Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

"Nabucco" από την ΕΛΣ


Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς στον ρόλο του Nabucco


 
Η πρεμιέρα της όπερας Nabucco του Giuseppe Verdi δόθηκε στη Scala του Μιλάνου, τον Μάρτιο του 1842, με μεγάλη επιτυχία. Στις αφίσες της εποχής ο τίτλος της όπερας ήταν Nabucodonosor. Αποτελεί το τρίτο κατά σειρά σύνθεσης μελόδραμα του μουσουργού και ένα από τα πλέον δημοφιλή του. Η μεγαλόπνοη βιβλική υπόθεση, οι μεγάλες άριες και τα χορωδιακά, πάντα συγκινούν το κοινό. Τον Σεπτέμβριο του 1844 δόθηκε μια από τις σημαντικότερες παραστάσεις του έργου, στο θέατρο San Giacomo, της Κέρκυρας και από τότε επικράτησε ο γνωστός μέχρι τις μέρες μας τίτλος της όπερας: Nabucco (και όχι Nabucodonosor, όπως ήταν αρχικά)
Μετά από την επιτυχημένη φετινή φεστιβαλική παραγωγή των μελοδραμάτων Cavalleria Rusticana του Pietro Mascagni και Pagliacci του Rugerro Leoncavallo (Ηρώδειο, Ιούνιος), η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) προχώρησε σε μια εξίσου επιτυχημένη παραγωγή της όπερας «Nabucco» (Ηρώδειο, 26-29/7). 
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε (26/7) τον πρωταγωνιστικό ρόλο του βασιλιά της Βαβυλώνας κράτησε ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, ένας από τους αρτιότερους Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του, ο οποίος με συνέπεια και σταθερότητα κτίζει μια πρώτου μεγέθους διεθνή σταδιοδρομία. Σημειώνουμε, ότι η Βασιλική Όπερα Covent Garden του Λονδίνου με αδημονία περιμένει να τον υποδεχθεί στον ρόλο του Rigoletto, που θα ενσαρκώσει εκεί στις 30/3/2012. Στον ρόλο του Nabucco, που παρακολουθήσαμε πρόσφατα, υπήρξε αξιοθαύμαστος από την αρχή μέχρι το τέλος: πέτυχε να αποδώσει την πορεία του ισχυρού υπερφίαλου μονάρχη από την απόλυτη εγωκεντρική αλαζονεία στην όχθη της ανθρωπιάς και της πατρικής στοργής,  με μεγάλη μουσικότητα και πλούσια εκφραστικά μέσα, εύστοχη άρθρωση της ιταλικής γλώσσας και ονειρεμένο legato. Η φωνή του είναι θερμή, απολύτως ιδιαίτερη, με ξεχωριστό εύρος, υπέροχο ηχόχρωμα, ένταση και με πολλών καρατίων επιμέρους ποιότητες. Επιπλέον, θαυμάσια κρίνεται η υποκριτική ικανότητα του καλλιτέχνη και άξιος προσοχής είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται τη φωνή του προκειμένου να περιγράψει και να μεταφέρει συναισθήματα.
Τον ρόλο της Abigaille επωμίσθηκε η Αμερικανίδα μετζοσοπράνο Marian Cornetti (που αντικατέστησε την Ιταλίδα σοπράνο Amarilli Nizza, η οποία ασθένησε). Με ενδιαφέροντα φωνητικά προσόντα, η Cornetti απέδωσε πειστικά τον ρόλο της (ρόλο γραμμένο για σοπράνο, αλλά που ενίοτε ερμηνεύεται και από μετζοσοπράνο). Δεν μπορούμε εδώ να μην αναφέρουμε ότι στην ίδια ακριβώς σκηνή, το 1981, είχε σταθεί η αξέχαστη Βουλγάρα σοπράνο Ghena Dimitrova (που έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2005), η οποία με φωνή αξεπέραστων δυνατοτήτων είχε προσφέρει μια καθηλωτική Abigaille: στα αυτιά όσων την άκουσαν ηχεί ακόμα το καταληκτικό ψηλό ντο από την cabaletta «Salgo già del trono aurato».
Το μέρος του Zaccaria αποδόθηκε με την απαραίτητη μεγαλοπρέπεια από τον διάσημο Γεωργιανό μπάσο Paata Burchuladze, ο οποίος έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό κατά την δεκαετία του ογδόντα κυρίως λόγω της συνεργασίας του με τον πολύτιμο Herbert von Karajan. Η φωνή του παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση και ο μεγάλος όγκος της σε συνδυασμό με τις βαθιές νότες τις οποίες ερμηνεύει με ακρίβεια και γεμάτο ήχο, αποτελούν αρετές που εντυπωσιάζουν. Η έμπειρη γνώση ήταν αισθητή σε όλη τη διάρκεια των μεγάλων σκηνών (ενσαρκώνει τον ρόλο του Zaccaria εδώ και πολλά χρόνια), ενώ ιδιαίτερα συγκινητική υπήρξε η ερμηνεία της άριας «Vieni, o Levita», όπου ο θαυμάσιος έλεγχος της αναπνοής ήταν αξιοπρόσεκτος.  
Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος δυσαρέστησε ως Ismaele: η φωνή του Έλληνα καλλιτέχνη ακουγόταν κουρασμένη και τονικά ανακριβής. H Fenena της Χαρίκλειας Μαυροπούλη ήταν μουσικά συνεπής. Τους μικρότερους ρόλους κράτησαν καλά προετοιμασμένοι Δημήτρης Κασιούμης (Αρχιερέας του Baal), Δημήτρης Σιγαλός (Abdallo) και Γεωργία Ηλιοπούλου (Anna).
Τόσο η Χορωδία (Νίκος Βασιλείου, διεύθυνση χορωδίας) όσο και η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Άρτια υπήρξε και η μουσική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη, ο οποίος φρόντισε να οδηγήσει στην επιφάνεια τις δραματικές εντάσεις με μεγάλη ευσυνειδησία, ώριμη μουσικότητα και ρυθμική ζωντάνια.  
Ο Βασίλης Νικολαΐδης, με γνώση της παρτιτούρας, έδωσε μια σκηνοθεσία συνετή και σοβαρή, πετυχαίνοντας να αναδείξει τον ψυχικό κόσμο των ρόλων. Ωστόσο, βρήκαμε κακόγουστη και άσκοπη την ιδέα της χορογραφίας-παντομίμας των γεγονότων που θα ακολουθούσαν στην όπερα, την οποία είδαμε ενώ ακουγόταν η  Εισαγωγή.
 Ο Γιάννης Μετζικώφ, που υπέγραφε τα σκηνικά και τα κοστούμια, θαυματούργησε για άλλη μια φορά. Με λαμπρό ταλέντο και υψηλό όσο και αποδεδειγμένο γούστο σχεδίασε τα κοστούμια. Συνδύασε με οίστρο χρώματα, αποχρώσεις, γραμμές και υφάσματα. Προτίμησε σκηνικά απλά και χρησιμοποίησε με εξυπνάδα το φυσικό σκηνικό του Ηρωδείου: δέσποζαν δύο κλίμακες δεξιά και αριστερά της σκηνής. Μαζί του συνεργάστηκε η προικισμένη Ελευθερία Ντεκώ, υπεύθυνη για τους φωτισμούς, που με τόσο εύστοχο τρόπο τόνιζαν τις συναισθηματικές εντάσεις των σκηνών.