Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Τέσσερις παραστάσεις της Met. Ο θρίαμβος της Netrebko.





Σκηνή από την όπερα "Macbeth". Anna Netrebko (Lady Macbeth) και Željko Lučić (Macbeth). Φωτο: Marty Sohl/Metropolitan Opera.




Οι απευθείας μεταδώσεις από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Met), στο πλαίσιο του κύκλου «Live from the Met in HD», που εισέρχεται στην ένατη περίοδο, συγκαταλέγονται στις απολύτως αρτιότερες εκδηλώσεις που έχει να προσφέρει το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (σημειώνεται ότι οι παραστάσεις μεταδίδονται και σε άλλες πόλεις της επικράτειας). 
Η σειρά εγκαινιάστηκε φέτος με μια πραγματικά εξαιρετική παράσταση της όπερας Macbeth του Giuseppe Verdi (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, 11/10). Πρόκειται για την  δέκατη όπερα του συνθέτη, παρουσιασμένη για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1847, και την πρώτη που ο ίδιος βάσισε σε έργο του αγαπημένου του θεατρικού συγγραφέα William Shakespeare. Η πρόσφατη αμερικανική παραγωγή υπήρξε ιδιαίτερα αναμενόμενη λόγω της συμμετοχής της διάσημης σοπράνο Anna Netrebko στον ρόλο της Lady Macbeth, τον οποίον φέτος αντιμετώπισε για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία της (τραγούδησε για πρώτη φορά τον ρόλο στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας, τον περασμένο Ιούνιο). Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι η ίδια, πριν μερικούς μήνες, είχε εκπλήξει το κοινό της, αναγγέλλοντας  τον απαιτητικό αυτό ρόλο ανάμεσα σε άλλους, εξίσου εντυπωσιακά δραματικούς, τους οποίους σκοπεύει να παρουσιάσει κατά τα επόμενα χρόνια: Norma (Vincenzo Bellini), Aida (Verdi), Elsa (Richard Wagner, Lohengrin), ανάμεσα σε άλλους. Μολονότι η ίδια δεν θεωρεί τον εαυτό της δραματική σοπράνο, θέλησε να προβεί στην αντιμετώπιση ρόλων, που αποτελούν πρόκληση για εκείνη και που απομακρύνονται αρκετά από τους ρόλους της λυρικής σοπράνο, τους οποίους ερμήνευε μέχρι πρόσφατα. Επανειλημμένως έχει υποστηρίξει ότι από την εποχή που έγινε μητέρα, εδώ και έξι χρόνια, αισθάνθηκε την φωνή της να αλλάζει, να αποκτά μεγαλύτερο εύρος και δυνατότητες.
Ευθύς εξαρχής, πρέπει να ομολογήσουμε ότι ήμασταν ανάμεσα σε εκείνους που αμφέβαλαν για το εάν η diva θα ήταν ικανή να αντιμετωπίσει την tessitura και τις απαιτήσεις αυτού του ρόλου, που μπορεί να είναι ιδιαίτερα καταστρεπτικές για μια φωνή που δεν θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Στο τέλος της παράστασης, όμως, δεν είχαμε καμία αμφιβολία ότι η Netrebko είχε κερδίσει το στοίχημα και μάλιστα με τρανή επιτυχία. Με μια φωνή γεμάτη, βελούδινη και σκουρόχρωμη, με στιβαρά κέντρα, τεχνική βέβαιη και με έκφραση όλο νόημα, βούτηξε στα βαθιά νερά του ρόλου της. Από την μεγάλη άρια «Vieni, taffretta», της πρώτης πράξης, έδειξε μεγάλη βεβαιότητα στον τρόπο που πρόφερε τις λέξεις και που υποστήριζε τις μουσικές φράσεις. Οι νότες της ψηλότερης φωνητικής έκτασης προέκυπταν αβίαστα και άνετα. Δραματικά και υποκριτικά έστησε έναν ρόλο που φώτιζε την υποχθόνια και αρνητική πλευρά της Λαίδης, προσθέτοντας και έναν τόνο ηδονιστικού αισθησιασμού. Ένα μεγάλο εύγε.
Δίπλα της, ο βαρύτονος Željko Lučić, που είχε κρατήσει τον ρόλο στην ίδια παραγωγή του 2007, όταν είχε ανεβεί για πρώτη φορά, τραγούδησε με ένταση και νόημα τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ξεδίπλωσε με τέχνη τις στιγμές που ταλανίζεται από τις φοβίες και τις τύψεις λόγω των αποτρόπαιων πράξεων του ήρωα. Η φωνή του, στις λυρικές πτυχές της, συνέχιζε να εντυπωσιάζει με την ποιότητά της και μόνο σε ελάχιστα σημεία του έργου δείχνοντας σημάδια κοπώσεως. 
Τόσο ο μπάσος René Pape (Banquo), όσο και ο τενόρος Joseph Calleja(Macduff), απέδωσαν τους ρόλους τους με έμπειρη γνώση και ωραίες φωνές.
Η χορωδία, που σε αυτή την όπερα κατέχει μεγάλο ρόλο, τραγούδησε με ιδιαίτερη έκφραση και ηχητική ομοιογένεια.
Ο αρχιμουσικός Fabio Luisi, έχοντας στη διάθεσή του τον υπέροχο ήχο της ορχήστρας του κορυφαίου αμερικανικού λυρικού θεάτρου, διηύθυνε φωτίζοντας με αμεσότητα το δράμα. Οι ταχύτητες ήταν καλά υπολογισμένες και τα ρυθμικά στοιχεία, τόσο σημαντικά σε αυτό το έργο, έβρισκαν τις σωστές ισορροπίες τους.   
Ο σκηνοθέτης Adrian Noble πέτυχε να αναδείξει τα ψυχογραφικά στοιχεία της όπερας, ενώ τα σκηνικά-κοστούμια του Mark Thompson κρίθηκαν κομψά.
Ακριβώς μια εβδομάδα αργότερα (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, 18/10) και στο πλαίσιο του ίδιου κύκλου μεταδόσεων, απολαύσαμε το αθάνατο αριστούργημα με τίτλο Oι Γάμου του Figaro (Le Nozze di Figaro, KV 492) του Wolfgang Amadeus Mozart. Με αυτήν ακριβώς την παραγωγή, άνοιξε η φετινή καλλιτεχνική περίοδος της Met.
Στο podium στάθηκε ο James Levine, που ξεπερνώντας την επιβαρημένη κατάσταση της υγείας του, καθοδήγησε τους τραγουδιστές, την ορχήστρα και την χορωδία του με ιδιαίτερη φρεσκάδα, οίστρο και ενθουσιασμό. Βεβαίως, είναι μια παρτιτούρα την οποία διευθύνει εδώ και δεκαετίες, γνωρίζοντας κάθε μυστικό της, κάθε εναλλαγή διάθεσης και υπαινιγμό (οι μουσικοί και δραματικοί υπαινιγμοί σε αυτό το έργο κάθε άλλο παρά λίγοι είναι). Σημειώνουμε ότι η αισθητική της ερμηνευτικής προσέγγισης που πρότεινε απείχε αρκετά από εκείνη των μαέστρων που έχουν αφιερωθεί στην ιστορική ερμηνεία: ο ήχος ήταν πολύ πιο ζεστός, το vibrato των εγχόρδων εκτενέστερο, ο ήχος των πνευστών, πιο πλήρης και βεβαίως, η γενικότερη έκφραση, πιο άμεση και ελεύθερη. Αναμνήσεις από παραστάσεις παλαιότερων δεκαετιών έρχονταν αυθόρμητα στο νου. 
Οι πέντε αστέρες της διανομής, αποδείχθηκαν πέρα για πέρα αντάξιοι των ρόλων τους: Ildar Abdrazakov, Figaro, Amanda Majeski, Contessa Almaviva, Marlis Petersen, Sussana, Isabel Leonard, Cherubino και Peter Mattei, Conte Almaviva. Είναι γνωστό ότι η όπερα αυτή εξαρτάται πολύ από την συνεργασία των πρωταγωνιστών της. Τα μεγάλα ensembles ερμηνεύτηκαν με μια ιδιαίτερη πνοή από τους προαναφερθέντες τραγουδιστές. Ειδικότερα, οι δύσκολες άριες της Contessa, λόγω της εξερεύνησης πλήρους της φωνητικής έκτασης της σοπράνο από τον συνθέτη, βρήκαν στο πρόσωπο της Majeski μια ικανότατη ερμηνεύτρια με μουσικότητα και πολύ καλό γούστο. Ο Abdrazakov απέδωσε τον Figaro με ευαισθησία και θερμή φωνή. O χαρισματικός Μattei υπήρξε φωνητικά και υποκριτικά επιβλητικός στον ρόλο του δραστήριου γυναικοκατακτητή Kόμη. Οι Leonard και Petersen υπήρξαν πραγματικά γοητευτικές στους ρόλους τους. Θυμηθήκαμε τις θαυμάσιες αθηναϊκές εμφανίσεις της δεύτερης, που κάποτε ήταν συχνές. Εκτός από τους προαναφερθέντες, αναφέρουμε ότι τους ρόλους του Don Bartolo και της Marcellina, κράτησαν επιτυχώς αντιστοίχως, o John Del Carlo και η Suzanne Mentzer.
Ο σκηνοθέτης Sir Richard Eyre, συνεργαζόμενος με τους Rob Howell (σκηνικά-κοστούμια), Paule Constable (υπεύθυνο φωτισμού) και Sara Erde (χορογράφο), μετέφερε την υπόθεση από την Ισπανία του δεκάτου όγδοου αιώνα, στην δεκαετία του 1930. Ο Eyre δεν συμπαθεί τα κοστούμια της εποχής του Mozart, έχοντας δηλώσει ότι σπάνια δείχνουν «ζωντανά» κατά τη διάρκεια των παραστάσεων όπερας. Προτίμησε να μεταθέσει την πλοκή του έργου, πλησιέστερα στην δική μας εποχή, υποστηρίζοντας την διαχρονικότητα των ρόλων και σε ικανό βαθμό, τα στοιχεία των φύλων και της κοινωνικής τους θέσης. Ο αισθησιασμός του έργου ποτέ δεν χάθηκε, όπως και τα στοιχεία της ερωτικής επιθυμίας, της ηδονής, του χιούμορ, αλλά και της ουσιαστικής αγάπης, που τόσο απασχολούσε τον συνθέτη. Το «έξυπνο», κινούμενο σκηνικό του Howell, βοήθησε πολύ στην επίτευξη των στόχων του Eyre.
Ο ίδιος σκηνοθέτης υπέγραφε και την επόμενη  παραγωγή της πολυαγαπημένης  Carmen του Georges Bizet, που παρακολουθήσαμε πρόσφατα, πάντα στο πλαίσιο του ίδιου κύκλου (Aίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, 1/11). Κατά την παραγωγή αυτή, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 2009 και στην Ελλάδα είχαμε απολαύσει από την Met, σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση παράστασης που δόθηκε στις 16/1/2010 (Met Encores, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, 29/5/2013), ο Eyre, στην πρώτη του συνεργασία με την Met, είχε μεταθέσει την πλοκή και πάλι στην δεκαετία του 1930, παραμένοντας –ευτυχώς- στην Ισπανία, από την Ισπανία του 1820, στην οποία τοποθετείται η όπερα από τον συνθέτη της, καταφέρνει να υπογραμμίσει με αμεσότητα τη ψυχολογία, την ερωτική όσο και παθιασμένη, όπως και την αγωνιώδη πλευρά των ρόλων. Σε αυτή την παλαιότερη παρουσίαση της παραγωγής, το ζεύγος Elina  Garanča (Carmen) και Roberto Alagna (Don José) είχε κερδίσει τις εντυπώσεις, τόσο λόγω της πιστότητας με την οποίαν εξερεύνησαν τους ρόλους, όσο και λόγω της ωραίας σκηνικής τους εμφάνισης, που ταίριαζε γάντι στην ενσάρκωση των ηρώων.
Κατά την νεώτερη παρουσίαση της όπερας, οι Αnita Rachvelishivli (Carmen) και Aleksandrs Antonenko (Don José) έπεισαν στους ρόλους τους, για μας όμως, μη μπορώντας να συγκριθούν σε γοητευτική συγκίνηση και αισθησιασμό, με το προαναφερθέν ζευγάρι. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η Rachvelishvili διαθέτει μια όντως καλοστημένη φωνή, με σίγουρες ψηλές και χαμηλές νότες, όπως και ένα ηχόχρωμα ασφαλώς ωραίο. Η Carmen της δεν υπήρξε ιδιαίτερα «γαλλική» σε ύφος και μολονότι πολλές λεπτομέρειες χάθηκαν, προσπάθησε να είναι ελκυστική.
 Ο Antonenko υποστήριξε έναν ανθρώπινο και άμεσο Don José, αν και ποτέ όμως αρκετά δουλεμένο στη λεπτομέρεια. Πάντως, τη στιγμή που σπρώχνει με αγανάκτηση στο έδαφος την ηρωίδα, κατά την αρχή του καταληκτικού ντουέτου, πέτυχε καλά ένα κράμα συναισθημάτων έρωτα, θυμού, αγανάκτησης και ασυγκράτητου πάθους, που οδηγούν στην καταστροφή τόσο εκείνον όσο και την Carmen.   
O Μassimo Cavalletti πρόσφερε έναν φωνητικά ικανοποιητικό Escamillo, με καλά στηριγμένες χαμηλές και ψηλές νότες.  
Η Anita Hartig, που σημείωνε το ντεμπούτο της στη Met με τον ρόλο της Micaela, κρίθηκε άψογη και συγκινητική στον τρόπο που προσέγγισε τον ρόλο και τις μελωδικότατες άριές της. Το απολύτως γενναιόδωρο χειροκρότημα του κοινού, που εισέπραξε στο τέλος της παράσταση, της άξιζε πέρα για πέρα.
Η χορωδία, όπως πάντα θαυμάσια προετοιμασμένη από τον βετεράνο Donald Palumbo, ακούστηκε επιβλητικά μεγαλειώδης στις μεγάλες σκηνές της όπερας.
Ο αρχιμουσικός Pablo Heras-Casadο απέδωσε την παρτιτούρα με συνέπεια και προσοχή, εντούτοις στάθηκε αδύνατο για εκείνον να εμβαθύνει πραγματικά και να εξερευνήσει τις πολλές λεπτομέρειες του έργου. Η αρκετά μονοδιάστατη και σε στιγμές μάλλον ουδέτερη άποψή του, μας προβλημάτισε κατά τη διάρκεια των πιο ιδιαίτερων και προσωπικών σκηνών της όπερας, όταν οι κεντρικοί ήρωες διαισθάνονται την τραγική μοίρα τους να πλησιάζει. Εντούτοις, η έμπειρη ορχήστρα, σε ένα έργο το οποίο έχει ερμηνεύσει χιλιάδες φορές, βόηθησε αναμφισβήτητα, παρέχοντας από μόνη της την συναισθηματική ένταση, όπου έκρινε αναγκαίο και φυσικά, όπου μπορούσε χωρίς την παρότρυνση του μαέστρου.
Tέλος, στις 22/11 (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε τον Κουρέα της Σεβίλλης, αγαπημένη κωμική όπερα του Gioachino Rossini. Ήταν μια γεμάτη σπινθηροβόλο πνεύμα παράσταση και αυτό χάρη κυρίως στη γοητευτική Rosina της Isabel Leonard (απέδωσε με τεχνική άνεση, ωραίο φωνητικό ηχόχρωμα, εντυπωσιακές κολορατούρες και έπαιξε ιδιαίτερα πειστικά), στον μπριόζικο Figaro του Christopher Maltman και στον εύστοχα δομημένο, μουσικά και υποκριτικά Almaviva του Lawrence Brownlee. Τους υπόλοιπους ρόλους κράτησαν οι ικανότατοι Maurizio Muraro (Dr. Bartolo), Paata Burchuladze (Don Basilio, έχουμε ακούσει τον εκλεκτό τραγουδιστή, πολλές φορές και στην Αθήνα, σε διάφορους ρόλους), Claudia Waite (Berta) και Yunpeng Wang (Fiorello).
Ο Michele Mariotti (γεννημένος στο Pesaro, γενέτειρα πόλη και του Rossini) καθοδήγησε τις φωνητικές και ορχηστρικές δυνάμεις με κέφι  αναδεικνύοντας τον μελωδικό πλούτο της παρτιτούρας και υιοθετώντας γρήγορα tempi. Αξίζει να σημειώσουμε ότι έκανε το οπερατικό του ντεμπούτο, το 2005 (Teatro Verdi, Salerno) διευθύνοντας το ίδιο ακριβώς έργο.
Η σκηνοθεσία (Κathleen Smith Belcher), τα κοστούμια (Catherine Zuber) και οι φωτισμοί (Christopher Akerlind) υποστηρίχθηκαν καλόγουστα και ευχαρίστησαν. Η σκηνοθεσία υπογράμμισε επαρκώς το αθάνατο χιούμορ του συνθέτη.  








Σκηνή από την όπερα "Oι Γάμοι του Figaro". Ildar Abdrazakov (Figaro) και Marlis Petersen (Susana). Φωτο: Ken Howard/Metropolitan Opera



Σκηνή από την όπερα “Carmen”. Aleksandrs Antonenko ( Don José ),  Kiri Deonarine (Frasquita), Jennifer Johnson Cano (Mercédès)  και Anita Rachvelishvili (Carmen). Φωτο: Ken Howard/Metropolitan Opera.




Σκηνή από την όπερα «Ο Κουρέας της Σεβίλλης». Isabel Leonard (Rosina), Lawrence Brownlee (Conte Almaviva) και Christopher Maltman (Figaro). Φωτο: Metropolitan Opera.