθητικών κατευθύνσεων: F. Schubert, Felix και Fanny Mendelssohn  Bartholdy, R. Wagner, L. van Beethoven, H. Sommer, N. Medtner, H. Eisler, M. Bruch, E. Krenek, A. Diepenbrock, P.I. Tchaikovsky, H. Wolf, R. Schumann, W. Braunfels, F. Liszt, H. Reutter, M. Trojahn και –εκτός προγράμματος- C. Ives.
Η Petersen διαθέτει το ιδιαίτερο ερμηνευτικό ήθος, τη γερμανική κουλτούρα, τη γνώση της λογοτεχνίας και βεβαίως την άρτια τεχνική, που απαιτούνται για την ερμηνεία του Lied. Ας μην λησμονούμε ότι συνεχίζει μια τεράστια παράδοση Γερμανών τραγουδιστών όπερας, που ασχολήθηκαν με αγάπη κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους με το μουσικό αυτό είδος. 
Κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ θαυμάσαμε τον έξοχα θεατρικό τρόπο με τον οποίον ερμήνευε τα νοήματα των λέξεων και τα οράματα των στίχων. Επικοινωνούσε σε υψηλό επίπεδο με τον ονειρικό ρομαντισμό ενός Mendelssohn, ενός Schumann ή ενός Wagner. Η βεβαιότητα και η άνεση με την οποία προσέγγιζε τα έργα δημιουργούσαν μια φορτισμένη ατμόσφαιρα που καθήλωνε. Η γυναικεία ύπαρξη λάμβανε διαφορετικές διαστάσεις και αποχρώσεις στα έργα των μεγάλων δασκάλων που με τόση ένταση και ενδιαφέρον εξερευνούσε η Petersen.
Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ειδική αναφορά στον εκλεκτό πιανίστα Jendrik Springer, o οποίος αποδείχθηκε ιδανικός συνοδοιπόρος της ερμηνεύτριας. Η αμεσότητα του παιξίματος, η πεντακάθαρη άρθρωση και ο τρόπος με τον οποίον έριχνε φως στο σύμπαν του κάθε συνθέτη εκτιμήθηκαν σε όλη τη διάρκεια του ρεσιτάλ.


Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ημέρες μουσικών αστέρων- Argerich and Friends



Η πιανίστα Martha Argerich



Η Αργεντινή πιανίστα Martha Argerich είναι δίχως άλλο η διασημότερη βιρτουόζα των πλήκτρων της σύγχρονης εποχής. Από το 1957, που σε ηλικία δεκάξι ετών κατέκτησε το πρώτο βραβείο τόσο στον Διεθνή Διαγωνισμό της Γενεύης όσο και στον Διεθνή Διαγωνισμό Ferruccio Busoni, κέρδισε τον θαυμασμό του κοινού και σταδιακά έκτισε μια διεθνή σταδιοδρομία που την έχει φέρει στην απόλυτη κορυφή. Δεν δίνει ποτέ ρεσιτάλ και προτιμάει να συνεργάζεται με συναδέλφους της σε συναυλίες μουσικής δωματίου.
Ένα από τα τελευταία της projects πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Κατά τη διάρκεια τριών συναυλιών (10-12/3), που έλαβαν τον τίτλο Martha Argerich & Friends, συνέπραξε με μουσικούς που ανήκουν στον κύκλο των τακτικών συνεργατών της.
Πιο αναλυτικά, την πρώτη βραδιά είχαμε την ευκαιρία να την ακούσουμε στο Κουιντέτο για πιάνο και έγχορδα, Οp. 44, του Robert Schumann και ως σολίστ στο Κοντσέρτο αρ. 1 για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα, Op. 35, του Dmitri Shostakovich: το εκρηκτικό ταμπεραμέντο, η άφθαστη τεχνική ικανότητα, η απόλυτη δακτυλική κυριαρχία, το ρυθμικό σφρίγος και η έξοχη ενέργειά της, πραγματικά εντυπωσίασαν (το μέρος της τρομπέτας ερμήνευσε με θαυμαστό τρόπο ο Sergei Nakariakov). Ειδικότερα, στο έργο του Schumann  πέτυχε να παρασύρει σε γόνιμα μουσικά μονοπάτια τους συναδέλφους της, Renaud Capuçon, πρώτο βιολί, Liya Petrova, δεύτερο βιολί, Yuri Bashmet, βιόλα, Mischa Maisky, βιολοντσέλο, οι οποίοι απέδωσαν με έντονη εκφραστικότητα.
Στη δεύτερη συναυλία παίζοντας με τους Stephen Kovacevich, πιάνο (Wolfgang Amadeus Mozart, Andante και Παραλλαγές για τέσσερα χέρια, KV 501), Ντόρα Μπακοπούλου, πιάνο (Maurice Ravel, Σουίτα Η Μάνα μου η Χήνα, Dmitri Shostakovich, Κοντσερτίνο για δύο πιάνα, Op. 94 και -εκτός προγράμματος- Μάνος Χατζιδάκις μέρη από το λαϊκό χορόδραμα Το Καταραμένο Φίδι, Op. 5, σε μεταγραφή για δύο πιάνα) και Mischa Maisky, βιολοντσέλο (Schumann, Φανταστικά κομμάτια, Op. 73), απέδειξε ότι πρόκειται για υποδειγματική μουσικός που κατανοεί τις μουσικές ιδιοσυγκρασίες των συναδέλφων της και ξέρει πώς να συντονίζει τις δυνάμεις της με τις δικές τους.
Από τα έργα που ακούστηκαν κατά τις δυο πρώτες βραδιές και στα οποία δεν συμμετείχε η Argerich κρατάμε την υπέροχα προσωπική, εκφραστικά απέριττη και επεξεργασμένη στη λεπτομέρεια ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 18, KV 456,  του Mozart, από τον Kovacevich (11/3). Επίσης, την ανάγνωση της Sinfonia Concertante για βιολί, βιόλα και ορχήστρα, KV 364, του ίδιου συνθέτη, με σολίστ τους Capuçon, βιολί, και Bashmet, βιόλα: ειδικά το εκλεπτυσμένο και μουσικότατο ερμηνευτικό ύφος του πρώτου, μας κέρδισε. Ακόμα, την τεχνικά στιβαρή και μπριόζα εκτέλεση του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 4, Op. 99 (Της Πράγας) του Dmitry Kabalevsky, από τον Αλέξανδρο Καπέλη. Η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση των Bashmet και Gérard Korsten, συνόδευσε στα κοντσέρτα με ετοιμότητα και αξιοσημείωτο επαγγελματισμό.
Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι λιγότερο επιτυχείς στιγμές των δύο πρώτων συναυλιών. Δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισε το εκτεταμένο vibrato, η ελλιπής τονική ακρίβεια και η ενθουσιώδης αλλά μάλλον υπερβολική στην έκφραση ερμηνεία του Maisky (11/3, Franz Joseph Haydn, Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1, Hob.VIIb/1). Επίσης, έλλειψη συντονισμού ταχυτήτων (tempi), σχηματισμού φράσεων και δυναμικής εντοπίστηκαν κατά την εκτέλεση του Σεπτέτου για πιάνο, τρομπέτα και έγχορδα, Op.65, του Camille Saint-Saëns, που άνοιξε τον κύκλο των συναυλιών (10/3) και ερμηνεύτηκε από τους Καπέλη, πιάνο, Nakariakov, τρομπέτα, Capuçon, πρώτο βιολί, Petrova, δεύτερο βιολί, Bashmet, βιόλα, Maisky, βιολοντσέλο, και Τάκης Καπογιάννης, κοντραμπάσο.
Στην τελευταία συναυλία (12/3) η συμμετοχή της Argerich ήταν διακριτική: εμφανίστηκε μόνο στο δεύτερο μέρος της βραδιάς συνδράμοντας σε μια ανάγλυφη ερμηνεία του Κοντσέρτου για τέσσερα πιάνα και ορχήστρα, BWV 1065, του Johann Sebastian Bach (τα υπόλοιπα σολιστικά μέρη καλύφθηκαν από τους ταλαντούχους νέους ερμηνευτές Καπέλη, Lily Maisky και Alexander Mogilewsky). Του εν λόγω κοντσέρτου προηγήθηκαν άλλα δύο κοντσέρτα του ίδιου συνθέτη: για δύο πιάνα, BWV 1060, και για τρία πιάνα, BWV 1064. Σολίστ στα έξοχα αυτά έργα ήταν οι ικανοί Alexander Gurning, Καπέλης, Julia Ziaichkina, Lily Maisky και Akane Sakai.
 Στο πρώτο μέρος της ίδιας συναυλίας ακούσαμε την Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky στην επεξεργασμένη εκδοχή για τέσσερα πιάνα και κρουστά των André de Groot και Δημήτρη Δεσύλλα. Το έργο αποδόθηκε με ρυθμική ακρίβεια, θεατρικό αίσθημα και στιβαρή εκτέλεση των δραματικών συγχορδιών από τους πιανίστες Gurning, Mogilewsky, Sakai, Zaichkina και τους κρουστούς Δεσύλλα και Ανδρέα Φαρμάκη.
Κλείνοντας, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το τριήμερο αφιέρωμα στη μεγάλη κυρία του πιάνου, η οποία με γοητεία και ευαίσθητο δυναμισμό ενέπνευσε τόσο τους συναδέλφους της όσο και τους ακροατές, στέφθηκε με επιτυχία και ενθουσίασε το αθηναϊκό κοινό που σε κάθε συναυλία γέμισε τη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Η θρυλική μουσικός έδειξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη από την υποδοχή των θαυμαστών της στους οποίους χάριζε άφθονα χαμόγελα από τη σκηνή. Είμαστε βέβαιοι ότι το Μέγαρο ήδη σχεδιάζει το επόμενο Φεστιβάλ Argerich στην Αθήνα.