Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Τρία Liederabende στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος


Η υψίφωνος Ιουλία Τρούσσα. 






Είναι γνωστό ότι το είδος του Lied άνθισε την περίοδο του ρομαντισμού (δέκατος ένατος αιώνας), εντούτοις έχει τις ρίζες του αιώνες νωρίτερα, όταν οι τροβαδούροι του δωδέκατου αιώνα χάριζαν φωνητικά έργα ποιότητας και υψηλού ενδιαφέροντος. Επίσης, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης κλασικής περιόδου, παμμέγιστοι συνθέτες όπως οι Joseph Haydn, Wolfgang Amadeus Mozart και Ludwig van Beethoven χάριζαν σημαντικές τους σελίδες σε αυτή την σύντομης διάρκειας φόρμα. Τόσο οι προαναφερθέντες όσο και οι μεγάλοι ρομαντικοί, λ.χ. Franz Schubert, Felix Mendelssohn Bartholdy, Robert Schumann, Franz Liszt και Johannes Brahms, για να αναφέρουμε μονάχα μερικούς εκ των πολλών, έδωσαν κεφαλαιώδους σημασία Lieder. Κατά τον δέκατο ένατο και κατά τον εικοστό αιώνα, ακολούθησαν συνθέτες άλλων χωρών, όπως Γάλλοι (με mélodies), Βρετανοί (songs) και βεβαίως, Ιταλοί (με composizioni da Camera).
Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, και ειδικά στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, με την ζεστή ακουστική της, ιδανική για μουσική δωματίου και Liederbande, ακούσαμε τρεις βραδιές τραγουδιού, από Έλληνες λυρικούς καλλιτέχνες.
Σε αποκλειστικά Έλληνες συνθέτες ήταν αφιερωμένο το ρεσιτάλ τραγουδιού της γνωστής και αγαπημένης σοπράνο Ioυλίας Τρούσσα, που εδώ και πολλές δεκαετίες στέκεται με γνώση και σοβαρότητα μπροστά στο κοινό της (5/11/2014). Σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να ακούει κλασικά τραγούδια συμπατριωτών μας και τούτη ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία. Το καλά σχηματισμένο πρόγραμμα καλύφθηκε από έργα των Νικολάου Λάβδα, Ναπολέοντος Λαμπελέτ, Γεωργίου Λαμπελέτ, Σπύρου Σαμάρα, Αιμίλιου Ριάδη, Γιάννη Κωνσταντινίδη, Γιώργου Κουρουπού, Μανώλη Καλομοίρη και Δήμητρη Μητρόπουλου. Η Τρούσσα πέτυχε με ευφυέστατο τρόπο, τονική ακρίβεια και προσοχή στην άρθρωση των λέξεων του κειμένου, να εισέλθει στον ιδιαίτερο κόσμο του κάθε τραγουδιού και να φέρει στην επιφάνεια τα ποικίλα και πολυδιάστατα συναισθήματα, άλλοτε τραγικά, άλλοτε πιο αισιόδοξα, άλλοτε ρομαντικά ή ερωτικά. Η δύναμη της μουσικής της αφήγησης μάς εντυπωσίασε εξαιρετικά από την αρχή μέχρι το τέλος του ρεσιτάλ: δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς θεατρικότατα κομμάτια, όπως τα δύο τραγούδια του Μητρόπουλου («Ο θάνατος του ναύτη» και «Η καρδιά της μάνας») να ερμηνεύονται με περισσότερη ένταση και νόημα. Στο πλάι της, πολύτιμο συνοδό, είχε τον πιανίστα Θάνο Μαργέτη, που με τεχνική σιγουριά και περίσσεια ευαισθησία έδωσε χρώμα σε κάθε τραγούδι. Εκτός προγράμματος, με την ίδια εκφραστική γενναιοδωρία, σοπράνο και πιανίστας ερμήνευσαν δύο ακόμα τραγούδια με τίτλους «Το λαγιαρνί» του Θεόδωρου Σπάθη και «Μάγισσα» του Αιμίλιου Ριάδη.
Προχωρώντας, η μεσόφωνος (ορθότερα, κοντράλτο) Μαρίτα Παπαρίζου, που κάποτε είχε χαρακτηριστεί ως «η Ελληνίδα Marilyn Horn», λόγω της βαθιάς, σπανίων ποιοτήτων μεστής φωνής της, πρόσφερε μια βραδιά αφιερωμένη στο Γαλλικό έντεχνο τραγούδι. Πρόκειται για μία μουσικό δισκογραφικά και συναυλιακά ιδιαίτερα δραστήρια, που πάντα ανανεώνει το ρεπερτόριό της, επιθυμώντας να ανακαλύπτει κάθε φορά νέους κόσμους: στο παρελθόν έχει προσεγγίσει με μεγάλη επιτυχία ρόλους του μπαρόκ, του κλασικού, του ρομαντικού και του πιο σύγχρονου ρεπερτορίου. Δεν ξεχνάμε ποτέ την ερμηνεία της άριας «Mon coeur souvre à ta voix» (Camille Saint-Saëns, Samson et Dalila) που είχε πριν από χρόνια καθηλώσει το βρετανικό κοινό κατά την συναυλία που είχε προσφέρει στο Queen Elizabeth Hall, συνοδευόμενη από την ορχήστρα Philharmonia του Λονδίνου. Στο τελευταίο της ρεσιτάλ (11/11/2014) εξερεύνησε με προσοχή, αφιέρωση και συνέπεια γνωστές mélodies των Gabriel Fauré, Claude Debussy, Maurice Ravel και Ηenri Duparc. Συνοδοιπόρο της είχε τον Δημήτρη Γιάκα, πολύπειρο και μουσικά εξαιρετικά μορφωμένο συνοδό πιανίστα, ο οποίος της πρόσφερε μια συνοδεία υψηλών καρατίων και με ωραίο ήχο, λεπτότητα έκφρασης και σωστό legato, συνέδραμε ουσιαστικά στην δημιουργία «γαλλικής ατμόσφαιρας» και καλού γούστου.
Τέλος, στις 14/1, ακούσαμε τον κύκλο εικοσιτεσσάρων τραγουδιών με γενικό τίτλο «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» (Winterreise), D911, του Franz Schubert. Το επικό αυτό έργο συνετέθη κατά το 1827 (το πρώτο μέρος, τον Φεβρουάριο και το δεύτερο, τον Οκτώβριο), προτελευταίο έτος της τραγικά σύντομης ζωής του μουσουργού, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της ολοκλήρωσης των διορθώσεων της έκδοσης του δεύτερου μέρους.  Τα τραγούδια είναι εμποτισμένα με όλη την μελαγχολία, σε στιγμές τρυφερή και άλλοτε αιχμηρή ή στωική, τον φόβο, την αγωνία  και την απογοήτευση, που βίωνε στο τέλος της ζωής του ο Schubert. Αποτελεί έναν αποχαιρετισμό του προς την ζωή. Καίτοι το έργο, στην πρωτότυπη μορφή του προοριζόταν για φωνή  τενόρου, έχει ερμηνευτεί και ερμηνεύεται από λυρικούς καλλιτέχνες που κατείχαν ή κατέχουν άλλα είδη φωνών: λ.χ. ο λυρικός βαρύτονος Dietrich Fischer-Dieskau υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του κύκλου.  Για τον γράφοντα μια από τις  συναρπαστικότερες ερμηνείες, που έχει ευτυχώς απαθανατιστεί σε δίσκο, υπήρξε εκείνη της μεσοφώνου Brigitte Fassbaender: συνοδευόμενη από τον σπουδαίο συνθέτη και πιανίστα Aribert Reimann, ανακαλύπτει και αποκαλύπτει τα σκοτεινά χρώματα του κάθε τραγουδιού με ξεχωριστό και σε στιγμές τρομακτικά εξπρεσιονιστικό και σπαρακτικό τρόπο (EMI Classics 5 74989). O συντάκτης του παρόντος κειμένου, επίσης δεν θα ξεχάσει μια συναρπαστική ερμηνεία από την μεσόφωνο Christa Ludwig και τον πιανίστα Charles Spencer, την οποία άκουσε «ζωντανά» στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (9/1988). Αυτή η ανάγνωση, αφιερωμένη στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας και διοργανωμένη από το Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum, υπήρξε ακόμα πιο βαθειά και βιωματική από την –πάντως, μουσικά υποδειγματική- αποτυπωμένη σε δίσκο ερμηνεία, του ίδιου έτους, με τον James Levine στο πιάνο (Deutsche Grammophon 423 366-2). Να προσθέσουμε εδώ, ότι το 1994, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, βιντεοσκοπήθηκε, πάλι από τους Ludwig και Spencer, ερμηνεία του εν λόγω σουμπέρτιου  κύκλου (ARTHAUS MUSIK, 102147). Το 1994 υπήρξε η χρονιά που στην Κρατική Όπερα της Βιέννης, η Γερμανίδα ντίβα αποχαιρέτησε την σκηνή με μια δυναμική ενσάρκωση του ρόλου της Κλυταιμνήστρας (Richard Strauss, Elektra).
Για κάθε λυρικό τραγουδιστή, η προσέγγιση αυτού του έργου αποτελεί πραγματική πρόκληση. Αρκετοί είναι εκείνοι που έχουν θριαμβεύσει στην ερμηνεία τους, αλλά και πολλοί, ακόμη και διάσημοι, οι οποίοι έχουν αστοχήσει.  
Κατά την πρόσφατη αθηναϊκή παρουσίαση του κύκλου, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, συνοδευόμενος από τον πιανίστα Βασίλη Βαρβαρέσο, έδειξαν από την αρχή να κατανοούν και να αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα του εγχειρήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για δύο καλλιτέχνες με ενδιαφέροντα βιογραφικά, πολλές και καλές εμφανίσεις, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος, τους οποίους χαιρόμαστε να ακούμε. Με μεγάλη σε όγκο φωνή ο Τηλιακός πλησίασε τα τραγούδια οδηγώντας στην επιφάνεια τα θεατρικά στοιχεία με αρκετά οπερατικό και λιγότερο «λιντερικό» τρόπο.  Τα συναισθήματα του συνθέτη φωτίστηκαν σε μεγάλο βαθμό, αλλά ορισμένες φορές, μάλλον από έξω προς τα μέσα και όχι το αντίθετο, όπως θα έπρεπε. Επίσης, αναζητούσαμε συχνά ένα πιο πειστικό και ιδιωματικό legato και γερμανικά πιο καθαρά αρθρωμένα (ειδικά τα σύμφωνα, λ.χ. δωδέκατο τραγούδι, Einsamkeit). Πολλά από τα απλά forti (f) ερμηνεύονταν ως fortissimi (ff) (λ.χ. τελευταία φράση του έβδομου τραγουδιού Αuf dem Flusse, όπου το crescendo οδηγεί σε ένα και μόνο forte).
Ο πιανίστας Βαρβαρέσος, με γεμάτο και καλολαξευμένο ήχο, σίγουρη τεχνική και έκφραση περισσότερο συνδεδεμένη με τον ύστερο παρά με τον πρώιμο ρομαντισμό, ευχαρίστησε στα περισσότερα τραγούδια.
Ειδικότερα, οι δύο μουσικοί ερμήνευσαν με πειστικό και παραστατικό τρόπο την έντονη ρητορικότητα των τραγουδιών (λ.χ. δέκατο τέταρτο τραγούδι, Der greise Kopf). Εντούτοις, δεν θα κρύψουμε ότι υπήρξαν και τραγούδια κατά τα οποία μεταξύ των δύο μουσικών αισθανόμασταν μια έντονη -και σε στιγμές ανησυχητική- ασυμφωνία όσον αφορά στην επιλογή των ταχυτήτων (λ.χ. στο πέμπτο τραγούδι, Der Lindenbaum, όπου κατά την άποψή μας, χανόταν ο παλμός με τα πολλά ritardandi, ritenuti και αδικαιολόγητα «ξεχειλώματα» του ρυθμού). Γενικότερα, ρυθμικές καθυστερήσεις εφαρμόζονταν σε πολλά από τα τραγούδια, διακόπτοντας την ρυθμική ροή χωρίς νόημα: λ.χ. στο έκτο τραγούδι, Wasserflut, η αγωγική ένδειξη Langsam (αργά), μεταμορφώθηκε σε Sehr langsam (πάρα πολύ αργά) αποκτώντας μια υπερβολική στατικότητα. Ritenuti που δεν εφαρμόζονται προσεκτικά στο τέλος των τραγουδιών συντελούν στην διακοπή  της ροηκότητας αυτού του κύκλου.  Και σε άλλα τραγούδια, κάθε φορά που άλλαζε η δυναμική, λ.χ. από pianissimo σε pianississimo (έβδομο τραγούδι, Auf dem Flusse), έπεφτε αυτομάτως και το tempo, γιατί; Περίεργες εκφραστικές μανιέρες, που ερμηνεύουν τις ενδείξεις στα απόλυτα άκρα τους, ασφαλώς βλάπτουν την μουσική.
Ναι, το στοιχείο που τελικά μάς έλλειψε περισσότερο από την ερμηνεία, στοιχείο κάθε άλλο παρά ασήμαντο, ήταν η αίσθηση της διαδρομής, της μεγάλης απόστασης που διανύει κανείς περπατώντας στο πλάι του συνθέτη σε αυτή την ύστατη και τραγική διαδρομή, ο φωτισμός του οργανικού στοιχείου και της μετάβασης από το ένα τραγούδι στο άλλο. Συχνά, μέναμε με την αίσθηση ότι χανόταν η επαφή με τον συνδετικό ιστό αυτών των έργων και κατά κάποιον τρόπο ακόμα και με αυτή, την αίσθηση της κατεύθυνσης.
Ακόμα, είναι κρίμα που ο φωτισμός της αίθουσας άλλαζε κάποιες φορές κατά τη διάρκεια του κύκλου, ξαφνικά και χωρίς πραγματική οργάνωση. Προφανώς, ο υπεύθυνος φωτισμού ήθελε (άραγε, με δική του πρωτοβουλία;) να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, όταν αυτή όφειλε να δημιουργηθεί μέσω της μουσικής ανάγνωσης και όχι με αυξομειώσεις του φωτισμού. Πριν από το δέκατο τρίτο τραγούδι, Die Post, δηλαδή ακριβώς στη μέση του κύκλου, έσβησαν εντελώς τα φώτα και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα, καταστρέφοντας την ατμόσφαιρα. Ενοχλητικό γεγονός.  
 Η μετάφραση που προβλήθηκε κατά την διάρκεια των τραγουδιών ανήκε στον βαρύτονο και υπήρξε πιστή στο ποιητικό κείμενο του Wilhelm Μüller και λιγότερο λογοτεχνική.  










Η μεσόφωνος Μαρίτα Παπαρίζου



Ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός (φωτο: Ειρήνη Μιχοπούλου).