Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Rigoletto της Λυρικής Σκηνής στο Μέγαρο




Nelson Martinez (Rigoletto) και Μαρία Μητσοπούλου (Gilda). Φωτο: Stefanos/Εθνική Λυρική Σκηνή.


Ολοκληρώνοντας τη σύνθεση της τρίπρακτης όπερας Rigoletto, στις αρχές Φεβρουαρίου του 1851, ο Giuseppe Verdi παρέδωσε ένα αριστούργημα ιδιαίτερης μουσικής και δραματικής τελειότητας. Εξερευνά τον διπρόσωπο χαρακτήρα του Rigoletto, γελωτοποιού της Αυλής του Δούκα και ταυτόχρονα τραγικού πατέρα, που στο τέλος του έργου θα δει τη μονάκριβη κόρη του Gilda να πεθαίνει έχοντας πέσει θύμα του έρωτά της για τον ερωτύλο Δούκα.
Πρόκειται για όπερα που καθηλώνει από την αρχή μέχρι το τέλος, με συναρπαστική μουσική και πλοκή. Ο μουσουργός ανακαλύπτει και επεξεργάζεται νέους τρόπους δόμησης και ανάπτυξης των οπερατικών στοιχείων, ενώ σκιαγραφεί μουσικά τους χαρακτήρες του με ιδιοφυή ψυχογραφικό τρόπο, διευρύνοντας τα μέχρι τότε δημιουργικά του πεδία και ανοίγοντας καινούργιους  δρόμους, τους οποίους αξιοποιεί και ακολουθεί μέχρι τον Falstaff, ακροτελεύτιο οπερατικό του δημιούργημα. Η ελευθερία στη ρυθμική και δραματική ανάπτυξη της μουσικής, όπως και η ενίσχυση του ρόλου της ορχήστρας, δεν παύουν να εντυπωσιάζουν ακόμα και τον ειδικό σύγχρονο μελετητή, που γνωρίζει ολόκληρη την παραγωγή του συνθέτη, έχει εμβαθύνει στην παρτιτούρα και έχει παρακολουθήσει το έργο αμέτρητες φορές. Επιπλέον, η έντονη δραματικότητα των σκηνών, η οικονομία στην επιλογή των μουσικών μέσων, οι καλά λαξευμένες μελωδίες και η μοναδική ευγένεια της έκφρασης του μουσουργού, δίνουν πάντα χώρο στους ενσαρκωτές των ρόλων του έργου για σκέψη και ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προτάσεις. 
 Ο  Rigoletto (σε libretto του Francesco Maria Piave, στηριγμένο στο έργο O Βασιλέας διασκεδάζει, Le roi s’amuse, του Victor Hugo), παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο λυρικό θέατρο La Fenice (Ο Φοίνικας) της Βενετίας (11/3/1851)  και έγινε αποδεκτό από κριτικούς και κοινό με μεγάλο ενθουσιασμό. Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει απουσιάσει από τις σκηνές μεγάλων και μικρότερων λυρικών θεάτρων. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες, το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην Κέρκυρα, στις 28/10/1852.
Στις 7 και 8/12 παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη) την εν λόγω όπερα, σε ανέβασμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Επρόκειτο για αναβίωση παλαιότερης παραγωγής σε σκηνοθεσία-σκηνικά-κοστούμια του Νίκου Πετρόπουλου, που είχαμε παρακολουθήσει για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 (19/12/2008-6/1/2009).
Ο Πετρόπουλος  θέλησε να μεταφέρει την υπόθεση του έργου από την Μάντοβα των αρχών του δεκάτου εβδόμου αιώνα, στο Μιλάνο του 1938, κατά τη φασιστική περίοδο. Παρουσιάζει τους ήρωες να κινούνται μέσα στη σκοτεινή μουσολινική εποχή, επιλέγοντας χαρακτηριστικά γκρίζα χρώματα  και κομψές γραμμές σκηνικών και κοστουμιών (τα μιλανέζικα κτίρια που παρουσιάζονται, βασίζονται σε υπαρκτά). Βρήκαμε ότι η άποψή του αναδεικνύει την απειλητική διάθεση και το δράμα του έργου με πειστικό τρόπο. Η αίσθηση του κινδύνου υπογραμμίζεται συνεχώς. Κινεί τους ήρωές του με νόημα οδηγώντας τους στην τελική πτώση προσεκτικά και με ξεκάθαρη αίσθηση κατεύθυνσης. Βλέπει την ιστορία του έργου με μια διαχρονική ματιά και την θέλει να αναπτύσσεται σαν υπόθεση κινηματογραφικής ταινίας. Στην αρχή της πρώτης παράστασης που παρακολουθήσαμε (7/12), κατά τη διάρκεια της εισαγωγής της όπερας, είδαμε τα ονόματα των συντελεστών της παραγωγής να προβάλλονται πάνω σε πανί (αυλαία). Την ίδια μέρα, προφανώς εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων, η αυλαία δεν σηκώθηκε στην ώρα της προκειμένου να δούμε την χορωδία που ανοίγει την πρώτη πράξη, με αποτέλεσμα ο μαέστρος να υποχρεωθεί να διακόψει την παράσταση, η οποία συνεχίστηκε μετά από μερικά λεπτά και αφού είχε επιδιορθωθεί το πρόβλημα. Εντούτοις, την επόμενη βραδιά (όπως εξάλλου και κατά τις άλλες που ακολούθησαν, σύμφωνα με μαρτυρίες μελών του κοινού), δεν προβλήθηκαν τα γράμματα των συντελεστών (η αυλαία δεν ήταν κατεβασμένη), με αποτέλεσμα το κοινό, να μην εισπράξει την άμεση εντύπωση ότι η σκηνοθετική άποψη προτείνει την «κινηματογραφική» ιδέα. Προσθέτουμε εδώ, ότι κατά την πρώτη παράσταση, αρκετά λεπτά πριν από το τέλος της όπερας, τεχνικό πρόβλημα παρουσιάστηκε και στην προβολή της μετάφρασης του libretto, το οποίο δεν επιδιορθώθηκε ως το τέλος της βραδιάς. Ευτυχώς, τα δύο αυτά προβλήματα δεν εμπόδισαν την επιτυχία της παράστασης.
Τον ρόλο του Rigoletto στις δύο παραστάσεις που παρακολουθήσαμε, κράτησαν αντίστοιχα οι Nelson Martinez (7/12) και Carlos Almaguer (8/12). Λυπούμαστε που δεν είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε  τον  δικό μας, Δημήτρη Πλατανιά σε αυτόν τον ρόλο, τον οποίο είχε ερμηνεύσει στην ίδια παραγωγή, όταν είχε πρωτοπαρουσιαστεί, και που τόσο συχνά ερμηνεύει στο εξωτερικό. Θα είχε ενδιαφέρον να διαπιστώναμε το πώς αντιλαμβάνεται σήμερα τον ρόλο μετά από τόσες πολλές παραστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο προαναφερθέντες μετακληθέντες καλλιτέχνες πέτυχαν να υπογραμμίσουν με νόημα τις διαφορετικές πλευρές του ήρωα, τόσο τη σκληρή και ειρωνική του, όσο και την πιο τρυφερή του, το μίσος του για τον Δούκα και την αγάπη για την κόρη του. Πιο συγκεκριμένα, ο νεαρός Κουβανός Martinez ξεχώρισε για την πλούσιων αποχρώσεων και εκφραστικών δυνατοτήτων φωνή του, ενώ ο Μεξικανός Almaguer, για τη δυνατή σε θεατρικά στοιχεία απόδοση του ρόλου και την ιδιαίτερη έμφαση που έδωσε  στην ανάδειξη της οξυδέρκειας αλλά και ευθραυστότητας του ήρωα. Στο τέλος της πρώτης και της τρίτης πράξης, η απόδοση των φράσης «Ah, la maledizione!!», μετέφερε όλη την φρίκη της κατάρας. Τόσο αυτός όσο και ο Martinez, υπήρξαν σπαρακτικοί κατά το καταληκτικό ντουέτο, όταν ο Rigoletto κρατάει την αγκαλιά την ετοιμοθάνατη κόρη του, η οποία φτάνει στην αυτοθυσία προκειμένου να σώσει τη ζωή του Δούκα.
Τον ρόλο της τραγικής Gilda, επωμίσθηκαν οι Μαρία Μητσοπούλου (7/12) και Χριστίνα Πουλίτση (8/12). Η πρώτη,  έχοντας δουλέψει και σκεφτεί σφαιρικά το μέρος της, πέτυχε με άμεσα και ανεπιτήδευτα μουσικά και υποκριτικά μέσα να φωτίσει την αγνότητα της ηρωίδας (με πόση ψυχική ένταση τραγούδησε τις λέξεις «Mio padre!» κατά την δεύτερη πράξη που βλέπει για πρώτη φορά τον πατέρα της στο παλάτι του Δούκα). Υπήρξε όντως συγκινητική στην υφολογικά εύστοχη απόδοσή της και ικανοποίησε βαθύτατα τόσο μουσικά όσο και υποκριτικά.
 Από την πλευρά της, η ανερχόμενη Πουλίτση, που έχει κερδίσει ιδιαίτερα επαινετικές κριτικές τραγουδώντας Βασίλισσα της Νύχτας (Wolfgang Amadeus Mozart, Ο Μαγικός Αυλός) στην Κρατική Όπερα της Δρέσδης, εντυπωσίασε με την άψογη τεχνική της, την κρυστάλλινη φωνή της και τις λαμπερές όσο και ακριβείς κολορατούρες της.
Στον ρόλο του Δούκα ακούσαμε και είδαμε τους Γιάννη Χριστόπουλο (7/12) και Mario Zeffiri (8/12). Ο πρώτος προσέγγισε το μέρος του με συνέπεια ως προς το μουσικό κείμενο. Από την πλευρά του, ο  Zeffiri, που εδώ και χρόνια διακρίνεται σε μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής, συνεργαζόμενος τακτικά με τον Ιταλό αρχιμουσικό Riccardo Muti, τραγούδησε με λεπτότητα έκφρασης και περίσσεια προσοχή στον σχηματισμό των φράσεων και της εκφοράς των λέξεων του ποιητικού κειμένου. Ως ειδικός γνώστης των ρόλων του bel canto, πέτυχε να ξετυλίξει τις άριες με κομψή μουσική και δραματική αφήγηση, παράλληλα φωτίζοντας τη μεγάλη μελωδική γραμμή.
Οι Δημήτρης Κασιούμης (7/12) και Πέτρος Σαλάτας (8/12), στον ρόλο του φοβερού Κόμη Monterone, υπήρξαν απολύτως πειστικοί στην απόδοση της τρομερής κατάρας. Ο Κασιούμης εξελίσσεται σταθερά σε καλλιτέχνη ολκής (τον παρακολουθούμε με ενδιαφέρον εδώ και χρόνια). Η μουσικότητά του, ο τρόπος με τον οποίον αποδίδει τα συναισθήματα και χρωματίζει τις λέξεις, είναι στοιχεία άξια  επαίνων. Θα χαιρόμασταν κάποια στιγμή να λάβουμε από τον μπάσο μια βραδιά-πορτραίτο: ας μας επιτραπεί να προτείνουμε την ιδέα επιλογής από  τις composizioni da camera (συνθέσεις δωματίου, έργα για φωνή και πιάνο) των  μεγάλων ιταλών συνθετών όπερας του δεκάτου ενάτου αιώνα. Αναμφίβολα, βρίσκουμε ότι είναι καιρός να του δοθεί μια  ακόμη μεγαλύτερη ευκαιρία ανάδειξης των ικανοτήτων του. Αρκετές φορές ακούγοντάς τον (λ.χ. πρόσφατα  ως Don Magnifico στη Σταχτοπούτα του Gioacchino Rossini, Εθνική Λυρική Σκηνή,  3 και 13/11) έχουμε σκεφτεί ότι είναι πιθανό κάποια στιγμή να είναι σε θέση να προσφέρει έναν πρώτης τάξης Falstaff (Verdi).  
Οι Πέτρος Μαγουλάς (7/12) και Δημήτρης Καβράκος (8/12) απέδωσαν με την απαιτούμενη σκοτεινή έκφραση τον ρόλο του βίαιου πληρωμένου δολοφόνου Sparafucile. Στο ρόλο της Maddalena, αδελφής του Sparafucile, κέρδισαν τις εντυπώσεις με καλοστημένες φωνές και κατάλληλα φορτισμένη αισθησιακή διάθεση στην ενσάρκωση, οι Μαρισία Παπαλεξίου και Ελένη Βουδουράκη.
  Τους μικρότερους ρόλους κάλυψαν αντίστοιχα οι άρτια προετοιμασμένοι και μουσικο-υποκριτικά δουλεμένοι Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη και Μαρία Βλαχοπούλου (Giovanna), Διονύσης Τσαντίνης και Άκης Λαλούσης (Marullo), Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος και Χρήστος Κεχρής (Matteo Borsa), Κωστής Μαυρογέννης και Γιώργος Ματθαιακάκης (Κόμης Ceprano), Elisabeth Klonovskaya και Βάγια Κωφού (Κόμισσα Ceprano) και Θόδωρος Μωραΐτης και Χρήστος Αμβράζης (Δεσμοφύλακας).
Η χορωδία της ΕΛΣ τραγούδησε τα μέρη της δίνοντας σημασία στα μουσικά ζητούμενα, ωστόσο όχι όμως πάντα και με την ανάλογη καθαρότητα στην εκφορά των λέξεων του ιταλικού κειμένου. Η άρθρωση θα μπορούσε να ήταν πιο προσεγμένη. Σε κάθε περίπτωση, τα μέλη της έμοιαζαν ιδιαίτερα ευτυχή, φορώντας τα υπέρκομψα κοστούμια του Πετρόπουλου
Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός πρόσφερε μια ενδιαφέρουσα, ρυθμικά ζωντανή και δραματικά έντονη ανάγνωση της αθάνατης παρτιτούρας του Verdi.  Δεν θα παραλείψουμε εδώ να αναφέρουμε την άρτια απόδοση της ορχήστρας της ΕΛΣ, που έπαιξε με ήχο ομοιογενή και γεμάτο.  

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Επιτυχημένος Rossini από ΕΛΣ

Ειρήνη Καράγιαννη, Βασίλης Καβάγιας και η Χορωδία της ΕΛΣ σε σκηνή της "Σταχτοπούτας" (φωτο: ΕΛΣ).



Τα περισσότερα αριστουργήματα του Gioachino Rossini παραδόθηκαν από εκείνον όταν βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. Η ιδιοφυία του άνθισε νωρίς ωθώντας τον να συνθέσει κωμικές και τραγικές όπερες, που μέχρι σήμερα κοσμούν το παγκόσμιο λυρικό ρεπερτόριο. Μολονότι έζησε μέχρι το 1868, παρέδωσε την τελευταία του όπερα, Guillaume Tell, το 1829, σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών.
Τον Ιανουάριο του 1817, στο Teatro Valle της Ρώμης, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η Σταχτοπούτα (La Cenerentola), που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε τον δρόμο της και σε άλλα σημαντικά μουσικά κέντρα, όπως το Λονδίνο, η Λισαβόνα και η Νέα Υόρκη.  Η υπόθεση του έργου (libretto του Jacopo Ferretti) είναι βασισμένη στο γνωστό παραμύθι του Charles Perrault (Cendrillon), με κάποιες διαφοροποιήσεις προσώπων (τη μητριά αντικαθιστά ο πατριός Don Magnifico, την καλή νεράιδα αντικαθιστά ο Alidoro, φιλόσοφος και δάσκαλος του πρίγκιπα Ramiro) και πραγμάτων (το περίφημο γοβάκι, αλλάζει σε βραχιόλι). Η ιστορία δίνει στον Rossini την ευκαιρία να συνθέσει μια σειρά από έξοχα ensembles και άριες, των οποίων οι τεχνικές απαιτήσεις (εκτός, βεβαίως, από τις καθαρά μουσικές απαιτήσεις) είναι πραγματικά μεγάλες. Εξερευνά πλήρες το φάσμα της φωνητικής έκτασης των πρωταγωνιστών του, γράφει λαμπερές κολορατούρες και στα ensembles περίπλοκοι ρυθμικοί συνδυασμοί, καλοδουλεμένα αντιστικτικά μέρη, απαιτούν απόλυτη ρυθμική και τονική ακρίβεια, διαφορετικά το αποτέλεσμα σίγουρα μπορεί να πάρει μορφή μουσικής σούπας. Ο ρόλος της Σταχτοπούτας Angelina είναι γραμμένος για μια ιδιαίτερη φωνή, εκείνη της contralto coloratura: ζητά τραγουδίστρια με δυνατά φωνητικά κέντρα, ωραίες χαμηλές νότες και μεγάλη ευελιξία στην υψηλή περιοχή της φωνής. Ας μην λησμονούμε το γεγονός ότι ο ρόλος δημιουργήθηκε ειδικά για την Geltrude Righetti-Giorgi, παιδική φίλη και μούσα του Rossini, με σπάνια φωνή πραγματικής contralto, πρώτη διδάξασα και του ρόλου της Rosina (Il barbiere di Siviglia).
Το θαυμάσιο αυτό έργο παρακολουθήσαμε κατά τη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στις παραστάσεις που δόθηκαν στις 3 και 13/11 (συνολικά πραγματοποιήθηκαν οκτώ παραστάσεις, μεταξύ 25/10 και 13/11). Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ακούσαμε και είδαμε μια σειρά ταλαντούχων Ελλήνων λυρικών τραγουδιστών να επωμίζονται με ενθουσιασμό τους ρόλους. Ειδικότερα, ως Angelina, έπεισαν οι Ειρήνη Καράγιαννη (3/11) και Άρτεμις Μπόγρη (13/11): η πρώτη ερμήνευσε με αξιοζήλευτη μουσική και φωνητική άνεση, ενώ η δεύτερη, με φωνή ζεστή και τεχνικά βέβαιη, υπογράμμισε τη συγκίνηση και ευαισθησία του ρόλου. Η απαιτητική tessitura του ρόλου δεν έμοιαζε να τις δυσκολεύει. Και οι δύο έδωσαν τον καλύτερό τους στις μεγάλες άριες και ιδιαίτερα στη διάσημη Non più mesta της δεύτερης πράξης, αποδίδοντας τις φράσεις με φυσικότητα και τις δύσκολες κολορατούρες με προσοχή και πιστότητα. 
Τον ρόλο του πρίγκιπα Don Ramiro επωμίσθηκαν οι τενόροι Βασίλης Καβάγιας (3/11) και Αντώνης Κορωναίος (13/11). Στην ενσάρκωση που υποστήριξε ο πάντα μελετημένος Καβάγιας εκτιμήσαμε την λεπτότητα της έκφρασης και  την ιδιαίτερη ευγένεια στους σχηματισμούς των φράσεων. Ο Κορωναίος, σε μεγάλη φωνητική φόρμα, απέδωσε έναν πραγματικά θαυμάσιο Ramiro, με προσωπικότητα, συναισθηματική ένταση και άψογη κατανόηση του ροσινιάνικου ύφους.
Τον ρόλο του Don Magnifico κράτησε ο μπάσος Δημήτρης Κασιούμης (3 και 13/11),  που αποδείχθηκε, χωρίς υπερβολή, ιδανικός στον ρόλο αυτόν. Με υψηλό μουσικό παράστημα, καλοστημένη και σωστά χρωματισμένη βαθιά φωνή, προσοχή στην υπογράμμιση των λέξεων του κειμένου και κατανόηση του χαρακτηριστικού χιούμορ, ευχαρίστησε από την αρχή μέχρι το τέλος (ξεχώρισε στην άρια, Sia qualcunque delle figlie, της δεύτερης πράξης).
Ο Χάρης Ανδριανός (3 και 13/11) πρότεινε έναν απολαυστικό Dandini, βαλέ του Πρίγκιπα (που στο έργο αλλάζει ρόλο με τον εργοδότη του), αποδίδοντας με σπινθηροβόλα διάθεση.
Τους ρόλους των θυγατέρων του Don Magnifico, Clorinda και Tisbe, κράτησαν με γούστο και πετυχημένη καρικατουρίστικη διάθεση, αντίστοιχα στις δύο διανομές οι Ελπινίκη Ζερβού (3/11) και Γεωργία Ηλιοπούλου (13/11), και Αγγελική Καθαρίου (3/11) και Ελένη Βουδουράκη (13/11). Ας μας επιτραπεί να τονίσουμε ότι η συμμετοχή της Καθαρίου στην παραγωγή αυτή αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη. Πρόκειται σίγουρα για μουσικό αξίας, την οποία συνήθως έχουμε την ευκαιρία να απολαμβάνουμε σε πρωτοποριακά έργα του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα. Ναι, είμαστε της άποψης ότι τα φωνητικά και τα υποκριτικά της προσόντα, πρέπει να αξιοποιηθούν περισσότερο στην οπερατική σκηνή και στα κλασικά έργα.
Όλοι τους συνεργάστηκαν άρτια μεταξύ τους και ερμήνευσαν εξαιρετικά τα ensembles, ιδιαίτερα το διάσημο κωμικοσαρκαστικό σεξτέτο Siete voi!, της δεύτερης πράξης, όπου γίνεται η αναγνώριση της Σταχτοπούτας από τον Πρίγκιπα. Στο μέρος αυτό βρήκαν τις σωστές δόσεις της χαρακτηριστικής υπαινικτικής έκφρασης, πειθαρχημένης ρυθμικής ακρίβειας και μουσικότητας.
Στο πόντιουμ στάθηκε ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, που πέτυχε να μεταμορφώσει την ορχήστρα της ΕΛΣ σε ορχηστρικό σύνολο διεθνών προδιαγραφών, του οποίου ο ήχος ήταν καθαρός, διαυγής, εύπλαστος και τονικά ακριβής. Επιλέγοντας ζωηρές ταχύτητες και κτίζοντας με ενέργεια τα χαρακτηριστικά crescendi, απέδωσε την παρτιτούρα με ακρίβεια, τόσο μουσική όσο και ειδικότερα, ρυθμική. Καθοδήγησε με βεβαιότητα και έμπνευση τους τραγουδιστές του και την καλά προετοιμασμένη χορωδία. Παράλληλα, έφερε με νόημα στην επιφάνεια το άλλοτε λεπτό-υπαινικτικό και άλλοτε εμφανές χιούμορ του αθάνατου Rossini, χωρίς να παραβλέπει τις πιο δραματικές στιγμές του έργου (στη σκηνή της καταιγίδας, δεύτερη πράξη, τόνισε την σκοτεινών και βίαιων αποχρώσεων σφοδρότητα της μουσικής). 
Την σκηνοθεσία υπέγραφε η ταλαντούχα νεαρή Ροδούλα Γαϊτάνου, που συνεργαζόμενη με τον Simon Corder (σκηνικά-φωτισμοί) και την Αλεξία Θοδωράκη (κοστούμια), στόχευσε σε μια παραγωγή που ανεδείκνυε τα ζητούμενα του έργου με ευστοχία και ιδιαιτερότητα. Μετέφερε την υπόθεση του έργου στη Νέα Υόρκη της δύσκολης περιόδου του μεσοπολέμου και μέσα σε ένα ξεπεσμένο θέατρο επιθεώρησης. Χώρισε τους ήρωες σε εκείνους των παρασκηνίων και υπογείων και τους ευγενείς και ισχυρούς, του ανώτερου επιπέδου (θεωρείου). Με σκέψη υπογράμμισε το γεγονός και ηθικό δίδαγμα της όπερας, ότι η αγνότητα, η αλήθεια, η ακεραιότητα και η καλοσύνη (εξάλλου, ο δεύτερος τίτλος της όπερας είναι: Ο Θριάμβος της Καλοσύνης, La bontà in trionfo), τελικά ανταμείβονται και θριαμβεύουν. Τα εύγλωττα σκηνικά και κοστούμια ακολούθησαν με πιστότητα τις σκέψεις της σκηνοθέτιδος.
Εν κατακλείδι, μια παράσταση που μας γοήτευσε.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Φαντασμαγορική παραγωγή της «Μύτης» του Shostakovich από Met



 Σκηνή από την όπερα "H Μύτη" (φωτο: Metropolitan Opera) 






Η σατυρική όπερα του Dimitri Shostakovich με τίτλο «Η Μύτη» (Нос, 'Nos') υπήρξε η πρώτη όπερα του συνθέτη, ολοκληρωμένη το 1928, όταν έκλεινε το είκοσι δύο του χρόνια (άρχισε τη σύνθεση του έργου, στα 20!). Και τι θαυμάσιο δημιούργημα! Μια από τις σημαντικότερες κωμικές όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, γεμάτη θεατρικότητα, ρυθμικό σφρίγος, ιδέες, ξέχειλο από φαντασία και επιρροή διαφορετικών μουσικών υφών, διάφωνα μουσικά διαστήματα και συγχορδίες, τολμηρότατη αρμονία, αντίστιξη και ενορχήστρωση (οι φασαριόζικοι ηχητικοί όγκοι προκαλούν την αίσθηση υστερίας και πανικού). Ένα πολυστυλιστικό έργο, του οποίου το libretto (Yevgeny Zamyatin), εμπνέεται από την ομώνυμη νουβέλα του Nikolai Gogol και από σειρά άλλων έργων του ίδιου συγγραφέα. Πρωταγωνιστής είναι μια μύτη, που εγκαταλείπει το πρόσωπο του ταγματάρχη Kovalyov και ακολουθεί τη δική της πορεία. Σειρά σατυρικών επεισοδίων δίνουν την ευκαιρία στον Gogol να σχολιάσει με καυστικότητα την κρατική μηχανή και τις δημόσιες υπηρεσίες. Τα γκροτέσκa, ειρωνικά, δεικτικά και παράλληλα τόσο ευαίσθητα, διαχρονικά και ανατρεπτικά γκογκολικά στοιχεία, ενεργοποιούν το μουσικό ένστικτο  του Shostakovich, ο οποίος λαξεύει ένα μουσικά και εκφραστικά ώριμο και ολοκληρωμένο αριστούργημα.
Η παραγωγή της Metropolitan Opera (για την ακρίβεια, συμπαραγωγή της Met, του Festival d’Aix en Provence και της Opéra National de Lyon, που είχε ανέβει για πρώτη φορά το 2010), την οποία παρακολουθήσαμε σε ζωντανή μετάδοση και στο πλαίσιο της σειράς «Met Live in Hd» (26/10, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας), έπεισε απόλυτα, μουσικά, σκηνοθετικά και εικαστικά. Μεγάλη μερίδα της επιτυχίας οφείλεται στον William Kentridge, διάσημο νοτιοαφρικανό εικαστικό και σκηνοθέτη, που υπέγραφε την παραγωγή. Ήδη κατά την πρώτη της παρουσίαση, είχε κερδίσει επαίνους και όχι χωρίς λόγο. Στενά συνεργαζόμενος και συνδημιουργώντας με τις Greta Goiris (κοστούμια), Sabine Theunissen (σκηνικά) και Urs Schönebaum (φωτισμοί), έστησε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη. Η τεχνική του κολάζ σπαραγμάτων εφημερίδων και εικόνων, οι ταχύτατα εναλλασσόμενες προβολές (Catherine Meyburgh, video compositor και editor), το παιχνίδι των σκιών, χρωμάτων, σχημάτων, επιγραφών στη ρώσικη ή αγγλική γλώσσα, αντικειμένων και μεγεθών, εμπνέονταν από την τέχνη της επονομαζόμενης ρώσικης πρωτοπορίας και συντελούσαν στην ανάδειξη της ασφυκτικά πιεστικής, σε στιγμές παράλογης και χαοτικής γραφειοκρατικής ατμόσφαιρας του έργου. Σου δινόταν η εντύπωση ότι παρακολουθούσες όνειρο, το οποίο διαδραματιζόταν κατά τη σταλινική εποχή που ζούσε ο συνθέτης.
Περίπου δύο ώρες, τόση είναι η διάρκεια της όπερας, χωρίς διάλειμμα, θαυμάζαμε την επινοητικότητα και ζηλευτή ιδιοφυία του νεαρού τότε συνθέτη. Οι τραγουδιστές στήριξαν τα στοιχεία του έργου με περίσσεια αφιέρωση και ταλέντο. Ειδικότερα,  ο βαρύτονος Paulo Szot, τον οποίον έχουμε θαυμάσει σε μεγάλους ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου (πρόκειται για έναν από τους αρτιότερους σύγχρονους ερμηνευτές του Mozart), έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία την ρυθμικά απαιτητική παρτιτούρα. Έπαιξε και τραγούδησε με οίστρο και γοητεία. Ο τενόρος Andrey Popov, μπήκε στο πετσί του αστυνομικού επιθεωρητή, αποδίδοντας με άφθονη δόση μουσικοθεατρικής έντασης και νευρικότητας (ορθότερα, υστερίας και νευρωτισμού). Τον ρόλο της περιπατητικής μύτης κράτησε ο Alexander Lewis, καλλιτέχνης του μουσικού θεάτρου, που έχει διακριθεί για τις συμμετοχές του σε γνωστά musicals. Φρόντισε τόσο για την ενδιαφέρουσα κίνηση της μύτης (!) όσο και για την σωστή ερμηνεία του φωνητικού μέρους. Από τους πάμπολλους μικρότερους ρόλους ξεχωρίσαμε τους  Gennady Bezzubenkov (απολαυστικός γιατρός!), Ying Fang (κόρη της κυρίας Podtochina), Vladimir Ognovenko (Yakovlevich), Claudia Waite (Praskovya Osipovna) και Sergei Skorkhodov (υπηρέτης του Kovalyov), που τραγούδησαν και έπαιξαν με ιδιαίτερη ένταση και μουσικότητα.
Άξιος πολλών επαίνων ήταν η απόδοση του νεαρού αρχιμουσικού Pavel Smelkov (μαθητή των Ilya Musin και Mikhail Kukushkin), ενός από τους πλέον προικισμένους της σύγχρονης Ρωσίας, ο οποίος αντικατέστησε τον διάσημο συμπατριώτη και ομότεχνό του, Valery Gergiev, που περιμέναμε ότι θα διηύθυνε την παράσταση, σύμφωνα με διαφημιστικά έντυπα που είχαν κυκλοφορήσει (ο Gergiev είχε διευθύνει άλλες παραστάσεις στο πλαίσιο αυτής της πρόσφατης αναβίωσης). Ο Smelkov φρόντισε για την πιστή απόδοση της παρτιτούρας, τόσο απαιτητικής όσον αφορά στα πολύπλοκα και ταχύτατα εναλλασσόμενα ρυθμικά σχήματα, στις δυναμικές και στα φωνητικά μέρη. Ο ίδιος είναι και συνθέτης, γεγονός που τον διευκόλυνε ακόμα περισσότερο στην κατανόηση της πολυσχιδούς δομής της σοστακοβιτσιανής παρτιτούρας. Η ορχήστρα της Met, όπως συνήθως σε μεγάλη φόρμα, βρέθηκε στα σταθερά και ερμηνευτικά γόνιμα χέρια του.
Κλείνοντας, αξίζει να αναφέρουμε ότι το κοινό που παρακολούθησε την εν λόγω όπερα, τόσο στην Αμερική, όσο και στην Αθηναϊκή της αναμετάδοση (κατάμεστη ήταν η αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας), υπήρξε φανερά πιο νεανικό από ότι συνήθως. Η σοβαρή, με τέχνη και σκέψη παρουσιασμένη πρωτοποριακή δημιουργία, πάντα έχει θέση στις καρδιές όλων των ηλικιών, αλλά κυρίως των νεαρότερων.