Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Μουσικός Μάρτιος στο Βερολίνο







Μολονότι ο φετινός Μάρτιος στο Βερολίνο κάθε άλλο παρά μας θύμιζε πρώτο μήνα της άνοιξης (τα γκρίζα σύννεφα με δυσκολία εγκατέλειπαν τον ουρανό της πόλης), εντούτοις η μουσική κίνηση της πόλης, μας αποζημίωσε και μάλιστα με το παραπάνω. Μέσα στις λαμπρές αίθουσες συναυλιών της βιώσαμε τη μουσική άνοιξη σε όλο της το μεγαλείο.
Τρεις σπουδαίοι μουσουργοί γιορτάζονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς με ιδιαίτερη λαμπρότητα φέτος στο Βερολίνο, όπως εξάλλου και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: οι George Frideric Handel (από από τον θάνατο του οποίο συμπληρώνονται 250 χρόνια), Franz Joseph Haydn (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια) και Felix Mendelssohn Bartholdy (από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια). Έργα των τριών αυτών δημιουργών βρίσκουν ιδιαίτερη θέση στα προγράμματα των συναυλιών. Μάλιστα, ειδικά γύρω από τον Mendelssohn πραγματοποιήθηκε έκθεση με χειρόγραφα και προσωπικά αντικείμενα (Staatsbibliothek zu Berlin, 30/1-14/3).

Ian Bostridge

Η πρώτη από τις συναυλίες που παρακολουθήσαμε ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στον Handel (9/3, Konzerthaus, Μεγάλη αίθουσα). O δημοφιλέστερος από τους σύγχρονους Βρετανούς τενόρους Ian Bostridge, που έχει διακριθεί τόσο στον χώρο της όπερας όσο και σε εκείνον του Lied, και η Northern Sinfonia, ορχήστρα δωματίου ιδρυμένη το 1958, ερμήνευσαν σειρά αποσπασμάτων από όπερες και ορατόρια του συνθέτη (Messiah HWV 56, Semele HWV 58, Jeptha HWV 70, Ariodante HWV 33 και Acis and Galatea HWV 49). Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο περιοδείας των συντελεστών.
Με σεμνότητα, συγκέντρωση, ψυχικό μεγαλείο, καθαρότατη έκφρασης, όλο ουσία άρθρωση και φωνή χαρακτηριστικού ηχοχρώματος, ο Bostridge έφερε στο προσκήνιο τη μεγαλειώδη, γεμάτη ευγένεια και ρητορική δύναμη χαιντελική μουσική σκέψη. Βαθιά απορροφημένος από τα δυνατά αισθήματα της μουσικής, μετά το πέρας κάθε άριας τον παρατηρούσαμε με δυσκολία να επιστρέφει στην πραγματικότητα και να χαμογελά προκειμένου να ανταποκριθεί στα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού του. Η Northern Sinfonia αποδείχθηκε άξια συνοδοιπόρος σε αυτό το τόσο συναισθηματικά φορτισμένο μουσικό ταξίδι. Τις ξεχωριστές δυνατότητες του συνόλου, την ανεπιτήδευτη και ωραία μουσικότητά του, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε και κατά την ερμηνεία των Concerti grossi  Op. 3, αρ. 2 HWV  313, και Op. 6, αρ. 12 HWV 330, όπου διατυπώθηκαν θαυμάσια οι εκτενείς δραματικοί διάλογοι μεταξύ των οργάνων (ο συνθέτης μεταχειρίζεται τα όργανα με σολιστικό τρόπο). Εκτός προγράμματος ακούσαμε την άρια Love is in your eyes από την όπερα Acis and Galatea. Σημειώνεται ότι κυκλοφορεί album του τενόρου με άριες του Handel (EMI Classics).

Φιλαρμονική Βερολίνου

Μερικές μέρες αργότερα (13/3) στην Philharmonie, αίθουσα εξαιρετικής ακουστικής κτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τον αρχιτέκτονα Hans Sharoun, ακούσαμε συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.  Στο podium της κορυφαίας αυτής ορχήστρας στάθηκε ο Michael Boder, γνωστός κυρίως για τη συνεργασία του με ονομαστά λυρικά θέατρα. Ορχήστρα και μαέστρος πρότειναν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα συνθέσεων των Elliot Carter (A Celebration of 100 x 150 notes), Robert Schumann (Συμφωνία αρ. 3, Op. 97, του Ρήνου), Richard Wagner (Wesendonck-Lieder) και Witold Lutoslawski (Κοντσέρτο για ορχήστρα). Η βερολινέζικη ορχήστρα ως συνήθως βρέθηκε σε εκπληκτική φόρμα και ο ήχος της διέθετε λάμψη, ενέργεια και φρεσκάδα. Υπό τη διεύθυνση του Boder η θεατρική και αρκετά αινιγματική γραφή του Carter (συνθέτη που στις 11 Δεκεμβρίου 2008 συμπλήρωσε εκατό χρόνια ζωής) ερμηνεύθηκε με αναλυτικό και εύγλωττο τρόπο, η Συμφωνία του Schumann δεν έχασε καθόλου από την υπέροχη λυρικορομαντική της διάθεση, ενώ στα χέρια των μουσικών το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Lutoslawski  (έργο του 1954) έλαβε μια ερμηνεία μεγαλόπρεπα δεξιοτεχνική: υπογραμμίστηκαν με σαφήνεια οι χορευτικοί ρυθμοί, τα στραβινσκικής έντασης ostinati, τα φολκλορικά στοιχεία και η γενικότερη αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζει την παρτιτούρα. Στα τραγούδια του Wagner είχαμε την τύχη να ακούσουμε την σοπράνο Anja Kampe (σύζυγο του Boder), κάτοχο φωνής ιδιαίτερης ομορφιάς. Η τραγουδίστρια απέδωσε τους ονειρικούς στίχους της Mathilde Wesendonck (βαγκνερικής μούσας για ένα διάστημα) και τις μεγάλες μελωδικές γραμμές των πέντε τραγουδιών του κύκλου με συγκίνηση, άφθαστη λεπτότητα έκφρασης και νόημα. 

Vogler Quartett

Το Vogler Quartett αποτελεί ένα από τα αρτιότερα της Γερμανίας, ιδρύθηκε το 1985 στο τότε ανατολικό Βερολίνο και έχει στο ρεπερτόριό του έργα διαφορετικών περιόδων. Το ακούσαμε (14/3, Konzerthaus, Μικρή αίθουσα) σε σελίδες των Anton Webern (Langsamer Satz), Franz Joseph Haydn (Κουαρτέτο εγχόρδων Op. 74, αρ.2, Hob III:73) και Max Reger (Κουιντέτο με κλαρινέτο, Op. 146). Μας ευχαρίστησε με τον μελετημένο σχηματισμό των μουσικών φράσεων και με την ανάδειξη των δομικών στοιχείων των έργων. Ειδικότερα, το έργο του Haydn κέρδισε σε φρεσκάδα, ενώ η φαντασία και σε στιγμές το λεπτό χιούμορ (κυρίως κατά το πρώτο μέρος, Allegro spirituoso) του μεγαλοφυούς αυτού συνθέτη ξεχώρισαν με άνεση. Στην παρτιτούρα του Reger το μέρος του κλαρινέτου επωμίσθηκε ο Eduard Brunner: εμπνέοντας τους έγχορδους συναδέλφους του φρόντισε με προσοχή για την ανάδειξη τόσο των ρομαντικών στοιχείων του έργου όσο και της πιο πρωτοποριακής αρμονικής γραφής του συνθέτη. Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Brunner πρόσφερε μια εξαιρετικά δεξιοτεχνική ερμηνεία της Fantasie για σόλο κλαρινέτο του Joerg Widmann.

Ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου

Ένα άρτιο ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου ακούσαμε από τον Stefan Engels στην Μεγάλη αίθουσα της Philharmonie (15/3, πρωί). Ο δεξιοτέχνης κρίθηκε απολαυστικός σε έργα Sigfrid Karl-Elert (Passacaglia Op. 25b), Felix Mendelssohn Bartholdy (Φούγκα σε σι μείζονα, Φούγκα σε σι ύφεση μείζονα και Allegro σε φα ελάσσονα) και Julius Reubke (Σονάτα για εκκλησιαστικό όργανο «ο 94ος Ψαλμός»). Ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου ήχησε μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακά επιβλητικός στα χέρια αυτού του μουσικού, του οποίου  η τεχνική και η ανεπιτήδευτη έκφραση ξεχώρισαν. Τονίζουμε την ερμηνεία της λαμπρής σονάτας του Reubke κατά την οποίαν εξερευνήθηκε με μοναδικό τρόπο η πρωτότυπη μουσική σκέψη και η τολμηρότατη φαντασία -τόσο ελεύθερη και πλούσια σε στοχασμό και ενόραση!- του ιδιοφυούς συνθέτη, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Franz Liszt και που έφυγε από τη ζωή το 1858, στην τραγικά πρώιμη ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών.

Don Giovanni

Στην Κρατική Όπερα υπό τας Φιλύρας (Staatsoper Unter den Linden, 15/3) παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας Don Giovanni του Wolfgang Amadeus Mozart, στην πολυσυζητημένη παραγωγή του Γερμανού σκηνοθέτη Peter Mussbach. Ο τελευταίος, ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες με ειδικές σπουδές στη μουσική, τον Μάιο του 2008 διέκοψε τη συνεργασία του με την Κρατική Όπερα του Βερολίνου λόγω αντιπαράθεσης που είχε με τον Daniel Barenboim, γενικό μουσικό διευθυντή του θεάτρου. Το ανέβασμα του  Don Giovanni που ακούσαμε και είδαμε είναι συμπαραγωγή της Staatsoper και της Σκάλας του Μιλάνου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 2006 στο Μιλάνο.
 Στο podium στάθηκε ο νεαρότατος αρχιμουσικός Gustavo Dudamel, που εδώ και μερικά χρόνια έχει κερδίσει τις καρδιές όλου του μουσικού κόσμου, ηχογραφεί αποκλειστικά για την Deutsche Grammophon και διευθύνει μεγάλες ορχήστρες. Ο χαρισματικός και εξαιρετικά εργατικός καλλιτέχνης διαθέτει ένα ταλέντο το οποίο θα ζήλευαν φτασμένοι ομότεχνοί του προχωρημένης ηλικίας. Απέδωσε την παρτιτούρα (την οποία είχε μελετήσει με τους επιφανείς μέντορές του, Claudio Abbado και Daniel Barenboim) με μουσική ακρίβεια, απόλυτη προσοχή στις ξαφνικές εναλλαγές των λεπτών μοτσάρτιων συναισθηματικών αποχρώσεων, αυτοπεποίθηση, ενθουσιασμό αλλά και κύρος. Τη διανομή κάλυψαν οι προικισμένοι λυρικοί καλλιτέχνες Andrea Concetti (Don Giovanni), Anna Samuil (Donna Anna), Timislav Muzek  (Don Ottavio), Andreas Bauer (Commendatore), Aga Mikolaj (Donna Elvira), Hanno Mueller-Brachmann (Leporello), Arttu Kataja (Masetto) και Sylvia Schwartz (Zerlina). Προσέγγισαν με αξιοπιστία το ύφος και την αισθητική της μουσικής και τραγούδησαν τα ρετσιτατίβα, τις άριες και τα ensembles με υποδειγματική τέχνη και ζέση. Όλων οι κολορατούρες ήταν πεντακάθαρες και κανείς δεν έδειχνε να λυγίζει ούτε στιγμή μπροστά στα ζητούμενα του ρόλου του. Η ορχήστρα (Staatskapelle Berlin) και η χορωδία (Staatsopernchor) ερμήνευσαν με σωστή έκφραση ακολουθώντας τον Dudamel στην ορμητική και σπινθηροβόλα του διεύθυνση.
Ο Peter Mussbach, υπεύθυνος τόσο για τη σκηνοθεσία όσο και για τα σκηνικά, πρότεινε μια μοντέρνα και προσωπική ανάγνωση του έργου, σε στιγμές ξαφνιάζοντας ή και σοκάροντας με τις επιλογές του που ενίοτε απομακρύνονταν επικινδύνως  από τις επιθυμίες του συνθέτη και του λιμπρετίστα του. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Mussbach ο Commendatore δολοφονείται από τον Don Giovanni με ένα κοφτερό στιλέτο, ενώ στο τέλος του έργου ακριβώς με τον ίδιο τρόπο χάνει τη ζωή του ο Don Giovanni από τo φάντασμα του Commendatore. Βλέπουμε την Donna Elvira να καταφθάνει πάνω σε ένα scooter για να τραγουδήσει την πρώτη της άρια. Οι χωρικοί στην αρχή της τέταρτης σκηνής της πρώτης πράξης χορεύουν στον ρυθμό μεν της μουσικής αλλά με κινησιολογία που θα ταίριαζε σε ένα τραγούδι της disco. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την Zerlina μέχρι την ύστατη ώρα να μην μπορεί να κρύψει τον έρωτά της για τον γυναικοκατακτητή.
Επιπλέον, το σεξουαλικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του έντονα στην σκηνοθεσία: στην αρχή του έργου η Donna Anna με επιδεικτικό τρόπο πείθει ότι απολαμβάνει την ερωτική επίθεση του Don Giovanni, ενώ αργότερα οι Donna Anna, Don Ottavio και Donna Elvira χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον, σαν να μοιράζονταν μια σχέση κοινή και καθόλου κρυφή. Το μινιμαλιστικό και αμετάβλητο σκηνικό (σε ένα άδειο φόντο πότε δύο και πότε τρεις μεγάλο μαύροι τοίχοι κινούνταν κοντά στους ήρωες μάλλον συμβολίζοντας την μοίρα που τους κατατρέχει), σε συνδυασμό με τον γαλάζιο φωτισμό και το άσπρο, το μαύρο και το γκρίζο χρώμα των κοστουμιών (Andreas Schmidt-Futterer) έδιναν έναν διαχρονικό τόνο στην πλοκή.
Μολονότι οι κριτικές που έλαβε o Mussbach από τον διεθνή τύπο, υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αρνητικές, ομολογούμε ότι βρήκαμε ορισμένα στοιχεία της σκηνοθεσίας του εύστοχα και ενδιαφέροντα: πρότεινε έναν Don Giovanni λιγότερο διαβολικό (σε στιγμές, μάλλον συμπαθητικό) και πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερης σημασίας που τελικά με εξυπνάδα δικαίωνε τόσο την τραγική όσο και την κωμική πλευρά αυτού του αθάνατου drama giocoso.

Lupu/Barenboim

Τελευταία στη σειρά των μουσικών εκδηλώσεων που παρακολουθήσαμε στο  Βερολίνο ήταν η συναυλία της Staatskapelle Berlin, υπό τη διεύθυνση του μουσικού της διευθυντού Daniel Barenboim (16/3, Konzerthaus). Το πρόγραμμα σχηματίστηκε από ύστερα (σε δυο περιπτώσεις, ύστατα) έργα των συνθετών Gustav Mahler (Adagio από τη Συμφωνία αρ. 10),  Béla Bartók (Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3, Sz. 119, BB 127) και Elliot Carter (Partita). Στην παρτιτούρα του Mahler ορχήστρα και αρχιμουσικός απέδωσαν τη χαρακτηριστική μελαγχολία, τα μεγάλα μελωδικά τόξα και τις αιχμηρές διάφωνες συγχορδίες της παρτιτούρας με ένταση και νόημα. Σολίστ στο μπαρτοκικό κοντσέρτο, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ήταν ο Radu Lupu, παλιός φίλος και  συνεργάτης του Barenboim. Στην ερμηνεία που λάβαμε η φωτεινότητα και η αισιοδοξία του έργου ήρθαν στην επιφάνεια. Την προσοχή μας τράβηξε η ηχητική ποιότητα του πιανίστα, ο οποίος παίζει πάντα με  άνεση, panache και τεχνική βεβαιότητα. Μη αναμενόμενα προβλήματα συγχρονισμού μεταξύ πιάνου και ορχήστρας λόγω ασυμφωνίας στην επιλογή ταχυτήτων, τα οποία παρατηρήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους (Allegretto), δεν έβλαψαν τη  ερμηνεία.
Τη συναυλία σφράγισε η Partita του Carter. Το έργο είχε παραγγείλει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Barenboim και η  Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Ο αρχιμουσικός επέστρεφε με φανερή ικανοποίηση στο ορχηστρικό αυτό δημιούργημα, που είναι γεμάτο εξάρσεις, ποικιλία συναισθημάτων διαθέσεων και καλά διατυπωμένων μουσικών ιδεών. Η ανάγνωσή που προσφέρθηκε δικαίωσε το κομμάτι και όχι εκείνον τον ακροατή που μετά το πέρας της ερμηνείας το αποδοκίμασε οδηγώντας τον Barenboim να απευθυνθεί στο κοινό προκειμένου να υπερασπιστεί τη σύνθεση που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχε διευθύνει για πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια.