Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Όπερες σύγχρονων συνθετών




Γιάννης Φίλιας και Έλενα Μαραγκού στην όπερα "The Darkness of Mistico" του Γρηγόρη Εμφιετζή. Φωτο: Stefanos 



Ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά είδη, η όπερα, που γεννήθηκε στα τέλη του δεκάτου έκτου αιώνα και που στη συνέχεια ακολούθησε μια τεράστια, πολυσχιδή και βαρυσήμαντη πορεία, πετυχαίνει πάντα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των σύγχρονων συνθετών. Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο αριθμός μελοδραμάτων που γράφονται κάθε χρόνο από συνθέτες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Γεγονός άξιο προσοχής και θαυμασμού. Ειδικά στην εποχή μας, που οι τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις για το ανέβασμα ενός λυρικού έργου βρίσκονται αντιμέτωπες με την οικονομική κρίση που μαστίζει πολλές χώρες και τα λυρικά θέατρά τους.
 Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) συνεχίζει με συνέπεια να υποστηρίζει τη σύγχρονη οπερατική παραγωγή, γεγονός άξιο κάθε επαίνου. Σε ετήσια βάση παρουσιάζει έργα Ελλήνων δημιουργών και συνήθως ενός ξένου. Πέρυσι (23/6/2012), στη σκηνή του Θεάτρου Ολύμπια, είχαμε παρακολουθήσει όπερες των Λίνα Τόνια (Διωγμένος), Ιωσήφ Βαλέτ (Ο Φρόυντ για εκείνη) και Boris Blacher (Παλίρροια), και είχαμε με ενθουσιασμό αναφερθεί στις αρετές των έργων.
Φέτος, η ΕΛΣ, παρουσίασε πάλι δύο έργα Ελλήνων και ενός Γερμανού. Αναλυτικότερα, στις 30/6 (Θέατρο Ολύμπια), η αυλαία άνοιξε με το έργο The Darkness of Mistico του διεθνώς ανερχόμενου συνθέτη Γρηγόρη Εμφιετζή (γ. 1980) από τη Θεσσαλονίκη, με λαμπρές σπουδές στην Ελλάδα και στη Βρετανία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Εμφιετζής, που ζει μόνιμα στο Λονδίνο, βραβεύθηκε πρόσφατα στο διεθνή διαγωνισμό που διοργάνωσε το Konzerthaus της Βιέννης, με τίτλο Towards the next 100 Years και με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα λειτουργίας. Το κουιντέτο πνευστών του με τίτλο Fear (not), που διακρίθηκε στην πέμπτη κατηγορία-κουιντέτο πνευστών, ερμηνεύτηκε στις 4 Ιουνίου (Wiener Konzerthaus) από μέλη των Φιλαρμονικών της Βιέννης και του Βερολίνου. Στον εν λόγω διαγωνισμό υπήρξαν τριακόσιες εξήντα μία  συμμετοχές από τριάντα πέντε διαφορετικές χώρες, για δέκα κατηγορίες βραβείων. Επιπλέον, μέσα στην επόμενη χρονιά,  νέο του έργο πρόκειται να παρουσιαστεί από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου (London Symphony Orchestra).
Η όπερα του Εμφιετζή, σε μια πράξη και πέντε επεισόδια, που παρακολουθήσαμε από την ΕΛΣ, στρέφεται γύρω από την ύπαρξη του Ορφέα και ενός σύγχρονου ανθρώπου, που ονομάζεται Mistico Oscuro. Σύμφωνα με τον ίδιο τον δημιουργό πρόκειται για «ένα ταξίδι προσωπικών αναζητήσεων, μύθων, λογικής, μυστικισμού, αγάπης, ονείρων. Μία άλλη πλευρά του μύθου του Ορφέα, και η ζωή ενός σύγχρονου ανθρώπου, όπως τις διηγήθηκαν κάποιοι άλλοι». Το καλοστημένο ποιητικό κείμενο (libretto) της Μυρτώς Λουλάκη, συζύγου του συνθέτη, αντλεί αποσπάσματα από τους Ορφικούς Ύμνους, τους οποίους με νόημα ταιριάζει στο δικό της κείμενο. Βρήκαμε ότι ο ποιητικός λόγος της συγγραφέας, αποτέλεσε μια εξαίρετη βάση στον συνθέτη για να δουλέψει μια παρτιτούρα όπου το ερωτικό μυστήριο και το αέναο παιχνίδι ζωής-θανάτου φωτίζονται με γούστο και προσοχή. Από την έναρξη της όπερας (Πάροδος), όπου το κάθε μέλος της χορωδίας εισέρχεται στη σκηνή ψιθυρίζοντας και απαγγέλλοντας διάφορα  μέρη του αρχικού κειμένου, ο Εμφιετζής πετυχαίνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να μας μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση. Μέσα από μια ενορχήστρωση λεπτοδουλεμένη στη λεπτομέρεια, με ελκυστικότατους ηχητικούς συνδυασμούς και σωστή ισορροπία μεταξύ φωνών και οργάνων, με προσοχή όσων αφορά στις εναλλαγές δυναμικής και στις κλιμακώσεις των μουσικών παραγράφων, παραδίδει μια σύνθεση πλήρη και ουσιαστική. Ο Γιάννης Φίλιας (Mistico), η Έλενα Μαραγκού (Μια μυθική γυναίκα, Ευρυδίκη/ Lucia Verita) και η Ελένη Λιώνα (Μητέρα του Mistico), στους σολιστικούς ρόλους, και τα μέλη της Χορωδίας Fons Musicalis, τραγούδησαν με ακρίβεια και συνέδραμαν στη δημιουργία του μυστηριακού κλίματος.  Αδημονούμε για τους επόμενους συνθετικούς καρπούς του Εμφιετζή, εξόχως προικισμένου συνθέτη του οποίου η δραστηριότητα δεν θα σταματήσει να συναρπάζει και να γοητεύει.
 Στη συνέχεια, παρακολουθήσαμε την όπερα με τίτλο Ο άγγελος του πλοίου (Der Engel auf dem Schiff), Op. 31, του Detlev Glanert (γ. 1960), μαθητή των σπουδαίων Diether de la Motte, Günther Friedrichs, Frank Michael Beyer και Hans Werner Henze. Κυρίως γνωστός ως συνθέτης όπερας, έργα του έχουν λάβει τις πρεμιέρες τους από γνωστές λυρικές σκηνές της Γερμανίας. Το πιο πρόσφατο οπερατικό του έργο, με τίτλο Solaris, παρουσιάστηκε πριν από έναν χρόνο στην Αυστρία (Ιούλιος 2012, Bregenzer Festspiele) αποσπώντας επαινετικές κριτικές. Εμείς, παρακολουθήσαμε την όπερα δωματίου του, που έλαβε την πρεμιέρα της στη Βρέμη (Theater Bremen), τον Μάιο του 1995. Πρόκειται για το τρίτο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο, Drei Wasserspiele (Έργα-Παιχνίδια του νερού, 1986-1995). H πλοκή της όπερας διαδραματίζεται κάπου στον Ατλαντικό, όπου μέσα στον ωκεανό τρεις επιζήσαντες κρατιούνται από τα συντρίμμια ενός κατεστραμμένου πλοίου, και τοποθετείται στην δεκαετία του ΄20. Η χαρακτηριστική χορευτική μουσική της εποχής φέρνει το μουσικό ιδίωμα πολύ κοντά σε εκείνο του Kurt Weill και ειδικότερα των έργων του H Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper), Άνοδος και Πτώση της Πόλης του Mahagonny (Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny) και Τα Eπτά Θανάσιμα Αμαρτήματα (Die sieben Todsünden). Πρέπει να αναφέρουμε ότι τα μουσικά ιδιώματα κάθε έργου της Τριλογίας του Glanert σχετίζονται με στοιχεία της εποχής κατά την οποία διαδραματίζονται. Από μουσικής άποψης, η παρτιτούρα χαρακτηρίζεται από ενδιαφέρουσες μοτιβικές αναπτύξεις, τολμηρή εξπρεσιονιστική, ενίοτε αισθησιακή διάθεση και έντονα θεατρικά στοιχεία που αντικατοπτρίζονται στον ιδιαίτερο ηχητικό κόσμο της ορχηστρικής γραφής. Τους ρόλους των τριών πρωταγωνιστών κράτησαν επιτυχώς οι Μαρία Κόκκα (Minna), Νίκος Στεφάνου (Van) και Πέτρος Σαλάτας (Sam): αντιμετώπισαν με άνεση τις απαιτητικές εκτάσεις των ρόλων τους και έπαιξαν με ένταση τους ρόλους τους.
Τελευταίο έργο της βραδιάς υπήρξε η νέα όπερα Αγαμέμνων του Απόστολου Ντάρλα, την πορεία του οποίου παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Σχετικά με την εν λόγω όπερά του, την πρώτη του, ο συνθέτης παραδέχεται ότι η αγάπη του για την αρχαία τραγωδία τον ώθησε στην επιλογή του θέματος. Πιστεύουμε ότι ο ίδιος, με μεγάλη ευστοχία, χαρακτηρίζει το ύφος της γραφής της όπεράς του ως μεταμοντερνικό, χαρακτηριστικά αναφέροντας ότι «οι τεμαχισμένες δωδεκάφθογγες σειρές, τα τροπικά στοιχεία και τα αυτενεργά Leitmotive συμβάλλουν στην περαιτέρω ένταση της δράσης, ενώ η  ορχήστρα έρχεται ως υπέρ-χορός να προάγει και να σχολιάσει τα τεκταινόμενα». Οι σκηνές, τα ιδιώματα, τα μοτίβα, οι διαθέσεις, οι εντάσεις κινούνται γρήγορα κρατώντας το ενδιαφέρον του κοινού. Η μουσική γραφή και η φαντασία του Ντάρλα έχουν ωριμάσει με φυσικότατο τρόπο, ενώ η τεχνική στον χειρισμό των οργάνων, ειδικότερα των ηχοχρωμάτων που παράγουν, και των φωνών έχει εξελιχθεί δίνοντάς του την ευκαιρία με άνεση να μεταφέρει τις σκέψεις του στην παρτιτούρα. Κρατάμε για άλλη μια φορά την ιδιαίτερη ελληνικότητα της μουσικής του δημιουργού, που ενισχύεται μέσω των ιδιαίτερων μουσικών διαστημάτων και τροπικών κλιμάκων, που επιλέγει. Τον ρόλο του Αγαμέμνονα τραγούδησε ο καλλίφωνος Δημήτρης Πακσόγλου, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα του ήρωα. Η Γεωργία Ηλιοπούλου απέδωσε με νεύρο και άφθονη δόση θεατρικής εκφραστικής αμεσότητας, ενώ η Μαργαρίτα Συγγενιώτου, με έμπειρη γνώση, τονική ακρίβεια και μεστή φωνή, απέδωσε τον ρόλο της Κασσάνδρας. Τη διανομή συμπλήρωσαν ο Άκης Λαλούσης (Φρουρός) και Δημήτρης Κασιούμης (Κήρυκας/Αίγισθος).
Η μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου κρίθηκε ακριβής και εκφραστική, όπως και η συμβολή της ορχήστρας και της χορωδίας.
Το εικαστικό μέρος της παραγωγής ανέδειξε την ονειρική, μυθική, συμβολική και παραμυθένια διάσταση των τριών έργων. Η Κατερίνα Παπαγεωργίου σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια ευφάνταστα, μοντέρνα, λειτουργικά και πάντα μέσα στο πνεύμα των ζητουμένων των παρτιτούρων. Η σκηνοθεσία του Νίκου Διαμαντή, ο οποίος όχι χωρίς λόγο επέλεξε να αναλάβει και το μέρος του φωτισμού, πέτυχε να αναδείξει το ψυχογραφικό μέρος τόσο της μουσικής όσο και των ηρώων. Οι κινήσεις και η ανταπόκριση των τραγουδιστών στους σχολιασμούς της ορχήστρας, όπως και η ατμόσφαιρα που διαμορφώνονταν από τις αυξομειώσεις και αλλαγές του φωτισμού, ενίσχυσαν τις πολύ καλές εντυπώσεις.


 
Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου στην όπερα "Αγαμέμνων" του Απόστολου Ντάρλα. Φωτο: Stefanos