Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ισοπεδωτική παραγωγή της Manon Lescaut




Σκηνή από την Manon Lescaut. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου/ΕΛΣ


 
Με την όπερα Manon Lescaut, ο Giacomo Puccini σημείωσε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία (είχε ήδη δύο άλλες όπερες στο ενεργητικό του). Το έργο έλαβε την πρεμιέρα του στο Teatro Regio του Τορίνο, την πρώτη μέρα του Φεβρουαρίου 1893. Καταχειροκροτήθηκε και άνοιξε τον δρόμο στον συνθέτη για τις επόμενες επιτυχίες του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εκδότης Giulio Ricordi, αρχικά είχε αποθαρρύνει τον συνθέτη να καταπιαστεί με το ίδιο θέμα, που είχε γίνει γνωστό στον οπερατικό κόσμο από το αριστούργημα ενός άλλου μουσουργού, του Jules Massenet. Η όπερα του Massenet, με τίτλο Manon, είχε ανέβει για πρώτη φορά περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα, στο Παρίσι, στις 19 Ιανουαρίου 1884. O Puccini ευτυχώς επέμενε να δώσει την δική του άποψη εμπνευσμένη από την αισθαντική νουβέλα L’histoire du chevalier des Grieux et de Manon Lescaut (Η Ιστορία του Ιππότη des Grieux και της Manon Lescaut), κατά την οποία ο ευγενής ιππότης ερωτεύεται και αγωνίζεται για να κερδίσει τη γοητευτική, αλλά άστατου χαρακτήρα, Manon, που αρχικά προτιμά τα πλούτη και τις αγκαλιές διαφορετικών ανδρών. Ο συνθέτης συνεργάστηκε με πέντε συγγραφείς ώσπου να λάβει μια ικανοποιητική μορφή του libretto και η αλήθεια είναι, ότι απαιτητικός όπως ήταν, δεν δίστασε να συμβάλει και ο ίδιος στην ολοκλήρωση του κειμένου. 
Η Εθνική Λυρική Σκηνή επέλεξε την Manon Lescaut για να εγκαινιάσει τη νέα χειμερινή περίοδο, στις 21/10. Η επιλογή του έργου ήταν καθόλα άξια πολλών επαίνων, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για όπερα η οποία δεν παρουσιάζεται τόσο συχνά όσο οι υπόλοιπες του ίδιου συνθέτη. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι φύγαμε εξαιρετικά απογοητευμένοι από την παράσταση. Η παραγωγή είχε ανατεθεί στον σκηνοθέτη Giancarlo del Monaco (γιο του αλησμόνητου τενόρου Mario del Monaco), ο οποίος, σε συνεργασία με τον σκηνογράφο Νίκο Πετρόπουλο, επέλεξε να μεταθέσει την υπόθεση από το δεύτερο μισό του δεκάτου ογδόου αιώνα, στην εποχή της δεκαετίας του '50 ή του '60.
Είμαστε απολύτως της άποψης ότι ειδικά αυτή η όπερα, που είναι τόσο στενά δεμένη με την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η πλοκή της και με τη συγκεκριμένη ηθική που υποστηρίζει, δεν επιδέχεται εύκολα χρονικές μεταθέσεις. Έχουμε παρακολουθήσει διάφορες παραγωγές σκηνοθετών και σκηνογράφων που –με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία- μεταθέτουν την υπόθεση μελοδραμάτων στην εν λόγω εποχή των fifties-sixties και εδώ, σε αυτή την παραγωγή, αισθανθήκαμε ότι δεν υπήρχαν ούτε εύστοχα επιχειρήματα, ούτε πραγματικά κάποιο στοιχείο συναρπαστικό. Τα κοστούμια (Pasquale Grossi) έδεναν απόλυτα με το concept της παραγωγής.
Ειδικότερα, βρήκαμε ενοχλητικά και γκροτέσκα πολλά στοιχεία της σκηνοθεσίας, όπως τις χορευτικές κινήσεις των fifties και τις άγαρμπες κινήσεις των τραγουδιστών. Σύμφωνα με την άποψη του σκηνοθέτη και του σκηνογράφου, η όπερα εκτυλίσσεται σε ένα κινηματογραφικό (ή τηλεοπτικό) στούντιο κατά τη διάρκεια γυρίσματος ταινίας (ή σειράς). Έτσι, πριν από την κάθε πράξη ακούμε τα σχόλια του υπεύθυνου σκηνής (η προσθήκη πρόζας ενόχλησε πολύ τη ροή του έργου), ενώ βλέπουμε τον σκηνοθέτη (ηθοποιό) και τους βοηθούς του (επίσης, ηθοποιούς), να επιβλέπουν το γύρισμα και τους εικονολήπτες να τραβούν διάφορα πλάνα. Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της όπερας, μέσα από μια μεγάλη οθόνη παρακολουθούσαμε τα δρώμενα σε πραγματικό χρόνο. Η Manon, στις στιγμές που απολαμβάνει τον πλούτο, παρουσιάζεται ως άλλη Marilyn Monroe και ο δάσκαλος του χορού, ως drag queen.
Η χαριστική βολή έφθασε στην αρχή της τέταρτης και τελευταίας πράξης (οι δύο ήρωες βρίσκονται διψασμένοι και εξαντλημένοι στην έρημο, στα περίχωρα της Νέας Ορλεάνης), όταν ακούμε την Manon, μη μπορώντας να επιδιορθώσει το ακινητοποιημένο jeep, εκνευρισμένη να αναφωνεί «shit» (η λέξη δεν χρειάζεται μετάφραση)! Θα αρκεστούμε απλά στο να αναφέρουμε ότι είναι πραγματικά λυπηρό και συνάμα εξοργιστικό να δείχνει κανείς την περιφρόνησή του προς το πνεύμα ενός μεγάλου συνθέτη με τέτοιο προκλητικό τρόπο.
Άραγε, αναλογίστηκαν οι κύριοι del Monaco και Πετρόπουλος, τι θα είχε σκεφθεί ο Puccini παρακολουθώντας την ακυρωτική παραγωγή τους; Γιατί  ήταν ανάγκη να μετατραπεί αυτό το αριστούργημα, σε κακόγουστη παρωδία και μάλιστα με τέτοια αναίδεια;
Βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, οι τραγουδιστές ήταν μάλλον δύσκολο να εμπνευστούν και να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. Εντούτοις, υπήρξαν ορισμένες άρτιες στιγμές στις ερμηνείες τους, που κυριολεκτικά έσωσαν την παράσταση. Ειδικότερα, η καλά προετοιμασμένη Lana Kos, γνωστή από τις πολλές εμφανίσεις της στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας, μέσα στην όλη χαοτική σκηνοθετική άποψη, πέτυχε να αντιμετωπίσει  τον ρόλο με μουσικότητα. Όμως, τόσο εκείνη, όσο και ο τενόρος Renzo Zulian (που αντικατέστησε τον ασθενούντα Δημήτρη Παξόγλου), τελικά  έδειξαν ανήμποροι να αναμετρηθούν με το εκρηκτικό λυρικό πάθος των μεγάλων σκηνών. Ο Zulian διαθέτει φωνή αντοχής και άρτια τεχνική, αλλά δεν έπειθε πάντα ότι είχε ουσιαστική συναισθηματική σχέση με τον ρόλο του. ακόμα, η εξέλιξη των χαρακτήρων των δύο ηρώων θα μπορούσε να είχε φωτιστεί με πληρέστερο τρόπο.
 Ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης στον ρόλο του Lescaut και ο Δημήτρης Κασιούμης στον ρόλο του Geronte, κρίθηκαν φωνητικά και υποκριτικά ικανοποιητικοί.  Δεν θα παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι ορισμένες στιγμές αισθανθήκαμε τον Σούρμπη (επανειλημμένως στο παρελθόν έχουμε επαινέσει τις δυνατότητες αυτού του αναμφισβήτητα προικισμένου λυρικού καλλιτέχνη) να πιέζει την υψηλή περιοχή της φωνής του στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την τόσο δραματική και από κάθε άποψη απαιτητική tessitura του Lescaut. Φρόνιμο θα ήταν να προφυλάξει τη φωνή του από συνεχείς αναμετρήσεις ρόλων που θα βλάψουν το πολύτιμο όργανό του και τους οποίους, σε κάθε περίπτωση, ενδεχομένως θα μπορούσε να προσεγγίσει αργότερα στη σταδιοδρομία του.
Τους υπόλοιπους ρόλους κράτησαν με εκφραστική επάρκεια οι Νίκος Στεφάνου (Edmondo), Παύλος Μαυρόπουλος (Πανδοχέας), Χρήστος Κεχρής (Δάσκαλος Χορού), Έλενα Μαραγκού (Μουσικός), Χρήστος Αμβράζης (Λοχίας), Φίλιππος Δελλατόλας (Φανοκόρος) και Θεόδωρος Μωραΐτης (Αξιωματικός του ναυτικού). Η χορωδία, υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, ερμήνευσε τα μέρη της  με σωστή τονική ακρίβεια και γεμάτο ήχο.
Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός στάθηκε όπως πάντα προσεκτικός υποστηρικτής των φωνών. Μολονότι επιστράτευσε τον γνωστό δυναμισμό του για την ερμηνεία της παρτιτούρας, βρήκαμε ότι η ορχήστρα ακουγόταν πολλές φορές υπερβολικά δυνατή και κάλυπτε τις φωνές. Επίσης, αρκετές λεπτοδουλεμένες από τον Puccini ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες  πνίγονταν μέσα σε βροντερούς και άκομψους ήχους.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Τρυφερός Donizetti από Met



Anna Netrebko (Adina) και Ambrogio Maestri (Dr Dulcamara). Φωτο: Nick Heavican/Metropolitan Opera
 



Το 1832, μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες, ο Gaetano Donizetti ολοκλήρωσε την αριστουργηματική κωμική όπερα L’ Elisir d’ Amore (Το Ελιξίριο του Έρωτα). Το έργο παρουσιάστηκε με τεράστια επιτυχία, στις 12 Μαΐου του ίδιου έτους, στο Μιλάνο (Teatro della Canobbiana). Σύντομα βρήκε τον δρόμο του στις μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής. Πρόκειται για μια από τις διασημότερες όπερες του ρεπερτορίου: αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στους πολλούς θαυμαστές της συγκαταλεγόταν και ο Richard Wagner, ο οποίος μάλιστα την διασκεύασε για σόλο πιάνο (1840). Ο Donizetti χαρακτήρισε το έργο του melodramma giocoso και μέσα από αυτό έστησε με μεγάλη προσοχή και ζηλευτή μαεστρία μια σειρά από καλά δουλεμένες σκηνές που αναφέρονται στην προσπάθεια να δέσει ο έρωτας του συμπαθούς ζεύγους Adina (εύπορης και φιλάρεσκης νεαρής) και Nemorino (φτωχού χωρικού). Ο τσαρλατάνος γιατρός Dulcamara καταφθάνει με ένα μαγικό ελιξίριο του έρωτα, έτοιμος να εξαπατήσει τους πάντες.
Η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) ανέβασε για πρώτη φορά το έργο στις 23 Ιανουαρίου 1904 (αναθέτοντας το μέρος του Nemorino στον θρυλικό τενόρο Enrico Caruso) και έκτοτε έχει προτείνει πολλές ενδιαφέρουσες παραγωγές του. Η πιο πρόσφατη παραγωγή της Met είδε το φως στις 24 Σεπτεμβρίου φέτος. Στο πλαίσιο των ζωντανών μεταδόσεων, Met Live in Hd, παρακολουθήσαμε την παράσταση της 13ης Οκτωβρίου, που προβλήθηκε στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
 Με την εν λόγω όπερα άνοιγε τόσο η φετινή καλλιτεχνική περίοδο της κορυφαίας νεοϋορκέζικης λυρικής σκηνής, όσο και η σειρά των φετινών ζωντανών μεταδόσεων από το ίδιο λυρικό θέατρο. Θυμίζουμε ότι πέρυσι η σαιζόν είχε εγκαινιαστεί με μια άλλη σπουδαία όπερα του ίδιου συνθέτη, την Anna Bolena και με πρωταγωνίστρια τη Ρωσίδα superstar Anna Netrebko, η οποία κέρδισε τις εντυπώσεις ως ενσαρκώτρια του κεντρικού ρόλου της τραγικής Βασίλισσας της Αγγλίας. Η ίδια καλλιτέχνις άνοιξε και τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο της Met.
Η διανομή της πρόσφατης παραγωγής  κρίθηκε από κάθε άποψη εντυπωσιακή και σφιχτά δεμένη, χάρη στα λαμπερά ονόματα των Netrebko (Adina), Matthew Polenzani (Nemorino), Mariusz Kwiecen (Belcore) και Ambrogio Maestri (Dr Dulcamara).
Ειδικότερα, η Netrebko και ο Polenzani, πρότειναν ένα ζευγάρι πολύ ιδιαίτερο μέσα στις τρυφερές ερωτικές αντιζηλίες και γοητευτικές αντιπαραθέσεις. Η χαρισματική Netrebko, που  τραγουδάει τον ρόλο εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, λάξευσε επιτυχώς μια ηρωίδα γλυκιά και ξέγνοιαστη στα αρχικά στάδια της όπερας, αλλά και αρκούντως προβληματισμένη από τον έρωτα, όσο προχωρούσε η πλοκή. Τραγούδησε με άνεση, βεβαιότητα και τεχνική δεξιότητα. Η μεστή ξεχωριστών ποιοτήτων και ηχοχρωμάτων φωνή της, βρίσκεται στις καλύτερές της στιγμής. Οι κολορατούρες της εντυπωσίασαν και στο ντουέτο με τον Dr. Dulcamara της Δεύτερης Πράξης (Quanto amore!…Una tenera occhiatina), όπου πείθεται για το ότι είναι ερωτευμένη με τον Nemorino: άγγιξε τις καρδιές μας με την ειλικρίνεια και συναισθηματική της αλήθεια. Σίγουρα δεν θα αργήσει να εγκαταλείψει τον ελκυστικό αυτόν κοριτσίστικο ρόλο, προκειμένου να αφοσιωθεί στην εξερεύνηση του πιο δραματικού ρεπερτορίου: πρόκειται να ερμηνεύσει Manon Lescaut του Giacomo Puccini (Μόναχο, 2014), ενώ επιπλέον έχει υποσχεθεί να ενσαρκώσει την Leonora (Giuseppe Verdi, Il Trovatore), την Giovanna D’ Arco (Verdi), την Lady Macbeth (Verdi, Macbeth), ακόμα και την Elsa (Richard Wagner, Lohengrin). Πρόσφατα ολοκλήρωσε την ηχογράφηση ενός προσωπικού album για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας Deutsche Grammophon, που περιλαμβάνει άριες του Verdi από όπερες που σκοπεύει να ερμηνεύσει μελλοντικά.  
Ο Αμερικανός Polenzani πρόσφερε έναν πειστικό Nemorino, με σωστό έλεγχο της ωραίας του φωνής και με απλότητα υποκριτικών μέσων. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1991, στην ίδια ακριβώς σκηνή, τον ρόλο είχε επωμισθεί ο αξεπέραστος φωνητικά και μουσικά Luciano Pavarotti (πρωταγωνιστής της βιντεοσκοπημένης παράστασης της τότε παραγωγής, υπό τη διεύθυνση του James Levine, που κυκλοφορεί από την Deutsche Grammophon, DVD-Video NTSC 0440 073 4021 9 GH). Ο Polenzani μπορεί να μην είναι σε θέση να φθάσει -για την ώρα, τουλάχιστον- το καλλιτεχνικό διαμέτρημα του ομότεχνού του (ούτε κατέχει στον ρόλο αυτόν το παιγνιώδες και όλο τρυφερότητα χιούμορ του Rolando Villazón, που έχει ερμηνεύσει και βιντεοσκοπήσει –το 2005 στη Βιέννη- τον ίδιο ρόλο πλάι στην Netrebko, Virgin Classics B000F3T3CS), ωστόσο διαθέτει φωνή ξεχωριστή, αδιαμφισβήτητη μουσικότητα, ιδιαίτερο legato και σωστή αίσθηση του ιταλικού ύφους. Ο Nemorino που σκιαγράφησε υπήρξε λιγότερο αφελής από ότι συνήθως και ακόμα περισσότερο ευαίσθητος μέσα στην προσπάθειά του να κερδίσει την αγαπημένη της καρδιάς του. Το χειροκρότημα που έλαβε μετά την άξια ερμηνεία της διάσημης άριας (romanza) Una furtiva lagrima (Δεύτερη Πράξη, Όγδοη Σκηνή) ήταν παρατεταμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το δίδυμο Netrebko-Polenzani αναμένεται να ανοίξει και την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο της Met, με  Yevgény Onégin του Piotr Ilyich Tchaikovksy.  
Ο Belcore του Πολωνού Κwiecen ήταν απολαυστικός φωνητικά και σκηνικά. Ο καλλιτέχνης πρόσθεσε αρκετά χαρακτηριστικά του γόη Don Giovanni (ο μοτσάρτιος ρόλος ανήκει στις μεγάλες του επιτυχίες), προτείνοντας έναν Belcore ερωτικό, σατανικά έξυπνο και παιχνιδιάρη.
Ο Ιταλός Ambrogio Maestri έπλασε με έξοχο τρόπο έναν Dr. Dulcamara σπιρτόζο μέσα στην άκρως απολαυστική κατεργάρικη διάθεσή του. Η πληθωρική παρουσία του, η βαθιά, θερμή και μεγάλη φωνή βαρύτονου που διαθέτει, η  υποδειγματική άρθρωση, η ωραιότατη αίσθηση του χιούμορ και ο τρόπος που αισθάνεται τις απαιτήσεις του στυλ bel canto, σε συνδυασμό με ένα υποκριτικό ταλέντο πολλών καρατίων, τον καθιστούν ιδανικό ερμηνευτή του ρόλου.
H Χορωδία της Met, προετοιμασμένη από τον Donald Palumbo, απέδωσε με ενθουσιασμό και προσοχή στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Maurizio Benini, ο οποίος έκανε το ντεμπούτο του στην Met το 1998 διευθύνοντας το ίδιο έργο, προτιμώντας γρήγορα tempi, καθοδήγησε με έμπειρη γνώση και νόημα τους τραγουδιστές και την όπως πάντα έξοχη ορχήστρα του θεάτρου. Εντούτοις, δεν κρύβουμε ότι μας έλειψε το σπινθηροβόλο πνεύμα, η υπέροχη χάρη στο λάξευμα των λυρικών μελωδιών, η φτεροπόδαρη ελαφράδα στην ανάδειξη των κωμικών ρυθμικών στοιχείων, η εκρηκτική συναισθηματική ενέργεια και το έντονα προσωπικό στίγμα της διεύθυνσης του James Levine, από το 1971 μουσικού διευθυντή της Met. (Με ιδιαίτερη χαρά αναφέρουμε ότι ο Levine, που λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν διευθύνει από τον Μάιο του 2011, σκοπεύει να επιστρέψει στις 19 Μαΐου του 2013 για μια συναυλία της Ορχήστρας της Met, που θα δοθεί στο Carnegie Hall, και στη συνέχεια για τρεις παραγωγές, που θα παρουσιαστούν κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο στην Met).
Τέλος, το εικαστικό μέρος της παραγωγής υπήρξε ιστορικά συνεπές, πιστό στα ζητούμενα του συνθέτη και της εποχής του, χωρίς αισθητικά ρίσκα. Ακολούθησε τα παραδοσιακά πρότυπα και στηρίχθηκε στα σκηνικά και κοστούμια της πρεμιέρας του έργου και σε εκείνα που θα έβλεπε κανείς σε παραστάσεις του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Ο σκηνοθέτης Bartlett Sher με καλές ιδέες και προσοχή στη λεπτομέρεια, προέτρεψε τους τραγουδιστές να μείνουν μακριά από κάθε μορφή εκφραστικής υπερβολής και μεγαλοστομίας, ζητώντας τους να κινηθούν ανεπιτήδευτα και με φυσικότητα. Ο κωμικός οίστρος και τα ρομαντικά στοιχεία της παρτιτούρας προέκυψαν αβίαστα, πηγαία και χωρίς προσπάθεια. Επίσης, δεν παρέλειψε να χειριστεί με τέχνη τις πιο σκοτεινές πλευρές του έργου, αυτές που τονίζουν ότι ο έρωτας εκτός από χαρά μπορεί να προκαλέσει και πραγματικό πόνο, όταν βιώνεται μόνο από τη μια πλευρά. Συνεργαζόμενους με τους Michael Yeargan (Σκηνικά), Catherine Zuber (Κοστούμια) και Jennifer Tipton (Φωτισμοί), συνεισέφερε ουσιαστικά στην υποστήριξη μιας αξιομνημόνευτης παράστασης.
Τα απλά και όμορφα σκηνικά, που θύμιζαν πίνακες του δεκάτου ενάτου αιώνα, αποτύπωναν με συνέπεια τις χωριάτικες τοποθεσίες, τους αγρούς και τους αμπελώνες. Τα καλά ισορροπημένα παστέλ χρώματα των κοστουμιών των μελών της χορωδίας και  το έντονο κόκκινο χρώμα της μακριάς φούστας της ηρωίδας, δικαίωναν τη σύλληψη του συνθέτη. Επίσης, τα τόσο χαρακτηριστικά ψηλά μαύρα καπέλα που φορούσαν η Adina και  ο Dr Dulcamara (όπως φαίνεται και στην διαφημιστική αφίσα της παραγωγής), έδιναν την εντύπωση ότι ανά πάσα στιγμή, το κοινό θα μπορούσε να γίνει μάρτυρας ενός μαγικού κόλπου.  
Άλλη μία υποδειγματικής ποιότητας παράσταση της πολύτιμης Met.