Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Ρεσιτάλ Mischa Maisky στο Μέγαρο






 O Ρώσος Mischa Maisky κατέχει τη θέση του κορυφαίου δεξιοτέχνη του βιολοντσέλου της εποχής μας. Από τότε που απεβίωσε ο θρυλικός συμπατριώτης, ομότεχνoς και δάσκαλός του, Mstislav Rostropovich (Απρίλιος 2007), εκείνος πλέον αναγνωρίζεται ως πατριάρχης του οργάνου. Αν και όλα τα στάδια της πορείας του δεν ήταν εύκολα (θυμίζουμε ότι το 1970 φυλακίστηκε για δεκαοκτώ μήνες σε στρατόπεδο εργασίας και μετά την απελευθέρωσή του μετανάστευσε στο  Ισραήλ) γρήγορα αναγνωρίστηκε η αξία του και δεν άργησε να αναπτύξει γόνιμες συνεργασίες με τους αρτιότερους σολίστ και αρχιμουσικούς της εποχής (λ.χ. Martha Argerich, Radu Lupu, Gidon Kremer, Zubin Mehta, Vladimir Ashkenazy και Daniel Barenboim). 
Αρκετές φορές στο παρελθόν είχαμε την χαρά να απολαύσουμε τον Maisky στην Αθήνα, τόσο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όσο και στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Μάλιστα, ο συντάκτης της παρούσας στήλης είχε επανειλημμένως την ευκαιρία να τον ακούσει στο Λονδίνο (Royal Festival Hall) και το Verbier της Ελβετίας (στο πλαίσιο του Verbier International Festival).
Κατά την τελευταία του εμφάνιση στην Αθήνα (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, κύκλος «Μεγάλοι Ερμηνευτές», 14/10) συνοδεύτηκε από την κόρη του Lily Maisky, με την οποία τα τελευταία χρόνια συμπράττει σε σταθερή βάση (σημειώνεται ότι και ο γιός του, Sascha, είναι μουσικός και ειδικότερα βιολονίστας). Το πρόγραμμα του ρεσιτάλ, συνδυασμός έργων διαφορετικών μουσουργών και εποχών, περιέλαβε συνθέσεις των Ludwig van Beethoven (Επτά Παραλλαγές πάνω στο ντουέτο «Bei Männern welche Liebe fühlen» από τον «Μαγικό Αυλό» του Mozart), Robert Schumann (Φανταστικά Κομμάτια, Op. 73), Claude Debussy (Σονάτα σε ρε ελάσσονα), Enrique Granados (Intermezzo, από τα «Goyescas», και Ανδαλουσιανός, από τους «Δώδεκα Ισπανικούς Χορούς»), Isaac Albeniz (Cordova από τα «Τραγούδια της Ισπανίας», Op. 232, και Tango, από την «Ισπανία», Op. 165), Gaspard Cassado (Requiebros) και Manuel De Falla (Λαϊκή Ισπανική Σουίτα).
Η έντονη προσωπικότητα του καλλιτέχνη βρήκε μέχρι ενός σημείου διέξοδο στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις που πρότεινε. Κυρίως  η ορμή του παιξίματος και ο δυναμισμός στο στήσιμο των φράσεων ήταν ανάμεσα στα στοιχεία που ξεχωρίσαμε. Εντούτοις, πολλές ήταν οι στιγμές που αναζητούσαμε περισσότερα από τον εκλεκτό αυτόν μουσικό, περισσότερο συναίσθημα και εμβάθυνση (κυρίως στα έργα των Beethoven, Schumann και Debussy). Βρήκαμε ότι απέδωσε όλες τις συνθέσεις με τα ίδια εκφραστικά μέσα και με ένα υπερβολικά εκτεταμένο vibrato, εν πολλοίς αδιαφορώντας για τα ιδιαίτερα ζητούμενα του κάθε δημιουργού. Ήταν σαν να είχε ενεργοποιήσει ένα είδος αυτόματου μουσικού πιλότου. Επιπλέον, η συνοδεία της νεαρής Maisky ήταν αρκετά αδιάφορη και χωρίς έμπνευση. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να γράφεται: ελάχιστες στιγμές γόνιμης συνεργασίας αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους δύο μουσικούς. Ούτε οι αναγνώσεις των εκτός προγράμματος έργων των Alexander Scriabin, Dmitri Shostakovich και Richard Strauss (μια μονόχνοτη εκτέλεση της μεταγραφής του υπέροχου τραγουδιού «Morgen») βουτηγμένες μέσα στο ίδιο κουρασμένο κλίμα, βελτίωσαν την κατάσταση.
Ευχή μας είναι η επόμενη συνάντηση με αυτόν τον διαπρεπή καλλιτέχνη να αφήσει θετικότερες εντυπώσεις.