Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

8ο Φεστιβάλ Αιγαίου (Σύρος)



Ο Peter Tiboris διευθύνει Beethoven (φωτο: Stefanos)


Η Σύρος ανήκει σίγουρα στα πιο όμορφα νησιά της Ελλάδας. Με μακραίωνη ιστορία (πρώτοι κάτοικοι του νησιού υπήρξαν οι Φοίνικες), ιδιαίτερη γεωγραφική θέση, πανέμορφα χωριά και φυσικό πλούτο, αποτελεί εδώ και χρόνια αγαπημένο σημείο συνάντησης επισκεπτών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η Ερμούπολη πρωτεύουσα του νησιού και του νομού Κυκλάδων, αποτελεί από μόνη της ένα θαύμα αρχιτεκτονικής (ο μέγας Ernst Ziller υπήρξε αρχιτέκτονας του Δημαρχείου), αισθητικής και υποδειγματικής φιλοξενίας.
Το εν λόγω νησί επέλεξε για να στήσει ένα διεθνές φεστιβάλ, το Διεθνές Φεστιβάλ Αιγαίου (Festival of the Aegean), ο αρχιμουσικός Παναγιώτης Τιμπόρης (Peter Tiboris), που εδώ και πολλά χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στη Νέα Υόρκη.
Φέτος πραγματοποιήθηκε το όγδοο κατά σειρά φεστιβάλ, το οποίο από τις 9 ως τις 22/7  φιλοξένησε έναν εντυπωσιακό αριθμό διάσημων καλλιτεχνών από διάφορα μέρη του κόσμου.
Αναλυτικότερα, με ενθουσιασμό και μεράκι προγραμματίστηκε σειρά εκδηλώσεων, που ικανοποίησε όλα τα γούστα: παραστάσεις όπερας (Richard Strauss, Σαλώμη), συναυλίες συμφωνικής και χορωδιακής μουσικής, συναυλίες μουσικής δωματίου, ρεσιτάλ πιάνου, βραδιά μπαλέτου, θεατρική παράσταση και σεμινάριο όπερας για νέους λυρικούς καλλιτέχνες (Greek Opera Studio).
Παρακολουθήσαμε τις δύο εκδηλώσεις, που δόθηκαν στις 15 και 16/7: την πρώτη μέρα, με φόντο το επιβλητικό δημαρχείο, στην πλατεία Μιαούλη, πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ετήσια συμφωνική-χορωδιακή συναυλία του φεστιβάλ, με τίτλο «Κάτω από τα αστέρια». Η Φιλαρμονική της Όπερας των Τιράνων και η Χορωδία του Φεστιβάλ Αιγαίου (αποτελούμενη από δεκαεπτά χορωδίες και περίπου τριακόσια πενήντα μέλη), υπό τη διεύθυνση τριών αρχιμουσικών, και χορωδιακή ομάδα, αποτελούμενη από  διαφορετικές χορωδίες, ερμήνευσαν τα έργα που σχημάτισαν το ποικίλο πρόγραμμα.
Ειδικότερα, η συναυλία άνοιξε με τη Φεστιβαλική Εισαγωγή του Nikola Zoragi και τους Αλβανικούς Χορούς του Thoma Gaqi: ο αρχιμουσικός Zhani Ciko πέτυχε να εκμαιεύσει ενθουσιασμό από την ορχήστρα και να υπογραμμίσει τα έντονα ρυθμικοχορευτικά στοιχεία των έργων. 
Στη συνέχεια, ο πολυβραβευμένος Βρετανός συνθέτης χορωδιακής μουσικής και αρχιμουσικός John Rutter, διήθυνε το δικό του Magnificat, έργο ολοκληρωμένο το 1990. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και παλμό, ο Rutter ενθάρρυνε την πολυπρόσωπη χορωδία και ορχήστρα να φωτίσουν τα εξωτικά στοιχεία της παρτιτούρας του, τις ρυθμικές και αρμονικές επιρροές από την jazz, το ύφος του αμερικανικού musical και βεβαίως τις χαρακτηριστικές πολυρυθμικές κατευθύνσεις, που έχουν τη βάση τους στην Λατινική Αμερική. Ωστόσο, ο ανοιχτός χώρος και η όχι ιδιαίτερα καλή μικροφωνική ενίσχυση συντελούσαν στο να χάνονται αρκετές σημαντικές λεπτομέρειες της παρτιτούρας, κυρίως όσον αφορούσε στα χορωδιακά μέρη και στην ενορχήστρωση.
Ακολούθησε το εμβληματικό Bolero του Maurice Ravel, χορογραφημένο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) Renato Zanella. Πίσω από την ορχήστρα, στις σκάλες του  Δημαρχείου, είχε τοποθετηθεί μια μικρή σκηνή πάνω στην οποία η εξαίρετη Μαρία Κουσουνή (πρώτη χορεύτρια του μπαλέτου της ΕΛΣ) με εύπλαστες, εκφραστικές και αποκαλυπτικά άμεσες κινήσεις απέδωσε τον αθάνατο χορό του σημαντικού Γάλλου μουσουργού στην ευφάνταστη χορογραφία του Zanella. Ο Τιμπόρης διήθυνε την ορχήστρα με προσοχή και νόημα.
Η βραδιά έκλεισε με το τελευταίο μέρος, Presto, Allegro molto assai, από τη Συμφωνία αρ. 9, Op. 125, του Ludwig van Beethoven. Υπό τη διεύθυνση πάντα του Τιμπόρης, οι σολίστ (Erica Muller, σοπράνο, Maria Ratkova, μέτζο σοπράνο, Keith Ikaia-Purdy, τενόρος, Δημήτρης Καβράλκος, μπάσος),  οι χορωδίες και η ορχήστρα, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους προκειμένου να τραγουδήσουν μεγαλοπρεπώς την πανανθρώπινη δημιουργία του Beethoven και τους βαρυσήμαντους και συγκινητικούς στίχους της Ωδής στη Χαρά (Ode an die Freude) του Friedrich Schiller.
Την επόμενη βραδιά, στο κομψό θέατρο Απόλλων (που αρχιτεκτονικά μοιάζει με διάφορα σημαντικά λυρικά θέατρα της Ιταλίας, όπως είναι η Scala του Μιλάνου και το θέατρο San Carlo της Νάπολης), παρακολουθήσαμε ρεσιτάλ του εκλεκτού όσο και πάντα φιλέρευνου πιανίστα-συνθέτη Χρίστου Παπαγεωργίου. Ο καλλιτέχνης σημείωνε την πρώτη του εμφάνιση στο πλαίσιο του θεσμού. Το πρόγραμμα καλύφθηκε από το έργο του ιδίου, με τίτλο «Στυλιστικές Παραλλαγές πάνω σε ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη».
Πιο συγκεκριμένα, πλάθοντας και μεταμορφώνοντας το διάσημο τραγούδι «Στο περιγιάλι το κρυφό», ο Παπαγεωργίου μάς ταξίδεψε σε υφολογικά διαφορετικούς κόσμους, ποικίλων εποχών και αισθητικών κατευθύνσεων. Το όμορφο τραγούδι του Θεοδωράκη φορούσε διαφορετικά κοστούμια, άλλοτε του Couperin, άλλοτε του Bach, του Mozart, του Schubert, του Chopin, του Stravinsky, όπως και άλλων συνθετών. Δεν ήταν μόνο τα ύφη των συνθετών, αλλά και ο συναισθηματικός χαρακτήρας του κομματιού που άλλαζαν ανάλογα, πάντα με επιτυχία.
Η άρτια πιανιστική τεχνική και η πλούσια-επινοητική φαντασία του Παπαγεωργίου, κέρδισαν το κοινό. 



Ο πιανίστας-συνθέτης Χρίστος Παπαγεωργίου


Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Τρία πρωτοποριακά μονόπρακτα



Σκηνή από την όπερα Παλίρροια (φωτο: Εθνική Λυρική Σκηνή)



Με ζωηρό ενδιαφέρον παρακολουθήσαμε στις 23/6 (Θέατρο Ολύμπια), τα τρία μονόπρακτα έργα σύγχρονης όπερας, που ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ). Σημειώνουμε ότι τα δύο πρώτα έργα που παρουσιάστηκαν, με τίτλους Διωγμένος της Λίνας Τόνια και Ο Φρόυντ για εκείνη του Ιωσήφ Βαλέτ, διακρίθηκαν στον διαγωνισμό για νέο έργο όπερας Έλληνα συνθέτη που διοργάνωσε για πρώτη φορά η ΕΛΣ σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών. Το τελευταίο έργο που παρουσιάστηκε ήταν η Παλίρροια του Boris Blacher.
Πιο συγκεκριμένα, η Τόνια έδειξε το ταλέντο της στη δόμηση του μουσικού υλικού της και ιδίως στην ενορχήστρωση. Από την πλευρά του, ο Βαλέτ πρότεινε μια πολυστιλιστική παρτιτούρα γεμάτη ενδιαφέροντα ηχοχρώματα και καλά διατυπωμένες δραματικές αντιθέσεις. Στο πρώτο έργο ακούστηκε η πολύ καλή Βούλα Αμιραδάκη,  ενώ στο δεύτερο, οι άρτια προετοιμασμένες Μαρία Κόκκα και Έλενα Μαραγκού.  
Η βραδιά έκλεισε με το αριστουργηματικό έργο, Η Παλίρροια, του Blacher. Το εν λόγω μελόδραμα υπήρξε το  πρώτο που γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην μεταπολεμική Γερμανία, εποχή που τα περισσότερα γερμανικά λυρικά θέατρα ήταν ακόμα ισοπεδωμένα από τους φοβερούς βομβαρδισμούς. Ολοκληρώθηκε το 1946 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 4 Μαρτίου 1947, στη Δρέσδη. Ψυχογραφικές εντάσεις και ερωτικές αγωνίες καλύπτουν την πλοκή, η οποία ξετυλίγει το δράμα τεσσάρων διαφορετικού ήθους χαρακτήρων-θυμάτων ενός ναυαγίου, που περιμένουν την καταστροφική δράση της παλίρροιας.
Την αθηναϊκή διανομή κάλυψαν οι φωνητικά και θεατρικά εντυπωσιακοί Γεωργία Ηλιοπούλου, Νίκος Στεφάνου, Διονύσης Τσαντίνης και Πέτρος Σαλάτας. Η Ορχήστρα Σύγχρονης Όπερας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και η Χορωδία Fons Musicalis, υπό τη διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου, αποδείχθηκαν ικανότατη και πρωταγωνιστικής σημασίας συντελεστές της παραγωγής. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει η χορωδία, που στο  τεχνικά απαιτητικότατο έργο του Blacher, επέδειξε μεγάλη άνεση και ακρίβεια στη ερμηνεία των ρυθμικά πολύπλοκων αντιστικτικών μερών.
Η έξυπνη και διεισδυτική σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, τα καλαίσθητα μοντέρνα σκηνικά του Σωτήρη Στέλιου (στο έργο του Blacher, ένα μεγάλο κομμάτι ξύλου συμβόλιζε το σκαρί του κατεστραμμένου πλοίου), τα ωραιότατα και προσεκτικά σχεδιασμένα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη και οι ψυχογραφικής έντασης φωτισμοί της προικισμένης Μελίνας Μάσχα συνέβαλαν σε ένα αποτέλεσμα υψηλού ενδιαφέροντος και ιδιαίτερης αισθητικής, το οποίο εύστοχα υπογράμμιζε συναισθήματα και γεγονότα.
Η ΕΛΣ έχει ήδη προκηρύξει τον επόμενο διαγωνισμό για νέα έργα όπερας ελλήνων συνθετών και με ανυπομονησία αναμένουμε να απολαύσουμε τους καρπούς αυτής της όντως εξαιρετικής πρωτοβουλίας.   



Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Trovatore από ΕΛΣ στο Φεστιβάλ Αθηνών






Στις 19 Ιανουαρίου 1853, στο Teatro Apollo της Ρώμης, παρουσιαζόταν για πρώτη φορά η όπερα Il Trovatore του Giuseppe Verdi με θριαμβευτική επιτυχία. Πολύ σύντομα το έργο βρήκε τον δρόμο του σε  όλα τα μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αμερική χειροκρότησε με ενθουσιασμό για πρώτη φορά τον Trovatore, στις αρχές Μαίου 1856,  δυόμιση περίπου χρόνια μετά την Ιταλική πρεμιέρα του.
Η αδυσώπητη μοίρα, το απόλυτο δράμα, η σκιαγράφηση δυνατών ρόλων, οι μεγάλες άριες και τα συγκινητικά ensembles, τα λαμπρά χορωδιακά και κυρίως μια παρτιτούρα δουλεμένη με έμπνευση και άφθαστη γνώση της επιστήμης της σύνθεσης, συνθέτουν το θρυλικό αυτό δημιούργημα. Οι τέσσερις κεντρικοί ρόλοι είναι υψηλών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων: θυμίζουμε τα λόγια του κορυφαίου τενόρου Enrico Caruso σύμφωνα με τα οποία «το μόνο που χρειάζεται για μια επιτυχημένη παραγωγή του Il Trovatore, είναι απλά οι τέσσερις μεγαλύτεροι τραγουδιστές του κόσμου».
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) επέλεξε το εν λόγω μελόδραμα για την πρώτη από τις δύο παραγωγές της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τις συνολικά πέντε παραστάσεις που δόθηκαν (10-14/6), παρακολουθήσαμε την τελευταία.
Ο σχηματισμός της διανομής υπήρξε  πολύ καλός, με ονόματα Ελλήνων και ξένων τραγουδιστών που διαπρέπουν στις διεθνείς  λυρικές σκηνές.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς αντιμετώπισε τον ρόλο του  Conte di Luna με μεγάλη επιτυχία, προσοχή στη λεπτομέρεια και φωνητική άνεση. Η συναισθηματική ένταση με την οποία σχημάτιζε τις μεγάλες φράσεις ήταν πραγματικά αξιέπαινη. Αναφέρουμε ότι τον περασμένο Μάρτιο και Απρίλιο, σε μια σπουδαία παραγωγή της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir John Eliot Gardiner, ερμήνευσε τον κεντρικό ρόλο στην όπερα Rigolettο του ίδιου συνθέτη, αποσπώντας ευμενέστατες κριτικές. Και πραγματικά, χαιρόμαστε να τον παρακολουθούμε να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της όπερας και ειδικότερα, σε έναν υψηλών καρατίων ερμηνευτή  του Verdi.
Στον ρόλο της Leonora, η Ρουμάνα σοπράνο Celia Costea, ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, έπλασε προσεκτικά τον ρόλο επιστρατεύοντας δραματικό ένστικτο και μουσικότητα. Οι κολορατούρες στις μεγάλες άριες ήταν καθαρές και τονικά ακριβείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Στη μεγάλη άρια της πρώτης πράξης (δεύτερη σκηνή), Tacea la notte placida, κατά την οποία ομολογεί τον έρωτά της για τον τροβαδούρο Manrico, επέδειξε μεγάλη ευαισθησία απέναντι στο  κείμενο και την τόσο ρομαντική μουσική.
Το μέρος της τσιγγάνας Azucena ερμηνεύτηκε από την Αμερικανίδα μέτζο σοπράνο Tichina Vaughn, που έχει διακριθεί σε δραματικούς ρόλους εμφανιζόμενη στην Αμερική (Metropolitan Opera, San Francisco Opera, Los Angeles Opera κ.ά.) και –κυρίως- σε γνωστά θέατρα της Γερμανίας. Η φωνή που διαθέτει είναι ιδιαίτερης ποιότητας, ωραίου ηχοχρώματος και μεγάλης αντοχής. Η ενσάρκωση του ρόλου της Azucena υπήρξε αρκετά πειστική, με τη σωστή δόση εξάρσεων και θεατρικότητας. Ωστόσο, βρήκαμε ότι από την ερμηνεία απουσίαζε το διαβολικό-σκοτεινό στοιχείο, τόσο βασικό συστατικό της προσωπικότητας αυτής της τραγικής τσιγγάνας.
Ο Κορεάτης τενόρος Rudy Park, στον ρόλο του Manrico, μας άφησε μάλλον ανάμικτες εντυπώσεις. Ασφαλώς, η φωνή του διαθέτει εύρος και δυνατότητες. Ο ίδιος έχει μελετήσει πολύ καλά τον εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο: τραγούδησε τις άριες με μεγάλο σθένος και πνοή, ενώ έδειχνε να κατέχει τις κρυφές πτυχές του. Εντούτοις, δεν υπήρξαν οι εκλεπτύνσεις στις λυρικές φράσεις. Επίσης, σε μεγάλο βαθμό δεν φώτιζε την noblesse του ήρωα.
Ο μπάσος Δημήτρης Καβράκος επωμίσθηκε τον ρόλο του Ferrando, αξιωματικού του Conte di Luna, με έμπειρη γνώση, εύηχη βαθιά φωνή και εκφραστικότητα.
Η σοπράνο Γιούλη Καραγκούνη κράτησε με συνέπεια και προσοχή τον ρόλο της Ines, έμπιστης της Leonora. Τους μικρότερους ρόλους κάλυψαν οι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος (Ruiz), Θεόδωρος Μωραΐτης (ένας γέρος τσιγγάνος) και Χαράλαμπος Βελισάριος (ένας αγγελιοφόρος).
Η Χορωδία της ΕΛΣ απέδωσε με άρτιο τρόπο τα μεγάλα χορωδιακά, ενώ η ορχήστρα, υπό τη σφριγηλή διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, ανταποκρίθηκε με αμεσότητα στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς υπέγραφε ο Ιταλός Stefano Poda, που έχει εδώ και αρκετά χρόνια αφιερωθεί στο εικαστικό μέρος παραγωγών όπερας και μπαλέτου, με περίπου πενήντα παραγωγές στο ενεργητικό του. Ο ίδιος προσπαθεί πάντα να ανακαλύπτει κρυφές πτυχές των ηρώων και να παρουσιάζει κάτι διαφορετικό και ανατρεπτικό. Για την πρόσφατη παραγωγή του Ηρωδείου επέλεξε μεγάλου μεγέθους σκηνικά, που έδεναν με τα χρώματα και με το ιδιαίτερο ύφος του χώρου. Συγκεκριμένα, ένα τεράστιο χέρι, του οποίου ο δείκτης έδειχνε προς τα πάνω, προφανώς συμβολίζοντας τη μοίρα που έρχεται από τον Θεό (το ίδιο εμφανιζόταν σε μικρογραφία στις κορυφές των ακόντιων που κρατούσαν στα χέρια τους οι στρατιώτες), ένα ξερό δέντρο και μια τεράστια μπάλα αποτελούμενη από κεφάλια νεκρών, βρίσκονταν επί σκηνής, συμβολίζοντας την κακή μοίρα και δυστυχία των ηρώων. Τα πλαϊνά τμήματα της σκηνής περιέλαβαν δεξαμενές που  φιλοξενούσαν νερό, το οποίο ανάβλυζε και στα σκαλοπάτια του κεντρικού μέρους της σκηνής. Τα μακριά μαύρα κοστούμια, φορέματα και μανδύες, κρίθηκαν κομψά και εικαστικά έδεναν απόλυτα με τα σκηνικά.   
Ο Poda πέτυχε να αποδώσει με ενδιαφέρον τις αγωνίες, τις φοβίες, τα πάθη και τις ποικίλες εσωτερικές εντάσεις των τραγικών ηρώων της όπερας. Όμως, κάποιες επιλογές, δεν έπειθαν: λ.χ. το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές έπρεπε απαραιτήτως να διασχίσουν τα υδάτινα μέρη της σκηνής και ειδικά οι κυρίες να βρέχουν τα φορέματά τους ή να τραγουδούν τις άριές τους μουσκεμένες. Μήπως το βρέξιμο αυτό συμβόλιζε κάποιο είδος βαπτίσματος των ηρώων; Επίσης, χωρίς λόγο, στις πιο προσωπικές στιγμές του έργου, εκεί που οι ήρωες μοιράζονταν τις κρυφές τους σκέψεις, βλέπαμε στην άκρη της σκηνής ημίγυμνα βουβά πρόσωπα-σιωπηλούς παραστάτες.
Την επόμενη φεστιβαλική παραγωγή της ΕΛΣ, που θα είναι αφιερωμένη στην Tosca του Giacomo Puccini, υπογράφει ένας άλλος διάσημος και πολυσυζητημένος για τις καινοτόμες επιλογές του, σκηνοθέτης-σκηνογράφος-ενδυματολόγος, με ειδίκευση στην όπερα: ο Αργεντινός Hugo De Ana (Ηρώδειο, 26-29/7).



Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Συναυλίες της σπουδαίας Φιλαρμονικής της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης



Η Φιλαρμονική της Βιέννης από την αρχή της ίδρυσής της, το 1842 (ως Φιλαρμονική Ακαδημία) μέχρι τις μέρες μας, δεν έχει παύσει να ευχαριστεί και να γοητεύει το κοινό της. Πρόκειται για μυθική ορχήστρα, η οποία έχει λάβει κάθε έπαινο από αρχιμουσικούς, σολίστ, κριτικούς και κοινό.
Υπό τη διεύθυνση δύο διακεκριμένων μαέστρων είχαμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), κατά τη διάρκεια τριών συναυλιών.
Αναλυτικότερα, η πρώτη συναυλία δόθηκε στις 29/4, το πρωί (11.00 π.μ.), ειδικά για παιδιά και νέους. Ο  Βρετανός, Ιταλικής καταγωγής, Sir Antonio Pappano διήθυνε τη Συμφωνία αρ. 22, Ο Φιλόσοφος, Hob.I:22, του Franz Joseph Haydn και τα δύο τελευταία μέρη (Allegro giocoso και Allegro energico e passionatο) από τη Συμφωνία αρ. 4, Op. 98, του Johannes Brahms. Με εξαιρετικό γούστο και πλαστικότητα σχημάτισε τις φράσεις των έργων.  Απευθυνόμενος με γοητευτική αμεσότητα στο νεανικό κοινό, έδινε βασικές πληροφορίες σχετικά με τους συνθέτες και τα έργα.
Το ίδιο βράδυ πρόσφερε ερμηνείες των δύο προαναφερθέντων παρτιτούρων παρεμβάλλοντας ανάμεσα το συμφωνικό έργο Teufel Amor του σύγχρονου Γερμανού συνθέτη Jörg Widmann (γ. 1973). Η συνεργασία του Pappano και της ορχήστρας κρίθηκε ιδιαίτερα επιτυχής. Η καλοσχεδιασμένη ερμηνευτική άποψη των έργων, η δυναμική διεύθυνση και ο υπέροχα λαξευμένος ήχος του συνόλου συνέδραμαν σε αναγνώσεις υψηλού επιπέδου. Ειδικότερα, δόθηκε προσοχή τόσο στα βασικά όσο και στα επιμέρους δομικά στοιχεία της κλασικής συμφωνίας του Haydn, ενώ το επικό έργο του Brahms αποκαλύφθηκε με έντονα αφηγηματική ρομαντική διάθεση. Ασφαλώς πρόκειται για δύο συνθέτες που ανήκουν στους πλέον αγαπημένους της ορχήστρας και αυτή η σχέση φαινόταν σε κάθε μέτρο της μουσικής. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι γεμάτες συγκίνηση εκτενείς φράσεις του αργού μέρους της Τέταρτης του Brahms εκτελέστηκαν από τα έγχορδα με υποδειγματική θέρμη και αξεπέραστη αίσθηση του legato. Το έργο του Widmann διέθετε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία και ήταν εντυπωσιακά ενορχηστρωμένο. Το θεατρικό στοιχείο, ο διαβολικός οίστρος και τα πολλά θεατρικά στοιχεία φωτίστηκαν εξαιρετικά από τον Pappano και την ορχήστρα. Εκτός προγράμματος λάβαμε ως αναμενόμενο bis τον Ουγγρικό Χορό αρ. 1 του Brahms, παιγμένο με ένταση και λαμπρό ενθουσιασμό.
Την ακριβώς επόμενη βραδιά (30/4), το podium της ίδιας ορχήστρας κατέλαβε ο Γερμανός αρχιμουσικός Christian Thielemann, άλλος ένας διάσημος μαέστρος της ίδιας γενιάς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τόσο αυτός όσο και ο Pappano είναι γεννημένοι την ίδια ακριβώς χρονιά, το 1959. Επίσης, αμφότεροι έχουν αποδείξει τη μεγάλη τους αγάπη για την όπερα: ο Pappano είναι μουσικός διευθυντής της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, ενώ ο Thielemann είναι μουσικός σύμβουλος του Festival του Bayreuth.    
Πιο συγκεκριμένα, το πρόγραμμα της δεύτερης συναυλίας σχηματίστηκε από έργα αποκλειστικά του Robert Schumann: Εισαγωγή, Scherzo και Finale, Op. 52, Συμφωνία αρ. 1, Op. 38, Της Άνοιξης, Φαντασία για βιολί, Op. 131, και Συμφωνία αρ. 4, Op. 120. Ο γεμάτος, ευαίσθητα χρωματισμένος, διάφανος και τεχνικά άμεμπτος ήχος της ορχήστρας διακρίθηκε σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα έργα. Ο Thielmann, με ακριβέστατη και ιδιαίτερα εκφραστική κινησιολογία, φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια τα δραματικά στοιχεία των έργων, τα χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενα νευρικά ρυθμικά σχήματα (λ.χ. πρώτο μέρος της Τέταρτης Συμφωνίας,  Ziemlich langsam - Lebhaft) και ιδιαίτερα τους ξεχωριστούς συνδυασμούς των ορχηστρικών ομάδων. Ωστόσο, δεν κρύβουμε ότι βρήκαμε μάλλον ενοχλητικές τις συχνές αλλαγές ταχυτήτων μέσα στα μέρη των έργων (που, βεβαίως, δεν σημειώνονται από τον μουσουργό στην παρτιτούρα) και τα  παρατεταμένα ritenuti που εφήρμοζε ο αρχιμουσικός κατά τους σχηματισμούς των φράσεων.
Ο βετεράνος Αυστριακός βιολονίστας Rainer Küchl, που από την ηλικία των είκοσι ετών κατέχει τη θέση του Konzertmeister (εξάρχοντα) της Φιλαρμονικής της Βιέννης, ερμήνευσε με μουσικότητα και προσοχή το σολιστικό μέρος της Φαντασίας. Εντούτοις, δεν κατάφερνε πάντα να ανταποκριθεί με άνεση και ασφάλεια στα υπερβολικά δύσκολα τεχνικά περάσματα του έργου, γεγονός που συγχωρείται εύκολα σε έναν εξαίρετο μουσικό της δικής του καλλιτεχνικής στάθμης. Δεν λησμονούμε το γεγονός, ότι μεγάλο μέρος της άφθαστης ποιότητας της βιεννέζικης Φιλαρμονικής οφείλεται στη δική του συνδρομή. Και του είμαστε απολύτως ευγνώμονες για το γεγονός αυτό.



 .



       

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Traviata από την Met



Σκηνή από την όπερα La Traviata (φωτο: Τhe Metropolitan Opera)



Μπορεί σήμερα η  όπερα La Traviata του Giuseppe Verdi να ανήκει στα πιο διάσημα δημιουργήματα του ιταλικού ρεπερτορίου, ωστόσο η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου, τον Μάρτιο του 1853 (La Fenice, Βενετία), υπήρξε αρκετά επεισοδιακή εξαιτίας όχι της μουσικής, αλλά της πρωταγωνίστριας. Η Ιταλίδα σοπράνο Fanny Salvini-Donatelli (περ. 1815-1891), σπουδαία ερμηνεύτρια πολλών μεγάλων ρόλων ιταλικών μελοδραμάτων, κρίθηκε μάλλον προχωρημένης ηλικίας (ήταν μόλις 38 ετών!) και κάπως υπέρβαρη. Το κοινό εξέφρασε την απογοήτευσή του. Ο ίδιος ο συνθέτης χαρακτήρισε την πρεμιέρα ως φιάσκο και ζήτησε την αντικατάσταση της ντίβας, όμως δίχως αποτέλεσμα. Εντούτοις, υπήρξαν κριτικοί που εκθείασαν τις θαυμάσιες ικανότητες της αοιδού και ειδικά την εκπληκτική ερμηνεία των άφθονων κολορατούρων. Κατά τις επόμενες καλλιτεχνικές περιόδους, το έργο παρουσιάστηκε σε άλλα λυρικά θέατρα -βεβαίως όχι μόνο της Ιταλίας- και καταχειροκροτήθηκε. Έκτοτε πολλές ντίβες ανά τον κόσμο αναζητούν κατάλληλη ευκαιρία προκειμένου να ενσαρκώσουν την μοιραία παραστρατημένη Violetta Valéry, που στο τέλος της ζωής της, βαθειά ερωτευμένη και βαριά άρρωστη οδηγείτε στον θάνατο.
H φετινή καλλιτεχνική περίοδος της σειράς ζωντανών ή μαγνητοσκοπημένων μεταδόσεων από τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Met Live in HD), την οποία παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ολοκληρώθηκε με την Traviata.  Στις 20/4, η Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, είχε ασφυκτικά γεμίσει από έλληνες οπερόφιλους και λάτρεις του Verdi. Η παράσταση που παρακολουθήσαμε είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα, στις 14/4.  
Η παραγωγή υπογραφόταν από τον Γερμανό σκηνοθέτη Willy Decker. Επρόκειτο για την πολυσυζητημένη μοντέρνας αισθητικής κατεύθυνσης παραγωγή που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2005 στο Φεστιβάλ του Salzburg και που σήμερα κυκλοφορεί σε DVD Blue-ray  (Deutsche Grammophon 0440 073 4525 2). Τότε, την Traviata είχε τραγουδήσει η γοητευτική Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko (στο πλάι της είχε τους Rolando Villazon και Thomas Hampson).
 Κατά την πιο πρόσφατη αμερικανική παρουσίαση, ο πρωταγωνιστικός ρόλος ερμηνεύτηκε από την Γαλλίδα σοπράνο Natalie Dessay. Θυμίζουμε ότι η Dessay έγινε διάσημη τον Μάιο του 1992 ερμηνεύοντας τον ρόλο της Olympia (Jacques Offenbach, Παραμύθια του Hoffmann) στην Όπερα της Βαστίλης. Έκτοτε η καριέρα της απογειώθηκε και όλα τα επόμενα χρόνια κέρδισε την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό του κοινού ερμηνεύοντας όλους του μεγάλους ρόλους κολορατούρας σοπράνο και πολλούς άλλους γραμμένους για φωνή λυρικής σοπράνο. Με λύπη αναφέρουμε ότι η ενσάρκωση του κοσμαγάπητου ρόλου που πρότεινε, δεν έπεισε εντελώς. Ναι, υπήρξαν πολλές στιγμές που συγκίνησε: ειδικά κατά την τελευταία πράξη όταν χρωματίζοντας με νόημα συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά του κειμένου φώτιζε  το δράμα της πορείας της ηρωίδας προς το τέλος. Και γενικότερα, με αμεσότητα τόνιζε την ανθρώπινη και τόσο εύθραυστη πλευρά της Traviata. Ωστόσο, η φωνή της ακουγόταν μάλλον κουρασμένη  και όχι πάντα έτοιμη να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που θέτει ο Verdi. Ειδικότερα, κατά την πρώτη πράξη βιώναμε την προσπάθεια της καλλιτέχνιδος και ανησυχούσαμε για το αν και πώς θα τα έβγαζε πέρα. Η αναπνοή δεν επαρκούσε για τον άνετο σχηματισμό των μεγάλων φράσεων. Η μεγάλη άρια του τέλους της πρώτης πράξης (Sempre libera) δεν τη βρήκε σε καλή φόρμα. Παρά τη συγκέντρωσή της δεν πέτυχε να ερμηνεύσει με απόλυτη ακρίβεια όλες τις νότες της υψηλής περιοχής και ειδικά την καταληκτική νότα μι ύφεση (κατά τη συνέντευξη που έδωσε στο διάλειμμα, ζήτησε συγγνώμη από το κοινό για το τελευταίο γεγονός). Εντούτοις, υπογραμμίζουμε το γεγονός ότι η εκλεκτή τραγουδίστρια προσπαθούσε με ηρωισμό να ξεπεράσει τα δυσάρεστα αποτελέσματα κρυολογήματος που την ταλαιπωρούσε τις τελευταίες εβδομάδες. Την επόμενη μέρα από τη διεύθυνση της Met ανακοινώθηκε ότι αυτή ήταν η αιτία που εμπόδιζε την Dessay να πραγματοποιήσει τις υπόλοιπες παραστάσεις της παραγωγής (αντικαταστάθηκε από την Hei-Kyung Hong).  
O τενόρος Matthew Polenzani έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για την ενσάρκωση του Alfredo. Με εξαίρετου ηχοχρώματος λυρική φωνή και τεχνική σιγουριά αποκάλυπτε τη ρομαντική διάθεση του ήρωα. Ως πατέρας Gérmont ο βαρύτονος Dmitri Hvorostovsky κρίθηκε ιδανικός: η βαθιά στρογγυλή φωνή του είναι πραγματικά εντυπωσιακή και η σπάνια εκφραστικότητα με την οποία ερμήνευσε τη μεγάλη του άρια στη δεύτερη πράξη (Di Provenza il mar, il suol chi dal cor ti cancellò?), του χάρισε πολλά χειροκροτήματα.
Οι μικρότεροι ρόλοι καλύφθηκαν από τους φωνητικά πολύ καλούς Luigi Roni (Γιατρός Grenvil), Kyle Pfortmiller (Μαρκήσιος dObigny), Patricia Risley (Flora Bervoix), Jason Stearns (Baron Douphol), Scott Scully (Gastone), Peter Volpe (Ένας κύριος), Maria Zifchak (Annina), Juhwan Lee (Ένας υπηρέτης), Joseph Turi (Ένας αγγελιοφόρος) και Athol Farmer (Ένας προσκεκλημένος). Από τους προαναφερθέντες, ειδική αναφορά οφείλεται στον Roni, ο οποίος με προσοχή και καλοσχηματισμένη φωνή τραγούδησε και υποδύθηκε τον ρόλο του γιατρού. Σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη εμφανιζόταν περίπου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ενσαρκώνοντας τη σκοτεινή και μυστηριώδη φιγούρα του θανάτου-συνοδού της Traviata.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, επικεφαλής της έξοχης ορχήστρας του λαμπρού αμερικανικού λυρικού θεάτρου, διηύθυνε την παρτιτούρα και καθοδήγησε τους τραγουδιστές και τη χορωδία (η οποία αντιμετώπιζε σποραδικά  προβλήματα συγχρονισμού με την ορχήστρα) με συνέπεια και ετοιμότητα. Ο ίδιος εκμαίευσε ορισμένα εκφραστικά και αιθέρια pianissimi από την ορχήστρα.  
Τέλος, η ενδιαφέρουσα και σε πολλά στοιχεία της πρωτότυπη σκηνοθεσία του Decker, τα απέριττα σκηνικά-κοστούμια του Wolfgang Gussmann, o εύστοχος σχεδιασμός φωτισμών του Hans Toelstede και η χορογραφία του Athol Farmer στόχευσαν σε μια  μινιμαλιστική παρουσίαση της ιστορίας. Τα γεγονότα της πλοκής διαδραματίζονταν μπροστά από έναν τεράστιο τοίχο και ένα μεγάλο ρολόι, που τοποθετημένο σε εμφανές σημείο θύμιζε το πέρασμα του χρόνου και την έλευση της  ύστατης ώρας.





Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η αθάνατη ηρωίδα του Massenet



Anna Netrebko (Manon) και Piotr Beczala (Ιππότης Des Grieux). Φωτο: Ken Howard/The Metropolitan Opera



H πεντάπρακτη όπερα Manon του Jules Massenet, σε λιμπρέτο των Henri Meilhac και Philippe Gille, βασισμένο στη νουβέλα του Abbé Prévost, αποτελεί ένα από τα μεγάλα θαύματα του γαλλικού μελοδραματικού ρεπερτορίου. Η παρτιτούρα είναι ξέχειλη από συγκινητικές μελωδίες, λεπτοδουλεμένη ενορχήστρωση  και ερωτική ατμόσφαιρα.
Η διεισδυτική και ευαίσθητα χρωματισμένη μουσική του Massenet πετυχαίνει να σκιαγραφήσει με αποκαλυπτικό τρόπο την πορεία της γοητευτικής Manon από την αθωότητα της εφηβικής ηλικίας στην άνοδο και την πτώση της ερωτικής ζωής, μέχρι την ύστατη στιγμή της μετάνοιας και του θανάτου στην αγκαλιά του αγαπημένου της, Ιππότη des Grieux.
Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Ιανουαρίου 1884, στο Παρίσι, με μεγάλη επιτυχία και σύντομα αγαπήθηκε όσο λίγα έργα του γαλλικού ρεπερτορίου. Μετά από την πρεμιέρα του αριστουργήματος, πολλά λυρικά θέατρα στην Ευρώπη και τη Αμερική θέλησαν να ανεβάσουν το έργο.
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης πρωτοανέβασε το έργο στις 16 Ιανουαρίου 1895 και έκτοτε έχει προτείνει παραγωγές πραγματικά εξαιρετικές. Το πιο πρόσφατο ανέβασμα της όπερας από το εν λόγω λυρικό θέατρο (σε συμπαραγωγή με τη Βασιλική Όπερα Covent Garden του Λονδίνου, το Θέατρο της Scala του Μιλάνου και το Θεάτρο του Καπιτωλίου της Τουλούζης) πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από τον θάνατο του Massenet και στήθηκε γύρω από την πολυδιαφημισμένη σύγχρονη Ρωσίδα ντίβα Anna Netrebko, σοπράνο που διαθέτει την κατάλληλη ελκυστική φωνή, τη μουσικότητα και βεβαίως, γοητευτική σκηνική παρουσία. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν προϋπόθεση για τη σωστή προσέγγιση του ρόλου.
 Στο πλαίσιο, λοιπόν, της σειράς Met HD Live, στις 10/4, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από το περίφημο αυτό αμερικανικό λυρικό θέατρο παράστασης της Manon, που είχε δοθεί δύο μέρες νωρίτερα ( 8/4).
Στο podium της έξοχης ορχήστρας της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης στάθηκε ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, ο οποίος με μεγάλη προσοχή εκμαίευση θαυμάσια ηχοχρώματα τόσο από τους μουσικούς του ορχηστρικού συνόλου όσο και από τους τραγουδιστές του.
H Netrebko με ελκυστικό τρόπο βούτηξε στα άδυτα του ρόλου της Manon και με φωνή στη βάση της δουλεμένη, τραγούδησε με νόημα και λυρισμό τις μεγάλες φράσεις. Ίσως κάποια από τα υψηλά ρε της tessitura να μην ήταν ακριβώς στη θέση τους, ωστόσο η τέχνη του σχηματισμού των φράσεων και της χρήσης των αναπνοών, όπως και η προσοχή με την οποίαν μπόλιαζε τις λέξεις (θαυμάσια αρθρωμένα τα γαλλικά της!), μας συγκίνησαν. Γίναμε μάρτυρες της αγωνίας και του κλάματος της ηρωίδας που με τόση ευστοχία μεταφερόταν μέσω της πολύτιμης φωνής της.
Δίπλα της, ο Piotr Beczala, που για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του αντιμετώπιζε τον ρόλο του Ιππότη des Grieux, αποδείχθηκε άξιος συνοδοιπόρος της: δεν ήταν μόνο η πλούσια φωνή του που μας κέρδισε, αλλά η ατελείωτη αναπνοή του και η αμεσότητα της έκφρασής του (με πόση αισθαντικότητα απέδωσε την άρια En fermant les yeux και με πόσο νόημα ερμήνευε τις κρατημένες νότες). Το ζευγάρι βρήκε πολλά σημεία επικοινωνίας, που έκαναν την ερμηνεία της όπερας ιδιαίτερη.
Ο Βραζιλιανός βαρύτονος Paolo Szot απέδωσε τον ρόλο του Lescaut, εξαδέλφου της ηρωίδας, με δραματικότητα. Ο Αμερικανός μπασοβαρύτονος David Pittsinger προσέγγισε με παλμό τον μάλλον σύντομο ρόλο του πατέρα des Grieux. Οι τρεις κοπέλες, Ditto Anne-Carolyn Byrd, Jennifer Black και Ginger Costa-Jackson, υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικές στις κουτσομπολίστικες ατάκες τους.  Ο ρόλος του Guillot de Morfontaine καλύφθηκε με χιούμορ, ειρωνική φινέτσα και θεατρικό οίστρο από τον Christoph Mortagne. Η υπόλοιπη διανομή των μικρότερων ρόλων στάθηκε στο ίδιο υψηλό μουσικό επίπεδο: Bradley Garvin (De Brétigny), Philip Cokorinos (Πανδοχέας), Kathryn Day (Υπηρέτρια), Alexander Lewis (Φρουρός) και David Crawford (Φρουρός).
Η χορωδία, προετοιμασμένη από τον πολύπειρο βετεράνο διευθυντή χορωδίας Donald Palumbo, κρίθηκε εξαιρετική σε κάθε εμφάνισή της, ενώ το μπαλέτο εκτέλεσε με κέφι τις χορογραφίες του Lionel Hoche.
Ο Laurent Pelly, που υπέγραφε την παραγωγή και τον σχεδιασμό των κοστουμιών, έστησε μια παράσταση απολύτως καλαίσθητη και μέσα στο πλαίσιο των ζητουμένων της παρτιτούρας: απέριττα και λειτουργικά σκηνικά (της Chantal Thomas) συνδυασμένα με καλοσχεδιασμένα και ξεχωριστά στην κομψότητά τους κουστούμια (έξι διαφορετικά κοστούμια για την Manon!), φωτισμένα με νόημα από τον Joël Adam, ευχαριστούσαν τα μάτια.