Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

«Carmen» στη Λάρισα








Μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστό, εντούτοις η Λάρισα ανήκει στις πλέον μουσικές πόλεις τις Ελλάδας. Διαθέτει υψηλής ποιότητας μουσικά σχολεία, ωδεία και συχνά προτείνει συναυλίες και παραστάσεις όπερας. Πολλά νεαρά άτομα μελετούν και μάλιστα με μεγάλη αγάπη την κλασική μουσική, παίζουν διάφορα όργανα, μαθαίνουν ανώτερα θεωρητικά και είναι έτοιμα να ανοίξουν τα φτερά τους για να πετάξουν ψηλά στους μεγάλους μουσικούς ορίζοντες.
 Η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Λαρισαίων συγκαταλέγεται σίγουρα στους πιο δραστήριους μουσικούς οργανισμούς όχι μόνο της Θεσσαλίας αλλά και γενικότερα της ελληνικής περιφέρειας, Από το 2000, εκτός από συναυλίες, παρουσιάζει όπερες σε ετήσια βάση και μάλιστα όπερες του μεγάλου ρεπερτορίου. Τα τελευταία χρόνια οι Λαρισαίοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν όπερες όπως οι Trovatore και Traviata του Giuseppe Verdi (αντιστοίχως 2007 και 2008), ενώ τον Δεκέμβριο που πέρασε σειρά είχε η Carmen του Georges Bizet. Αυτό το ανέβασμα παρακολουθήσαμε (στις 18/12) και εντυπωσιαστήκαμε από τις πολλές ποιότητες της παραγωγής.
Η Carmen ανήκει στις δύο ή τρεις πιο δημοφιλείς όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πρόκειται για μια από τις πλέον απαιτητικές από μουσικής απόψεως όπερες, με τεχνικά μουσικά απαιτητικές άριες και ensembles. Επιπλέον, οι λυρικοί καλλιτέχνες που θα αποφασίσουν να επωμισθούν τους κεντρικούς ρόλους θα πρέπει να έχουν και υποκριτικές ικανότητες πρώτου μεγέθους. Ο Bizet δεν αστειεύεται: με συγκλονιστικά άμεσο τρόπο πετυχαίνει να φωτίσει ένα δράμα που στρέφεται γύρω από τον έρωτα, το πάθος, την εμμονή, την υστερία και τελικά με το δράμα της ίδιας της ζωής. Η νεαρή Carmen είναι μια ερωτικά αχόρταγη γυναίκα, που μέσω της γοητευτικής της παρουσίας και ενέργειας, σαγηνεύει και τελικά καταστρέφει. Το θύμα της εδώ είναι ο Don José, αξιωματικός που πέφτει στην παγίδα της, και τελικά μέσα στην παράνοια σκοτώνει την Carmen και στη συνέχεια βυθίζεται δίπλα στο άψυχο σώμα της. Η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1875 και ενώ η επιτυχία δεν φάνηκε εξασφαλισμένη από την αρχή, τελικά το αριστούργημα δεν άργησε να βρει τον δρόμο του και να καταχειροκροτηθεί σε όλες τις μεγάλες λυρικές σκηνές του κόσμου.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στην Λάρισα (αίθουσα εκδηλώσεων Palladium) οι τέσσερεις κεντρικοί ρόλοι ανατέθηκαν σε καλλιτέχνες ικανότατους από κάθε άποψη. Ειδικότερα, η Μαρίτα Παπαρίζου (φωτογραφία), με βελούδινη και πλούσια σε έκταση και χρώματα φωνή, έπλασε μια Carmen εξαιρετική, θηλυκή και κάθε στιγμή απειλητικά επικίνδυνη. Δίπλα της, ως Don José, ο Δημήτρης Πακσόγλου, ερμήνευσε με ωραία λυρική φωνή και πολλές ευαισθησίες απέναντι στο μουσικό κείμενο. Η Λαρισαία Μυρσίνη Μαργαρίτη, θαυμάσια μουσικός την οποία χαιρόμαστε κάθε φορά που ακούμε, αντιμετώπισε τον ρόλο της Michaela με ασυναγώνιστη φρεσκάδα και φωνητική αγνότητα. Ο  Escamillo του  Δημήτρη  Κασιούμη ήταν πειστικός τόσο φωνητικά όσο και δραματικά. Στους υποστηρικτικούς ρόλους ικανοποίησαν πλήρως οι Τάσος Αποστόλου (Zuniga), Νίκος Καραγκιαούρης (Morales), Κωστής Ρασιδάκης (Dancaire), Αστέριος Τσέτσιλας (Remendado), Ελπινίκη Ζερβού (Frasquita) και Εριφύλη Γιαννακοπούλου (Mercedes).
Ο σκηνοθέτης Κώστας Λαμπρούλης, η ενδυματολόγος Ελένη Ψύρρα και ο σκηνογράφος Κώστας Βαρνάς έχοντας στη διάθεση τους την αρκετά μεγάλη και αρκετά λειτουργική σκηνή του πολυχώρου Palladium, πρότειναν μια κλασική παρουσίαση του έργου, που ευχαρίστησε ακολουθώντας δοκιμασμένα και ασφαλή μονοπάτια.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην απόδοση της ορχήστρας (λιγότερο ευχαρίστησε η χορωδία) που υπό την καθοδήγηση του Δημήτρη Κτιστάκη,  ερμήνευσε με ένταση, φλόγα και τόνισε τη δύναμη του πεπρωμένου που επικρατεί σε όλη τη διάρκεια αυτής της λαμπρής όπερας.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

«Ορφέας στον Άδη» από το ΜΜΘ





Η σημαντικότερη παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (ΜΜΘ) για την καλλιτεχνική περίοδο 2009-2010, που δόθηκε στο πλαίσιο των 44ων Δημητρίων, ήταν χωρίς άλλο η δημοφιλής οπερέτα «Ορφέας στον Άδη» (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach. Πρόκειται για μια από τις λαμπρότερες συνθέσεις του Offenbach, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1858, στο Παρίσι, και γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία (κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης παγκόσμιας παρουσίασης το έργο επαναλήφθηκε 228 φορές). Ο Offenbach, που διέθετε ένα τρανό μουσικό ταλέντο, το οποίο επέλεξε να το αφιερώσει στην κωμική όπερα, στηριζόμενος στο λιμπρέτο του Ludovic Halévy, που στη συνέχεια αναθεωρήθηκε από τον Hector-Jonathan Crémieux, παραδίδει μια παρτιτούρα γεμάτη μπρίο, κέφι και ευφυές χιούμορ. Το θέμα που επιλέγει είναι καθαρά Ελληνικό και στρέφεται γύρω από τον γνωστό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, οι οποίοι πλαισιώνονται από του θεούς του Ολύμπου.
Ήταν πολύ εύστοχη και πρωτότυπη η ιδέα του ΜΜΘ να παρουσιάσει στο κοινό του μια κωμική όπερα την οποία δύσκολα θα μπορούσε κανείς να χαρεί στην συμπρωτεύουσα, όπου συνήθως οι επιλογές κινούνται σε πιο προβλέψιμα σύμπαντα. Σε όλες τις παραστάσεις (13, 14, 16 και 18/11, παρακολουθήσαμε την προτελευταία) την πολυπρόσωπη διανομή κάλυψε μια ομάδα γνωστών λυρικών καλλιτεχνών που πραγματικά κατάφερε να αποδώσει με χάρη το σπινθηροβόλο πνεύμα που επικρατεί στο έργο.
Ειδικότερα στους μεγαλύτερους ρόλους, οι Γιάννης Χριστόπουλος (Ορφέας), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Ευρυδίκη), Ζάχος Τερζάκης (Πλούτωνας), Ειρήνη Καράγιαννη (Κοινή Γνώμη) και Κύρος Πατσαλίδης (Δίας), δεν έδωσαν απλά σημασία στην μουσική ερμηνεία, αλλά έπαιξαν τους ρόλους τους με ένταση και επιθυμία να υπογραμμίσουν κάθε στιγμή το πνεύμα της ειρωνείας και του σαρκασμού. Στους μικρότερους ρόλους χαρήκαμε τραγουδιστές που συνήθως δοκιμάζονται σε σπουδαίους ρόλους του μεγάλου δραματικού οπερατικού ρεπερτορίου. Οι Βαρβάρα Τσαμπαλή (Ήρα), Ελένη Λιώνα (Αφροδίτη), Θεοδώρα Μπάκα (Έρως), Δημήτρης Ναλμπάντης (Ερμής), Μανώλης Παπαδάκης (Άρης), Ειρήνη Κυριακίδου (Άρτεμις), Μαρίνα Βουλογιάννη (Αθηνά) και Πωλ Ζαχαριάδης (Στυξ), πρόσθεσαν στα ensembles τις δικές τους πινελιές με γούστο συμβάλλοντας στην επιτυχία. Η Χορωδία Θεσσαλονίκης (σε μουσική διδασκαλία της Αγγελικής Κρίσιλα) και η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ακολούθησαν τον πάντα μελετημένο και ακούραστο αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή του ΜΜΘ Νίκο Αθηναίο με διάθεση και ενθουσιασμό στα εύφορα και αισιόδοξα μονοπάτια της παρτιτούρας. Η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη και η χορογραφία της Βάλιας Παπαχρήστου ήταν έξυπνες και μέσα στο σωστό πνεύμα.
Εντούτοις, κατά την άποψή μας,  ο ήρωας της παράστασης ήταν ο Πάρις Μέξης, διεθνών προδιαγραφών δημιουργός, που ανέλαβε τον σχεδιασμό των κοστουμιών και των σκηνικών. Η ποιότητα της φαντασίας και του γούστου του, όπως επίσης και η απόλυτη επιμονή του στη λεπτομέρεια, έλαμψαν κάθε στιγμή της παράστασης. Ο συνδυασμός των χρωμάτων, η επιλογή των υφασμάτων, ο σχεδιασμός των κοστουμιών ευχαριστούσαν πέρα για πέρα. Ο Μέξης με προσοχή, σοβαρότητα και απόλυτη ευστοχία κατάφερε να διεισδύσει στα άδυτα της οφενμπαχιανής σκέψης και να μεταφέρει στη δική του εργασία την κομψότητα, τον αισθησιασμό τον οίστρο της σύλληψής του μεγάλου συνθέτη. Το κάθε κοστούμι που σχεδίασε, είχε μια διαχρονική χάρη, ταίριαζε απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του ρόλου για τον οποίο προοριζόταν. Όπως επίσης και τα ρούχα της πολυμελούς χορωδίας που ξεχώρισαν για την ποικιλία τους. Τα σκηνικά, μοντέρνα, λιτά  και με ευαίσθητο χιούμορ δημιουργημένα, έδιναν ακριβώς την ατμόσφαιρα ενός μαγικού και μυθολογικού κόσμου, που θα μπορούσε να υπάρχει και στην καθημερινή ζωή τελικά. Εξάλλου, οι μυθικοί ήρωες της όπερας ήταν εμπνευσμένη από τους καθημερινούς ανθρώπους και από τις συναισθηματικές, πνευματικές και υλικές ανάγκες τους. Περιμένουμε να εκτιμήσουμε την επόμενη δουλειά του Μέξη, αυτή τη φορά στην παράσταση της «Θεοδώρας» του George Frideric Handel, που θα ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την πρώτη μέρα του Μαρτίου.


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

“Don Giovanni” από την Όπερα Θεσσαλονίκης






Σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για την συμπρωτεύουσα αποτέλεσε το ανέβασμα της όπερας «Don Giovanni» του Wolfgang Amadeus Mozart. Την παραγωγή ανέλαβε η Όπερα Θεσσαλονίκης, ένας σοβαρός όσο και δραστήριος οργανισμός που τα τελευταία χρόνια έχει προσφέρει παραστάσεις κύρους. Οι παραστάσεις του «Don Giovanni» δόθηκαν στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών, στις 18, 19, 20, 23, 25, 26 και 27/9.
Το μελόδραμα (dramma giocoso) αυτό του Mozart, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί κορυφή δημιουργίας ακόμη και για τα άφθαστα δεδομένα του μουσουργού,  ολοκληρώθηκε  τον Οκτώβριο του 1787 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια ακριβώς περίοδο (29/10/1787) στο Estates Theatre της Πράγας. Η Πράγα, σε αντίθεση με τη Βιέννη,  πάντα εκτιμούσε και λάτρευε τα έργα του Mozart, γεγονός που ο τελευταίος ανταπέδωσε χαρίζοντας στην πόλη την πρεμιέρα αυτού του εκπληκτικού ηχητικού μνημείου του.
 O Don Giovanni δεν ανήκει μόνο στις πλέον εμπνευσμένες παρτιτούρες του Mozart, αλλά και στις πιο απαιτητικές, αποτελούμενο από  δύσκολες (γραμμένες για λαμπρές φωνές της εποχής του μουσουργού), περίφημα ensembles, όπου η ακρίβεια και η ομαδική αναπνοή έχουν τον πρώτο λόγο  (τα ensembles  προκαλούν τρόμο σε λιγότερο ικανούς λυρικούς καλλιτέχνες) και μια έξοχη ορχηστρική γραφή, που  ξεχωρίζει άλλοτε για τη δραματικότητα και άλλοτε για τη σφύζουσα σβελτάδα της (νιώθεις το χαμόγελο, το δάκρυ, το φως και το βαθύτατο σκοτάδι του θανάτου και του τέλους). Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ο Mozart χαρακτήρισε το έργο του «dramma giocoso» (παιγνιώδες δράμα), επομένως το δράμα με την κωμωδία εναλλάσσονται και σε στιγμές συνδυάζονται ταυτόχρονα με μεγάλη μαεστρία και πνοή.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη (27/9, τελευταία κατά σειρά από τις επτά που δόθηκαν) τους ρόλους κράτησαν οι Άρης Αργύρης (Don Giovanni), Κωνσταντίνος Ντότσικας (Leporello), Σοφία Κυανίδου (Donna Anna), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Donna Elvira), Juan Carlos Vassalo (Don Ottavio), Μίνα Πολυχρόνου (Zerlina), Άκης Λαλούσης (Masetto) και Κωνσταντίνος Κατσάρας (Commendatore).
Πραγματικά κέρδισε τις εντυπώσεις ο Αργύρης προτείνοντας έναν Don Giovanni όλο ενέργεια και δυναμισμό. Ο νεαρός καλλιτέχνης σταδιοδρομεί σε καλές λυρικές σκηνές στο εξωτερικό και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει το  γιατί: διαθέτει μια φωνή ποιοτικότατη και μια τεχνική στη λεπτομέρειά της δουλεμένη. Επιπλέον, η άρτια σκηνική του παρουσία τον καθιστά κατάλληλο όχι μόνο για την ενσάρκωση του Don Giovanni, αλλά και πολλών άλλων μεγάλων ρόλων. Η Donna Anna της Κυανίδου υπήρξε μία από τις αρετές της παραγωγής. Η καλλιτέχνις τραγούδησε με άφθονη μουσικότητα, σχηματίζοντα τις φράσεις πάντα με γούστο και φινέτσα. Η βαθιά μελέτη του ρόλου την οδήγησε σε υπέροχες εκφραστικές στιγμές και τα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού που έλαβε στο τέλος της άξιζαν πέρα για πέρα.
Ως Donna Elvira η Κασσάνδρα Δημοπούλου, μουσικός δυνατοτήτων που έχουμε χαρεί στο παρελθόν, είχε καλές στιγμές, εντούτοις δεν κρύβουμε ότι ο  υπερβολικά δραματικός ρόλος που της ανατέθηκε αποδείχθηκε μάλλον ακατάλληλος για τη λυρική φωνή της που πιεζόταν αρκετά για να ανταπεξέλθει (τραγουδίστριες που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά στο ρεπερτόριο που προσεγγίζουν, διαφορετικά θέτουν το πολύτιμο όργανό τους σε κίνδυνο). Στον ρόλο του Leporello, ο Ντότσικας πρόσφερε  brio και κέφι, ενώ ως Masetto ο Λαλούσης ικανοποίησε με την καλή αίσθηση θεατρικότητας και την γεμάτη φωνή του (και οι δύο καλλιτέχνες θα μπορούσαν να είχαν προφέρει ορθότερα το ιταλικό κείμενο).
Ο Don Ottavio του Juan Carlos Vassalo υπήρξε η μεγάλη απογοήτευση της βραδιάς: δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος ενός ρόλου που απαιτεί έναν λυρικό τενόρο με πανέμορφη φωνή και ευκολίες στην υψηλή περιοχή,  οι οποίες θα του επιτρέψουν αβίαστα να τραγουδήσει τις εξαίσιες κολορατούρες και τις μεγάλες λυρικές φράσεις. Από εκείνον εισπράξαμε μια ερμηνεία ακατέργαστη και κακόγουστη, που ούτε το μουσικό κείμενο σεβάστηκε, ούτε τη μεγάλη γραμμή του ρόλου. Με πολλά προβλήματα που αφορούσαν στην κατανόηση τόσο του ρυθμού όσο και του  χαρακτηριστικού μοτσάρτιου φραζαρίσματος δυσαρέστησε. Επιπλέον, διέθετε μια φωνή τραχιά μέσω της οποίας  με βάναυσο τρόπο  «έσπαγε» τις θεϊκές μελωδικές γραμμές του Mozart εφαρμόζοντας δίχως κανέναν  λόγο ξαφνικά και απότομα crescendi
Η έμπειρη όσο και όμορφη Πολυχρόνου απέδωσε τον για εκείνη σχετικά απλό ρόλο της Zerlina με θαυμάσια φωνή και αβίαστη έκφραση. Είμαστε της γνώμης ότι η προικισμένη αυτή υψίφωνος θα μπορούσε να είχε επιτυχώς επωμισθεί τον ρόλο της Elvira.  Βρήκαμε επίσης μάλλον άστοχη την ανάθεση του ρόλου του Commendatore στον Κωνσταντίνος Κατσάρα, χωρίς αμφιβολία έναν μορφωμένο καλλιτέχνη και μάλιστα με καλά επεξεργασμένη φωνή, η οποία ωστόσο δεν ήταν κατάλληλη για έναν ρόλο που ζητά έναν πραγματικό μπάσο με μεγάλη ευχέρεια στην χαμηλή φωνητική περιοχή και που σε κάθε περίπτωση θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν ηλικιακά μεγαλύτερο τραγουδιστή. Περιμένουμε να ακούσουμε τον Κατσάρα μελλοντικά σε κάποιον άλλο ρόλο, που θα ταιριάζει περισσότερο στα φωνητικά του προσόντα.
Όσον αφορά τώρα στο εικαστικό μέρος της παραγωγής, δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισαν τόσο το τεράστιο -και μάλλον υπερβολικό στη σύλληψή του- βασικό σκηνικό  του Σωτήρη Στέλιου, όσο και τα αρκετά κοινότυπα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, που ναι μεν εμπνέονταν από εκείνα της εποχής του συνθέτη, αλλά ελάχιστα κολάκευαν όσους από τους καλλιτέχνες διέθεταν αυξημένο σωματικό βάρος. Η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπαξεβάνη διέθετε καλές ιδέες (πρόσθεσε ένα βουβό πρόσωπο που άλλοτε ως Έρωτας και άλλοτε ως Άγγελος έπαιρνε ενεργό μέρος στη δράση του έργου), αλλά τελικά δεν έπεισε ότι μπόρεσε να φωτίσει τις πολλές πλευρές του αριστουργήματος. Σε στιγμές, είχαμε την αίσθηση ότι οι τραγουδιστές αυτοσχεδίαζαν την κίνησή τους επί σκηνής, χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση. Επιπλέον, τα μέλη της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης (σε μελετημένη διδασκαλία της Μαίρης Κωνσταντινίδου) έμοιαζαν πάντα πολύ στατικά και ενίοτε αμήχανα.
Κλείνοντας, ένα μεγάλο εύγε πρέπει να αποδοθεί στον αρχιμουσικό Νίκο Αθηναίο, ο οποίος έχοντας στη διάθεσή του την πολύ καλή (αν εξαιρέσει κανείς τα ξύλινα πνευστά που δυσκολεύονταν να μην παίζουν συνεχώς mezzo forte) ορχήστρα Opera Symphony Amadeus, απέδειξε την υψηλή κλάση του. Ειδικότερα, έχοντας και στο παρελθόν, εκτός Ελλάδος,  διευθύνει το έργο, πέτυχε να  καθοδηγήσει με βαθιά γνώση και έμπειρο γούστο τους τραγουδιστές του. Κοιτάζοντάς τους με τρανή συγκέντρωση μέσα στα μάτια, ολόκληρο το βράδυ τους στήριζε μέσω μιας υποδειγματικής και κυρίως ουσιαστικής κινησιολογίας που δεν άφηνε ούτε στιγμή χώρο για  την παραμικρή απορία σε σχέση με τον ρυθμό, τις δυναμικές ή τον σχηματισμό φράσεων. Εν ολίγοις, η ερμηνεία του Αθηναίου, αρχιμουσικού luxus για την συμπρωτεύουσα, κρίθηκε σφαιρικά ολοκληρωμένη και μας ευχαρίστησε σε βάθος.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό Καρυτινό







Λίγες μέρες αργότερα ακούσαμε ένα άλλο πολυαγαπημένο Requiem, αυτή τη φορά του Ιταλού Giuseppe Verdi, από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 5/7). Χάρη στον τελευταίο, ο οποίος δεν παύει να μας εκπλήσσει πάντα θετικά σε κάθε του εμφάνιση, το έργο έλαβε μια επική ερμηνεία οπερατικών διαστάσεων.
Ειδικότερα, ο Καρυτινός, ένας από τους πιο ικανούς, καταρτισμένους και προικισμένους αρχιμουσικούς που έχει να προτείνει η χώρα μας, έπεισε ότι γνωρίζει κάθε πτυχή, φανερή και κρυφή, αυτού του τρανού δημιουργήματος. Προτιμώντας γρήγορες ταχύτητες χάρισε μια υψηλών προδιαγραφών εκτέλεση, γεμάτη παλμό, ρυθμική ενέργεια και εκρηκτική δραματική ένταση.
Στη διάθεσή του είχε ένα εξαιρετικό κουαρτέτο Ελλήνων μονωδών (Αλεξία Βουλγαρίδου, σοπράνο, Χαρίκλεια Μαυροπούλου, μέτζο σοπράνο, Mario Zeffiri, τενόρος, Χριστόφορος Σταμπόγλης, μπάσος), κάτοχοι φωνών ικανών να αντιμετωπίσουν τα συχνά ανυπέρβλητων τεχνικών δυσκολιών σολιστικά μέρη της Λειτουργίας (πρέπει να τονιστεί, ότι οι τέσσερις αυτοί εκλεκτοί καλλιτέχνες διαπρέπουν εκτός συνόρων, σε μεγάλα λυρικά θέατρα). Ορχήστρα και χορωδία, σε πολύ καλή φόρμα, απέδωσαν εξίσου ικανοποιητικά.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Le Cercle de l' Harmonie, υπό Rhorer







Κατά την άποψή μας, η από ερμηνευτικής πλευράς πλέον άρτια συναυλία του φεστιβάλ υπήρξε εκείνη του συγκροτήματος οργάνων εποχής Le Cercle de lHarmonie (φωτογραφία), υπό τη διεύθυνση του Jeremie Rhorer (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2/7). Το εξαίρετο αυτό σύνολο, που ιδρύθηκε μόλις τον Απρίλιο 2005 από τον Rhorer και τον βιολονίστα Julien Chauvin, κατάφερε μέσα στα λίγα χρόνια που υπάρχει να κερδίσει τις εντυπώσεις μέσω των υψηλών ερμηνειών που προσφέρει.
Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στον Wolfgang Amadeus Mozart της ύστατης δημιουργικής περιόδου: άρχισε με την Εισαγωγή στον «Μαγικό Αυλό», KV 620, συνεχίστηκε με το Κοντσέρτο για κλαρινέτο, KV 622, και ολοκληρώθηκε με το Requiem, KV 626. Ο Rhorer εκμαίευσε από τους μουσικούς του με λεπτότητα πλασμένες ερμηνείες, γεμάτες συγκίνηση και αγάπη για τον θεϊκό Αυστριακό συνθέτη. Μετά από μια γεμάτη σβελτάδα και ρυθμική ακρίβεια ερμηνεία της Εισαγωγής στον «Μαγικό Αυλό», η Nicola Boud παίζοντας corno di bassetto,  απέδωσε το αριστουργηματικό μοτσάρτιο Κοντσέρτο (υπογραμμίζουμε ότι ο συνθέτης έγραψε το έργο για corno di bassetto σε σολ) με ιδιαίτερη ικανότητα, εκπληκτικό έλεγχο της αναπνοής και άφθονη δεξιοτεχνία (κάποιες μικρές τονικές αστοχίες στο τελευταίο μέρος, Rondo: Allegro, δεν ενόχλησαν ιδιαίτερα) οδηγώντας στην επιφάνεια όλη εκείνη την χαρακτηριστική τρυφερή μελαγχολία, αλλά και φωτεινή αισιοδοξία που διέπει την παρτιτούρα. Ο αρχιμουσικός και η ορχήστρα τη συνόδευσαν εκπληκτικά πείθοντας για την ευαισθησία και ηχητική καλλιέργειά τους κατά τα ορχηστρικά ritornelli και τις αναπτύξεις.
  Λίγο πριν από την έναρξή του Requiem, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ανακοινώθηκε ότι η ερμηνεία αφιερωνόταν στη μνήμη της περίφημης χορογράφου -και μεγάλης φίλης της Ελλάδας- Pina Bausch, που πριν από μερικές μέρες είχε φύγει από τη ζωή (30/6). Τα μέρη της νεκρώσιμης Λειτουργίας ξεδιπλώθηκαν με σπάνια εσωτερικότητα και επιβλητικότητα. Η επιλογή των ταχυτήτων ήταν συνετή, ποτέ υπερβολικά γρήγορη ή αργή. Άριστη κρίθηκε η ηχητική ισορροπία ανάμεσα σε ορχήστρα, σολίστ και χορωδία. Το σολιστικό κουαρτέτο (Cornelia Götz, σοπράνο, Maria Riccarda Wesseling, μέτζο σοπράνο, Stefano Ferrari, τενόρος, Andreas Wolf, μπάσος) και η χορωδία Les Éléments, ευχαρίστησαν τραγουδώντας τονικά σωστά και με καλοσχηματισμένο ήχο.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Φιλαρμονική της Σκάλας του Μιλάνου, υπό Barenboim






Το highlight των φετινών μουσικών εκδηλώσεων του φεστιβάλ ήταν χωρίς άλλο η συναυλία της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim (φωτογραφία), που δόθηκε στις 29/6, σε ένα πραγματικά κατάμεστο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (όσοι ενδιαφέρθηκαν τελευταία στιγμή για την εύρεση εισιτηρίου δεν κατάφεραν να ικανοποιηθούν).
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, ο Barenboim ανέλαβε τον διπλό ρόλο σολίστ-αρχιμουσικού υποστηρίζοντας μια εκλεπτυσμένη και υποδειγματικά δομημένη ερμηνεία του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 3, Op. 37, του Ludwig van Beethoven. Κάθε νότα της παρτιτούρας αποκτούσε ιδιαίτερο νόημα στα χέρια του. Η ορχήστρα του περίφημου λυρικού θεάτρου τον ακολούθησε σε μια απόλυτα προσεγμένη ερμηνεία.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκε η «Φανταστική Συμφωνία», Op. 14, του Hector Berlioz. Λάβαμε μια αναλυτική (σε στιγμές μέχρι υπερβολής) προσέγγιση της παρτιτούρας, όπου η ορχηστρική διαφάνεια και ο φωτισμός κάθε φράσης ξεχώριζαν. Ο λυρισμός των τριών πρώτων μερών (Ονειροπολήσεις, πάθη/ Ένας χορός/ Σκηνή στους αγρούς) τονίστηκε με ορθότητα σκέψης, ενώ με θεατρικότητα και αφηγηματική διάθεση αναδείχθηκαν τα δύο τελευταία μέρη (Πορεία προς το μαρτύριο/ Όνειρο μιας δαιμονικής νύχτας του Σαββάτου).
Εκτός προγράμματος, ακούστηκε –αναμενόμενη επιλογή- μια ξέχειλη από δραματικότητα εκτέλεση της Εισαγωγής στην Όπερα «La Forza del Destino» του Giuseppe Verdi.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Ορχήστρα Philharmonia, υπό Salonen




Η Philharmonia ανήκει στις αρτιότερες βρετανικές ορχήστρες και τιμάει την χώρα μας με αρκετά συχνές εμφανίσεις. Μάλιστα, πριν από ορισμένα χρόνια είχε αναπτύξει στενή και σταθερή συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στις 17/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, υπό τη διεύθυνση του Esa-Pekka Salonen (φωτογραφία), πρόσφερε ερμηνείες έργων Franz Liszt και Gustav Mahler. Συγκεκριμένα, στο  Κοντσέρτο αρ. 2 του Liszt συνόδευσε με γνώση και αισθαντικότητα τον Γιάννη Βακαρέλη. Ο τελευταίος ανέπτυξε το σολιστικό μέρος προσεκτικά, με την συνέπεια και αρκετή μουσικότητα.
Ωστόσο, ο ακροατής χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το δεύτερο μέρος προκειμένου να γίνει αποδέκτης ιδιαίτερων ερμηνευτικών στιγμών. Εδώ ήταν που ορχήστρα και μαέστρος ξεδίπλωσαν μια εκστατική ανάγνωση της Συμφωνίας αρ. 6 του Mahler. Προσέξαμε τον άψογο συντονισμό, την άμεμπτη τονική ακρίβεια και τον ομοιογενή και λαμπρά χρωματισμένο ήχος της Philharmonia. O Salonen, που κρατάει τη θέση του κύριου αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού συμβούλου της ορχήστρας αυτής, πρότεινε μια εκτέλεση που έφερνε με ενδιαφέρον και απόλυτη ευστοχία στο προσκήνιο τις φοβίες, τις αγωνίες και τον εκρηκτικό ρομαντισμό που συνυπάρχουν στη γεμάτη καταστροφική τραγικότητα μεγαλειώδη αυτή παρτιτούρα (πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική κατάθεση του Mahler ο οποίος μέσα από τη δημιουργία του προβλέπει και αποτυπώνει τα δεινά που θα τον οδηγήσουν στο τέλος της ζωής του).

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Penderecki διευθύνει Penderecki




Ο Krzystof Penderecki αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους και πολυπράγμονες συνθέτες της εποχής μας. Πολύ συχνά επιλέγει να στέκεται στο podium διευθύνοντας τόσο δικά του έργα όσο και άλλων. Στις 10/6, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής) διηύθυνε την Sinfonia Varsavia σε ένα πρόγραμμα από δικές του συνθέσεις: Agnus Dei (μεταγραφή για έγχορδα), Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα (μεταγραφή για βιολοντσέλο και ορχήστρα, 1983) και Συμφωνία αρ. 2.
Σε αυτά τα έργα, που αρνούνται να εγκαταλείψουν το τονικό σύμπαν κινούμενα σε ένα μουσικό ύφος το οποίο μάλλον εύκολα μπορεί να κατανοήσει και να εκτίμηση ο αμύητος στην πρωτοποριακή μουσική σκέψη ακροατής, ο δημιουργός έδωσε πνοή με συγκέντρωση και υποδειγματική προσοχή στην υπογράμμιση των δομικών στοιχείων. Οι ορχηστρικοί όγκοι και η καλοδουλεμένη ενορχήστρωση των παρτιτούρων φωτίστηκαν με επιτυχία. Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε ο γερμανικής και ιαπωνικής καταγωγής βιολοντσελίστας Danjulo Ishizaka, ο οποίος έπαιξε με μοναδικό οίστρο, άψογη τεχνική και ωραιότατο ήχο το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου.

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Les Musiciens du Louvre-Grenoble


  

Στις 8/6, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, ακούσαμε το σύνολο Les Musiciens du Louvre-Grenoble, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή και μόνιμου αρχιμουσικού του, Marc Minkowski.
Το πρόγραμμα περιέλαβε έργα αποκλειστικά του Franz Joseph Haydn, από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν στις 31/5 ακριβώς διακόσια χρόνια. Ο Minkowski και το σύνολό του, αποτελούμενο από όργανα εποχής, προσέφεραν απολαυστικές ερμηνείες των Συμφωνιών αρ. 103, Hob.I:103, «Των τυμπάνων», και αρ. 104, Hob.I:104, «Του Λονδίνου» (έργα τα οποία πρόσφατα ηχογράφησαν).
Ξεχωριστή υπήρξε η επιμονή στην λεπτομέρεια του σχηματισμού των μουσικών παραγράφων, το κέφι με το οποίο μπολιαζόταν κάθε μουσικό μέτρο και η φωτεινή μεγαλοπρέπεια των έργων που αναδείχθηκε με ευφάνταστο γούστο.
Ο Minkowski δεν δίστασε πριν από κάθε έργο, και μάλιστα πριν από ορισμένα μέρη τους, όταν τα μέλη της ορχήστρας χρειάστηκε να κουρδίσουν τα όργανά τους, να απευθυνθεί στο ακροατήριο και να δώσει στοιχεία σχετικά με τον χαρακτήρα κα τη δημιουργία τους. Δυστυχώς κάποιο μέλος του ακροατηρίου με ιδιαίτερα ανόητο και αρκετά χυδαίο τρόπο διαμαρτυρήθηκε φωνάζοντας χαρακτηριστικά και μάλιστα στη γαλλική γλώσσα ότι «είμαστε εδώ για τη μουσική». Ο ευαίσθητος Minkowski φανερά ενοχλημένος υποστήριξε ότι το σχόλιο μάλλον θα προερχόταν από κάποιον Γάλλο συμπατριώτη του (και όχι από Έλληνα). Πώς μπορεί να είναι κανείς τόσο αγενής, ιδιαίτερα μπροστά σε μουσικούς αυτής της κλάσης; Αδιανόητο.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Μουσικός Μάρτιος στο Βερολίνο







Μολονότι ο φετινός Μάρτιος στο Βερολίνο κάθε άλλο παρά μας θύμιζε πρώτο μήνα της άνοιξης (τα γκρίζα σύννεφα με δυσκολία εγκατέλειπαν τον ουρανό της πόλης), εντούτοις η μουσική κίνηση της πόλης, μας αποζημίωσε και μάλιστα με το παραπάνω. Μέσα στις λαμπρές αίθουσες συναυλιών της βιώσαμε τη μουσική άνοιξη σε όλο της το μεγαλείο.
Τρεις σπουδαίοι μουσουργοί γιορτάζονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς με ιδιαίτερη λαμπρότητα φέτος στο Βερολίνο, όπως εξάλλου και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: οι George Frideric Handel (από από τον θάνατο του οποίο συμπληρώνονται 250 χρόνια), Franz Joseph Haydn (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια) και Felix Mendelssohn Bartholdy (από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται 200 χρόνια). Έργα των τριών αυτών δημιουργών βρίσκουν ιδιαίτερη θέση στα προγράμματα των συναυλιών. Μάλιστα, ειδικά γύρω από τον Mendelssohn πραγματοποιήθηκε έκθεση με χειρόγραφα και προσωπικά αντικείμενα (Staatsbibliothek zu Berlin, 30/1-14/3).

Ian Bostridge

Η πρώτη από τις συναυλίες που παρακολουθήσαμε ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στον Handel (9/3, Konzerthaus, Μεγάλη αίθουσα). O δημοφιλέστερος από τους σύγχρονους Βρετανούς τενόρους Ian Bostridge, που έχει διακριθεί τόσο στον χώρο της όπερας όσο και σε εκείνον του Lied, και η Northern Sinfonia, ορχήστρα δωματίου ιδρυμένη το 1958, ερμήνευσαν σειρά αποσπασμάτων από όπερες και ορατόρια του συνθέτη (Messiah HWV 56, Semele HWV 58, Jeptha HWV 70, Ariodante HWV 33 και Acis and Galatea HWV 49). Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο περιοδείας των συντελεστών.
Με σεμνότητα, συγκέντρωση, ψυχικό μεγαλείο, καθαρότατη έκφρασης, όλο ουσία άρθρωση και φωνή χαρακτηριστικού ηχοχρώματος, ο Bostridge έφερε στο προσκήνιο τη μεγαλειώδη, γεμάτη ευγένεια και ρητορική δύναμη χαιντελική μουσική σκέψη. Βαθιά απορροφημένος από τα δυνατά αισθήματα της μουσικής, μετά το πέρας κάθε άριας τον παρατηρούσαμε με δυσκολία να επιστρέφει στην πραγματικότητα και να χαμογελά προκειμένου να ανταποκριθεί στα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού του. Η Northern Sinfonia αποδείχθηκε άξια συνοδοιπόρος σε αυτό το τόσο συναισθηματικά φορτισμένο μουσικό ταξίδι. Τις ξεχωριστές δυνατότητες του συνόλου, την ανεπιτήδευτη και ωραία μουσικότητά του, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε και κατά την ερμηνεία των Concerti grossi  Op. 3, αρ. 2 HWV  313, και Op. 6, αρ. 12 HWV 330, όπου διατυπώθηκαν θαυμάσια οι εκτενείς δραματικοί διάλογοι μεταξύ των οργάνων (ο συνθέτης μεταχειρίζεται τα όργανα με σολιστικό τρόπο). Εκτός προγράμματος ακούσαμε την άρια Love is in your eyes από την όπερα Acis and Galatea. Σημειώνεται ότι κυκλοφορεί album του τενόρου με άριες του Handel (EMI Classics).

Φιλαρμονική Βερολίνου

Μερικές μέρες αργότερα (13/3) στην Philharmonie, αίθουσα εξαιρετικής ακουστικής κτισμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τον αρχιτέκτονα Hans Sharoun, ακούσαμε συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.  Στο podium της κορυφαίας αυτής ορχήστρας στάθηκε ο Michael Boder, γνωστός κυρίως για τη συνεργασία του με ονομαστά λυρικά θέατρα. Ορχήστρα και μαέστρος πρότειναν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα συνθέσεων των Elliot Carter (A Celebration of 100 x 150 notes), Robert Schumann (Συμφωνία αρ. 3, Op. 97, του Ρήνου), Richard Wagner (Wesendonck-Lieder) και Witold Lutoslawski (Κοντσέρτο για ορχήστρα). Η βερολινέζικη ορχήστρα ως συνήθως βρέθηκε σε εκπληκτική φόρμα και ο ήχος της διέθετε λάμψη, ενέργεια και φρεσκάδα. Υπό τη διεύθυνση του Boder η θεατρική και αρκετά αινιγματική γραφή του Carter (συνθέτη που στις 11 Δεκεμβρίου 2008 συμπλήρωσε εκατό χρόνια ζωής) ερμηνεύθηκε με αναλυτικό και εύγλωττο τρόπο, η Συμφωνία του Schumann δεν έχασε καθόλου από την υπέροχη λυρικορομαντική της διάθεση, ενώ στα χέρια των μουσικών το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Lutoslawski  (έργο του 1954) έλαβε μια ερμηνεία μεγαλόπρεπα δεξιοτεχνική: υπογραμμίστηκαν με σαφήνεια οι χορευτικοί ρυθμοί, τα στραβινσκικής έντασης ostinati, τα φολκλορικά στοιχεία και η γενικότερη αισιόδοξη διάθεση που χαρακτηρίζει την παρτιτούρα. Στα τραγούδια του Wagner είχαμε την τύχη να ακούσουμε την σοπράνο Anja Kampe (σύζυγο του Boder), κάτοχο φωνής ιδιαίτερης ομορφιάς. Η τραγουδίστρια απέδωσε τους ονειρικούς στίχους της Mathilde Wesendonck (βαγκνερικής μούσας για ένα διάστημα) και τις μεγάλες μελωδικές γραμμές των πέντε τραγουδιών του κύκλου με συγκίνηση, άφθαστη λεπτότητα έκφρασης και νόημα. 

Vogler Quartett

Το Vogler Quartett αποτελεί ένα από τα αρτιότερα της Γερμανίας, ιδρύθηκε το 1985 στο τότε ανατολικό Βερολίνο και έχει στο ρεπερτόριό του έργα διαφορετικών περιόδων. Το ακούσαμε (14/3, Konzerthaus, Μικρή αίθουσα) σε σελίδες των Anton Webern (Langsamer Satz), Franz Joseph Haydn (Κουαρτέτο εγχόρδων Op. 74, αρ.2, Hob III:73) και Max Reger (Κουιντέτο με κλαρινέτο, Op. 146). Μας ευχαρίστησε με τον μελετημένο σχηματισμό των μουσικών φράσεων και με την ανάδειξη των δομικών στοιχείων των έργων. Ειδικότερα, το έργο του Haydn κέρδισε σε φρεσκάδα, ενώ η φαντασία και σε στιγμές το λεπτό χιούμορ (κυρίως κατά το πρώτο μέρος, Allegro spirituoso) του μεγαλοφυούς αυτού συνθέτη ξεχώρισαν με άνεση. Στην παρτιτούρα του Reger το μέρος του κλαρινέτου επωμίσθηκε ο Eduard Brunner: εμπνέοντας τους έγχορδους συναδέλφους του φρόντισε με προσοχή για την ανάδειξη τόσο των ρομαντικών στοιχείων του έργου όσο και της πιο πρωτοποριακής αρμονικής γραφής του συνθέτη. Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Brunner πρόσφερε μια εξαιρετικά δεξιοτεχνική ερμηνεία της Fantasie για σόλο κλαρινέτο του Joerg Widmann.

Ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου

Ένα άρτιο ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου ακούσαμε από τον Stefan Engels στην Μεγάλη αίθουσα της Philharmonie (15/3, πρωί). Ο δεξιοτέχνης κρίθηκε απολαυστικός σε έργα Sigfrid Karl-Elert (Passacaglia Op. 25b), Felix Mendelssohn Bartholdy (Φούγκα σε σι μείζονα, Φούγκα σε σι ύφεση μείζονα και Allegro σε φα ελάσσονα) και Julius Reubke (Σονάτα για εκκλησιαστικό όργανο «ο 94ος Ψαλμός»). Ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου ήχησε μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακά επιβλητικός στα χέρια αυτού του μουσικού, του οποίου  η τεχνική και η ανεπιτήδευτη έκφραση ξεχώρισαν. Τονίζουμε την ερμηνεία της λαμπρής σονάτας του Reubke κατά την οποίαν εξερευνήθηκε με μοναδικό τρόπο η πρωτότυπη μουσική σκέψη και η τολμηρότατη φαντασία -τόσο ελεύθερη και πλούσια σε στοχασμό και ενόραση!- του ιδιοφυούς συνθέτη, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Franz Liszt και που έφυγε από τη ζωή το 1858, στην τραγικά πρώιμη ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών.

Don Giovanni

Στην Κρατική Όπερα υπό τας Φιλύρας (Staatsoper Unter den Linden, 15/3) παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας Don Giovanni του Wolfgang Amadeus Mozart, στην πολυσυζητημένη παραγωγή του Γερμανού σκηνοθέτη Peter Mussbach. Ο τελευταίος, ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες με ειδικές σπουδές στη μουσική, τον Μάιο του 2008 διέκοψε τη συνεργασία του με την Κρατική Όπερα του Βερολίνου λόγω αντιπαράθεσης που είχε με τον Daniel Barenboim, γενικό μουσικό διευθυντή του θεάτρου. Το ανέβασμα του  Don Giovanni που ακούσαμε και είδαμε είναι συμπαραγωγή της Staatsoper και της Σκάλας του Μιλάνου. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 2006 στο Μιλάνο.
 Στο podium στάθηκε ο νεαρότατος αρχιμουσικός Gustavo Dudamel, που εδώ και μερικά χρόνια έχει κερδίσει τις καρδιές όλου του μουσικού κόσμου, ηχογραφεί αποκλειστικά για την Deutsche Grammophon και διευθύνει μεγάλες ορχήστρες. Ο χαρισματικός και εξαιρετικά εργατικός καλλιτέχνης διαθέτει ένα ταλέντο το οποίο θα ζήλευαν φτασμένοι ομότεχνοί του προχωρημένης ηλικίας. Απέδωσε την παρτιτούρα (την οποία είχε μελετήσει με τους επιφανείς μέντορές του, Claudio Abbado και Daniel Barenboim) με μουσική ακρίβεια, απόλυτη προσοχή στις ξαφνικές εναλλαγές των λεπτών μοτσάρτιων συναισθηματικών αποχρώσεων, αυτοπεποίθηση, ενθουσιασμό αλλά και κύρος. Τη διανομή κάλυψαν οι προικισμένοι λυρικοί καλλιτέχνες Andrea Concetti (Don Giovanni), Anna Samuil (Donna Anna), Timislav Muzek  (Don Ottavio), Andreas Bauer (Commendatore), Aga Mikolaj (Donna Elvira), Hanno Mueller-Brachmann (Leporello), Arttu Kataja (Masetto) και Sylvia Schwartz (Zerlina). Προσέγγισαν με αξιοπιστία το ύφος και την αισθητική της μουσικής και τραγούδησαν τα ρετσιτατίβα, τις άριες και τα ensembles με υποδειγματική τέχνη και ζέση. Όλων οι κολορατούρες ήταν πεντακάθαρες και κανείς δεν έδειχνε να λυγίζει ούτε στιγμή μπροστά στα ζητούμενα του ρόλου του. Η ορχήστρα (Staatskapelle Berlin) και η χορωδία (Staatsopernchor) ερμήνευσαν με σωστή έκφραση ακολουθώντας τον Dudamel στην ορμητική και σπινθηροβόλα του διεύθυνση.
Ο Peter Mussbach, υπεύθυνος τόσο για τη σκηνοθεσία όσο και για τα σκηνικά, πρότεινε μια μοντέρνα και προσωπική ανάγνωση του έργου, σε στιγμές ξαφνιάζοντας ή και σοκάροντας με τις επιλογές του που ενίοτε απομακρύνονταν επικινδύνως  από τις επιθυμίες του συνθέτη και του λιμπρετίστα του. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Mussbach ο Commendatore δολοφονείται από τον Don Giovanni με ένα κοφτερό στιλέτο, ενώ στο τέλος του έργου ακριβώς με τον ίδιο τρόπο χάνει τη ζωή του ο Don Giovanni από τo φάντασμα του Commendatore. Βλέπουμε την Donna Elvira να καταφθάνει πάνω σε ένα scooter για να τραγουδήσει την πρώτη της άρια. Οι χωρικοί στην αρχή της τέταρτης σκηνής της πρώτης πράξης χορεύουν στον ρυθμό μεν της μουσικής αλλά με κινησιολογία που θα ταίριαζε σε ένα τραγούδι της disco. Στη συνέχεια παρακολουθούμε την Zerlina μέχρι την ύστατη ώρα να μην μπορεί να κρύψει τον έρωτά της για τον γυναικοκατακτητή.
Επιπλέον, το σεξουαλικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του έντονα στην σκηνοθεσία: στην αρχή του έργου η Donna Anna με επιδεικτικό τρόπο πείθει ότι απολαμβάνει την ερωτική επίθεση του Don Giovanni, ενώ αργότερα οι Donna Anna, Don Ottavio και Donna Elvira χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον, σαν να μοιράζονταν μια σχέση κοινή και καθόλου κρυφή. Το μινιμαλιστικό και αμετάβλητο σκηνικό (σε ένα άδειο φόντο πότε δύο και πότε τρεις μεγάλο μαύροι τοίχοι κινούνταν κοντά στους ήρωες μάλλον συμβολίζοντας την μοίρα που τους κατατρέχει), σε συνδυασμό με τον γαλάζιο φωτισμό και το άσπρο, το μαύρο και το γκρίζο χρώμα των κοστουμιών (Andreas Schmidt-Futterer) έδιναν έναν διαχρονικό τόνο στην πλοκή.
Μολονότι οι κριτικές που έλαβε o Mussbach από τον διεθνή τύπο, υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αρνητικές, ομολογούμε ότι βρήκαμε ορισμένα στοιχεία της σκηνοθεσίας του εύστοχα και ενδιαφέροντα: πρότεινε έναν Don Giovanni λιγότερο διαβολικό (σε στιγμές, μάλλον συμπαθητικό) και πέτυχε να στήσει μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερης σημασίας που τελικά με εξυπνάδα δικαίωνε τόσο την τραγική όσο και την κωμική πλευρά αυτού του αθάνατου drama giocoso.

Lupu/Barenboim

Τελευταία στη σειρά των μουσικών εκδηλώσεων που παρακολουθήσαμε στο  Βερολίνο ήταν η συναυλία της Staatskapelle Berlin, υπό τη διεύθυνση του μουσικού της διευθυντού Daniel Barenboim (16/3, Konzerthaus). Το πρόγραμμα σχηματίστηκε από ύστερα (σε δυο περιπτώσεις, ύστατα) έργα των συνθετών Gustav Mahler (Adagio από τη Συμφωνία αρ. 10),  Béla Bartók (Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3, Sz. 119, BB 127) και Elliot Carter (Partita). Στην παρτιτούρα του Mahler ορχήστρα και αρχιμουσικός απέδωσαν τη χαρακτηριστική μελαγχολία, τα μεγάλα μελωδικά τόξα και τις αιχμηρές διάφωνες συγχορδίες της παρτιτούρας με ένταση και νόημα. Σολίστ στο μπαρτοκικό κοντσέρτο, που ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ήταν ο Radu Lupu, παλιός φίλος και  συνεργάτης του Barenboim. Στην ερμηνεία που λάβαμε η φωτεινότητα και η αισιοδοξία του έργου ήρθαν στην επιφάνεια. Την προσοχή μας τράβηξε η ηχητική ποιότητα του πιανίστα, ο οποίος παίζει πάντα με  άνεση, panache και τεχνική βεβαιότητα. Μη αναμενόμενα προβλήματα συγχρονισμού μεταξύ πιάνου και ορχήστρας λόγω ασυμφωνίας στην επιλογή ταχυτήτων, τα οποία παρατηρήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους (Allegretto), δεν έβλαψαν τη  ερμηνεία.
Τη συναυλία σφράγισε η Partita του Carter. Το έργο είχε παραγγείλει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Barenboim και η  Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου. Ο αρχιμουσικός επέστρεφε με φανερή ικανοποίηση στο ορχηστρικό αυτό δημιούργημα, που είναι γεμάτο εξάρσεις, ποικιλία συναισθημάτων διαθέσεων και καλά διατυπωμένων μουσικών ιδεών. Η ανάγνωσή που προσφέρθηκε δικαίωσε το κομμάτι και όχι εκείνον τον ακροατή που μετά το πέρας της ερμηνείας το αποδοκίμασε οδηγώντας τον Barenboim να απευθυνθεί στο κοινό προκειμένου να υπερασπιστεί τη σύνθεση που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχε διευθύνει για πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Συναυλία της City of Birmingham Symphony Orchestra






Στις 26/2, στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ακούσαμε την City of Birmingham Symphony Orchestra (CBSO), την ορχήστρα που από το 1980 μέχρι το 1998 διηύθυνε σταθερά ο Simon Rattle. Ο Rattle πέτυχε με μόχθο και αγάπη να την οδηγήσει στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών ορχηστρών και σε ερμηνείες που επαινέθηκαν ιδιαιτέρως. Ο  Herbert von Karajan, που δεν ήταν γνωστός για τις γενναιόδωρες φιλοφρονήσεις του, είχε αναγνωρίσει την ποιότητα της παραπάνω συνεργασίας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα που είχε αποφέρει. Όταν ο Rattle εγκατέλειψε τo Birmingham, προκειμένου να αναλάβει τα ηνία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, η βρετανική ορχήστρα φρόντισε  να κρατήσει το υψηλό επίπεδο απόδοσης που είχε πετύχει συνεργαζόμενη μαζί του. Το 1998 κύριος αρχιμουσικός της ονομάστηκε ο Φιλανδός Sakari Oramo, με τον οποίον πραγματοποίησε ορισμένες πολύ καλές εμφανίσεις και περιοδείες. Πρόσφατα, ο πολυσυζητημένος νεαρός Λετονός Andris Nelsons (γ. 1978, φωτογραφία) ανέλαβε μουσικός διευθυντής της. Ο Nelsons αναφέρει ως μεγάλο του Δάσκαλο και Μέντορα τον συμπατριώτη του διάσημο αρχιμουσικό Mariss Jansons. Φιλόδοξος, εργατικός και χαρισματικός,  ανήκει σίγουρα στους εκλεκτότερους μαέστρους της γενιάς του. Βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που ήδη ξεχωρίζουν και διαπρέπουν διεθνώς.
Εκείνος ήταν που στάθηκε στο podium της CBSO κατά τη συναυλία που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής και μας γοήτευσε με τη σπουδαία μουσική του φύση και το ταλέντο του. Ειδικότερα, σε έργα Richard Wagner (Εισαγωγή από την όπερα «Tannhäuser» και Πρελούδιο και Liebestodt από την όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη») και Richard Strauss (Συμφωνικό ποίημα «Θάνατος και Εξαΰλωση») ορχήστρα και μαέστρος απέδειξαν ότι η συνεργασία τους μπορεί να υπάρξει μια από τις υποδειγματικότερες των ημερών μας. Οι μουσικοί του συνόλου λατρεύουν τον μαέστρο τους και δεν διστάζουν ούτε στιγμή να το αποδείξουν υπακούοντας με προθυμία στις οδηγίες του. Σκέψεις και επιθυμίες μεταφέρονται από τον Nelsons σε αυτούς μέσω μεγάλων και σε στιγμές θεατρικών κινήσεων των χεριών του.  
Οι ερμηνείες που ακούσαμε υπήρξαν μπολιασμένες με μια ενέργεια και έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό που σε καθήλωνε. Κάθε μουσική στιγμή και κάθε μουσική παράγραφος ήταν με μεγάλη προσοχή δουλεμένες, οι φορτίσεις και αποφορτίσεις δυναμικής υπήρξαν άριστα ισορροπημένες, οι ατάκες ακριβέστατες και τα μουσικά νοήματα φωτίζονταν με θαυμαστό τρόπο. Ο ήχος της CBSO έφθανε στα αφτιά μας πανέμορφος, όλο λάμψη. Ήταν  προσεκτικά χρωματισμένος, καλά εστιασμένος και τονικά ολόσωστος. Επιπλέον, η αμεσότητα της ορχηστρικής έκφρασης κέρδιζε το ενδιαφέρον μας τόσο κατά τα βαγκνερικά αποσπάσματα όσο και κατά το  γνωστό Συμφωνικό Ποίημα του Strauss. Αισθανόσουν ότι συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο και υψηλό σε κάθε μέτρο των έργων.
Τα γενναιόδωρα χειροκροτήματα του αθηναϊκού κοινού προέτρεψαν την ορχήστρα να προσφέρει εκτός προγράμματος μια γεμάτη οίστρο ερμηνεία του Πρελουδίου από την τρίτη πράξη της βαγκνερικής όπερας «Lohengrin». Είναι γεγονός ότι αποτελεί μεγάλη χαρά να βιώνει κανείς τόσο συναρπαστικές μουσικές εμπειρίες. Και αυτή είναι μόνο η αρχή μιας σπουδαίας συνεργασίας!

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Φλογερός Wagner από την Εθνική Λυρική Σκηνή





Το ανέβασμα μιας όπερας του Richard Wagner στη χώρα μας αποτελεί πάντα σημαντικό γεγονός. Το ιταλικό οπερατικό ρεπερτόριο ανέκαθεν έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει στην Ελλάδα θέση στη σκηνή. Δεν θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει το ίδιο και για το γερμανικό ρεπερτόριο. Εντούτοις, οι μάλλον σπάνιες παραγωγές μελοδραμάτων των Wagner και Richard Strauss που παρουσιάστηκαν κατά την τελευταία περίπου εικοσαετία στην Αθήνα υπήρξαν υψηλών προδιαγραφών (ξεχωρίζουμε τις παραγωγές του βαγκνερικού Lohengrin και των μελοδραμάτων του Strauss, «Ηλέκτρα», «Σαλώμη», «Αιγυπτία Ελένη», «Η Γυναίκα δίχως σκιά», που απολαύσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών). 
Στις 30/1, στην Αίθουσα Αλεξάνδρας Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, παρακολουθήσαμε από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) τη μεγάλη τρίπρακτη ρομαντική όπερα «Tannhäuser» του Wagner (παρισινή εκδοχή του 1861). Ο  Γερμανός μουσουργός ολοκλήρωσε την παρτιτούρα τον Απρίλιο του 1845. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Θέατρο της Δρέσδης τον Οκτώβριο του 1845, σε μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Τη διανομή κάλυψαν οι περίφημοι Johanna Wagner, ανιψιά του συνθέτη, Wilhelmine Schröder-Devrient και Josef Tichatschek. Το εν λόγω ανέβασμα δεν γνώρισε την αναμενόμενη επιτυχία και ο δημιουργός του προέβη σε επεξεργασία της σύνθεσης. To 1861, μετά από εκατόν εξήντα τέσσερις δοκιμές, η όπερα ανέβηκε στην Όπερα του Παρισιού, σε νέα επεξεργασμένη εκδοχή της παρτιτούρας. Δυστυχώς ούτε εκεί γνώρισε επιτυχία. Ο Wagner αποφάσισε να αποσύρει το έργο μετά την τρίτη παράσταση και μέχρι το τέλος της ζωής του προβληματιζόταν για την πορεία του δημιουργήματός του. Βεβαίως, σήμερα αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες όπερες του κοινού.

Η παραγωγή του Wick

Η ΕΛΣ επέλεξε να αναβιώσει (για τέσσερις παραστάσεις, 24, 27, 30/1 και 1/2) την παραγωγή των Graham Wick (σκηνοθεσία) και Paul Braun (σκηνικά-κοστούμια), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Όπερα του San Francisco, το φθινόπωρο του 2007. Ο Wick, διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης,  πραγματοποιούσε το ντεμπούτο του στην Όπερα του San Francisco.  Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε σε κείμενα και συνεντεύξεις του, δεν  θέλησε απλά να πλάσει έναν ευάλωτο ήρωα που κινείται ανάμεσα στους κόσμους δύο θηλυκών, τον ερωτικό της Αφροδίτης και τον αγνό της Elisabeth, αλλά έναν άνθρωπο που παλεύει να αντιμετωπίσει προβλήματα τα οποία ο ίδιος έχει δημιουργήσει και που προσπαθεί να συμφιλιώσει αντιθετικά συναισθήματα. Τοποθετεί την πλοκή σε έναν χώρο που μοιάζει με τεράστιο δωμάτιο, με μεγάλα παράθυρα και ψηλούς τοίχους. Ο χώρος αυτός θα μπορούσε να συμβολίζει την ψυχή του ήρωα.  Η σκηνοθεσία του υπήρξε προσεγμένη και με την κατάλληλη έμφαση στα συμβολικά στοιχεία του έργου.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής ήταν εντυπωσιακά στην αμεσότητα και στην καλαισθησία τους. Τα νατουραλιστικά στοιχεία και τα μεσαιωνικά κοστούμια ευχαρίστησαν όσους βαγκνερόφιλους αγαπούν κάθε άποψη  που στέκεται κοντά στις αρχικές σκέψεις και τα οράματα του συνθέτη. Συχνά χρησιμοποιήθηκαν κινηματογραφικά εφέ. Είδαμε άλογο επί σκηνής και νερό να τρέχει από το ταβάνι κατά την τελευταία πράξη. Η φιλόδοξη μεταφορά στοιχείων της φύσης στη σκηνή είχε όμως και τα απρόοπτά της: οι πραγματικές φλόγες που περικύκλωναν το ζευγάρι Tannhäuser και Αφροδίτη στο μεγάλο ντουέτο της πρώτης πράξης (ο σκηνοθέτης θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την τελική σκηνή της «Βαλκυρίας») κάποια στιγμή δεν μπόρεσαν να ελεγχθούν από τους τεχνικούς. Ξαφνικά ο τενόρος διέκοψε, έντρομος φώναξε ότι υπάρχει κίνδυνος από πραγματική φωτιά, βγήκε από τον πύρινο κύκλο και στη συνέχεια έδωσε το χέρι του στη σοπράνο βοηθώντας την να απομακρυνθεί από τις φλόγες. Ευτυχώς επενέβησαν άμεσα οι πυροσβέστες, η αυλαία έπεσε και μετά από την πάροδο περίπου εικοσιπέντε λεπτών - τόσο χρειάστηκε για να εξαφανιστούν οι καπνοί που είχαν γεμίσει την αίθουσα- η παράσταση συνεχίστηκε δίχως προβλήματα. Πάντως, φωτιά δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την υπόλοιπη βραδιά, ούτε και κατά την τελευταία παράσταση (1/2). 

 Οι τραγουδιστές

 Το μέρος του Tannhäuser κράτησε ο John Treleaven, ένας από τους χαρισματικότερους σύγχρονους ενσαρκωτές του ρόλου. Ως βαγκνερικός τενόρος έχει κερδίσει τις εντυπώσεις τραγουδώντας σε σπουδαίες λυρικές σκηνές του κόσμου και συνεργαζόμενος με αρχιμουσικούς της πρώτης γραμμής. Απέδωσε τον απαιτητικό ρόλο με δραματική φωνή, ιδιωματικό φραζάρισμα και άφθονο συναίσθημα. Δίπλα του η Lise Lindstrom κράτησε με επιτυχία τόσο τον ρόλο της Elizabeth όσο και εκείνον της Αφροδίτης (η Angela Marambio, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να ερμηνεύσει την Elizabeth, αποσύρθηκε περίπου έναν μήνα πριν από την πρώτη παράσταση). Η Lindstrom ανακάλυψε με υπέροχο τρόπο τις ιδιαίτερες ψυχικές και μουσικές αποχρώσεις των δύο γυναικών. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμήνευσαν με δραματική ένταση και ιδιωματική εκφορά του μουσικού κειμένου οι Martin Snell (Hermann), Rolf Haunstein (Biterolf), Ashley Holland (Wolfram von der Vogelweide), Andreas Conrad (Heinrich der Schreiber) και Adrian Sampetrean (Reinmar von Zweter).

Μπαλέτο, χορωδία, ορχήστρα και μαέστρος

Το μπαλέτο της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε στην εξπρεσιονιστική και απόλυτα ερωτική (κατά την πρώτη πράξη) χορογραφία του Ron Howell. O προικισμένος Γάλλος αρχιμουσικός Philippe Auguin, συνεργάτης κορυφαίων λυρικών σκηνών της Ευρώπης και της Αμερικής, μετά από σκληρή εργασία με την ορχήστρα και τη χορωδία της Λυρικής πέτυχε όντως ζηλευτά αποτελέσματα. Ορχήστρα και χορωδία  ερμήνευσαν με προσοχή, σεβασμό στις λεπτομέρειες της παρτιτούρας και κυρίως με μια ιδιαίτερη μουσικότητα που ξεχώριζε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή του έργου.
Η επιτυχία που γνώρισε  η παραγωγή θα πρέπει να οδηγήσει την ΕΛΣ στο ανέβασμα και άλλων αριστουργημάτων του Wagner: σειρά έχει ένας «Τριστάνος» και στη συνέχεια ένας «Parsifal»!