Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Νοσταλγικές μελωδίες και κέφι



Σκηνή από την "Εύθυμη Χήρα"


 Ακριβώς στο κλείσιμο του 1905, στις 30 Δεκεμβρίου, περίπου δέκα χρόνια πριν την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η ξέγνοιαστη Βιέννη χειροκροτούσε με ενθουσιασμό μια νέα οπερέτα του διάσημου Αυστρο-ουγγαρέζο συνθέτη Franz Lehár. Ο λόγος για την Εύθυμη Χήρα (Die Lustige Witwe), που έμελε να γίνει μια από τις πιο αγαπητές οπερέτες παγκοσμίως. Οι υπέροχα νοσταλγικές μελωδίες σε συνδυασμό με τους πικάντικους ρυθμούς της και μια υπόθεση που στο επίκεντρό της τοποθετεί μια νεαρή πλούσια χήρα, η οποία φλερτάρει με πολλούς αλλά είναι ερωτευμένη με έναν, δεν παύουν μέχρι σήμερα να γοητεύουν και να συγκινούν το κοινό.
 Θρυλικοί τραγουδιστές τόσο της οπερέτας όσο και της όπερας έχουν χαρίσει αξιομνημόνευτες ερμηνείες των ρόλων του έργου: θυμίζουμε τα ονόματα των Mizzi Günther και Louis Treumann (που συμμετείχαν στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση), Elizabeth Schwarzkopf (ποια άλλη έχει τραγουδήσει με περισσότερη αφηγηματική εκφραστικότητα το τραγούδι της  Vilja;), Nicolai Gedda, Regina Resnik και Dame Joan Sutherland. Ακόμα και αρχιμουσικοί που δεν έχουν συνδέσει την τέχνη τους με το ρεπερτόριο της οπερέτας θέλησαν να απαθανατίσουν την άποψή τους σε δίσκους: λαμπρό παράδειγμα ο διακεκριμένος σύγχρονος μαέστρος των ιστορικά ενημερωμένων ερμηνειών (ειδικός στον Bach και γενικότερα στη μπαρόκ μουσική) Sir John Eliot Gardiner, που στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης πρόσφερε μια έξοχη ηχογράφηση του έργου για λογαριασμό της κορυφαίας δισκογραφικής εταιρείας Deutsche Grammophon.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή πρόσφατα παρουσίασε μια νέα παραγωγή του έργου, που είχε να παρουσιαστεί στην Αθήνα για δώδεκα χρόνια. Προτιμήθηκε η ελληνική γλώσσα, σε μια αρκετά έξυπνη και σε στιγμές,  εκσυγχρονισμένη επεξεργασία και επιμέλεια του κειμένου από τον Δημήτρη Λιγνάδη. Ωστόσο, δεν κρύβουμε ότι μας έλειψε το αυθεντικό γερμανικό κείμενο και πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είχε μεταφραστεί στη γλώσσα μας μόνο το μέρος της πρόζας. Ο προικισμένος Λιγνάδης υπέγραφε και τη σκηνοθεσία στήνοντας μια παράσταση που κινήθηκε με άνεση μέσα στο ερωτικό πνεύμα της εποχής του συνθέτη.
Τα καλοσχεδιασμένα και εύστοχα μέσα στην κομψότητα και απέριττη αίσθησή τους σκηνικά και κοστούμια της Εύας Νάθενα, φωτίστηκαν με ευαισθησία από τον Σάκη Μπιρμπίλη. Ανάλογα με τη σκηνή και τα ζητούμενα της υπόθεσης, επιλέγονταν πότε παστέλ και πότε μαύρα χρώματα που συνδυάζονταν με το κόκκινο. 
Ο Σουηδός αρχιμουσικός Niklas Willen εκμαίευσε άφθονο κέφι από την ορχήστρα, την χορωδία και τους μονωδούς. Οι πρωταγωνιστές της παράστασης αντιμετώπισαν με συνέπεια τη λαμπερή γραφή του Lehár οδηγώντας στην επιφάνεια τον λυρισμό και την ομορφιά της μουσικής. Ειδικότερα, η Μαρία Μητσοπούλου απέδωσε τον ρόλο της χήρας Hanna Glawari με γλυκιά και καλά ισορροπημένη φωνή. Ο Ζάχος Τερζάκης υποστήριξε έναν γοητευτικό Κόμη Danilovitsch. Ο Αντώνης Κορωναίος με σωστή αίσθηση του ύφους της οπερέτας και με χιούμορ ερμήνευσε τον ρόλο του Κόμη de Rosillon.
Στους υπόλοιπους ρόλους διακρίθηκαν οι Χάρης Ανδριανός, Ζαχαρίας Τσούμος, Γιώργος Ματθαιακάκης, Ευαγγελία Μιχελιδάκη, Πέτρος Σαλάτας, Ελισάβετ Κλονόσφκαγια, Βαγγέλης Μανιάτης, Παύλος Σαμψάκης, Έλενα Μαραγκού και Χρήστος  Αμβράζης.
Το μπαλέτο χόρεψε με έκφραση και παλμό την όλο ευγένεια χορογραφία του Φωκά Ευαγγελινού.