Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Δεύτερη θερινή επιτυχία της ΕΛΣ, με Tosca



Cellia Costea (Tosca), Giancarlo Monsalve (Cavaradossi) και George Gagnidze (Scarpia). Φωτο: Χάρης Ακριβιάδης/ Εθνική Λυρική Σκηνή.



Tosca è un buon falco!


Εμβληματικό όσο και πολυλατρεμένο αριστούργημα του Ιταλικού μελοδραματικού ρεπερτορίου, η Tosca του Giacomo Puccini πάντα ελκύει το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό του κοινού. Μεγάλα και μικρότερα λυρικά θέατρα του κόσμου περιλαμβάνουν το έργο στο ρεπερτόριό τους και τα εισιτήρια γρήγορα εξαντλούνται.
 Η επιτυχημένη παρουσίαση της όπερας, ασφαλώς δεν πρόκειται για απλή υπόθεση. Φωνητικά και μουσικά, αλλά και σκηνοθετικά, η παρτιτούρα ζητάει πολλά από τους συντελεστές, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις και να αναμετρηθούν με τους επιφανέστερους ομότεχνούς τους, που στο παρελθόν επωμίσθηκαν τους αντίστοιχους ρόλους σε μεγάλες παραγωγές.
Μέσα από μεγάλες άριες και συναρπαστικές σκηνές ξετυλίγεται η συγκινητική ιστορία της οπερατικής ντίβας Floria Tosca και του αγαπημένου της, Mario Cavaradossi, οι οποίοι ταλανίζονται και τελικά εξοντώνονται αργά και βασανιστικά από τον μοχθηρό  Βαρόνο Scarpia, αρχηγό της αστυνομίας. Στη δεύτερη πράξη, η Tosca δολοφονεί τον Scarpia, μη μπορώντας να αντέξει την απαίσια και ύπουλη συμπεριφορά του.
Η όπερα του Puccini, σε libretto των Luigi Illica και Giuseppe Giacosa, που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Victorien Sardou, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Costanzi της Ρώμης, τον Ιανουάριο του 1900 (αξίζει να σημειωθεί, ότι η υπόθεση εκτυλίσσεται ακριβώς εκατό χρόνια νωρίτερα, όταν τη Ρώμη πολιορκούσαν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα). Μολονότι οι κριτικοί δεν την υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, το κοινό από την πρώτη στιγμή την καταχειροκρότησε.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) παρουσίασε για πρώτη φορά την όπερα, τον Αύγουστο του 1942, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Σημειώνεται ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε κρατήσει τότε η νεαρότατη, δεκαεννέα ετών, Μαρία Καλογεροπούλου: ασφαλώς πρόκειται για έναν ρόλο που σημάδεψε την καριέρα της μετέπειτα κορυφαίας Μαρίας Κάλλας. Από το 1942 μέχρι σήμερα, η ΕΛΣ έχει προτείνει πολλές παραγωγές του έργου, με διανομές τις οποίες έχουν λαμπρύνει σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι μονωδοί.
Το ελληνικό λυρικό θέατρο, μετά τον Trovatore (Giuseppe Verdi), που ανέβασε τον Ιούνιο στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, πιο πρόσφατα (26-29/7), στον ίδιο χώρο, πρότεινε μια εντυπωσιακή παραγωγή του μελοδράματος του Puccini, την οποία υπέγραφε ο διαπρεπής Αργεντινός σκηνοθέτης-σκηνογράφος και ενδυματολόγος Hugo de Ana. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι των δύο διανομών καλύφθηκαν από διεθνείς τραγουδιστές υψηλού κύρους.
Πιο συγκεκριμένα, έχοντας την ευκαιρία να εκτιμήσουμε και τις δύο διανομές, στις 26 και 27/7, γίναμε μάρτυρες δύο διαφορετικών προσεγγίσεων. Την πρώτη βραδιά, η Daniela Dessì αντιμετώπισε τον ρόλο της Tosca με έμπειρη γνώση (εδώ και πολλά χρόνια έχει διακριθεί ως Tosca), προσοχή στο στήσιμο των μεγάλων φράσεων, καθαρές ψηλές νότες και δραματική ένταση. Δίπλα της, ο Carl Tanner, φωνητικά ιδιαίτερα επαρκής, αλλά σκηνικά  λιγότερο πειστικός λόγω του υπερβολικού του σωματικού βάρους, έστησε έναν Mario συγκινητικά ανθρώπινο. Ο Lado Ataneli, ως Scarpia, ενώ με την πρώτη είσοδό του σημείωσε μια μάλλον τραχιά και τονικά άστοχη τονική προσέγγιση της εναρκτήριας νότας του ρόλου του (σολ δίεση του τετάρτου διαστήματος), στη συνέχεια κατάφερε να ανταποκριθεί με ετοιμότητα και θεατρικότητα στις απαιτήσεις του σατανικού βαρώνου.
 To ζεύγος Cellia Costea (Tosca) και Giancarlo Monsalve (Cavaradossi) της δεύτερης διανομής, υπήρξε από κάθε άποψη πιο ελκυστικό. Η Costea πρότεινε μια Tosca γοητευτική, εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα δυναμική και αποφασιστική. Η θαυμάσια στηριγμένη εύηχη φωνή της και το λαμπρό της fraseggio, ανταποκρίνονταν έξοχα τόσο στις λυρικές όσο και στις δραματικές απαιτήσεις του ρόλου. Η μεγάλη άρια στη δεύτερη πράξη, Vissi darte, ερμηνεύτηκε από την ίδια με σπάνιο αίσθημα (dolcissimo con grande sentimento, γράφει ο Puccini στην παρτιτούρα), προσοχή στις αποχρώσεις δυναμικής και υποδειγματικό έλεγχο της αναπνοής. Μετά από την συγκεκριμένη άρια –όπως εξάλλου και στο τέλος της παράστασης- το κοινό την αντάμειψε με ένα θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα. Ο χαρισματικός Monsalve υποστήριξε έναν ηρωικό Mario: η καθαρή και καλοδουλεμένη φωνή τενόρου που διαθέτει (χωρίς βεβαίως τις σπάνιες μουσικοεκφραστικές ποιότητες ενός Jonas Kaufmann, που αυτή την εποχή είναι ίσως ο πλέον περιζήτητος ενσαρκωτής του ρόλου), σε συνδυασμό με την αθλητική σωματική του διάπλαση, τον καθιστούν απολύτως κατάλληλο για τον ρόλο.
Ο George Gagnidze, Scarpia της δεύτερη διανομής, ερμήνευσε με περίσσεια προσοχή στη λεπτομέρεια και αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, βρήκαμε ότι ούτε αυτός, ούτε και ο Ataneli, μπόρεσαν τελικά να φωτίσουν σε βάθος το σατανικό ερωτικό πάθος του διεφθαρμένου τέρατος και απρόβλεπτα κυκλοθυμικού αριστοκράτη Scarpia. Αξεπέραστοι σε αυτόν τον ρόλο παραμένουν διάσημοι λυρικοί καλλιτέχνες περασμένων γενεών, όπως λ.χ. οι Leonard Warren, Tito Gobbi, Cornell Macneil, Κώστας Πασχάλης, Sherrill Milnes, Justino Diaz και Ruggero Raimondi: πώς να ξεχάσει κανείς το τρομακτικό και αρρωστημένο ηδονικό βλέμμα του Raimondi (απαθανατισμένο σε DVD) πριν να εκστομίσει τα  λόγια "Tosca, finalmente mia!" (Tosca, επιτέλους δική μου!) και να δεχθεί τη φονική μαχαιριά της ηρωίδας. Ο εν λόγω λυρικός καλλιτέχνης δεν δίσταζε να προσθέτει και μια εντελώς μεφιστοφελική διάσταση στον χαρακτήρα του κακού ήρωα.
Τους μικρότερους ρόλους απέδωσαν με σωστό στυλ και συμπαθητικές φωνές οι Τάσος Αποστόλου (Cesare Angelotti), Δημήτρης Κασιούμης (Νεωκόρος), Παύλος Σαμψάκης (Sciarrone), Χρήστος Αμβράζης (Δεσμοφύλακας), Ζαχαρίας Τσούμος (Spoletta) και Χριστίνα Ασημακοπούλου (Βοσκός). Κρίμα που προτιμήθηκε γυναικεία φωνή για το σύντομο, αλλά σημαντικό μέρος του βοσκού (που ακούγεται εκτός σκηνής στην αρχή της τρίτης πράξης), στη θέση της προβλεπόμενης παιδικής φωνής αγοριού (άλτο), η οποία πάντα δίνει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα αγνότητας και υπογραμμίζει τόσο εύστοχα την απόλυτη αντίθεση προς τα τραγικά δρώμενα της υπόθεσης.
Η Χορωδία της ΕΛΣ (προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο) και η παιδική χορωδία (προετοιμασμένη από τη Ρόζη Μαστροσάββα) τραγούδησαν με ψυχή και εντυπωσίασαν στις μεγάλες σκηνές της πρώτης πράξης. Όμως, στη δεύτερη πράξη, όταν τραγουδάει εκτός σκηνής, η χορωδία  ακούστηκε υπερβολικά δυνατή.
Ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης διηύθυνε με λεπτότητα, καλό γούστο και σωστή αίσθηση του legato, φέρνοντας στην επιφάνεια τα συμφωνική στοιχεία της υπέροχης ορχηστρικής γραφής του Puccini, ισορροπώντας με προσοχή τους ηχητικούς όγκους (φωνητικούς και ορχηστρικούς) και φροντίζοντας για την κατάλληλη υποστήριξη των φωνών. Δεν κρύβουμε ότι στην αρχή της πρώτης πράξης και μόνο κατά την πρεμιέρα, αισθανθήκαμε ότι η μουσική θα μπορούσε να είχε ρεύσει με μεγαλύτερη άνεση και εκφραστικότητα. Ευτυχώς, στη συνέχεια μαέστρος και ορχήστρα βρήκαν τις σωστές αναλογίες ταχυτήτων και έκφρασης. Σε γενικές γραμμές, η ορχήστρα ήταν καλά συντονισμένη και σχεδόν πάντα διακρινόταν για την τονική της ακρίβεια.
Ο Hugo De Ana, που υπέγραφε τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια, στόχευσε σε μια υπερπαραγωγή, περίπου κινηματογραφικής ατμόσφαιρας και κίνησης, με ογκώδη σκηνικά (ένας τεράστιος εσταυρωμένος στην πρώτη πράξη, ένα μεγάλο τραπέζι στη δεύτερη), εκτενείς βιντεοπροβολές (που επιμελήθηκε ο Sergio Metalli), επιβλητικούς φωτισμούς (Vinicio Cheli) και ωραία κοστούμια με χρώματα που αντανακλούσαν τη διάθεση και τον χαρακτήρα των ηρώων (λ.χ. στη δεύτερη πράξη, διαβολικός κόκκινος μανδύας για τον Scarpia). Η δουλειά του, αν μη τι άλλο εντυπωσίασε τους είκοσι χιλιάδες θεατές/ακροατές, που συνολικά παρακολούθησαν τις τέσσερις παραστάσεις. Καίτοι τα μεγάλα και βαριά σκηνικά δύσκολα εναρμονίζονταν με το φυσικό σκηνικό του Ηρωδείου, ο De Ana τελικά πέτυχε να διηγηθεί με αμεσότητα την ιστορία της τραγικής Tosca και να υπογραμμίσει τη διαχρονικότητα των ισχυρών συναισθημάτων έρωτα, πάθους, βίας και εκδίκησης, που περιέχονται στις υπερπολύτιμες σελίδες του Puccini.