Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Rigoletto και Las Vegas



Ο Željko Lučić ως Rigoletto. Φωτο: The Metropolitan Opera




      Το 1832 ο Victor Hugo παρέδωσε το θεατρικό του έργο Le roi s’amuse (Ο Βασιλιάς διασκεδάζει), που στην εποχή του, για πολιτικούς λόγους, είχε λογοκριθεί. Οι επικριτές βρήκαν ότι περιείχε αρνητικές αναφορές στο πρόσωπο του Βασιλιά Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας. Ο συγγραφέας αναζήτησε τη δικαίωσή του στα δικαστήρια, έχασε, αλλά έγινε διάσημος μέσα από τον αγώνα του για την ελευθερία του λόγου στη Γαλλία.
      Όταν πολλά χρόνια αργότερα, στα 1850, το λυρικό θέατρο La Fenice της Βενετίας, ανέθεσε στον Giuseppe Verdi τη σύνθεση ενός νέου μελοδράματος, εκείνος μετά από σύντομη εξέταση διαφόρων άλλων θεατρικών έργων, με ενθουσιασμό στάθηκε στο δημιούργημα του Hugo, μολονότι γνώριζε τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει ο συγγραφέας για την παρουσίασή του και ότι η πολιτική αστάθεια της δικής του εποχής, δεν θα ευνοούσε ούτε τον ίδιο. Εντούτοις, συνεργαζόμενος με τον λιμπρετίστα Francesco Maria Piave, προχώρησε στη σύνθεση της σήμερα διάσημης όπεράς του, με τίτλο Rigoletto, που στρέφεται γύρω από την άσωτη ζωή του Δούκα της Μάντοβα, τον γελωτοποιό του, Rigoletto, και την κόρη του γελωτοποιού, Gilda. Η φοβερή κατάρα του εξοργισμένου Κόμη Monterone, στην αρχή της όπερας, πέφτει σαν αστροπελέκι προκαλώντας τη μοίρα που με τη σειρά της παίζει ένα τραγικό παιχνίδι για τον γελωτοποιό και την όμορφη κόρη του. Η όπερα του Verdi παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στη σκηνή του La Fenice, στις 11 Μαρτίου 1851. Έκτοτε ανήκει στα πιο αγαπητά μελοδράματα του διεθνούς ρεπερτορίου. 
       Στις 17/2 (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση του Rigoletto από τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Η παράσταση είχε δοθεί μόλις μια μέρα νωρίτερα (16/2) κερδίζοντας τα θετικά σχόλια κοινού και κριτικών.
        Πιο συγκεκριμένα, για την εν λόγω παραγωγή επιστρατεύτηκε ένα σεξτέτο από τους αρτιότερους σύγχρονους  ερμηνευτές των ρόλων: Diana Damrau (Gilda), Piotr Beczala (Δούκας),  Željko Lučić (Rigoletto), Štefan Kocán (Sparafucile), Robert Pomakov (Monterone) και Oksana Volkova (Maddalena).
        Η Damrau ερμήνευσε τον ρόλο της άτυχης κόρης του Rigoletto με μεγάλη εκφραστική αμεσότητα, ξεχωριστή μουσικότητα και ωραίο φωνητικό τίμπρο. Αρκετές στιγμές διαπιστώναμε ότι τραγουδούσε τις άριες (ειδικά την Gualtier Maldè!... Caro nome) με εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια του φραζαρίσματος που θα εφήρμοζε στην ερμηνεία ενός Lied. Βρήκαμε ότι η όμορφη σοπράνο απέδωσε την αγνότητα και αγγελική διάθεση της ηρωίδας με λαμπρό τρόπο. Έξοχα υπήρξαν τα pianissimi της στην τελική σκηνή, όταν αποχαιρετούσε τον πατέρα της και τα εγκόσμια.
     Ο Lučić κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο με την απαιτούμενη ένταση και έμπειρη γνώση. To legato του και η χαρακτηριστική, ιδιωματική ιταλική δομή του τραγουδιού του, ήταν στοιχεία άξια επαίνων. Κατά την τελική κλιμάκωση του ρόλου, όταν βλέπουμε τον ήρωα να θρηνεί πάνω από το σώμα της κόρης του που ξεψυχά, κρίθηκε συγκινητικός μέσα στον πατρικό αγωνιώδη πόνο.
       Ο Beczala πρόσφερε έναν Δούκα καλοστημένο, φωνητικά φρέσκο και βέβαιο, όπως και υποκριτικά εύστοχο, τονίζοντας την πιο συμπαθητική πλευρά αυτού του ανήθικου χαρακτήρα.
     Ο Kocán εντυπωσίασε με τα πλούσια φωνητικά του προσόντα (στιβαρή φωνή μπάσου, πλούσιων ηχοχρωμάτων, με ιδιαίτερη χροιά), προτείνοντας έναν σκοτεινό, ψυχρό και αδίστακτο πληρωμένο δολοφόνο. Δίπλα του, η Volkova, υπήρξε πειστική στην ενσάρκωση της συναισθηματικής αδελφής του, που ερωτεύεται τον Δούκα και παρακαλεί τον αδελφό της, να του χαρίσει τη ζωή.
        O Pomakov ήταν τρομακτικός ως Monerone και η κατάρα, στην πρώτη πράξη, αποδόθηκε με μεγάλο μένος. Η χορωδία τραγούδησε με ετοιμότητα και brio.
       Ο Ιταλός Michele Mariotti, ένας από τους επιφανέστερους νέους μαέστρους όπερας, επέδειξε ευαισθησία απέναντι στα ζητούμενα του Verdi και διηύθυνε με προσοχή απέναντι στις φωνές και διάθεση ανάδειξης της αριστοτεχνικής ενορχήστρωσης της παρτιτούρας.  
      Ο σκηνοθέτης Michael Mayer, γνωστός για τις βραβευμένες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές του (A Home at the End of the World, Flicka και Smash), όπως και για τις επιτυχημένες παραγωγές του στο Broadway (λ.χ. The Lion in Winter, Triumph of Love και American Idiot), μετέφερε την πλοκή του έργου, από την Ιταλία του δεκάτου έκτου αιώνα, σε casino του Las Vegas του 1960, υπογραμμίζοντας την ατμόσφαιρα της χλιδής, οικονομικής δύναμης, εξουσίας αλλά και παρακμής. Μολονότι, βρίσκουμε ότι πολλές από τις μοντέρνες σκηνοθεσίες που παρουσιάζονται από τα μεγάλα (και μικρότερα) λυρικά θέατρα, ακυρώνουν τα νοήματα των έργων, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε το ίδιο και για αυτό το ανέβασμα. Ο Mayer στόχευσε και -κατά τη γνώμη μας- πέτυχε να δώσει το στίγμα της διαχρονικότητας της υπόθεσης του Rigoletto. Μπορεί αρχικά να ξάφνιασε κάπως η όψη του Δούκα ως τραγουδιστή τύπου Sinatra ή του Monterone ως Σαουδάραβα πρίγκιπα-μεγιστάνα του πλούτου, ή ακόμα και της μεγάλης Cadillac, που είδαμε στην τελευταία πράξη, εντούτοις, θα το επαναλάβουμε, τα νοήματα δεν χάθηκαν.  
         Τα έντονα χρώματα των σκηνικών της εδώ και χρόνια στενής συνεργάτιδας του Mayer, Christine Jones (η οποία δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει άφθονο φωτισμό με νέον σε όλες τις πράξεις) και τα άλλοτε κομψά μαύρα και άλλοτε έντονων χρωματισμών κοστούμια της Susan Hilferty, που ακολουθούσαν τα πρότυπα της ενδυμασίας των sixties, φωτισμένα με απόλυτη ευστοχία από τον Kevin Adams, εξασφάλισαν μια ιδιαίτερη ενέργεια και φλόγα στην όλη παραγωγή. Ο χορογράφος Steven Hoggett φρόντισε για τη ζωηρή κίνηση των χορευτών του. 
      Στο τέλος της παράστασης, το κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό τους τραγουδιστές, τον μαέστρο, την ορχήστρα και την χορωδία, όπως και τους υπεύθυνους του εικαστικού μέρους της παραγωγής (τα γιουχαΐσματα που απευθύνονταν στον σκηνοθέτη ήταν λίγα, συγκριτικά με εκείνα που θα περίμενε κανείς από μια μοντέρνα σκηνοθεσία).



Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

H DiDonato σε μεγάλη όπερα του Donizetti



Η Joyce DiDonato ως Maria Stuarda. Φωτο: Metropolitan Opera



        Κατά την περασμένη καλλιτεχνική περίοδο, τη φετινή και την επόμενη, η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ανεβάζει τις τρεις όπερες του Gaetano Donizetti, που έχουν ως θέμα τους τις «Τρεις Βασίλισσες». Ειδικότερα, πέρυσι παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από το μεγάλο αμερικανικό λυρικό θέατρο, την παραγωγή της Anna Bolena (15/10/2011, με πρωταγωνίστρια την Anna Netrebko), στις 19/1, πάλι σε ζωντανή μετάδοση, παρακολουθήσαμε την παραγωγή της Maria Stuarda, ενώ για μια από τις επόμενες περιόδους, αναμένεται η παραγωγή του Roberto Devereux (όπου η υπόθεση στρέφεται γύρω από την Βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας). Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι η Maria Stuarda, παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την Met. Είναι γνωστό και ευχάριστο ότι ο γενικός διευθυντής της Met, Peter Gelb, έχει θέσει ως προτεραιότητά του την ένταξη αριστουργημάτων του belcanto στο ρεπερτόριο του αμερικανού λυρικού θεάτρου.
        Η Met δίνει την ευκαιρία στο κοινό της, το οποίο με τις ζωντανές μεταδώσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου, αγγίζει υψηλότατους αριθμούς, να χαρεί τόσο το ιδιοφυές πνεύμα του Donizetti όσο και μια πλειάδα εκλεκτών λυρικών ερμηνευτών που καλούνται να καλύψουν την διανομή.
         Κατά την πιο πρόσφατη παράσταση της τραγικής όπερας Maria Stuarda, που παρακολουθήσαμε (19/1, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), τον κεντρικό ρόλο της Βασίλισσας της Σκωτίας, ερμήνευσε η Αμερικανίδα μέτζο Joyce DiDonato, που σήμερα συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες τραγουδίστριες της εποχής μας. Και όχι αδίκως. Η ενσάρκωση του ρόλου κρίθηκε από κάθε άποψη υποδειγματική. Συνήθως ερμηνεύεται από υψιφώνους, ωστόσο, η ιδιαίτερη έκταση, τον καθιστά κατάλληλο και για μεσόφωνους. Ας μη λησμονούμε, ότι πρώτη ερμηνεύτρια του ρόλου, το 1835, μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό της, υπήρξε η θρυλική Maria Malibran, που διέθετε μοναδικά φωνητικά προσόντα. Η DiDonato, μετά από βαθύτατη μελέτη της παρτιτούρας, όπως και της βιογραφίας της διάσημης ηρωίδας που προσέγγιζε, πρόσφερε μια ενσάρκωση που ευχαριστούσε τόσο σε μουσικό, όσο και σε υποκριτικό επίπεδο. Η άμεσα αναγνωρίσιμη, σκουρόχρωμη φωνή της, το μουσικό της ήθος, η προσοχή της στην υπογράμμιση των συναισθηματικών διαβαθμίσεων του ρόλου, οι ακριβέστατη ερμηνεία των κολορατούρων, το καλά εστιασμένο ηχόχρωμα της φωνής της, η έξοχη προσέγγιση του ιδιαίτερου ύφους του belcanto (τι legato!) και οι δραματικές εξάρσεις στις μεγάλες άριες και σκηνές, εντυπωσίαζαν από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης. Στην τελική προσευχή της (πράξη δεύτερη, σκηνή τρίτη,  Deh! Tu di un emile preghiera), πριν από τη θανάτωσή της Stuarda, συνοδευόμενη από τη χορωδία, η DiDonato ερμήνευσε με ασύλληπτη μουσική γενναιοδωρία και άφθαστη συγκίνηση, που έκανε ακόμα και τα μάτια του πιο ψυχρού ακροατή να βουρκώσουν. Στη δεύτερη πράξη, βλέπουμε την ηρωίδα τρεμάμενη και σαφώς καταπονημένη. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τα γεγονότα που παρακολουθούμε στην πρώτη πράξη.
        Βεβαίως, η DiDonato είχε την τύχη να έχει δίπλα της, συμπρωταγωνιστές που κινούνταν στο ίδιο υψηλό ερμηνευτικό επίπεδο. Τον ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ επωμίσθηκε η νέα Νοτιοαφρικανική σοπράνο Elza van den Heever, σημειώνοντας το ντεμπούτο της στη Met με αυτόν τον μεγάλο ρόλο. Με ταλέντο, τεχνική σιγουριά και φωνή έτοιμη να αντιμετωπίσει τις μεγάλες απαιτήσεις του Donizetti, απέδωσε θαυμάσια το μέρος της. Οι δυο βασίλισσες (που ιστορικά, ουδέποτε συναντήθηκαν), εδώ σε αυτή την όπερα (που ακολουθεί την ιστορία όπως την εξιστορεί ο Friedrich Schiller στο ομώνυμο θεατρικό του έργο), μισούν παράφορα η μια την άλλη και στις μεγάλες σκηνές, όπου το δηλητήριο ρέει άφθονο μεταξύ τους, τόσο η van den Heever, όσο φυσικά και η DiDonato, είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν τον δυναμισμό των προσωπικοτήτων τους. Η van den Heever, με τις υποδείξεις του σκηνοθέτη Sir David McVicar, απέδωσε τη βασίλισσα, με αρρενωπό δυναμισμό, σκληρότητα και μακριά από κάθε προβλεπόμενο καθωσπρεπισμό (η αντίθεση με την τρυφερή και τραγική Maria Stuarda ήταν προφανής). Προκειμένου να φορέσει την ειδική περούκα και να μοιάζει με την ιστορική βασίλισσα, δέχθηκε να ξυρίσει το κεφάλι της
         Ο Αμερικανός λυρικός τενόρος Matthew Polenzani, τον οποίον είχαμε σχετικά πρόσφατα απολαύσει στον ρόλο του Nemorino (Donizetti, L' Elisir dAmore, Met live in HD, 13/10/2012), τραγούδησε και έπαιξε τον ρόλο του Robert Dudley (Roberto), Κόμη του Leicester, με δραματικό συναίσθημα και εξερεύνησε άψογα τις αγωνίες του ήρωα και την ευθραυστότητα των συναισθημάτων του, που βρίσκεται ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στις δύο θυελλώδεις και ερωτευμένες μαζί του βασίλισσες. Συμπλήρωσε πειστικότατα το ερωτικό τρίγωνο. 
         Ως  Λόρδος Guglielmo Cecil, ο Joshua Hopkings ικανοποίησε με την έμφασή του στο κείμενο και φέροντας στην επιφάνεια το διαβολικό στοιχείο του χαρακτήρα, ενώ ο Matthew Rose, αποδείχθηκε επιβλητικός και ανθρώπινος Talbot,  Κόμης του Shrewsbury και υποστηρικτή της σκωτσέζας βασίλισσας.
         Τον σύντομο ρόλο της Anna, συνοδού της Maria Stuarda, κάλυψε με συνέπεια η πολύ καλή μέτζο Maria Zifchak.
          Η χορωδία του λυρικού θεάτρου ερμήνευσε τα μέρη της με πνοή και νόημα. 
        Ο Ιταλός αρχιμουσικός Maurizio Benini στάθηκε στο podium της όπως πάντα λαμπρής ορχήστρας της Met, διευθύνοντας μια παράσταση που ξεχώρισε για την ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου και τη δραματική της δύναμη. Οι ταχύτητες που επέλεγε, συνήθως σφριγηλές, διασφάλιζαν τη σωστή ροηκότητα της παρτιτούρας.
        Ο σκηνοθέτης Sir David McVicar (που υπογράφει τη σκηνοθεσία των τριών μελοδραμάτων του Donizetti, που παρουσιάζονται στη Met), ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος John MacFarlane, η υπεύθυνη φωτισμού Jennifer Tipton και η χορογράφος Leah Hausman, πέτυχαν να αναβιώσουν με προσοχή και ενδιαφέρον όχι μόνο το δράμα των ηρώων, αλλά και την ατμόσφαιρα της εποχής, τονίζοντας τόσο το μεγαλείο και τον πλούτο (τα κοστούμια ήταν σχεδιασμένο με βάση τα ιστορικά πρότυπα), όπως και τη σκοτεινή και μελαγχολική διάθεση, που κυριαρχεί στη δεύτερη πράξη. Ειδικότερα, οι προσωπικότητες των χαρακτήρων και οι μεταξύ τους σχέσεις εξερευνήθηκαν σε βάθος και αναδείχθηκαν με λειτουργικό τρόπο και ιδιαίτερη θεατρικότητα. Τα λιτά και έξυπνα επιμελημένα σκηνικά συνδύαζαν με γούστο την αισθητική, του δεκάτου έκτου αιώνα, με ρομαντικά στοιχεία του δεκάτου ενάτου αιώνα, εποχή σύνθεσης της όπερας. Η σύγχρονη μινιμαλιστική ματιά κάθε άλλο παρά απουσίαζε από το εικαστικό μέρος. Μέσα από τα κοστούμια, έβλεπε κανείς τη δόξα της ελισαβετιανής εποχής, αλλά και διαχρονικές αλήθειες όπως την τραγικότητα του άδικου θανάτου-θυσίας: βλέπουμε την Stuarda στο τέλος της όπερας, λίγο πριν παραδοθεί στον δήμιο, να  φορά ένα απλό κατακόκκινο φόρεμα και έχοντας αποχωριστεί την περούκα της, να φαίνονται πλέον τα γκρίζα, σχεδόν άσπρα, μαλλιά.  
        Παρουσιάστρια της μετάδοσης ήταν η πολυαγαπημένη δραματική σοπράνο Deborah Voigt, που συνομίλησε με τους πρωταγωνιστές της παραγωγής με άφθονο ενθουσιασμό και καλή διάθεση.







Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Brava Marita!





 
      Παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον τη σταδιοδρομία της μέτζο Μαρίτας Παπαρίζου σχεδόν από την αρχή της. Ήδη από τα πρώτα στάδια των σπουδών της κέρδιζε τις εντυπώσεις όσων την άκουγαν. Χάρη στην Υποτροφία Αλεξάνδρα Τριάντη είχε την ευκαιρία να συνεχίσει τη μελέτη της σε ευρωπαϊκές χώρες. Διακρίσεις σε διαγωνισμούς και προτάσεις για εμφανίσεις σε μεγάλα λυρικά θέατρα και διεθνή φεστιβάλ δεν άργησαν να ακολουθήσουν. Σήμερα θεωρείται μια από τις καθιερωμένες λυρικές τραγουδίστριες σε διεθνή κλίμακα.
       Η καλλιτέχνις ανήκει στις φιλέρευνες τραγουδίστριες της γενιάς της, συνεχώς ανακαλύπτοντας και αποκαλύπτοντας συνθέτες διαφορετικών εποχών και κατευθύνσεων. Το ρεπερτόριο που ερμηνεύει –πάντα με τρανή πειστικότητα!- ξεκινάει από την εποχή μπαρόκ και φθάνει μέχρι τις μέρες μας.    
     Οι φωνητικές ποιότητες και γενικότερα η τέχνη της Παπαρίζου είναι  ιδιαίτερες: το ζεστό (σκούρων αποχρώσεων) ηχόχρωμα του οργάνου της, ο εκπληκτικός έλεγχος της αναπνοής της και ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, συναρπάζουν κάθε φορά που την ακούμε. Όλες αυτές οι αρετές θριαμβεύουν στη νέα δισκογραφική της κατάθεση, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της διεθνούς δισκογραφικής εταιρίας MDG, και τιτλοφορείται Vivaldi ma non solo. Σε αυτό το album η Παπαρίζου συνοδεύεται από τη σημαντική ορχήστρα δωματίου I Solisti Veneti, υπό τη διεύθυνση του λαμπρού ιδρυτή και μόνιμου αρχιμουσικού του συνόλου, Claudio Scimone (μαθητή του Δημήτρη Μητρόπουλου). Οι πάνω από τριακόσιες ηχογραφήσεις του συγκροτήματος και οι συνεργασίες με ονομαστούς σολίστ, το κατατάσσουν στα αρτιότερα της εποχής μας: σημειώνεται ότι μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου του καλύπτεται από έργα συνθετών της εποχής μπαρόκ, οι μουσικοί που το απαρτίζουν παίζουν σε σύγχρονα όργανα και όχι σε όργανα που δημιουργήθηκαν την αντίστοιχη εποχή ή που κατασκευάστηκαν με βάση τις προδιαγραφές της.
       Όπως μαρτυρεί ο τίτλος, το νέο CD είναι αφιερωμένο στον μεγάλο Ιταλό συνθέτη της εποχής μπαρόκ Antonio Vivaldi, αλλά και σε ακόμα δύο ακόμα μουσουργούς, τον κορυφαίο George Frideric Handel και τον σήμερα λιγότερο γνωστό, αλλά κάποτε διαπρεπή, Ferdinando Bertoni.
       Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Bertoni (1725-1813) έλαβε τα φώτα της μουσικής από τον Giovanni Battista Martini, μέγα Δάσκαλο και μουσικό της εποχής του, που κατά τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του κατείχε τη θέση του οργανίστα του Βασιλικής του Αγ. Μάρκου (βυζαντινής αρχιτεκτονικής ναού) της Βενετίας. Τα έργα θρησκευτικής μουσικής, όπως και οι πάμπολλες όπερες, που άφησε πίσω του (περίπου διακόσια θρησκευτικά έργα και εβδομήντα όπερες), αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια ενός προικισμένου συνθέτη, χαρισματικού κάτοχου των μυστικών της τέχνης της σύνθεσης. Η Παπαρίζου, που έχει ερμηνεύσει έργα του συνθέτη στο παρελθόν, επέλεξε την άρια Addio, o miei sospiri, από την όπερα Tancredi, αποδίδοντάς την με ιδιαίτερη προσοχή και αγάπη: η δεξιοτεχνική γραφή και οι πάμπολλες κολορατούρες δεν τρομάζουν τη μουσικό, η οποία βρίσκει την ευκαιρία να αποδείξει τη στέρεη τεχνική της και τη θαυμάσια ικανότητά της να ανταπεξέρχεται στις προκλήσεις της παρτιτούρας επιστρατεύοντας τη γνώση του σχηματισμού των φράσεων και του εύστοχου κτισίματος των εκφραστικών κλιμακώσεων. Αφήνει την εν λόγω άρια για το τέλος του δίσκου. Αυτού του μέρους προηγούνται έξοχες ερμηνείες μουσικής των Vivaldi και Handel.
      Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ο δίσκος ανοίγει με δύο άριες (Nel profondo cieco mondo και Sorge lirato nembo e fatal tempesta) από την τρίπρακτη όπερα Orlando Furioso, RV 728,  του Vivaldi, βασισμένη στο γνωστό ποίημα του Ludovico Ariosto, και παρουσιασμένη για πρώτη φορά στη Βενετία, το 1727 (το 1714, είχε προηγηθεί, άλλο έργο του ίδιου συνθέτη, με τον ίδιο τίτλο). Στις δυο αυτές μεγάλες άριες, η Παπαρίζου δίνει τον καλύτερό της εαυτό, πείθοντας για τη γνώση του ιταλικού ύφους μπαρόκ και για την ευαισθησία της απέναντι στην ερμηνεία του ποιητικού κειμένου.
      Στη συνέχεια, ερμηνεύει πλήρες το Stabat Mater, RV 621, του ίδιου συνθέτη, που κατά πάσα πιθανότητα (δεν υπάρχουν αδιάψευστες μαρτυρίες που μπορούν να επιβεβαιώσουν με βεβαιότητα το γεγονός) γράφτηκε το 1712 και αποτελεί το πρώτο του θρησκευτικό έργο. Πετυχαίνει με συνέπεια, ορθή αίσθηση της πνοής και της πνευματικότητας του έργου, και κυρίως με ένα πραγματικά ανώτερο αίσθημα να φέρει στην επιφάνεια την τραγικότητα και ευαίσθητη μελαγχολία της μουσικής. Ο Scimone και το σύνολό του, αποδεικνύονται και εδώ εξαιρετικοί συνεργάτες της, μετέχοντας με ειδική γνώση και συνεισφέροντας με ουσιαστικό τρόπο σε αυτή την όντως υποδειγματική ερμηνεία.
      Στις δύο άριες που ακολουθούν (Handel, Morirò, ma vendicata, από την πεντάπρακτη όπερα Teseo, 1713, και Vivaldi, Gelido in ogni vena, από την όπερα Farnace, 1727), η διεισδυτική δραματική έκφραση, το πολύ καλό γούστο και η άμεση ανταπόκριση της Παπαρίζου στις απαιτήσεις, συγκινούν βαθιά. Η μουσικός σέβεται τόσο το λυρικό όσο και το ηρωικό στοιχείο της μουσικής και υπογραμμίζει με ετοιμότητα  τα έντονα συναισθήματα που εκφράζονται.
      Ο Claudio Scimone και οι Solisti Veneti φροντίζουν να αναδεικνύουν σε κάθε άρια τα ιδιαίτερα στοιχεία της ενορχήστρωσης των τριών τιμωμένων μουσουργών και προσφέρουν πάντα συνοδείες υψηλών προδιαγραφών και απόλυτης αίσθησης των υφολογικών ζητουμένων. [ΜDG 609 1744-2].




Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Νέα αποστολή για την Cecilia Bartoli






     H Ιταλίδα μέτζο Cecilia Bartoli δεν είναι μια συνηθισμένη σύγχρονη λυρική καλλιτέχνις. Από την αρχή της διεθνούς σταδιοδρομίας της (ο Herbert von Karajan ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους της μουσικής, που εντόπισαν το πλούσιο ταλέντο της) και μέχρι σήμερα έχει προσφέρει μια σειρά από ερμηνείες και δισκογραφικές καταθέσεις, που συνδυάζουν έργα διάσημων συνθετών, με εκείνα ξεχασμένων δασκάλων του παρελθόντος. Με τη μεγάλη τέχνη και τη ξεχωριστή φωνή της, η diva καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον του διεθνούς κοινού και να αναδείξει τα έργα που προσεγγίζει. 
     Το τελευταίο της album φέρει τον τίτλο Mission και είναι αφιερωμένο στον Agostino Steffani (1654-1728), μουσουργό, κληρικό και διπλωμάτη (πιθανότατα, και κατασκόπου): προσωπικότητα προορισμένη για πολλές αποστολές και ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες ανάμεσα στην εποχή του Claudio Monteverdi και του Antonio Vivaldi. Ο Steffani, στα νεανικά χρόνια της ζωής του, διακρίθηκε για την ωραία φωνή του, την εποχή που τραγουδούσε στη χορωδία του Αγ. Μάρκου της Βενετίας. Ο Κόμης Georg Ignaz von Tettenbach εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του νεαρού, φρόντισε για τις σπουδές του στο Μόναχο. Κυριότεροι δάσκαλοί του υπήρξαν οι Johann Kaspar Kerll (1627-1693, συνθέτης και οργανίστας, τον οποίον εκτιμούσαν  οι George Frideric Handel και Johann Sebastian Bach)  και Ercole Bernabei. Το 1674 εξέδωσε την πρώτη του σύνθεση και το 1675 διορίστηκε οργανίστας στην Αυλή του Μονάχου. Στη συνέχεια έγινε κληρικός και παράλληλα συνέθεσε μια σειρά από λαμπρά έργα  (μεταξύ των οποίων αρκετές όπερες). Η διπλωματική του σταδιοδρομία τον έφερε στις Βρυξέλλες (1698). Πολλά από τα έργα του, σε χειρόγραφη ή εκτυπωμένη μορφή, φυλάσσονται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη: μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο το 1714 από τον Εκλέκτορα του Ανοβέρου, που την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους θα ονομαζόταν  Βασιλέας Γεώργιος Ι της Μεγ. Βρετανίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1724, ο συνθέτης έλαβε τον τίτλο του δια βίου επίτιμου προέδρου της Ακαδημίας Παλιάς Μουσικής του Λονδίνου.  Άφησε πίσω του μεγάλο αριθμό ορχηστρικών και φωνητικών συνθέσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό. Σίγουρα, στην εποχή του, εθεωρείτο ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους συνθέτες όπερας.   
     Το φιλέρευνο πνεύμα της Bartoli την ώθησε στην εξερεύνηση των παρτιτούρων του Steffani και στην έξυπνη επιλογή μερών από φωνητικές συνθέσεις του (γραμμένες για castrati τραγουδιστές), που δίνουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη ιδέα της αξίας του: Είκοσι μία από αυτές, ηχογραφούνται για πρώτη φορά. Η μουσική του Steffani, μέσα από τις ερμηνείες αυτές, κρίνεται εντυπωσιακά ενδιαφέρουσα, επινοητική, με ωραιότατα λαξευμένες μελωδίες, δραματικό χαρακτήρα (που σίγουρα επηρέασε τα έργα του Handel) και τεχνικά απαιτητική. Η Bartoli, συνοδευόμενη από την έξοχη ορχήστρα  αποτελούμενη από όργανα εποχής, I Barocchisti, υπό τον ακούραστο εμπνευστή του συνόλου, Diego Fasolis, δίνει τον καλύτερό της εαυτό και με μεγάλη πειστικότητα αναδεικνύει τις ποιότητες του Steffani. Ειδικότερα, η εκφραστική της δύναμη φωτίζεται σε μέρη όπως η τρυφερή άρια Amami e vederai ή την ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας άρια  La cerasta più terribile. Κατά την άποψή μας, η άρια Dell’alma stanca a raddolcir le tempre, είναι η πιο πολύτιμη και συγκινητική του δίσκου, όπου ο Αμφίων προσπαθεί να βρει παρηγοριά από την κοσμική αρμονία: η Bartoli μεταφέρει την εκστατική ατμόσφαιρα του μέρους αυτού με μεγάλη ευστοχία. Γενικότερα, στο album αυτό εκτιμά κανείς, πέραν της υποδειγματικής έκφρασης της καλλιτέχνιδας, τις λαμπρές και ακριβέστατες κολορατούρες και τον έλεγχο της αναπνοής,  αρετές άξιες πολλών επαίνων.  
     Στην ηχογράφηση συμμετέχουν η πολύ καλή Χορωδία της Ελβετικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης και ως guest star, ορθότερα special guest, ο διάσημος Γάλλος κόντρα τενόρος Philippe Jaroussky. Η φωνή του τελευταίου, πάντα δροσερή και απόλυτα εκφραστική, δένει άψογα με εκείνη της Bartoli. Τα τέσσερα ντουέτα που ερμηνεύονται από τους δύο, είναι κυριολεκτικά απολαυστικά.
     Ο Fasolis, ένας από τους εκλεκτότερους μαέστρους παλιάς μουσικής της εποχής μας, και το θαυμάσιο σύνολό του, I Barocchisti, προσφέρουν καλοδουλεμένες και ιδιωματικές συνοδείες στους τραγουδιστές, υπογραμμίζοντας την ιδιάζουσα ενορχήστρωση του συνθέτη. Κάθε ηχογράφησή τους αποτελεί μια ποιοτική κατάθεση. 
     Ο δίσκος συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα  κατατοπιστικό και καλαίσθητο σκληρόδετο βιβλίο εκατόν εβδομήντα τεσσάρων σελίδων, στο μέγεθος του δίσκου, το οποίο εκτός από τις πληροφορίες περιέχει φωτογραφικό υλικό της καλλιτέχνιδας, της γνωστής σύγχρονης Αμερικανίδας συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου Donna Leon, που συνέγραψε ένα βιβλίο με θέμα τη ζωή του τιμώμενου (The Jewels of Paradise) και βεβαίως του ίδιου του συνθέτη.
    Μακάρι η εν λόγω ηχογράφηση να ανοίξει δρόμους σε επόμενες παρουσιάσεις και ηχογραφήσεις ολόκληρων έργων του Steffani. [Decca 0289 478 3542 4].