Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Gergiev και Καβάκος συναρπάζουν




Ο Ρώσος Valery Gergiev ανήκει στους πλέον αναγνωρισμένους αρχιμουσικούς της εποχής μας. Από το 1978 που άρχισε την σταδιοδρομία του (ως βοηθός αρχιμουσικός του ομοτέχνου και συμπατριώτη του Yuri Temirkanov στην Όπερα Kirov -σήμερα Όπερα Mariinsky) και μέχρι σήμερα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του διεθνούς κοινού τόσο στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών όσο και στις λαμπρότερες λυρικές σκηνές. Βεβαίως το όνομά του έχει συνδεθεί με την Όπερα Mariinsky, της οποίας είναι γενικός και καλλιτεχνικός διευθυντής. Η ορχήστρα του λυρικού θεάτρου χάρη σε εκείνον ακολουθεί μια θαυμάσια πορεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2003, στο τιμόνι του ίδιου θεάτρου, υπήρξε ο πρώτος αρχιμουσικός που μετά από ενενήντα χρόνια παρουσίασε στη Ρωσία πλήρες το «Δαχτυλίδι του Νiebelung» του Richard Wagner. Τεράστιο επίτευγμα! Και μάλιστα πιο πρόσφατα (Αγ. Πετρούπολη, 6/1999), συνεχίζοντας την εξερεύνηση του βαγκνερικού σύμπαντος, ηχογράφησε το μουσικό δράμα «Parsifal» (Mariinsky MAR0508), επικεφαλής της «δικής του» ορχήστρας και μιας εξαιρετικής φωνητικής διανομής. Η ηχογράφηση, που μόλις κυκλοφόρησε, απέσπασε επαινετικές κριτικές. Πρόκειται για έναν αρχιμουσικό δραστήριο, με φανταστικές ιδέες, τις οποίες με σθένος πετυχαίνει να υλοποιεί, και για μια προσωπικότητα που αγαπά την ανανέωση (δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η από το 1999 σύζυγός του, Natalya Debisova, είναι είκοσι επτά χρόνια νεώτερή του).
Στο πλαίσιο του τακτικού ετήσιου κύκλου «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Μαέστροι» που με φροντίδα και προσοχή διοργανώνει το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ακούσαμε στις 8/12 συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Θεάτρου Mariinsky, υπό τη διεύθυνσή του εν λόγω αρχιμουσικού. Η συναυλία άνοιξε με το Κοντσέρτο για βιολί, Op. 35, του Piotr Ilyich Tchaikovsky, η σύνθεση του οποίου ολοκληρώθηκε το 1878. Αποτελεί ένα από τα διασημότερα, μουσικά λαμπρότερα και τεχνικά απαιτητικότερα κοντσέρτα του ρεπερτορίου. Φέρει την σφραγίδα της τρυφερής –και σε στιγμές, σπαρακτικής- μελαγχολίας του μουσουργού ο οποίος την περίοδο της δημιουργίας του έργου βρισκόταν στην Ελβετία. Είχε καταφύγει στην περιοχή Clarens, στις όχθες της Λίμνης της Γενεύης, προκειμένου να μπορέσει να ξεπεράσει την έντονη κατάθλιψη που είχε προκληθεί από τον ατυχή γάμο του με την Antonia Miliukova.  
Σολίστ κατά την πρόσφατη εκτέλεση του Κοντσέρτου ήταν ο Λεωνίδας Καβάκος, ο οποίος εδώ και χρόνια έχει κτίσει ένα σημαντικό όνομα στο διεθνή μουσικό προσκήνιο. Ασφαλώς πρόκειται για ένα έργο το οποίο έχει παίξει πολλές φορές και συνεχίζει να διατηρεί στο σταθερό του ρεπερτόριο (σημειώνουμε ότι τον Νοέμβριο, στην Αμερική και την Ευρώπη, ερμήνευσε το έργο με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, υπό τον Alan Gilbert, με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, υπό τον Rafael Frühbeck de Burgos, και με την Συμφωνική Ορχήστρα του Θεάτρου Mariinsky, υπό τον Gergiev). Όντως, από την αρχή φάνηκε η σιγουριά και η απόλυτη γνώση των ειδικών και γενικών ζητουμένων της παρτιτούρας. Η αψεγάδιαστη τεχνική του δεινότητα (ελάχιστοι συνάδελφοί του σήμερα κατέχουν το δικό του δυσθεώρητο επίπεδο θηριώδους τεχνικής και τις απαράμιλλες ευκολίες του) έλαμψε στα εξαιρετικής δυσκολίας μουσικά περάσματα τόσο του πρώτου μέρους, Allegro moderato, όσο και του τελευταίου, Finale-Αllegro vivacissimo. Εντυπωσίασε με  τα γρήγορα reflexes,  το άψογα ελεγχόμενο vibrato και κυρίως με τον ήχο του, στη βάση του και με μεγάλη τέχνη επεξεργασμένο. Ωστόσο, διαπιστώσαμε ότι υπήρξαν στιγμές που το τεχνικά άμεπτο παίξιμο κινήθηκε αρκετά μακριά από την πραγματική ουσία της μουσικής. Δεν ήταν πολλές οι φορές που ο Καβάκος πραγματικά διείσδυε στην ουσία της πονεμένης όσο και ευγενικής ψυχής του συνθέτη, προτιμώντας να αποστασιοποιηθεί από τα πολλά και τόσο έντονα συναισθήματα που περιέχονται στην παρτιτούρα. Από το μεσαίο λυρικό μέρος, Canzonetta: Andante, έλειψε η de profundis συγκίνηση. Η ορχήστρα και ο Gergiev συνδιαλέχθηκαν μουσικά μαζί του με εξαιρετικό τρόπο, παρέχοντάς του μια συνοδεία ιδιαίτερα ιδιωματική και μπολιασμένη με υπέροχη ρομαντική διάθεση. Τα θερμά χειροκροτήματα του ενθουσιώδους κοινού, έφεραν τον σολίστ επανειλημμένως στην σκηνή, τελικά πείθοντάς τον να προσφέρει εκτός προγράμματος το πρώτο μέρος, Allemande, από τη Σονάτα αρ. 4, Op. 27, του  Eugène Ysaÿe, παιγμένο με εξαιρετική ακρίβεια και πιστότητα στο κείμενο.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούσαμε τη Συμφωνία αρ. 5 του Gustav Mahler, ένα έντονα αυτοβιογραφικό έργο, όπου ο συνθέτης για άλλη μια φορά μας μεταφέρει αγωνίες, φόβους, αλλά και ελπίδα, έρωτα και μεταφυσικές εμπειρίες. Η παρτιτούρα, που  ολοκληρώθηκε το 1902, έλαβε την πρώτη της παγκόσμια εκτέλεση στις 18 Οκτωβρίου 1904, στην Κολωνία, με διευθυντή τον ίδιο τον συνθέτη, ο οποίος μετά την εκτέλεση αυτή διαμαρτυρήθηκε ότι το κοινό δεν κατάλαβε το έργο και συνέχισε υποστηρίζοντας ότι θα ευχόταν να μπορούσε να διευθύνει την πρώτη εκτέλεση πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του. Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας η Πέμπτη Συμφωνία αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες του κοινού και σίγουρα ένα έργο το οποίο θαυμάστηκε και θαυμάζεται από φιλόμουσους, ορχήστρες και αρχιμουσικούς.   
Ο Gergiev και η ορχήστρα του υποστήριξαν μια ανάγνωση βαθιά και συναισθηματικά πλήρη. Ειδικότερα, η τραγικότητα των δύο πρώτων μερών, Trauermarsch και  Stürmisch bewegt, mit größter Vehemenz, η άλλοτε σαρκαστική και άλλοτε φωτεινή διάθεση του τρίτου μέρους, Scherzo, η γαλήνια τρυφερή και μελαγχολική ομορφιά του διάσημου τέταρτου μέρους, Adagietto, και ο ενθουσιώδης-ορμητικός χαρακτήρας του καταληκτικού μέρους, Rondo-Finale, ερμηνεύτηκαν με μεγάλη προσοχή και επιτυχία.  Τα εύστοχα υπολογισμένα tempi επέτρεψαν στα νοήματα της παρτιτούρας να εκφραστούν αβίαστα και στην αρχιτεκτονική δομή (ιδιαίτερη στην ανάπτυξη των μοτιβικών στοιχείων) να φωτιστεί σωστά. Σε όλη τη διάρκεια της Συμφωνίας εκτιμήσαμε τις έξοχες δυνατότητες της σπουδαίας αυτής ορχήστρας, τον θερμό, πεντακάθαρο και υποδειγματικά ισορροπημένο ήχο της και την τεχνική αρτιότητα όλων των ορχηστρικών ομάδων. Όλα τα soli περάσματα των διαφόρων οργάνων εκτελέστηκαν με την απαιτούμενη ακρίβεια από τους δεξιοτέχνες μουσικούς της ορχήστρας. Ο Gergiev, αρθρώνοντας το σπουδαίο μουσικό υλικό με γνώση, λογική, φαντασία και ζηλευτό μουσικό ένστικτο, και αντλώντας από την ορχήστρα εξαίσια ηχοχρώματα, αποδείχθηκε ένας μαλεριανός ερμηνευτής υψηλής κλάσης.