Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Διεθνείς παρουσίες: Kaufmann, Kammerochester Wien-Berlin και Trio '92


Ο τενόρος Jonas Kaufmann 






Η σύμπραξη του Βαυαρού τενόρου Jonas Kaufmann με την Kammerorchester Wien-Berlin, που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, 13/5), κρίθηκε από κάθε άποψη εντυπωσιακή σε ποιότητα και μουσικό όραμα.
Η βραδιά άνοιξε με τη Συμφωνία για έγχορδα αρ. 10 του Felix Mendelssohn Bartholdy: ο συνθέτης ολοκλήρωσε τις 12 Συμφωνίες για έγχορδα μεταξύ των ετών 1821 και 1823, στην τρυφερή ηλικία των 12 με 14 ετών. Στα έξοχα αυτά έργα, τεχνικά, δομικά και συναισθηματικά τόσο δουλεμένα, η ιδιοφυία του θαυμαστού νεαρότατου Felix είναι πάντα παρούσα. Ο κύκλος αυτός αποτελεί άξιο προπομπό του κύκλου των μετέπειτα πέντε διάσημων συμφωνιών της ωριμότητάς του. Το  ορχηστρικό σύνολο Kammerorchester Wien-Berlin, που απαρτίζεται από επιλεγμένους μουσικούς των Φιλαρμονικών Βιέννης και Βερολίνου, απέδωσε την παρτιτούρα με την απαιτούμενη δραματική ένταση (η τραγική τονικότητα της σι ελάσσονος δεν επελέγη τυχαία από τον μουσουργό) και σφριγηλότατα έκφρασης.   
Στη συνέχεια ο Kaufmann, συνοδευόμενος από το ίδιο σύνολο, εξερεύνησε τα Τραγούδια του Οδοιπόρου (Lieder eines fahrenden Gesellen) του Gustav Mahler, στην ενορχηστρωμένη εκδοχή του Arnold Schoenberg. Κατά την ερμηνεία του εν λόγω κύκλου τραγουδιών, που ολοκληρώθηκε το 1885, ο τραγουδιστής φώτισε την πικρή μελαγχολία και απαισιοδοξία (Ι. Wenn mein Schatz Hochzeti macht και ΙΙΙ. Ich habein glühend Messer, με πόση πικρία και ασφυκτική αγωνία πότισε τις λέξεις «O weh), αλλά και την αθώα, αγγελική χαρά (ΙΙ. Ging heut Morgen übers Feld). Η ζεστή του έκφραση και η θερμών αποχρώσεων πολυτελής φωνή του, μας άγγιξαν κατά την υπέροχη ανάγνωση του ύστατου τραγουδιού, IV. Die zwei blauen Augen von meinem Schatz, όπου επικρατεί ένας ονειρώδης λυρισμός. Η ποιότητα της συνοδείας της ορχήστρας κινήθηκε στα ίδια υψηλά επίπεδα. Τα χειροκροτήματα του κοινού, έφεραν για άλλη μια φορά τον σολίστ επί σκηνής, ο οποίος μάς πρόσφερε μια απαράμιλλης ηχητικής και εκφραστικής ομορφιάς ερμηνεία του Lied Όνειρα (Träume – Studie zu «Tristan und Isolde») από τον κύκλο τραγουδιών Wesendock Lieder, WWV 91, βεβαίως του Richard Wagner. Δύσκολα βρίσκουμε λέξεις για να εκφράσουμε την ευτυχία που βιώσαμε εισπράττοντας μια τόσο δουλεμένη, ιδιαίτερα συγκινητική όσο και ευφάνταστη ερμηνεία.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας άνοιξε με το Σεξτέτο από την όπερα Capriccio, Οp. 85, ύστατο μελόδραμα του Richard Strauss.  Τόσο εδώ, όσο και στο τελευταίο έργο το οποίο σφράγιζε το επίσημο πρόγραμμα της συναυλίας, Εξαϋλωμένη Νύχτα του Schoenberg, η τεχνικά άμεμπτη ορχήστρα έπαιξε με ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη του στυλ, στο στήσιμο των ηχητικών όγκων και δομικών στοιχείων, όπως και στην ολοκάθαρη απόδοση της χαρακτηριστικής πολυφωνίας των έργων. Επιπλέον, το θεατρικό-αφηγηματικό αίσθημα ερχόταν στην επιφάνεια με σαφήνεια και αμεσότητα.
Προς μεγάλη όσο και ευχάριστη έκπληξη όλων, στο τέλος είδαμε τον Kaufmann να επιστρέφει στη σκηνή προκειμένου εκτός προγράμματος να προσφέρει με συναίσθημα υποδειγματικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, δύο διάσημα Lieder του Strauss: Morgen (Αύριο), Op. 27/4 (εδώ, πραγματικά έξοχα εκλεπτυσμένη  υπήρξε η συνοδεία του βιολονίστα  της Φιλαρμονικής της Βιέννης Rainer Honeck), και Zueignung (Αφιέρωση), Οp. 10/1.  
Στο τέλος Μαΐου (30/5), στην Αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών, παρακολουθήσαμε συναυλία μουσικής δωματίου του ανερχόμενου τρίο εγχόρδων Trio’92, το οποίο εδρεύει  στη Βιέννη και απαρτίζεται από τους τρείς ταλαντούχους νέους μουσικούς Nadezda Kalmykova (βιολί), Λουκία Λουλάκη (βιολοντσέλο) και Maciej Skarbek (πιάνο). Το σχήμα ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 2012 από μουσικούς που γεννήθηκαν μόλις το 1992 (ναι, υπάρχουν και τέτοιες ηλικίες!). Δεν κρύβουμε ότι προκειμένου να παρακολουθήσουμε τη βραδιά, θυσιάσαμε τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), με σολίστ την πολυβραβευμένη νεαρή Ιαπωνίδα βιολονίστα Sayaka Shoji και αρχιμουσικό τον Βασίλη Χριστόπουλο.  Εντούτοις, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κάθε άλλο μετανιώσαμε για την επιλογή μας, αφού οι ερμηνείες που λάβαμε από το Trio’92 υπήρξαν υψηλότατου επιπέδου. Και εξάλλου, είναι πλέον σπάνιες οι φορές που έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μουσική δωματίου αυτής της ποιότητας στη χώρα μας. 
Αναλυτικότερα, η βραδιά περιέλαβε δύο μεγάλα σε αξία και διάρκεια έργα, που αποτελούν σταθμούς στην ιστορία της εργογραφίας του τρίο με πιάνο: το πρώτο μέρος καλύφθηκε από το Τρίο με πιάνο αρ. 2, D929 (Op.100) του Franz Schubert, ενώ το δεύτερο, από το Τρίο με πιάνο, Op.3 του Ernest Chausson.
Την παρτιτούρα του Schubert, που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 1827 και συγκαταλέγεται στα τελευταία έργα που ολοκλήρωσε ο πολυγραφότατος συνθέτης, έναν χρόνο  πριν από τον τραγικά πρόωρο θάνατό του (έφυγε στην ηλικία των τριάντα ενός ετών), το σύνολο πέτυχε να αντιμετωπίσει με υπέροχη πειστικότητα, μουσική άνεση και ωριμότητα, που θα άφηνε έκπληκτο ακόμα και ένα αντίστοιχο σχήμα αποτελούμενο από μέλη αρκετά μεγαλύτερων ηλικιών και έχοντας στο ενεργητικό του δεκαετίες συνεργασίας.
Ειδικότερα, με στέρεη τεχνική, ωραιότατο ήχο, κατανόηση ως προς τις συναισθηματικές εναλλαγές της παρτιτούρας και αξιομνημόνευτη διάθεση συνεργασίας μεταξύ τους, οι τρεις νέοι βιρτουόζοι βούτηξαν στα βαθιά νερά της πολυδαίδαλης σουμπέρτιας σκέψης και στη συνέχεια βγήκαν στην επιφάνεια οδηγώντας μαζί τους τα πολύτιμα στοιχεία του έργου, τις προσεκτικά δουλεμένες θεματικές αναπτύξεις του μεγαλοπρεπούς όσο και ανήσυχου πρώτου μέρους (Allegro), τη βαθειά μελαγχολία και απόγνωση του τραγικού δεύτερου μέρους (Andante con moto), όπου η γεύση του θανάτου κάνει την εμφάνισή της με τόσο σαφή τρόπο στοιχειώνοντας μας, τη φωτεινότητα του γρήγορου τρίτου μέρους (Scherzando. Allegro molto), όπως και την εκφραστική δύναμη των σελίδων του καταληκτικού μέρους (Allegro moderato).  
Το μεθυστικής ηχητικής ομορφιάς Τρίο του Chausson, γραμμένο το 1881, από τον τότε νεαρό συνθέτη, ηλικίας είκοσι έξι ετών (σημειώνουμε, ότι ο Chausson έφυγε από τη ζωή, όπως και ο Schubert, υπερβολικά νωρίς, στη δική του περίπτωση έζησε σαράντα χρόνια), προσεγγίστηκε με σοβαρότητα και διάθεση ανάδειξης των ερμηνευτικά εύφορων σελίδων του. Συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη αρμονική γλώσσα της παρτιτούρας (η έντονη «χρωματική» αρμονία), οι χαρακτηριστικοί σφοδροί ρυθμοί, οι μοτιβικές μεταμορφώσεις, ο ασυγκράτητος γαλλικός λυρισμός και οι εξάρσεις δυναμικής, αλλά και οι ποικίλες επιρροές από τον γερμανικό ρομαντισμό (Richard Wagner), αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και νόημα από τους μουσικούς του Trio. Κλείνοντας, δεν θα παραλείψουμε να τονίσουμε ότι το τεχνικά και μουσικά απαιτητικό μέρος του πιάνου αντιμετωπίστηκε με ηρωική επάρκεια από τον Skarbek.



Το Trio '92