Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Trovatore από ΕΛΣ στο Φεστιβάλ Αθηνών






Στις 19 Ιανουαρίου 1853, στο Teatro Apollo της Ρώμης, παρουσιαζόταν για πρώτη φορά η όπερα Il Trovatore του Giuseppe Verdi με θριαμβευτική επιτυχία. Πολύ σύντομα το έργο βρήκε τον δρόμο του σε  όλα τα μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αμερική χειροκρότησε με ενθουσιασμό για πρώτη φορά τον Trovatore, στις αρχές Μαίου 1856,  δυόμιση περίπου χρόνια μετά την Ιταλική πρεμιέρα του.
Η αδυσώπητη μοίρα, το απόλυτο δράμα, η σκιαγράφηση δυνατών ρόλων, οι μεγάλες άριες και τα συγκινητικά ensembles, τα λαμπρά χορωδιακά και κυρίως μια παρτιτούρα δουλεμένη με έμπνευση και άφθαστη γνώση της επιστήμης της σύνθεσης, συνθέτουν το θρυλικό αυτό δημιούργημα. Οι τέσσερις κεντρικοί ρόλοι είναι υψηλών μουσικών και τεχνικών απαιτήσεων: θυμίζουμε τα λόγια του κορυφαίου τενόρου Enrico Caruso σύμφωνα με τα οποία «το μόνο που χρειάζεται για μια επιτυχημένη παραγωγή του Il Trovatore, είναι απλά οι τέσσερις μεγαλύτεροι τραγουδιστές του κόσμου».
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) επέλεξε το εν λόγω μελόδραμα για την πρώτη από τις δύο παραγωγές της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τις συνολικά πέντε παραστάσεις που δόθηκαν (10-14/6), παρακολουθήσαμε την τελευταία.
Ο σχηματισμός της διανομής υπήρξε  πολύ καλός, με ονόματα Ελλήνων και ξένων τραγουδιστών που διαπρέπουν στις διεθνείς  λυρικές σκηνές.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς αντιμετώπισε τον ρόλο του  Conte di Luna με μεγάλη επιτυχία, προσοχή στη λεπτομέρεια και φωνητική άνεση. Η συναισθηματική ένταση με την οποία σχημάτιζε τις μεγάλες φράσεις ήταν πραγματικά αξιέπαινη. Αναφέρουμε ότι τον περασμένο Μάρτιο και Απρίλιο, σε μια σπουδαία παραγωγή της Βασιλικής Όπερας Covent Garden του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir John Eliot Gardiner, ερμήνευσε τον κεντρικό ρόλο στην όπερα Rigolettο του ίδιου συνθέτη, αποσπώντας ευμενέστατες κριτικές. Και πραγματικά, χαιρόμαστε να τον παρακολουθούμε να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της όπερας και ειδικότερα, σε έναν υψηλών καρατίων ερμηνευτή  του Verdi.
Στον ρόλο της Leonora, η Ρουμάνα σοπράνο Celia Costea, ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, έπλασε προσεκτικά τον ρόλο επιστρατεύοντας δραματικό ένστικτο και μουσικότητα. Οι κολορατούρες στις μεγάλες άριες ήταν καθαρές και τονικά ακριβείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Στη μεγάλη άρια της πρώτης πράξης (δεύτερη σκηνή), Tacea la notte placida, κατά την οποία ομολογεί τον έρωτά της για τον τροβαδούρο Manrico, επέδειξε μεγάλη ευαισθησία απέναντι στο  κείμενο και την τόσο ρομαντική μουσική.
Το μέρος της τσιγγάνας Azucena ερμηνεύτηκε από την Αμερικανίδα μέτζο σοπράνο Tichina Vaughn, που έχει διακριθεί σε δραματικούς ρόλους εμφανιζόμενη στην Αμερική (Metropolitan Opera, San Francisco Opera, Los Angeles Opera κ.ά.) και –κυρίως- σε γνωστά θέατρα της Γερμανίας. Η φωνή που διαθέτει είναι ιδιαίτερης ποιότητας, ωραίου ηχοχρώματος και μεγάλης αντοχής. Η ενσάρκωση του ρόλου της Azucena υπήρξε αρκετά πειστική, με τη σωστή δόση εξάρσεων και θεατρικότητας. Ωστόσο, βρήκαμε ότι από την ερμηνεία απουσίαζε το διαβολικό-σκοτεινό στοιχείο, τόσο βασικό συστατικό της προσωπικότητας αυτής της τραγικής τσιγγάνας.
Ο Κορεάτης τενόρος Rudy Park, στον ρόλο του Manrico, μας άφησε μάλλον ανάμικτες εντυπώσεις. Ασφαλώς, η φωνή του διαθέτει εύρος και δυνατότητες. Ο ίδιος έχει μελετήσει πολύ καλά τον εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο: τραγούδησε τις άριες με μεγάλο σθένος και πνοή, ενώ έδειχνε να κατέχει τις κρυφές πτυχές του. Εντούτοις, δεν υπήρξαν οι εκλεπτύνσεις στις λυρικές φράσεις. Επίσης, σε μεγάλο βαθμό δεν φώτιζε την noblesse του ήρωα.
Ο μπάσος Δημήτρης Καβράκος επωμίσθηκε τον ρόλο του Ferrando, αξιωματικού του Conte di Luna, με έμπειρη γνώση, εύηχη βαθιά φωνή και εκφραστικότητα.
Η σοπράνο Γιούλη Καραγκούνη κράτησε με συνέπεια και προσοχή τον ρόλο της Ines, έμπιστης της Leonora. Τους μικρότερους ρόλους κάλυψαν οι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος (Ruiz), Θεόδωρος Μωραΐτης (ένας γέρος τσιγγάνος) και Χαράλαμπος Βελισάριος (ένας αγγελιοφόρος).
Η Χορωδία της ΕΛΣ απέδωσε με άρτιο τρόπο τα μεγάλα χορωδιακά, ενώ η ορχήστρα, υπό τη σφριγηλή διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, ανταποκρίθηκε με αμεσότητα στα ζητούμενα της παρτιτούρας.
Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς υπέγραφε ο Ιταλός Stefano Poda, που έχει εδώ και αρκετά χρόνια αφιερωθεί στο εικαστικό μέρος παραγωγών όπερας και μπαλέτου, με περίπου πενήντα παραγωγές στο ενεργητικό του. Ο ίδιος προσπαθεί πάντα να ανακαλύπτει κρυφές πτυχές των ηρώων και να παρουσιάζει κάτι διαφορετικό και ανατρεπτικό. Για την πρόσφατη παραγωγή του Ηρωδείου επέλεξε μεγάλου μεγέθους σκηνικά, που έδεναν με τα χρώματα και με το ιδιαίτερο ύφος του χώρου. Συγκεκριμένα, ένα τεράστιο χέρι, του οποίου ο δείκτης έδειχνε προς τα πάνω, προφανώς συμβολίζοντας τη μοίρα που έρχεται από τον Θεό (το ίδιο εμφανιζόταν σε μικρογραφία στις κορυφές των ακόντιων που κρατούσαν στα χέρια τους οι στρατιώτες), ένα ξερό δέντρο και μια τεράστια μπάλα αποτελούμενη από κεφάλια νεκρών, βρίσκονταν επί σκηνής, συμβολίζοντας την κακή μοίρα και δυστυχία των ηρώων. Τα πλαϊνά τμήματα της σκηνής περιέλαβαν δεξαμενές που  φιλοξενούσαν νερό, το οποίο ανάβλυζε και στα σκαλοπάτια του κεντρικού μέρους της σκηνής. Τα μακριά μαύρα κοστούμια, φορέματα και μανδύες, κρίθηκαν κομψά και εικαστικά έδεναν απόλυτα με τα σκηνικά.   
Ο Poda πέτυχε να αποδώσει με ενδιαφέρον τις αγωνίες, τις φοβίες, τα πάθη και τις ποικίλες εσωτερικές εντάσεις των τραγικών ηρώων της όπερας. Όμως, κάποιες επιλογές, δεν έπειθαν: λ.χ. το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές έπρεπε απαραιτήτως να διασχίσουν τα υδάτινα μέρη της σκηνής και ειδικά οι κυρίες να βρέχουν τα φορέματά τους ή να τραγουδούν τις άριές τους μουσκεμένες. Μήπως το βρέξιμο αυτό συμβόλιζε κάποιο είδος βαπτίσματος των ηρώων; Επίσης, χωρίς λόγο, στις πιο προσωπικές στιγμές του έργου, εκεί που οι ήρωες μοιράζονταν τις κρυφές τους σκέψεις, βλέπαμε στην άκρη της σκηνής ημίγυμνα βουβά πρόσωπα-σιωπηλούς παραστάτες.
Την επόμενη φεστιβαλική παραγωγή της ΕΛΣ, που θα είναι αφιερωμένη στην Tosca του Giacomo Puccini, υπογράφει ένας άλλος διάσημος και πολυσυζητημένος για τις καινοτόμες επιλογές του, σκηνοθέτης-σκηνογράφος-ενδυματολόγος, με ειδίκευση στην όπερα: ο Αργεντινός Hugo De Ana (Ηρώδειο, 26-29/7).