Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ένας ιδιαίτερος «Ιούλιος Καίσαρας» από τη Met



David Daniels (Καίσαρας) και Natalie Dessay (Κλεοπάτρα). Φωτο: Met Opera/ Marty Sohl 




H Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Met) έκλεισε τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο των ζωντανών μεταδόσεων (και τι φανταστική περίοδος που ήταν!), με την όπερα Giulio Cesare HWV 17, του George Frideric Handel. Πρόκειται για τη διασημότερη όπερα του κεφαλαιώδους σημασίας μουσουργού, σε λιμπρέτο του Nicola Francesco Haym, στηριγμένο σε παλαιότερο λιμπρέτο του διακεκριμένου Βενετού Giacomo Francesco Bussani, γνωστού για επτά ποιητικά κείμενα που μελοποιήθηκαν. H παγκόσμια πρεμιέρα του έργου δόθηκε στο Λονδίνο, τον Φεβρουάριο του 1724, και η υποδοχή του κοινού ήταν ενθουσιώδης: με δέος φαντάζεται κανείς τον θρυλικό καστράτο Senesino και την φημισμένη σοπράνο Francesca Cuzzoni (δύο στενούς και αγαπημένους συνεργάτες του Handel), να επωμίζονται αντιστοίχως τους ρόλους του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας. Και τι δεν θα έδινε κανείς για μια τέτοια εμπειρία! Ο Handel προσφέρει μια όπερα δουλεμένη στην εντέλεια, με μουσική θεϊκά εμπνευσμένη, έξοχες άριες και ensembles που συγκινούν με την ποιότητά τους.
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση από την Met (27/4, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Α. Τριάντη), ήταν αναβίωση της παραγωγής που είχε σκηνοθετήσει το 2005 ο ευφάνταστος Σκωτσέζος David McVicar στο Φεστιβάλ του Glyndebourne, με διαφορετική διανομή όσον αφορά στους περισσότερους ρόλους και τον αρχιμουσικό (που τότε δεν ήταν άλλος από τον William Christie). Σημειώνουμε ότι το ανέβασμα του Clyndebourne, που κυκλοφορεί σε DVD, από την πρώτη κιόλας στιγμή εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς, προτείνοντας στον ρόλο της Κλεοπάτρας την τότε ανερχόμενη και εντυπωσιακών ικανοτήτων λυρική σοπράνο Danielle de Niese, η οποία δεν άργησε να γίνει διάσημη διεθνώς. Ο McVicar με τόλμη, ρισκάρει και κερδίζει μεταφέροντας την υπόθεση από την αρχαία εποχή (Αλεξάνδρεια, 48 π.Χ.), στην βικτωριανή περίοδο, παρουσιάζοντας τον Καίσαρα ως Βρετανό ιμπεριαλιστή και τον στρατό του, φορώντας κόκκινες στολές, να εισβάλει όχι σε αιγυπτιακά εδάφη, αλλά σε εδάφη που θα μπορούσαν να βρίσκονταν κάπου στην Ινδία ή σε περιοχή της νοτιανατολικής Ασίας. Καθόλου εύκολο να πει κανείς με βεβαιότητα. Η πρότασή του υπήρξε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επιτυχής: έδωσε στην πολύωρη αυτή όπερα (διάρκειας περίπου διακοσίων λεπτών, χωρίς τα διαλείμματα) μια ιδιαίτερη πνοή και κίνηση. Το χιούμορ, συχνά σαρκαστικό και υπαινικτικό (στην πρώτη πράξη η Κλεοπάτρα παρουσιάζεται ως ναζιάρα γατούλα του σεξ, που εύκολα θα μπορούσε να είχε ξεπηδήσει μέσα από ταινία του Bollywood), η ερωτική διάθεση και μια αισιόδοξη ματιά, εκεί που έπρεπε, συνδυάζονταν άψογα με τη θαυμάσια κίνηση των τραγουδιστών και με την υποδειγματική όσο και γοητευτική χορογραφία του Andrew George, ο οποίος δεν ασχολήθηκε μόνο με τους επαγγελματίες χορευτές που είχε στη διάθεσή του για την παραγωγή, αλλά και με τους τραγουδιστές: σχεδόν όλες οι κινήσεις των τραγουδιστών ήταν χορογραφημένες μέσα από μια εντελώς σύγχρονη αντίληψη -με κινησιολογία επηρεασμένη όχι από τους χορούς του μπαρόκ, αλλά κυρίως από χορούς της εποχής μας, αλλά και παραδοσιακούς Ινδικούς, που όμως έδεναν εύστοχα με τους ρυθμούς της μουσικής (βέβαια, το αν θα είχε συμφωνήσει με την εν λόγω άποψη ο Handel, είναι άλλη υπόθεση). Πραγματικά δύσκολο για τους τραγουδιστές να ερμηνεύουν τις μεγάλες και απαιτητικές τους άριες χορεύοντας, αλλά τόσο ενδιαφέρον για τα μάτια του κοινού! Η φρεσκάδα και πρωτοτυπία της παραγωγής ήταν άξιες κάθε επαίνου.
Ευχαρίστησαν τα κοστούμια της Γερμανίδας Brigitte Reiffenstuel, που συνδύαζαν μόδες και ρεύματα διαφορετικών τόπων και εποχών (ινδικά, αιγυπτιακά, ρωμαϊκά και βικτωριανά), τα σκηνικά του Βρετανού Robert Jones, τόσο εκφραστικά στα χρώματα και στον σχεδιασμό τους,  επίσης πολύ κομψά και στιλιστικά επηρεασμένα από διαφορετικές εποχές (η αρχαιότητα συναντούσε την βικτωριανή εποχή, αλλά φυσικά και το μπαρόκ, ειδικά όσον αφορούσε στην χαρακτηριστική μηχανή περιστρεφόμενων κυλίνδρων που αναπαριστούσε τα ζωηρά κύματα της μεσογείου) και ο εύστοχος, σε στιγμές ιδιαίτερα διακριτικός μα τόσο αποτελεσματικός, φωτισμός της Βρετανίδας Paule Constable (έχουμε θαυμάσει το σπάνιο τάλαντο της τελευταίας και σε παραγωγές της Βασιλικής Όπερας του Covent Garden, της English National Opera και του Royal National Theatre).
Η διανομή των ρόλων ήταν από κάθε άποψη δυνατή. Η Met για ακόμη μια φορά απέδειξε ότι είναι σε θέση να επιστρατεύει και να προτείνει τους καλύτερους παγκοσμίως ενσαρκωτές των ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, το μέρος του Ιουλίου Καίσαρα κράτησε ο Αμερικανός κόντρα τενόρος David Daniels, που έχει επανειλημμένως επωμισθεί τόσο αυτόν όσο και άλλους μεγάλους ρόλους χαιντελικών μελοδραμάτων. Με έμπειρη μουσική γνώση, γεμάτη φωνή, πεντακάθαρες κολορατούρες και μεγαλοπρέπεια έκφρασης απέδωσε έναν μονάρχη δυναμικό, αλλά και ευαίσθητο, κυρίως απέναντι στην αγωνία της Κλεοπάτρας και της Κορνηλίας, χήρας του Ρωμαίου στρατιωτικού ηγέτη και έπαρχου Πομπηίου.
Η Γαλλίδα σοπράνο Natalie Dessay, που στέκεται πάντα με συγκέντρωση και πάθος απέναντι σε κάθε νέα πρόκληση, απέδωσε τον ρόλο της Βασίλισσας της Αιγύπτου με ζωηρή έκφραση και γήινη διάθεση μιας γυναίκας με έντονο ερωτικό πάθος. Ανταποκρίθηκε θαυμάσια στη χιουμοριστική χορογραφία του George και στην χαρακτηριστική θεατρική κίνηση που της πρότεινε ο McVicar. Δύσκολα ξεχνάει κανείς την πρωτότυπη χορογραφία (επηρεασμένη από τον Ινδικό χορό Bharatanatyam και από break dance ή hip hop) της γρήγορης άριας Non disperar; chi sà? se al regno, που με άνεση δεινής χορεύτριας χόρεψε η Dessay, ενώ παράλληλα τραγουδούσε με θαυμαστή ακρίβεια. Σίγουρα, υπήρχαν πολλά να θαυμάσει κανείς στην ειλικρινή και άφθαστων ποιοτήτων ερμηνεία της εν λόγω σοπράνο. Εντούτοις, αν μας ζητούσαν να επιλέξουμε και να ξεχωρίσουμε ένα μέρος της όπερας, δεν θα διστάζαμε ούτε λεπτό: στην συγκλονιστική άρια της δεύτερης πράξης, Se pietà di me non senti, giusto ciel, κατά την οποία η Κλεοπάτρα, απολύτως παραδομένη στον έρωτά της για τον Καίσαρα, εκλιπαρεί τους θεούς να τον προστατεύσουν από τους εχθρούς, η Dessay αποδείχθηκε ερμηνεύτρια μεγάλης κλάσης ξεδιπλώνοντας τα συναισθήματα της Βασίλισσας με αποκαλυπτική διάθεση και αποδίδοντας την σπαρακτικά συγκινητική μουσική του Handel με τρόπο απαράμιλλο. Οι πλατιές λυρικές  φράσεις της άριας, το έξοχο ποιητικό κείμενο, η ρομαντική (γιατί όχι;) έκφραση του μουσουργού, βρήκαν την τραγουδίστρια σε μεγάλη φόρμα. Εδώ ήταν που έκανε την επιβλητική μουσική εντελώς «δική της»,  προσφέροντας γενναιόδωρα τον καλύτερό της εαυτό. Ναι, μας συγκίνησε βαθιά. Πώς θα γινόταν άλλωστε, μπροστά σε αυτή την τόσο υψηλή και ξεκάθαρη σε αισθήματα, μάλιστα σε στιγμές οδυνηρά ανυπόφορα διεισδυτική, μουσική; Ειδικότερα, ο Handel επιλέγει με ευστοχία και νόημα την αρκετά σπάνια χρησιμοποιούμενη σκοτεινή, θρηνητική, αλλά και μελαγχολικά ερωτική τονικότητα της φα δίεσης ελάσσονος και επιτείνει τη δυσβάστακτη αγωνία μέσα από παρατεταμένες καθυστερήσεις φθόγγων, χαρακτηριστικές αλλοιωμένες ή διάφωνες συγχορδίες, πολλές από τις οποίες είναι μεθ’ εβδόμης, και  γεμάτο νόημα αιχμηρές αποτζατούρες, που δίνουν ή μια τη θέση τους στην άλλη χωρίς να βρίσκουν πραγματική λύση. Έτσι ακριβώς εκφράζεται ανάγλυφα ο έρωτας, ο φόβος του χωρισμού και του θανάτου, το ασυγκράτητο τραγικό και δραματικό πάθος, η συγκίνηση και η αγωνία τόσο του συνθέτη όσο και της Βασίλισσας των Αιγυπτίων. Εδώ, η Βασίλισσα, η Γυναίκα, ο Έρωτας, ο Θάνατος, η Ελπίδα, η Αρχή και το Τέλος, γίνονται όλα Ένα. Ο αρχιμουσικός Harry Bicket πρόσφερε μια ονειρεμένη και όλο εσωτερική φόρτιση συνοδεία. Κατατάσσουμε αυτή την ερμηνεία στις πολυτιμότερες οπερατικές μας εμπειρίες.
Στον ρόλο της τραγικής Cornelia, η Ιρλανδή μέτζο σοπράνο Patricia Bardon, μια από τις εκλεκτότερες μεσοφώνους της εποχής, όπως και στην παλαιότερη βιντεοσκοπημένη παραγωγή του Glyndebourne, έτσι και τώρα, ξεχώρισε με τη σκουρόχρωμη, βαθιά και όλο θέρμη καλοδουλεμένη φωνή της. Πέτυχε να υπογραμμίσει τη σημασία των λέξεων του ποιητικού κειμένου.
Δίπλα της, η Βρετανίδα λυρική μετζοσοπράνο Alice Coote απέδωσε με ένταση και πνοή τον ρόλο του Sextus, γιού της Cornelia. Τα μάλλον άχαρα ανδρικά κοστούμια (το κοστούμι στην πρώτη πράξη έμοιαζε με στολή βρετανού σχολιαρόπαιδου και στη συνέχεια, με στολή στρατιώτη), δεν εμπόδισαν την ικανή αυτή τραγουδίστρια να φέρει στο προσκήνιο την πυγμή και πίστη του νεαρού ήρωα που θέλει να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Τόσο η από κάθε άποψη ωραία φωνή της όσο και η δύναμη της ερμηνείας της, κερδίζουν αμέσως τις εντυπώσεις. Θαυμάσαμε τις ποιότητες της τέχνης της στην ευαίσθητα χρωματισμένη απόδοση της άριας Cara speme, questo core (πρώτη πράξη).
Ο Γάλλος Christoph Dumaux, ένας από τους χαρισματικότερους κόντρα τενόρους της νέας γενιάς, επωμίσθηκε τον ρόλο του Tolomeo με μεγάλη γνώση του ύφους, θεατρική διάθεση και καλό γούστο. Με άνεση τραγούδησε (και χόρεψε!) την εξαιρετικά δεξιοτεχνική άρια L'empio, sleale, indegno vorria (πρώτη πράξη), μη διστάζοντας ούτε στιγμή απέναντι στην υψηλή έκταση και τις επικίνδυνα δύσκολες κολορατούρες. Θυμίζουμε, ότι είχε αντιμετωπίσει τον ίδιο ρόλο στην παραγωγή του Glyndebourne. Στο τέλος της όπερας, με χιουμοριστικό τρόπο, και αφού βεβαίως ο ήρωας έχει σκοτωθεί νωρίτερα από τον Sesto, ο McVicar ακολουθώντας την επιθυμία του ίδιου του Handel, τον επαναφέρει προκειμένου να τραγουδήσει με τους άλλους ήρωες το καταληκτικό χορωδιακό Ritorni omai nel nostro core (στο finale «ανασταίνεται» και ο Achilla, που έχει χάσει τη ζωή του, πριν από τον Tolomeo). Σε όσους φιλόμουσους αναγνώστες δεν τον έχουν ανακαλύψει ακόμη, προτείνουμε ανεπιφύλακτα την απαθανατισμένη σε DVD και CDs (δισκογραφική εταιρεία Dynamic) ενσάρκωση του ρόλου του Giasone, στην ομώνυμη όπερα του Francesco Cavalli, σημαντικoύ συνθέτη του πρώιμου μπαρόκ.
Στον ρόλο του Achilla, στρατηγού του Tolomeo, ακούσαμε και είδαμε τον νεαρό Μιλανέζο  βαρύτονο Guido Loconsolo, τον οποίον είχαμε ξεχωρίσει για πρώτη φορά το 2007, όταν ακόμα συμμετείχε στο πρόγραμμα νέων καλλιτεχνών της Scala του Μιλάνου. Γνωστός κυρίως για ρόλους έργων του Giuseppe Verdi, Giacomo Puccini, αλλά και Wolfgang Amadeus Mozart, απέδειξε σε αυτή την παραγωγή και την πολύ καλή του σχέση με το χαιντελικό ύφος ερμηνεύοντας με προσωπικότητα και πλούσια φωνή τον ρόλο του.
Ο Μαροκινός Rachid Ben Abdeslam (κόντρα τενόρος που έχει διακριθεί σε πάμπολλες συμμετοχές μεγάλων παραγωγών όπερας μπαρόκ κατά την τελευταία δεκαετία), υπήρξε φωνητικά και υποκριτικά απολαυστικός, αποδίδοντας με χιούμορ και ενθουσιασμό τον ρόλο του Nireno, υπηρέτη της Κλεοπάτρας και του Tolomeo, ρόλο τον οποίο είχε ερμηνεύσει και κατά την παρουσίαση της όπερας στο Glyndebourne. Ξεχωρίσαμε την εκφραστικά εύφορη ερμηνεία της άριας Chi perde un momento (πράξη δεύτερη), την οποία τραγούδησε και χόρεψε με άφθονο κέφι (σε αυτή την παραγωγή, οι τραγουδιστές εξασκούσαν συνεχώς και τις χορευτικές τους ικανότητες!).
Στον ρόλο του Curio εκτιμήσαμε τον εξίσου ικανό Αμερικανό βαρύτονο John Moore (απόφοιτο του Lindemann Young Artists Development Program).
H χορωδία και η ορχήστρα της Met, άψογα προετοιμασμένες, ερμήνευσαν με απόλυτη αίσθηση των ζητουμένων της μπαρόκ μουσικής, υπό τη διεύθυνση του ακούραστου Harry Bicket, έμπειρου εξερευνητή της παλιάς μπαρόκ και από το 2007 καλλιτεχνικού διευθυντή του φημισμένου συνόλου παλαιάς μουσικής The English Concert. Είχαμε εκτιμήσει τις αρετές του Bicket μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν είχε διευθύνει την Μεγαλοψυχία του Tito (La clemenza di Tito, KV 621) του Mozart, παραγωγή που παρακολουθήσαμε σε απευθείας μετάδοση από την Met (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Α Τριάντη, 1/12/2012). Ο Bicket, στηρίζοντας τους τραγουδιστές με κατανόηση και φανερό ενδιαφέρον, πέτυχε με υποδειγματικό τρόπο να οδηγήσει την παράσταση σε υψηλά ερμηνευτικά επίπεδα. Υπογράμμισε τους καλολαξευμένους ρυθμούς της παρτιτούρας (τα περισσότερα μέρη της όπερας, όπως συμβαίνει στο μπαρόκ, είναι καμουφλαρισμένοι χοροί), ενώ παράλληλα φρόντισε για την ανάδειξη της εκλεπτυσμένης ενορχήστρωσης και της ευαίσθητης αρμονίας του Handel. Τα συναισθήματα των ηρώων, που εκφράζονται με γενναιοδωρία και αισθαντικότητα στην όπερα, βρήκαν στο πρόσωπο του μαέστρου έναν σπουδαίο εκφραστή.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Σονάτες Beethoven και συναυλία μουσικής δωματίου



Ο πιανίστας Παύλος Γιαλλουράκης, που έδωσε ρεσιτάλ στο ΜΜΑ (3/4)



      Η αναλυτική κριτική αναφορά μας στις από κάθε άποψη εκπληκτικές πρόσφατες ζωντανές μεταδόσεις μελοδραμάτων από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera Live in HD), καθυστέρησαν τη δημοσίευση κριτικής δύο αξιόλογων εκδηλώσεων που πραγματοποιηθήκαν μέσα στον Φεβρουάριο. Ερχόμαστε, λοιπόν, τώρα σε αυτές, αλλά και στο πιο πρόσφατο ρεσιτάλ ενός χαρισματικού Έλληνα πιανίστα που ζει στο Παρίσι. 
      Κατά τη φετινή χρονιά, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, συνεργαζόμενο με διαφορετικούς σολίστ και ορχήστρες, παρουσιάζει έναν κύκλο αφιερωμένο σε δημιουργίες του Ludwig van Beethoven.
     Στο πλαίσιο αυτού του κύκλου ακούγονται και όλες οι Σονάτες για πιάνο του μεγάλου συνθέτη. Στις 20/2, στην Αίθουσα Δ. Μητρόπουλος, από τον Γερμανό πιανίστα Uwe Matschke ακούσαμε τις Σονάτες αρ. 1, Op.2/1,  3, Op. 2/3, αρ. 13, Op. 27/2, Υπό το Σεληνόφως, και τις 32 Παραλλαγές, WoO. 80. Οι ερμηνείες του πιανίστα ήταν προσεκτικά δομημένες και χαρακτηρίστηκαν από γνώση του ύφους και προσοχή στις λεπτομέρειες των έργων. Η συγκέντρωση του παιξίματος και η πολύ καλή δακτυλική τεχνική επέτρεψαν στις αθάνατες σελίδες του Τιτάνα να αναδειχθούν με αμεσότητα και ενδιαφέρον. 
     Μερικές μέρες αργότερα (23/2), στην αίθουσα συναυλιών του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε ένα πολλά υποσχόμενο τρίο αποτελούμενο από νέους καλλιτέχνες. Ο λόγος για το Trio 92, σχηματισμένο από τους Maciej Skarbek, πιάνο, Magdalena Wieckowska, βιολί, και Λουκία Λουλάκη, βιολοντσέλο (η τελευταία είναι κόρη της άξιας μουσικοπαιδαγωγού Ελένης Τσούτσια-Λουλάκη). Στην ίδια βραδιά συμμετείχε και ο κοντραμπασίστας Damian Posse
     Η συναυλία άνοιξε με το έξοχο Τρίο με πιάνο αρ. 44, Hob. XV/28 του Joseph Haydn, ένα από τα εκφραστικά και τεχνικά δυσκολότερα έργα μουσικής δωματίου της κλασικής περιόδου της μουσικής ιστορίας. Το νεανικό Trio 92, αποτελούμενο από μέλη γεννημένα το 1992, με μουσικότητα και προσοχή αντιμετώπισε τις σπινθηροβόλες φράσεις και το ευφυές πνεύμα του τρανού μουσουργού. Με αμείωτο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον στη μεταξύ τους συνεργασία, ερμήνευσαν και τα υπόλοιπα έργα της συναυλίας: Trio élégiaque αρ. 1 του Sergei Rachmaninov και Τρίο αρ. 2, Op. 67, του Dmitri Shostakovich. Πιο συγκεκριμένα, στο έργο του Rachmaninov έφεραν στην επιφάνεια τον άκρατο λυρισμό και ρομαντισμό που διέπει την παρτιτούρα, φροντίζοντας να υπογραμμίσουν τα συμφωνικά χαρακτηριστικά του έργου. Κατά τη σύνθεση του Shostakovich, φώτισαν επιτυχώς τα τραγικά και σαρκαστικά στοιχεία. Στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, λάβαμε από τους Λουλάκη και Damian Posse μια δεξιοτεχνική εκτέλεση του Ντουέτο για βιολοντσέλο και κοντραμπάσο του Gioacchino Rossini
      Πιο πρόσφατα (3/4),  στο πλαίσιο του προαναφερθέντος «Κύκλου Beethoven», στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Δ. Μητρόπουλος), ακούσαμε ρεσιτάλ ενός πραγματικά εξαίρετου πιανίστα, που ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, κοντά στην αλησμόνητη καθηγήτρια πιάνου Germaine Mounier, και που εδώ και χρόνια έχει επιλέξει ως τόπο διαμονής και επαγγελματικής δραστηριοποίησης την γαλλική πρωτεύουσα. Ο λόγος για τον Παύλο Γιαλλουράκη, που πρόσφερε άρτια λαξευμένες ερμηνείες των Σονατών αρ. 9, Op. 14/1, αρ. 10, Op. 14/2 και αρ. 11, Op. 22.
     Ειδικότερα, μας εντυπωσίασε η ξεκάθαρη μουσική σκέψη, το συναισθηματικό βάθος, το άμεμπτο γούστο και ο έξοχος τρόπος με τον οποίον ο λαμπρός αυτός καλλιτέχνης αντιλαμβανόταν και μετέφερε τα πλούσια σε ιδέες δομικά στοιχεία της σφριγηλής νεανικής μπετοβενικής σκέψης, πιο συγκεκριμένα, τις μοτιβικές μεταμορφώσεις και τις γεμάτο νόημα εναλλαγές των τονικοτήτων.
     Ο Γιαλλουράκης διαθέτει πλατιά κουλτούρα, καλοδουλεμένη τεχνική, ζηλευτή δακτυλική ευχέρεια, έναν εντελώς προσωπικό και απολύτως ποιοτικό ήχο (με πολλές διαβαθμίσεις δυναμικής και ωραιότατο διαχωρισμό ηχοχρωμάτων), γνωρίζει δε, πώς να σχηματίζει τις φράσεις με πλαστικότητα και σφρίγος.
     Το επίσημο πρόγραμμα του ρεσιτάλ έκλεισε με τη Σονάτα αρ. 8, KV 310/300d, του Wolfgang Amadeus Mozart, εκτελεσμένη με δραματικότητα και γενναιόδωρη έκφραση. Τόσο στα έργα του Beethoven, όσο και σε αυτό του Mozart, εκτιμήσαμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι o πιανίστας είχε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις παρτιτούρες και σεβόταν κάθε οδηγία των δημιουργών, γεγονός όχι αυτονόητο στην περίπτωση αρκετών συναδέλφων του.
     Ανταποκρινόμενος στις ζωηρότατες επευφημίες του κοινού, ο μουσικός χάρισε εκτός προγράμματος, το τελευταίο μέρος, Allegro ma non troppo-Presto, της Σονάτας αρ. 23, Op. 57, Αppassionata, του Beethoven, παιγμένο με την απαιτούμενη τραγικότητα και συναισθηματική ένταση. Ολοκληρώνοντας, ευχόμαστε να μην αργήσει η επόμενη αθηναϊκή εμφάνιση του όντως πολύτιμου Γιαλλουράκη.



Το Trio 92, που εμφανίστηκε στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός (20/2)