Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Άγνωστος και υπέροχος Gluck



Ο Christoph Willibald von Gluck (πορτραίτο του Joseph Duplessis που βρίσκεται στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης)




Είναι αλήθεια ότι τα οπερατικά έργα του πολύτιμου Christoph Willibald von Gluck (1714-1787) δεν παρουσιάζονται τόσο συχνά όσο εκείνων άλλων συγχρόνων του. Αν εξαιρέσει κανείς τρία ή τέσσερα μελοδράματα του μεγάλου αυτού μεταρρυθμιστή της όπερας, τα υπόλοιπα δημιουργήματά του είναι σχεδόν λησμονημένα. Και αυτό είναι άδικο καθώς η μουσική του σκέψη είναι πραγματικά ιδιοφυής, καινοτόμα και γεμάτη θαυμάσιες ιδέες. Στην εποχή του, πάντως, ήταν γνωστός ως ένας από τους απολύτως κορυφαίους μουσουργούς: υπήρξε εκείνος ο οποίος συνδύασε τα στοιχεία της γαλλικής και της ιταλικής όπερας με θαυμάσια αποτελέσματα. Οραματίστηκε και πέτυχε ένα μουσικοθεατρικό είδος κατά το οποίο μουσική και λόγος είχαν την ίδια σημασία και αξία. Ενέπνευσε πολλούς μεταγενέστερους συνθέτες (μεταξύ των οποίων βρίσκεται και ο Richard Wagner), οι οποίοι στηρίχθηκαν στις προτάσεις του. Η πλειοψηφία των θεμάτων των μελοδραμάτων του αντλούνται από την αρχαία μυθολογία και δραματουργία.
Στις 14/2, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Α. Τριάντη) παρακολουθήσαμε την όπερα Ο Θρίαμβος της Κλέλιας (Il Trionfo di Clelia) του εν λόγω συνθέτη, η υπόθεση της οποίας μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη και στρέφεται γύρω από τον έρωτα και την διαπλοκή για την κατάκτηση της εξουσίας. Επρόκειτο για την παγκόσμια πρώτη αναβίωση πλήρους της όπερας στη μουσικολογικά και ιστορικά ενημερωμένη εκδοχή της, διακόσια πενήντα χρόνια μετά από την πρεμιέρα της που είχε δοθεί στο Teatro Comunale di Bologna το 1763 (μάλιστα, με το συγκεκριμένο έργο του Gluck εγκαινιάστηκε το προαναφερθέν φημισμένο ιταλικό λυρικό θέατρο). 
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η  ίδια όπερα είχε παρουσιαστεί τον Μάρτιο του 2001 από το Φεστιβάλ Όπερας του Lugo  (τρεις παραστάσεις στο Teatro Rossini του Lugo), ωστόσο κατά τη διάρκεια εκείνης της παραγωγής είχαν σημειωθεί αλλαγές τονικοτήτων ορισμένων φωνητικών μερών και δεν είχε υπήρχε η κριτική έκδοση της χειρόγραφης παρτιτούρας που φυλάσσεται στην Bologna και στην οποία στηρίχθηκε η αθηναϊκή παραγωγή, που επιπλέον χρησιμοποίησε όργανα εποχής. 
Ο εκλεκτός αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου μετά από προσεκτική μελέτη της παρτιτούρας και έχοντας στη διάθεσή του την ικανότατη Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, πρόσφερε μια ερμηνεία σφριγηλή και σαφή στην άρθρωσή της. Η σύλληψη του Gluck ξεδιπλώθηκε γεμάτη από υπέροχες δραματικές άριες και μια δεξιοτεχνική ενορχήστρωση.
 Οι τραγουδιστές άφησαν εξίσου άρτιες εντυπώσεις: η Hélène Le Corre απέδωσε με φρεσκάδα το μέρος της Clelia. Η Μαίρη-Έλεν Νέζη επέδειξε μουσικότητα και κατανόηση της αισθητικής του ύφους της ιστορικής ερμηνείας τραγουδώντας με ακρίβεια και συναίσθημα τον απαιτητικό ρόλο του Ρωμαίου στρατιωτικού Οράτιου. Η Ειρήνη Καράγιαννη έφερε στην επιφάνεια με τέχνη και φωνητική καθαρότητα τις σκοτεινές πλευρές του δόλιου αξιωματικού Ταρκίνιου. Οι Burçu Uyar (Λαρίσσα), Βασίλης Καβάγιας (Πορσέννας) και Άρτεμις Μπόγρη (Μάννιος) κρίθηκαν επίσης ικανοποιητικοί στους δικούς τους ρόλους. Ιδιαίτερα μάς ευχαρίστησε ο Καβάγιας με τη νεανική, καλά ισορροπημένη και τεχνικά άρτια δουλεμένη φωνή του.
Οι ίδιοι συντελεστές (με εξαίρεση την τελευταία, που αντικαθιστάται από τον κόντρα τενόρο Florin Cezar Ouatu, και τον μαέστρο, που αντικαθιστάται από τον Ιταλό Giuseppe Sigismondi de Risio) ηχογράφησαν τη θαυμάσια ερμηνευτική τους άποψη για λογαριασμό της γερμανικής δισκογραφικής εταιρείας MDG (πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση του έργου): στο εν λόγω album, επιπλέον εκτιμά κανείς τη λεπτομερή διεύθυνση του de Risio, o οποίος με ερμηνευτική διεισδυτικότητα καθοδηγεί τους τραγουδιστές στα εύφορα μονοπάτια της παρτιτούρας του Gluck, αναδεικνύοντας την έξοχη μουσική αφήγηση και φροντίζοντας για τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα σε φωνές και ορχήστρα. Στο ίδιο ακριβώς album απολαμβάνουμε και την όλο σπάνια ηχοχρώματα και αριστοκρατική μεγαλοπρέπεια φωνή του Ouatu, δίχως άλλο ενός εκ των σπουδαιότερων κόντρα τενόρων της εποχής μας.  
Το εικαστικό μέρος της παραγωγής κάθε άλλο παρά δικαίωνε την υπέροχη παρτιτούρα του Gluck. Ο σκηνοθέτης Nigel Lowery μετέφερε την πλοκή του έργου στις αρχές του εικοστού αιώνα (με αναφορές σε προγενέστερες και μεταγενέστερες πολεμικές περιόδους) παρουσιάζοντας τα γεγονότα να εκτυλίσσονται σε σκηνή κουκλοθεάτρου. Επιχειρώντας προφανώς να παραλληλίσει τους ήρωες με μαριονέτες, πρότεινε μια φλύαρη, γκροτέσκα και ακυρωτική σκηνοθεσία, η οποία υποχρέωνε τους τραγουδιστές να κινούνται συνεχώς και συνήθως άσκοπα. Γεγονός που ενόχλησε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια που ερμηνεύονταν οι άριες: αντί να σεβαστεί τη στατικότατα της δραματικής έκφρασης αποσπούσε την προσοχή μας με άχρηστα δρώμενα και θορύβους. Τα σκηνικά, που υπέγραφε ο ίδιος, υπήρξαν πρόχειρα σχεδιασμένα: μια τεράστια σκηνή κουκλοθέατρου, ένα πελώριο λευκό –βιαστικά σιδερωμένο- σεντόνι, που θύμιζε αυλαία, και διάφορα φθηνής κατασκευής αντικείμενα, δέσποζαν. Στο τέλος της παράστασης δεν ήταν λίγα τα αγανακτισμένα μέλη του κοινού που τον γιουχάισαν.
Ξεχάστε τη σκηνοθεσία και αναζητήστε την ηχογράφηση! 








Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Eμπνευσμένο βαγκνερικό φινάλε



Η Deborah Voigt ως Brünnhilde και ο Jay Hunter ως Siefgried  (φωτο: The Metropolitan Opera)


Ο Richard Wagner συνθέτοντας τον κύκλο των τεσσάρων μουσικών δραμάτων με γενικό τίτλο Το Δαχτυλίδι του Niebelung (Der Ring des Nibelungen) έστησε ένα ανυπέρβλητο επικό ηχητικό μνημείο γεμάτο υπέροχη μουσική, άψογα σχεδιασμένους ήρωες και ποικίλα όσο και διαχρονικά σύμβολα. Το ποιητικό κείμενο του έργου (libretto) είναι γραμμένο από τον ίδιο και μοιάζει να είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο: η δίψα για απόλυτη εξουσία μέσω της απόκτησης ενός καταραμένου χρυσού δαχτυλιδιού οδηγεί στην καταστροφή.
Στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε στις 11/2, το μουσικό δράμα με τίτλο Λυκόφως των Θεών (Götterdämmerung), τέταρτο και τελευταίο μέρος του επικού αυτού κύκλου, σε απευθείας μετάδοση από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Metropolitan Opera).
Ο σκηνοθέτης Robert Lepage φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια με σκέψη και μέριμνα τα συναισθήματα των ηρώων. Συνεργαζόμενος με τους  François St-Aubin (κοστούμια), Etienne Boucher (φωτισμοί) και Lionel Arnould (video), πρόσφερε ένα ονειρικό εικαστικό υπερθέαμα το οποίο σεβόταν τις επιθυμίες-οδηγίες του ίδιου του Wagner ενώ παράλληλα κατέθετε μια μοντέρνα άποψη της μυθολογικής ιστορίας χρησιμοποιώντας την σύγχρονη τεχνολογία. Τη σκηνή κάλυπτε μια τεράστια κατασκευή-μηχανή (βάρους σαράντα πέντε τόνων) αποτελούμενη από εικοσιτέσσερις κινούμενες σανίδες. Η κατασκευή δεχόταν  πάνω της την προβολή ελκυστικών βιντεοεικόνων όπως τα νερά του ποταμού Ρήνου, βράχους, καταρράκτες, φλόγες.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Fabio Luisi, που σε αυτή την πολυαναμενόμενη νέα παραγωγή του Δαχτυλιδιού (κόστους δεκαέξι εκατομμυρίων δολαρίων!) αντικατέστησε τον ασθενή μουσικό διευθυντή της Met James Levine, αποδείχθηκε άξιος ερμηνευτής του Wagner: με αυτοπεποίθηση, διάθεση εκλέπτυνσης των ποικίλων μουσικών στοιχείων και ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη των λεπτομερειών της παρτιτούρας, πέτυχε να εμπνεύσει τους τραγουδιστές και να εκμαιεύσει τον καλύτερό τους εαυτό.
Η σοπράνο Deborah Voigt υπήρξε αξιοθαύμαστη στην απόδοση του δυναμισμού και της γενναιοψυχίας της Βαλκυρίας Brünnhilde (ρόλο που πρόσφατα πρόσθεσε στο ρεπερτόριό της). Μπορεί σε στιγμές να μας έλειψε η σπαρακτική συγκίνηση μπροστά στον νεκρό Siegfried και η απογειωμένη αίσθηση της ιερής θυσίας που έφερνε στο τελικό στάδιο του ίδιου ρόλου η αξέχαστη Hildegard Behrens ή η αφοπλιστική αγνότητα μιας Dame Gwyneth Jones ή ακόμα η ηρωική αγέρωχη αίσθηση της κορυφαίας Birgit Nilsson, ωστόσο η Voigt δίχως άλλο τοποθέτησε με τέχνη και ισχυρή μουσική συγκρότηση τη δική της σφραγίδα στον ρόλο.
Ο τενόρος Jay Hunter Morris με φωνή αξιοσημείωτης αντοχής υποστήριξε έναν Siegfried δυναμικό και νεανικό (η παραγωγή αυτή σηματοδοτεί την πρώτη φορά που εξερευνά τον ρόλο). Η σπουδαία βαγκνερική μέτζο σοπράνο Waltraud Meier, με αμεσότητα έκφρασης και  φωνή γεμάτη χρώματα, υπήρξε δίχως άλλο αποκαλυπτική στον σχετικά σύντομο αλλά τόσο σημαντικό ρόλο της αδελφής της Brünnhilde, Waltraute
Ο μπαροβαρύτονος Eric Owens (Alberich) και ο μπάσος Hans-Peter König (Hagen) ήταν επιβλητικοί και εντυπωσίασαν με τις σπηλαιώδεις φωνές τους. Ο μπασοβαρύτονος Iain Paterson υπήρξε μουσικά και υποκριτικά πειστικότατος προσφέροντας έναν δουλεμένο στη λεπτομέρεια Gunter, τραγικό θύμα αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο. Η σοπράνο Wendy Bryn Harmer ικανοποίησε με τη γλυκιά φωνή στον ρόλο της ευκολόπιστης Gutrune
Οι τρεις Μοίρες (Maria Radner, Elizabeth Bishop, Heidi Melton) και οι τρεις Κόρες του Ρήνου (Erin Morley, Jennifer Johnson Cano, Tamara Mumford) ευχαρίστησαν στις αφηγήσεις και δικαιολογημένες αγωνίες τους απέναντι στις δραματικές εξελίξεις της πλοκής.
Τέλος, η χορωδία της Met (προετοιμασμένη από τον πολύπειρο διευθυντή της, Donald Palumbo) απέδωσε με ηχητική ομοιογένεια και συναισθηματική ένταση.



H Waltraut Meier ως Waltraute (φωτο: The Metropolitan Opera) 




Σκηνή από το Λυκόφως των Θεών (φωτο: The Metropolitan Opera)



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Ρεσιτάλ και συναυλίες


 Το Κουαρτέτο Kodály  


Είχαμε ακούσει για πρώτη φορά τον Θεσσαλό πιανίστα Απόστολο Παληό στον Διαγωνισμό Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα, τον Μάρτιο του 2006, και αμέσως ξεχωρίσαμε τις εύφορες αρετές της τέχνης του. Έκτοτε με ενδιαφέρον παρακολουθούμε την ποιοτική εξέλιξή του.
Πρόσφατα (28/1), τον εκτιμήσαμε σε ατομική εμφάνιση που πραγματοποίησε στο αμφιθέατρο του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της σημαντικής έκθεσης με τίτλο Goya και Beethoven στο Τελλόγλειο (η έκθεση παρουσίαζε τέσσερις σειρές χαρακτικών του μεγάλου ζωγράφου και σπάνια χειρόγραφα και πρώτες εκδόσεις παρτιτούρων και βιογραφιών του κορυφαίου μουσουργού).
Ο Παληός άνοιξε το ρεσιτάλ του με τη Σονάτα αρ. 30, Op. 109, του Ludwig van Beethoven, που στα χέρια του κέρδιζε σε λυρική χάρη και ευφάνταστη μελωδική λάμψη. Στη συνέχεια, με ιδιαίτερη προσοχή στην αισθητική του ήχου ερμήνευσε την Goyesca αρ. 4, H Κόρη και το Αηδόνι, του Enrique Granados: υπογράμμισε με νόημα τον αφηγηματικό χαρακτήρα και τα ρομαντικά στοιχεία της ερωτικής αυτής μουσικής εκμυστήρευσης. Το δεύτερο μέρος της βραδιάς καλύφθηκε από την κολοσσιαίων μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων Σονάτα αρ. 29, Op. 106, Hammerklavier, του Beethoven. Ο καλλιτέχνης απέδωσε με σαφήνεια και ψυχή τις ηρωικές στιγμές που δίνουν τη θέση τους σε στοχαστικές περιόδους φιλοσοφικής ενατένησης, ενδοσκόπησης και ποικίλων εσωτερικών αναζητήσεων. Το τρίτο μέρος, Adagio sostenuto, το οποίο εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον αξέχαστο πιανίστα Wilhelm Kempff ως «ο πλέον μεγαλοπρεπής μονόλογος που συνέθεσε ποτέ ο Beethoven», βρήκε στο πρόσωπο του Παληού έναν ερμηνευτή ώριμο που πετύχαινε να φωτίσει με σεβασμό, καλό γούστο και στιβαρή τεχνική τα απύθμενα βάθη της μπετοβενικής σκέψης.
Μερικές μέρες αργότερα (2/2), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χ. Λαμπράκης), απολαύσαμε το Κουαρτέτο Kodály  (Kodály Quartet) σε έργα Hugo Wolf (Ιταλική Σερενάτα), Piotr Ilyich Tchaikovsky (Κουαρτέτο αρ. 1, Op. 11) και Robert Schumann (Κουιντέτο για πιάνο,Op. 44). Το σύνολο μάς κέρδισε με τις υψηλού επιπέδου, απέριττες και υφολογικά εύστοχες αναγνώσεις που πρότεινε. Ο ομοιογενής και ζεστός ήχος του ξεχώριζε σε όλα τα έργα. Στο Κουιντέτο του Schumann η συνεισφορά του διακεκριμένου πιανίστα Δημήτρη Σγούρου υπήρξε ουσιαστική και τεχνικά άμεμπτη.
Τέλος, στις 3/2, στον ίδιο ακριβώς χώρο, ο Γερμανός βιολονίστας Kolja Blacher (για πολλά χρόνια εξάρχων της Φιλαρμονικής του Βερολίνου) υποστήριξε μια υποδειγματικά οργανωμένη, εκφραστική και τονικά ακριβέστατη ερμηνεία του Κοντσέρτου για βιολί, Op. 61, του Sir Edward Elgar. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου, συνόδευσε με ενέργεια και αισθαντικότητα, ενώ στο δεύτερο μέρος της βραδιάς χάρισε αρχικά μια ρυθμικά ζωηρή Σουίτα από το μπαλέτο Ο Θαυμαστός Μανδαρίνος του Béla Bartók και στη συνέχεια κλιμάκωσε προσεκτικά το διάσημο Boléro του Maurice Ravel.



Ο πιανίστας Απόστολος Παληός

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Μαγευτική εμπειρία



H Joyce DiDonato (Sycorax) και ο David Daniels (Prospero) στο "Μαγεμένο Νησί
(φωτο Nick Heavican/Metropolitan Opera)


Στις 26/1, στην κατάμεστη Αίθουσα Α. Τριάντη (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), παρακολουθήσαμε τη μαγνητοσκοπημένη μετάδοση της όπερας με τίτλο Το Μαγεμένο Νησί (The Enchanted Island), που είχε δοθεί μερικές μέρες νωρίτερα στην Αμερική (21/1). 
Ο Peter Gelb, γενικός διευθυντής της Met, οραματίστηκε μια όπερα που θα χρησιμοποιούσε παλαιότερη μουσική από όπερες επιφανών συνθετών της εποχής μπαρόκ (περ. 1650-1750) και θα προσαρμοζόταν σε ένα νέο κείμενο, ακριβώς κατά τα πρότυπα του είδους pastiche (ιταλ. pasticcio) της εν λόγω εποχής. Έτσι, για περίπου τέσσερα χρόνια ο συγγραφέας Jeremy Sams και o αρχιμουσικός William Christie, ειδικός στην ερμηνεία της μουσικής μπαρόκ, εργάστηκαν άοκνα δημιουργώντας την όπερα που παρακολουθήσαμε και η οποία βασίστηκε στα θεατρικά έργα Η Τρικυμία και Όνειρο Θερινής Νυκτός του W. Shakespeare.
Τα συναισθήματα των σαιξπηρικών ηρώων φωτίστηκαν θαυμάσια από το καλογραμμένο λιμπρέτο (ποιητικό κείμενο) του Sams, ενώ ο Christie διηύθυνε με έντονη δραματική αίσθηση και μεγάλη φινέτσα εξασφαλίζοντας μια ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία μέσα στο σωστό στυλ της εποχής μπαρόκ.
Για το ανέβασμα επιστρατεύτηκαν ορισμένα από τα σημαντικότερα ονόματα της διεθνούς οπερατικής σκηνής, που ερμήνευσαν με αποκαλυπτική ευαισθησία τη μεγαλειώδη μουσική των G.F. Handel, Α. Vivaldi, J.P. Rameau, J.F. Rebel, Α. Campra, J.M. Leclair και G.B. Ferrandini
Πιο συγκεκριμένα, ο David Daniels απέδωσε με μεγαλοπρέπεια τoν μάγο Prospero, η Joyce DiDonato πρότεινε με εκρηκτικό πάθος και εκπληκτική πνοή τον ρόλο της μανιασμένης μάγισσας Sycorax (δύσκολα θα ξεχάσουμε την υπέροχα  διεισδυτική ερμηνεία της άριας Maybe soon, maybe now!/Morirò, ma vendicata του Handel), η Danielle de Niese ερμήνευσε με ζηλευτή δεξιοτεχνία τις άριες του πνεύματος Ariel (απίστευτα σπινθηροβόλες υπήρξαν οι κολορατούρες της άριας Can you see the heavens are reeling/Agitata da due venti του Vivaldi), ο χαρισματικός Luca Pisaroni πρόσφερε έναν καλοτραγουδισμένο Caliban, ήρωα άλλοτε αξιολύπητο και άλλοτε συμπαθητικό μέσα στην ασκήμια του, οι Lisette Oropesa και Anthony Roth Costanzo επέδειξαν υποδειγματική μουσικότητα, αντίστοιχα στους ρόλους της Miranda και του Ferdinand. Ειδικά ο ανερχόμενος Costanzo διαθέτει μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και εύηχες φωνές κόντρα τενόρου της εποχής μας. Ο αειθαλής βετεράνος Ισπανός τενόρος Plácido Domingo (που εκείνη ακριβώς την ημέρα είχε τα γενέθλιά του) κράτησε τον ρόλο του γηραιού Ποσειδώνα με την πλούσια και ζεστών αποχρώσεων θρυλική φωνή του, ακολουθώντας τις ιδιαίτερες ερμηνευτικές τεχνικές του στυλ μπαρόκ. 
Η χορωδία της Met ερμήνευσε με άψογη ακρίβεια. Οι Phelim McDermott (σκηνοθεσία), Julian Crouch (βοηθός σκηνοθέτη και σκηνογραφία), Kevin Pollard (κοστούμια), Brian MacDevitt (φωτισμοί), Graciela Daniele (χορογραφία) και τα μέλη της ομάδας 59 Productions (animation και projection design) στόχευσαν σε μια μαγευτική και ευρηματική παρουσίαση της όπερας, με ονειρικούς φωτισμούς, πολυτελή κοστούμια και χαρακτηριστικά σκηνικά εποχής. Τα σκηνικά αντλούσαν στοιχεία από την εικονογράφηση βιβλίων ζωολογίας και βοτανολογίας του δεκάτου ογδόου αιώνα.
Χωρίς άλλο, μια καθηλωτική εμπειρία την οποία ελπίζουμε να απολαύσουμε σύντομα και σε DVD.