Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Θριαμβευτικός "Siroe" από τον Γιώργο Πέτρου

Σκηνή από την όπερα "Siroe". 





Johann Adolph Hasse (1699-1783), λιγότερο γνωστός στο ευρύ κοινό σε σχέση με άλλους μείζονες συνθέτες της λεγόμενης εποχής μπαρόκ, υπήρξε κεντρική  μορφή της μουσικής ζωής του δεκάτου ογδόου αιώνα. Όπως κι άλλες λαμπρές προσωπικότητες του καιρού του είχε πολλές ιδιότητες: υπήρξε μουσουργός, τραγουδιστής,  δάσκαλος μουσικής και υπεύθυνος για διοργανώσεις παραστάσεων όπερας και συναυλιών. Επιπλέον, συνδέθηκε με δύο εξίσου επιφανείς μορφές της εποχής του: ήταν σύζυγος της λαμπρής ντίβας, μέτζο σοπράνο Faustina Bordoni (1697-1781), για την οποία ο George Frideric Handel έγραψε μεγάλους ρόλους, ενώ συνδεόταν με τον περισπούδαστο Ιταλό ποιητή και λιμπρετίστα Pietro Antonio Domenico Trapassi, γνωστό με το ψευδώνυμο Pietro Metastasio (1698-1782).
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν διάσημος ως συνθέτης όπερας, είχε στη διάθεσή του τις αρτιότερες φωνές της εποχής του, ταξίδεψε σε πολλές πόλεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, συνέθεσε για τον Φρειδερίκο τον Μέγα,  ενώ πέρασε τις δύο τελευταίες δεκαετίες στη ζωή του στη Βιέννη (όπου είχε την εύνοια του Ιωσήφ ΙΙ) και τη Βενετία. Έφυγε από τη ζωή δοξασμένος και πλήρως αναγνωρισμένος. Μετά τον θάνατό του, κυρίως λόγω της αλλαγής στα γούστα του κοινού της όπερας και της ταχύτατης ανόδου άλλων συνθετών, η προσφορά του άρχισε σταδιακά να λησμονιέται.
Ωστόσο, κατά τη σύγχρονη εποχή, όπου οι ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες ανθίζουν με μεγάλο ενθουσιασμό, το έργο του Hasse βρίσκει ολοένα και περισσότερους θαυμαστές και υποστηρικτές: οι τραγουδιστές του μπαρόκ ρεπερτορίου, τα λυρικά θέατρα και οι δισκογραφικές εταιρίες μοιάζουν να δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Θυμίζουμε ότι πρόπερσι κυκλοφόρησε ένα προσωπικό album του κόντρα τενόρου Valer Barna-Sabadus με άριες του Hasse (Hasse: Reloaded, Oems Classics), πέρσι κυκλοφόρησε η ηχογράφηση της όπερας Didone abbandonata (Naxos), ενώ μόλις φέτος ο κόντρα τενόρος Max Emanuel Cenčić συνεργαζόμενος με τον αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου και την ορχήστρα Armonia Atenea (Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής), ηχογράφησαν ένα album με άριες του Hasse, που φέρει τον τίτλο Rokoko (Decca).  
Το ενδιαφέρον του Cenčić σχετικά με τον συνθέτη δεν εξαντλήθηκε στην προαναφερθείσα δισκογραφική κατάθεση, αλλά εξελίχθηκε σε ένα ακόμα μεγαλύτερο εγχείρημα, την εξερεύνηση και ερμηνεία της όπερας Soroe rè di Persia (Σιρόης Βασιλεύς της Περσίας. Το σημαντικό αυτό έργο σε τρεις πράξεις, βασίστηκε σε λιμπρέτο του Metastasio και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Μαΐου 1733, στο Teatro Malvezzi της Μπολόνια. Αξίζει εδώ να προσθέσουμε ότι η υπερπολυτελής διανομή της πρεμιέρας σχηματίστηκε από θρυλικούς τραγουδιστές όπως οι Filippo Giorgio, Farinelli, Caffarelli, Vittorio Tesi, Anna Maria Peruzzini και Elisabetta Uttini. Αλήθεια, τι παράσταση θα πρέπει να ήταν αυτή!
Την προαναφερθείσα όπερα (στην τελευταία εκδοχή της, του 1763, που ανέβηκε στη Βαρσοβία) ηχογράφησαν για λογαριασμό της Decca και παρουσιάζουν στην Αθήνα (Φεστιβάλ Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, 26 και 27/7), στο Παρίσι (Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών, 26και 30/11), όπως και στο Βιέννη (Theater an der Wien, σε συναυλιακή μορφή, 21/4/2015), οι Cenčić και Πέτρου.  Παρακολουθήσαμε τις δύο αθηναϊκές παραστάσεις, με διανομή που στηρίχθηκε, με εξαίρεση τον πρωταγωνιστή, σε ελληνικές δυνάμεις (η διανομή της ηχογράφησης, που θα ολοκληρωθεί τον Ιούλιο στην Αθήνα, για λογαριασμό της Decca, καλύπτεται από διαφορετικούς τραγουδιστές: τους Cenčić, Franco Fagioli, Julia Lezhneva, Laureen Snouffer και Juan Sancho, με εξαίρεση την Μαίρη Έλεν Νέζη, που συμμετέχει τόσο στις παραστάσεις όσο και στην ηχογράφηση, στη θέση της Hélène Le Corre, που είχε αρχικά αναγγελθεί για την ηχογράφηση).
Μολονότι δεν θα διαφωνούσαμε με μια διανομή σαν την παραπάνω, ομολογούμε ότι η διανομή των δύο ελληνικών παραστάσεων κάθε άλλο παρά δυσαρέστησε.
Όμως, πριν αναφερθούμε στους τραγουδιστές, θα θέλαμε να επαινέσουμε την εξαιρετική δουλειά του Cenčić, ο οποίος με αυτή την όπερα σημείωνε το ντεμπούτο του στον ρόλο του σκηνοθέτη. Βλέποντας το έργο σαν ένα παραμύθι αντλημένο από τις Χίλιες και μια Νύχτες, συνεργάστηκε με τους Bruno de Lavenère (σκηνικά-κοστούμια), David Debriney (φωτισμοί) και Etienne Guiol (video projection), στήνοντας μια παράσταση ονειρικής ατμόσφαιρας, υπέροχων εικόνων και εξαίσιων χρωμάτων. Τα τόσο άμεσα στην έκφρασή τους video projections του ταλαντούχου Guiol, οι επιβλητικοί φωτισμοί του βραβευμένου Debriney και τα πανέμορφα κοστούμια του de  Lavenère, ευχαριστούσαν τα μάτια μας και αιχμαλώτιζαν τις αισθήσεις. Όλα συντελούσαν σε μια εικαστική πανδαισία, που έφερε τη καλόγουστη σφραγίδα του Cenčić. Ο τελευταίος κίνησε τους τραγουδιστές με περίσσεια προσοχή, εντάσσοντάς τους με σκέψη στο πλαίσιο των ρόλων τους και ζητώντας τους να αισθανθούν τον παλμό της μουσικής στην κίνησή τους.
Μέσα σε αυτό το εικαστικό πλαίσιο είχαν την ευκαιρία να προσφέρουν τον καλύτερό τους εαυτό οι τραγουδιστές. Βρήκαμε ότι η διανομή που συνέπραξε κατά τις αθηναϊκές παραστάσεις δεν είχε αδυναμίες.
Αναλυτικότερα, τον ρόλο του Πρίγκιπα Siroe κράτησε ο  Antonio Giovannini, ανερχόμενος κόντρα τενόρος ιδιαίτερων δυνατότατων. Εντυπωσίασε με την ευγένεια της έκφρασής του, την υπέροχα ευέλικτη φωνή του, την άνετη τεχνική του και τις πεντακάθαρες κολορατούρες. Δίπλα του, στον ρόλο του Medrase, αδελφού του Siroe που προσπαθεί να εμποδίσει τον τελευταίο από το να ανέβει στον θρόνο, η Μαίρη Έλεν Νέζη τραγούδησε τον ρόλο με επιβλητικότητα. Οι Μυρσίνη Μαργαρίτη (Laodice), Μίνα Πολυχρόνου (Emira) και Βασιλική Καραγιάννη (Arasse) ερμήνευσαν τις άριες τους με ωραίες φωνές, θεατρική αίσθηση και σεβασμό προς το ιδιαίτερο ύφος της μουσικής. Η Πολυχρόνου, όπως πάντα καλά προετοιμασμένη, αντιμετώπισε τις εξαίσιες όσο και δύσκολες τεχνικά άριες του ρόλου της με μεγάλη ετοιμότητα. O Βασίλης Καβάγιας στον ρόλο του Cosroe, Βασιλιά της Περσίας που προσπαθεί να ισορροπήσει τα συγκρουόμενα συναισθήματα τα οποία τρέφει για τον πρωτότοκο γιο του Siore, πέτυχε να εντυπωσιάσει μπολιάζοντας τόσο το τραγούδι όσο και την κίνησή του με τις σωστές αναλογίες δραματικής αγωνίας και θεατρικής δύναμης.
Κατά την άποψή μας, μεγάλος θριαμβευτής της βραδιάς αποδείχθηκε ο χαρισματικός Πέτρου, ο οποίος έσκυψε με γνώση, έμπνευση και αγάπη πάνω από την παρτιτούρα καθοδηγώντας προσεκτικά τους τραγουδιστές και την ορχήστρα του. Κατάφερε με ιδιαίτερη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο γούστο να φέρει στο φως όλες εκείνες τις θαυμάσιες λεπτομέρειες που συνθέτουν την παρτιτούρα του Hasse, την έξοχη μουσική, τους στέρεα δομημένους ρόλους, την λεπτή ενορχήστρωση, το προφητικό για το μέλλον όσο και καινοτόμο ύφος σύνθεσης, αλλά και τις φράσεις του με φινέτσα και σοφία ποιητικού κειμένου του Metastasio. Σημειώνουμε ότι μοιράστηκε την εκτέλεση της συνοδείας των recitativi (cembalo) με τον ικανότατο Μάρκελλο Χρυσικόπουλο.
Αναμένουμε την κυκλοφορία της ηχογράφησης της όπερας τον Νοέμβριο, η οποία θα ανανεώσει την επαφή μας με το έργο, όπως και την τηλεοπτική μετάδοση που προγραμματίζεται να γίνει από το Θέατρο των Βερσαλλιών, κατά τα τέλη του ίδιου μήνα. Θα ήταν εύστοχη ιδέα, η παραγωγή να κυκλοφορήσει και σε DVD, ώστε να απαθανατιστεί και το οπτικό μέρος.
Μια πραγματικά αξιομνημόνευτη εμπειρία που μας κάνει να ελπίζουμε ότι το Φεστιβάλ Αθηνών, το οποίο προσφέρει πλέον ελάχιστες συναυλίες λόγιας μουσικής και παραστάσεις όπερας, να δώσει την ευκαιρία στον Πέτρου να ξεδιπλώσει και άλλες ανάλογες παραγωγές έργων της εποχής μπαρόκ κατά τα χρόνια που έπονται.   




 Σκηνή από την όπερα "Siroe".


Διεθνείς παρουσίες: Kaufmann, Kammerochester Wien-Berlin και Trio '92


Ο τενόρος Jonas Kaufmann 






Η σύμπραξη του Βαυαρού τενόρου Jonas Kaufmann με την Kammerorchester Wien-Berlin, που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, 13/5), κρίθηκε από κάθε άποψη εντυπωσιακή σε ποιότητα και μουσικό όραμα.
Η βραδιά άνοιξε με τη Συμφωνία για έγχορδα αρ. 10 του Felix Mendelssohn Bartholdy: ο συνθέτης ολοκλήρωσε τις 12 Συμφωνίες για έγχορδα μεταξύ των ετών 1821 και 1823, στην τρυφερή ηλικία των 12 με 14 ετών. Στα έξοχα αυτά έργα, τεχνικά, δομικά και συναισθηματικά τόσο δουλεμένα, η ιδιοφυία του θαυμαστού νεαρότατου Felix είναι πάντα παρούσα. Ο κύκλος αυτός αποτελεί άξιο προπομπό του κύκλου των μετέπειτα πέντε διάσημων συμφωνιών της ωριμότητάς του. Το  ορχηστρικό σύνολο Kammerorchester Wien-Berlin, που απαρτίζεται από επιλεγμένους μουσικούς των Φιλαρμονικών Βιέννης και Βερολίνου, απέδωσε την παρτιτούρα με την απαιτούμενη δραματική ένταση (η τραγική τονικότητα της σι ελάσσονος δεν επελέγη τυχαία από τον μουσουργό) και σφριγηλότατα έκφρασης.   
Στη συνέχεια ο Kaufmann, συνοδευόμενος από το ίδιο σύνολο, εξερεύνησε τα Τραγούδια του Οδοιπόρου (Lieder eines fahrenden Gesellen) του Gustav Mahler, στην ενορχηστρωμένη εκδοχή του Arnold Schoenberg. Κατά την ερμηνεία του εν λόγω κύκλου τραγουδιών, που ολοκληρώθηκε το 1885, ο τραγουδιστής φώτισε την πικρή μελαγχολία και απαισιοδοξία (Ι. Wenn mein Schatz Hochzeti macht και ΙΙΙ. Ich habein glühend Messer, με πόση πικρία και ασφυκτική αγωνία πότισε τις λέξεις «O weh), αλλά και την αθώα, αγγελική χαρά (ΙΙ. Ging heut Morgen übers Feld). Η ζεστή του έκφραση και η θερμών αποχρώσεων πολυτελής φωνή του, μας άγγιξαν κατά την υπέροχη ανάγνωση του ύστατου τραγουδιού, IV. Die zwei blauen Augen von meinem Schatz, όπου επικρατεί ένας ονειρώδης λυρισμός. Η ποιότητα της συνοδείας της ορχήστρας κινήθηκε στα ίδια υψηλά επίπεδα. Τα χειροκροτήματα του κοινού, έφεραν για άλλη μια φορά τον σολίστ επί σκηνής, ο οποίος μάς πρόσφερε μια απαράμιλλης ηχητικής και εκφραστικής ομορφιάς ερμηνεία του Lied Όνειρα (Träume – Studie zu «Tristan und Isolde») από τον κύκλο τραγουδιών Wesendock Lieder, WWV 91, βεβαίως του Richard Wagner. Δύσκολα βρίσκουμε λέξεις για να εκφράσουμε την ευτυχία που βιώσαμε εισπράττοντας μια τόσο δουλεμένη, ιδιαίτερα συγκινητική όσο και ευφάνταστη ερμηνεία.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας άνοιξε με το Σεξτέτο από την όπερα Capriccio, Οp. 85, ύστατο μελόδραμα του Richard Strauss.  Τόσο εδώ, όσο και στο τελευταίο έργο το οποίο σφράγιζε το επίσημο πρόγραμμα της συναυλίας, Εξαϋλωμένη Νύχτα του Schoenberg, η τεχνικά άμεμπτη ορχήστρα έπαιξε με ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη του στυλ, στο στήσιμο των ηχητικών όγκων και δομικών στοιχείων, όπως και στην ολοκάθαρη απόδοση της χαρακτηριστικής πολυφωνίας των έργων. Επιπλέον, το θεατρικό-αφηγηματικό αίσθημα ερχόταν στην επιφάνεια με σαφήνεια και αμεσότητα.
Προς μεγάλη όσο και ευχάριστη έκπληξη όλων, στο τέλος είδαμε τον Kaufmann να επιστρέφει στη σκηνή προκειμένου εκτός προγράμματος να προσφέρει με συναίσθημα υποδειγματικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, δύο διάσημα Lieder του Strauss: Morgen (Αύριο), Op. 27/4 (εδώ, πραγματικά έξοχα εκλεπτυσμένη  υπήρξε η συνοδεία του βιολονίστα  της Φιλαρμονικής της Βιέννης Rainer Honeck), και Zueignung (Αφιέρωση), Οp. 10/1.  
Στο τέλος Μαΐου (30/5), στην Αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών, παρακολουθήσαμε συναυλία μουσικής δωματίου του ανερχόμενου τρίο εγχόρδων Trio’92, το οποίο εδρεύει  στη Βιέννη και απαρτίζεται από τους τρείς ταλαντούχους νέους μουσικούς Nadezda Kalmykova (βιολί), Λουκία Λουλάκη (βιολοντσέλο) και Maciej Skarbek (πιάνο). Το σχήμα ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 2012 από μουσικούς που γεννήθηκαν μόλις το 1992 (ναι, υπάρχουν και τέτοιες ηλικίες!). Δεν κρύβουμε ότι προκειμένου να παρακολουθήσουμε τη βραδιά, θυσιάσαμε τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), με σολίστ την πολυβραβευμένη νεαρή Ιαπωνίδα βιολονίστα Sayaka Shoji και αρχιμουσικό τον Βασίλη Χριστόπουλο.  Εντούτοις, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κάθε άλλο μετανιώσαμε για την επιλογή μας, αφού οι ερμηνείες που λάβαμε από το Trio’92 υπήρξαν υψηλότατου επιπέδου. Και εξάλλου, είναι πλέον σπάνιες οι φορές που έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μουσική δωματίου αυτής της ποιότητας στη χώρα μας. 
Αναλυτικότερα, η βραδιά περιέλαβε δύο μεγάλα σε αξία και διάρκεια έργα, που αποτελούν σταθμούς στην ιστορία της εργογραφίας του τρίο με πιάνο: το πρώτο μέρος καλύφθηκε από το Τρίο με πιάνο αρ. 2, D929 (Op.100) του Franz Schubert, ενώ το δεύτερο, από το Τρίο με πιάνο, Op.3 του Ernest Chausson.
Την παρτιτούρα του Schubert, που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 1827 και συγκαταλέγεται στα τελευταία έργα που ολοκλήρωσε ο πολυγραφότατος συνθέτης, έναν χρόνο  πριν από τον τραγικά πρόωρο θάνατό του (έφυγε στην ηλικία των τριάντα ενός ετών), το σύνολο πέτυχε να αντιμετωπίσει με υπέροχη πειστικότητα, μουσική άνεση και ωριμότητα, που θα άφηνε έκπληκτο ακόμα και ένα αντίστοιχο σχήμα αποτελούμενο από μέλη αρκετά μεγαλύτερων ηλικιών και έχοντας στο ενεργητικό του δεκαετίες συνεργασίας.
Ειδικότερα, με στέρεη τεχνική, ωραιότατο ήχο, κατανόηση ως προς τις συναισθηματικές εναλλαγές της παρτιτούρας και αξιομνημόνευτη διάθεση συνεργασίας μεταξύ τους, οι τρεις νέοι βιρτουόζοι βούτηξαν στα βαθιά νερά της πολυδαίδαλης σουμπέρτιας σκέψης και στη συνέχεια βγήκαν στην επιφάνεια οδηγώντας μαζί τους τα πολύτιμα στοιχεία του έργου, τις προσεκτικά δουλεμένες θεματικές αναπτύξεις του μεγαλοπρεπούς όσο και ανήσυχου πρώτου μέρους (Allegro), τη βαθειά μελαγχολία και απόγνωση του τραγικού δεύτερου μέρους (Andante con moto), όπου η γεύση του θανάτου κάνει την εμφάνισή της με τόσο σαφή τρόπο στοιχειώνοντας μας, τη φωτεινότητα του γρήγορου τρίτου μέρους (Scherzando. Allegro molto), όπως και την εκφραστική δύναμη των σελίδων του καταληκτικού μέρους (Allegro moderato).  
Το μεθυστικής ηχητικής ομορφιάς Τρίο του Chausson, γραμμένο το 1881, από τον τότε νεαρό συνθέτη, ηλικίας είκοσι έξι ετών (σημειώνουμε, ότι ο Chausson έφυγε από τη ζωή, όπως και ο Schubert, υπερβολικά νωρίς, στη δική του περίπτωση έζησε σαράντα χρόνια), προσεγγίστηκε με σοβαρότητα και διάθεση ανάδειξης των ερμηνευτικά εύφορων σελίδων του. Συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη αρμονική γλώσσα της παρτιτούρας (η έντονη «χρωματική» αρμονία), οι χαρακτηριστικοί σφοδροί ρυθμοί, οι μοτιβικές μεταμορφώσεις, ο ασυγκράτητος γαλλικός λυρισμός και οι εξάρσεις δυναμικής, αλλά και οι ποικίλες επιρροές από τον γερμανικό ρομαντισμό (Richard Wagner), αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και νόημα από τους μουσικούς του Trio. Κλείνοντας, δεν θα παραλείψουμε να τονίσουμε ότι το τεχνικά και μουσικά απαιτητικό μέρος του πιάνου αντιμετωπίστηκε με ηρωική επάρκεια από τον Skarbek.



Το Trio '92