Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Συναυλίες της Academia Nazionale di Santa Cecilia, υπό Pappano






Η σημαντικότερη ίσως ορχήστρα της Ιταλίας, εκείνη της Εθνικής Ακαδημίας της Αγ. Καικιλίας της Ρώμης, πραγματοποίησε δύο συναυλίες στο Μέγαρο, υπό τη διεύθυνση του κορυφαίου αρχιμουσικού της Antonio Pappano (φωτογραφία) και με σολίστ τον Boris Berezovsky (21 και 22/3). Για τον γράφοντα, οι εν λόγω συναυλίες τοποθετούνται ανάμεσα στις αρτιότερες που έχουμε παρακολουθήσει στο Μέγαρο τα τελευταία χρόνια.
Από το πρώτο κιόλας μουσικό μέτρο της εισαγωγής στην όπερα Aida του Giuseppe Verdi, με την οποία άνοιξε η πρώτη βραδιά, ήταν προφανές ότι η σχέση του Pappano και της ορχήστρας του είναι ιδιαίτερη: υπήρχε ένα υψηλό επίπεδο επικοινωνίας το οποίο δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί. Οι γεμάτες συγκίνηση μελωδίες της εισαγωγής επιβεβαίωσαν τη φήμη του Pappano ως μεγάλου αρχιμουσικού όπερας. Υπέροχος ερμηνευτής υπήρξε και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της Συμφωνίας αρ. 1 του Gustav Mahler: τα δομικά στοιχεία, η ανάπτυξη του μουσικού υλικού και η ενορχήστρωση φωτίστηκαν με  λαμπρότητα. Επιπλέον, ο συναισθηματικός κόσμος του μουσουργού, η δραματική έξαρση, η αγωνία, ο σαρκασμός και η μελαγχολία, εξερευνήθηκαν με ιδιαίτερη πιστότητα. 
Εξίσου άριστες εντυπώσεις αποκομίσαμε και από τη δεύτερη συναυλία, που  άνοιξε άλλη με μια ιταλική εισαγωγή (Semiramide) του Gioachino Rossini και έκλεισε με τα συμφωνικά ποιήματα, Κρήνες της Ρώμης και Πεύκα της Ρώμης (τα δύο πρώτα μέρη του επονομαζόμενου, Ρωμαϊκού Τριπτύχου) του Ottorino Respighi. Ειδικότερα, τα έργα του Respighi ανέπνευσαν με μεγάλη ομορφιά και νοσταλγική διάθεση. Η έξοχη ενορχήστρωση, στη λεπτομέρειά της δουλεμένη από τον συνθέτη, και οι κλιμακώσεις δυναμικής ευτύχησαν στα χέρια του Pappano και της ικανότατης ορχήστρας, που έδειχναν να αισθάνονται σε βάθος και να απολαμβάνουν κάθε νότα.
Για το τέλος αφήσαμε τον σολίστ των δύο συναυλιών, Ρώσο λέοντα των πλήκτρων Boris Berezovsky, έναν από τους επιφανέστερους βιρτουόζους της εποχής. Κατά την πρώτη συναυλία ερμήνευσε το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1, S. 124,  του Franz Liszt, ενώ κατά τη δεύτερη, τη  Ραψωδίας πάνω σε ένα θέμα του Paganini, Op. 43,  του Sergei Rachmaninov. Η στιβαρότητα του παιξίματος σε συνδυασμό με μια δακτυλική ευχέρεια πραγματικά ζηλευτή, ξεχώρισαν. Ναι, υπήρξαν φορές που αποζητήσαμε περισσότερη ευγένεια και αριστοκρατική πνοή κατά την ανάγνωση του αριστουργήματος του Liszt, για το οποίο ο πιανίστας επέλεξε ιλιγγιώδεις ταχύτητες (ενίοτε σε βάρος της ανάδειξης των μουσικών φράσεων), εντούτοις δεν μπορούσαμε παρά να θαυμάσουμε την αμεσότητα της προσέγγισης της Ραψωδίας του Rachmaninov, όπου οι παραλλαγές ξεδιπλώνονταν με νόημα και μεγάλη προσοχή. Η απλότητα και η ευστοχία της ερμηνείας του καλλιτέχνη ενδεχομένως να οφείλουν ορισμένες από τις ποιότητές τους στην ηχογραφημένη εκδοχή που άφησε ο ίδιος ο μουσουργός και που βεβαίως αποτελεί σπουδαίο πρότυπο απέριττης και ουσιαστικής εκτέλεσης του έργου.
Εκτός προγράμματος, την πρώτη βραδιά, ο σολίστ και η ορχήστρα επανέλαβαν τις καταληκτικές σελίδες του τρίτου και τελευταίου μέρους του Κοντσέρτου αρ. 1  (Allegro marziale animato) και τη δεύτερη βραδιά, ένα μέρος της Ραψωδίας (Παραλλαγή αρ. 18). Ενώ στο τέλος των συναυλιών προσφέρθηκαν, την πρώτη βραδιά, ένα  μέρος (δεν αποδόθηκε η  αρχή) από τη μουσική μπαλέτου (Χορός των Ωρών) της όπερας La Gioconda του Amilcare Ponchielli και τη δεύτερη βραδιά, η μουσική μπαλέτου (Pas de Six) και μέρος (αποδόθηκε μόνο το γρήγορο τμήμα) της Εισαγωγής από την όπερα Γουλιέλμος Τέλος του Rossini. Η σπινθηροβόλα διάθεση και η ρυθμική ακρίβεια της ορχήστρας και του μαέστρου μας κέρδισαν και μας γοήτευσαν εξαιρετικά.