Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

“Don Giovanni” από την Όπερα Θεσσαλονίκης






Σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για την συμπρωτεύουσα αποτέλεσε το ανέβασμα της όπερας «Don Giovanni» του Wolfgang Amadeus Mozart. Την παραγωγή ανέλαβε η Όπερα Θεσσαλονίκης, ένας σοβαρός όσο και δραστήριος οργανισμός που τα τελευταία χρόνια έχει προσφέρει παραστάσεις κύρους. Οι παραστάσεις του «Don Giovanni» δόθηκαν στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών, στις 18, 19, 20, 23, 25, 26 και 27/9.
Το μελόδραμα (dramma giocoso) αυτό του Mozart, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί κορυφή δημιουργίας ακόμη και για τα άφθαστα δεδομένα του μουσουργού,  ολοκληρώθηκε  τον Οκτώβριο του 1787 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια ακριβώς περίοδο (29/10/1787) στο Estates Theatre της Πράγας. Η Πράγα, σε αντίθεση με τη Βιέννη,  πάντα εκτιμούσε και λάτρευε τα έργα του Mozart, γεγονός που ο τελευταίος ανταπέδωσε χαρίζοντας στην πόλη την πρεμιέρα αυτού του εκπληκτικού ηχητικού μνημείου του.
 O Don Giovanni δεν ανήκει μόνο στις πλέον εμπνευσμένες παρτιτούρες του Mozart, αλλά και στις πιο απαιτητικές, αποτελούμενο από  δύσκολες (γραμμένες για λαμπρές φωνές της εποχής του μουσουργού), περίφημα ensembles, όπου η ακρίβεια και η ομαδική αναπνοή έχουν τον πρώτο λόγο  (τα ensembles  προκαλούν τρόμο σε λιγότερο ικανούς λυρικούς καλλιτέχνες) και μια έξοχη ορχηστρική γραφή, που  ξεχωρίζει άλλοτε για τη δραματικότητα και άλλοτε για τη σφύζουσα σβελτάδα της (νιώθεις το χαμόγελο, το δάκρυ, το φως και το βαθύτατο σκοτάδι του θανάτου και του τέλους). Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ο Mozart χαρακτήρισε το έργο του «dramma giocoso» (παιγνιώδες δράμα), επομένως το δράμα με την κωμωδία εναλλάσσονται και σε στιγμές συνδυάζονται ταυτόχρονα με μεγάλη μαεστρία και πνοή.
Κατά την παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη (27/9, τελευταία κατά σειρά από τις επτά που δόθηκαν) τους ρόλους κράτησαν οι Άρης Αργύρης (Don Giovanni), Κωνσταντίνος Ντότσικας (Leporello), Σοφία Κυανίδου (Donna Anna), Κασσάνδρα Δημοπούλου (Donna Elvira), Juan Carlos Vassalo (Don Ottavio), Μίνα Πολυχρόνου (Zerlina), Άκης Λαλούσης (Masetto) και Κωνσταντίνος Κατσάρας (Commendatore).
Πραγματικά κέρδισε τις εντυπώσεις ο Αργύρης προτείνοντας έναν Don Giovanni όλο ενέργεια και δυναμισμό. Ο νεαρός καλλιτέχνης σταδιοδρομεί σε καλές λυρικές σκηνές στο εξωτερικό και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει το  γιατί: διαθέτει μια φωνή ποιοτικότατη και μια τεχνική στη λεπτομέρειά της δουλεμένη. Επιπλέον, η άρτια σκηνική του παρουσία τον καθιστά κατάλληλο όχι μόνο για την ενσάρκωση του Don Giovanni, αλλά και πολλών άλλων μεγάλων ρόλων. Η Donna Anna της Κυανίδου υπήρξε μία από τις αρετές της παραγωγής. Η καλλιτέχνις τραγούδησε με άφθονη μουσικότητα, σχηματίζοντα τις φράσεις πάντα με γούστο και φινέτσα. Η βαθιά μελέτη του ρόλου την οδήγησε σε υπέροχες εκφραστικές στιγμές και τα ζωηρά χειροκροτήματα του κοινού που έλαβε στο τέλος της άξιζαν πέρα για πέρα.
Ως Donna Elvira η Κασσάνδρα Δημοπούλου, μουσικός δυνατοτήτων που έχουμε χαρεί στο παρελθόν, είχε καλές στιγμές, εντούτοις δεν κρύβουμε ότι ο  υπερβολικά δραματικός ρόλος που της ανατέθηκε αποδείχθηκε μάλλον ακατάλληλος για τη λυρική φωνή της που πιεζόταν αρκετά για να ανταπεξέλθει (τραγουδίστριες που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά στο ρεπερτόριο που προσεγγίζουν, διαφορετικά θέτουν το πολύτιμο όργανό τους σε κίνδυνο). Στον ρόλο του Leporello, ο Ντότσικας πρόσφερε  brio και κέφι, ενώ ως Masetto ο Λαλούσης ικανοποίησε με την καλή αίσθηση θεατρικότητας και την γεμάτη φωνή του (και οι δύο καλλιτέχνες θα μπορούσαν να είχαν προφέρει ορθότερα το ιταλικό κείμενο).
Ο Don Ottavio του Juan Carlos Vassalo υπήρξε η μεγάλη απογοήτευση της βραδιάς: δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος ενός ρόλου που απαιτεί έναν λυρικό τενόρο με πανέμορφη φωνή και ευκολίες στην υψηλή περιοχή,  οι οποίες θα του επιτρέψουν αβίαστα να τραγουδήσει τις εξαίσιες κολορατούρες και τις μεγάλες λυρικές φράσεις. Από εκείνον εισπράξαμε μια ερμηνεία ακατέργαστη και κακόγουστη, που ούτε το μουσικό κείμενο σεβάστηκε, ούτε τη μεγάλη γραμμή του ρόλου. Με πολλά προβλήματα που αφορούσαν στην κατανόηση τόσο του ρυθμού όσο και του  χαρακτηριστικού μοτσάρτιου φραζαρίσματος δυσαρέστησε. Επιπλέον, διέθετε μια φωνή τραχιά μέσω της οποίας  με βάναυσο τρόπο  «έσπαγε» τις θεϊκές μελωδικές γραμμές του Mozart εφαρμόζοντας δίχως κανέναν  λόγο ξαφνικά και απότομα crescendi
Η έμπειρη όσο και όμορφη Πολυχρόνου απέδωσε τον για εκείνη σχετικά απλό ρόλο της Zerlina με θαυμάσια φωνή και αβίαστη έκφραση. Είμαστε της γνώμης ότι η προικισμένη αυτή υψίφωνος θα μπορούσε να είχε επιτυχώς επωμισθεί τον ρόλο της Elvira.  Βρήκαμε επίσης μάλλον άστοχη την ανάθεση του ρόλου του Commendatore στον Κωνσταντίνος Κατσάρα, χωρίς αμφιβολία έναν μορφωμένο καλλιτέχνη και μάλιστα με καλά επεξεργασμένη φωνή, η οποία ωστόσο δεν ήταν κατάλληλη για έναν ρόλο που ζητά έναν πραγματικό μπάσο με μεγάλη ευχέρεια στην χαμηλή φωνητική περιοχή και που σε κάθε περίπτωση θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν ηλικιακά μεγαλύτερο τραγουδιστή. Περιμένουμε να ακούσουμε τον Κατσάρα μελλοντικά σε κάποιον άλλο ρόλο, που θα ταιριάζει περισσότερο στα φωνητικά του προσόντα.
Όσον αφορά τώρα στο εικαστικό μέρος της παραγωγής, δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισαν τόσο το τεράστιο -και μάλλον υπερβολικό στη σύλληψή του- βασικό σκηνικό  του Σωτήρη Στέλιου, όσο και τα αρκετά κοινότυπα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη, που ναι μεν εμπνέονταν από εκείνα της εποχής του συνθέτη, αλλά ελάχιστα κολάκευαν όσους από τους καλλιτέχνες διέθεταν αυξημένο σωματικό βάρος. Η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπαξεβάνη διέθετε καλές ιδέες (πρόσθεσε ένα βουβό πρόσωπο που άλλοτε ως Έρωτας και άλλοτε ως Άγγελος έπαιρνε ενεργό μέρος στη δράση του έργου), αλλά τελικά δεν έπεισε ότι μπόρεσε να φωτίσει τις πολλές πλευρές του αριστουργήματος. Σε στιγμές, είχαμε την αίσθηση ότι οι τραγουδιστές αυτοσχεδίαζαν την κίνησή τους επί σκηνής, χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση. Επιπλέον, τα μέλη της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης (σε μελετημένη διδασκαλία της Μαίρης Κωνσταντινίδου) έμοιαζαν πάντα πολύ στατικά και ενίοτε αμήχανα.
Κλείνοντας, ένα μεγάλο εύγε πρέπει να αποδοθεί στον αρχιμουσικό Νίκο Αθηναίο, ο οποίος έχοντας στη διάθεσή του την πολύ καλή (αν εξαιρέσει κανείς τα ξύλινα πνευστά που δυσκολεύονταν να μην παίζουν συνεχώς mezzo forte) ορχήστρα Opera Symphony Amadeus, απέδειξε την υψηλή κλάση του. Ειδικότερα, έχοντας και στο παρελθόν, εκτός Ελλάδος,  διευθύνει το έργο, πέτυχε να  καθοδηγήσει με βαθιά γνώση και έμπειρο γούστο τους τραγουδιστές του. Κοιτάζοντάς τους με τρανή συγκέντρωση μέσα στα μάτια, ολόκληρο το βράδυ τους στήριζε μέσω μιας υποδειγματικής και κυρίως ουσιαστικής κινησιολογίας που δεν άφηνε ούτε στιγμή χώρο για  την παραμικρή απορία σε σχέση με τον ρυθμό, τις δυναμικές ή τον σχηματισμό φράσεων. Εν ολίγοις, η ερμηνεία του Αθηναίου, αρχιμουσικού luxus για την συμπρωτεύουσα, κρίθηκε σφαιρικά ολοκληρωμένη και μας ευχαρίστησε σε βάθος.