Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Αυθεντικός ρώσικος ήχος




Ο αρχιμουσικός Yuri Temirkanov


 
Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγ. Πετρούπολης κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα ορχηστρικά σύνολα της Ρωσίας, καθώς είναι η αρχαιότερη και μια από τις αρτιότερες της χώρας.
Ιδρύθηκε το 1882 και αρχικά έπαιζε αποκλειστικά στην Αυλή του Αυτοκράτορα (Τσάρου) Αλέξανδρου Γ΄ της Ρωσίας. Στις αρχές του εικοστού αιώνα εγκαινίασε τον θεσμό των δημόσιων συναυλιών, προσκαλώντας σπουδαίους αρχιμουσικούς να την διευθύνουν (στον κατάλογο των ονομάτων βλέπουμε εκείνα των Richard Strauss, Ernest Ansermet, Bruno Walter και Hans Knappertsbusch). Βεβαίως, για τους περισσότερους φιλόμουσους, το σύνολο έχει συνδέσει το όνομά του με τον αρχιμουσικό Evgeny Mravinsky (ποιος δεν θυμάται τις έξοχες ηχογραφήσεις των Συμφωνιών του Piotr Ilyich Tchaikovsky, που πραγματοποίησε σε συνεργασία με την ορχήστρα αυτή;), ο οποίος για πολλές δεκαετίες υπήρξε βασικός αρχιμουσικός της (1938-1988). Μετά τον θάνατο του Mravinsky, τη θέση κάλυψε ο Yuri Temirkanov και μάλιστα με επιτυχία, συνεχίζοντας την ξεχωριστή παράδοση ποιότητας της ορχήστρας.
Η ορχήστρα επισκέφτηκε πρόσφατα την Αθήνα προκειμένου να δώσει τρεις συναυλίες (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χ. Λαμπράκη, 22-24/11). Κατά τις δύο πρώτες, στο podium στάθηκε ο Temirkanov, ενώ για την τελευταία, ο Nikolai Alexeev. Κάθε συναυλία πρότεινε και έναν διαφορετικό σολίστ στο πιάνο.
Αναλυτικότερα, η πρώτη βραδιά άνοιξε με τον Κοντσέρτο αρ. 2, Op. 83, του Johannes Brahms. Στο τεράστιων απαιτήσεων, μουσικών και τεχνικών, αυτό έργο, ο Βραζιλιανός δεξιοτέχνης των πλήκτρων, Nelson Freire, έδειξε τη μεγάλη κλάση του. Με δακτυλική άνεση, ελαφρύ touché, ζεστό ήχο, πέτυχε να συναρπάσει φθάνοντας στην ουσία της σύνθεσης. Η τεχνική σιγουριά του αναδείχθηκε πλήρως στο δεύτερο μέρος, Scherzo, όπου με ζηλευτή ευκολία αντιμετώπισε κινδύνους που κάνουν συναδέλφους του να τρέμουν. Η ορχήστρα και ο Temirkanov, συνεργάστηκαν άψογα μαζί του και υποστήριξαν κάθε του μουσική σκέψη, παράλληλα αναδεικνύοντας τις συμφωνικές διαστάσεις της υπέροχης παρτιτούρας του Brahms. Εκτός προγράμματος, ο σολίστ έπαιξε με φινέτσα τον Χορό των Μακαρίων Πνευμάτων από την όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη του Christoph Willibald von Gluck (μεταγραφή Giovanni Sgambati).
Στο δεύτερο μέρος  της συναυλίας λάβαμε μια εξαίρετη, γεμάτη τραγική αγωνία και σκούρα χρώματα, εκτέλεση της Συμφωνίας αρ. 10, Op. 93, του Dmitri Shostakovich. Εντυπωσιακή υπήρξε η κλιμάκωση του φοβερού πρώτου μέρους, Allegro, σε ελεύθερη φόρμα σονάτας, ενώ το δεύτερο μέρος, Scherzo, ερμηνεύτηκε σε εξαιρετικά γρήγορο tempo, μεταφέροντας την ένταση και την ορμή των σκέψεων του συνθέτη (πρόκειται μάλλον για μουσικό πορτραίτο του Joseph Stalin. Το τρίτο μέρος, Allegretto, χρωματίστηκε με την κατάλληλη ελεγειακή πνοή (εδώ ο συνθέτης μεταφράζει σε νότες το όνομά του DSCH, ρε-μι ύφεση-ντο-σι) και στο τέταρτο μέρος, Andante-Allegro, μαέστρος και ορχήστρα, πέτυχαν να οδηγήσουν τη συμφωνία σε μια εντυπωσιακά μεγαλειώδη κλιμάκωση. Εκτός προγράμματος, προσφέρθηκε μια συγκινητική ανάγνωση της παραλλαγής αρ. ΙΧ (Nimrod), από τις Παραλλαγές Αίνιγμα (Enigma Variations), Op. 36, του Sir Edward Elgar: θαυμάσαμε το υπέροχο legato των εγχόρδων.
Η δεύτερη συναυλία άνοιξε με τη Συμφωνία αρ. 1,  Op. 25, Κλασική, του Sergei Prokofiev. Σε αυτό το νεοκλασικού ύφους έργο, που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1910, ο συνθέτης αποτίει φόρο τιμής στον κεφαλαιώδους σημασίας μουσουργό της κλασικής περιόδου, Franz Joseph Haydn. Η ερμηνεία που λάβαμε διέθετε όλη τη σπιρτάδα, την εκφραστική εκλέπτυνση των διαφορετικών χορευτικών ρυθμών και τη δεξιοτεχνική σπιρτάδα, που απαιτεί η σύνθεση. Στη συνέχεια, η Γεωργιανή πιανίστα Eliso Virsaladze έπαιξε το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο του Robert Schumann. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο κατέχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριό της: η βαθύτατη γνώση της ανάπτυξης των μοτιβικών και ρυθμικών στοιχείων την οδήγησε σε μια ερμηνεία που σεβόταν την δομή του έργου και αποκάλυπτε όλο το συναισθηματικό φάσμα της τρανής σουμανικής έμπνευσης. Στο ρυθμικά δύσκολο τελευταίο μέρος, Allegro vivace (σε λα μείζονα), με τον ενίοτε δυσδιάκριτο ή ακόμα και σε στιγμές κεκαλυμμένο ρυθμό των 3/4, που οδηγεί πολλούς πιανίστες σε συχνές –και μουσικά αδικαιολόγητες- εναλλαγές ταχυτήτων, εκείνη κράτησε το tempo σταθερό και επέτρεψε στο μουσικό κείμενο να ξεδιπλωθεί ατόφιο και με δυνατό νόημα. Δεν είναι τυχαίο που ο Sviatoslav Richter υποστήριζε ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη εν ζωή ερμηνεύτρια του Schumann.  
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 8, Op. 88, B. 163, του Antonín Dvořák, ολοκληρωμένη μέσα σε δυόμιση μήνες, 26 Αυγούστου-8 Νοεμβρίου 1889. Οι πλούσιες μουσικές ιδέες, η διάχυτη αισιοδοξία, οι έξοχες μελωδίες αντλημένες από τη φολκλορική βοημική παράδοση, βρήκαν τον Temirkanov και τη ρώσικη ορχήστρα σε ετοιμότητα. Ο ενθουσιασμός της έκφρασης των εξωτερικών μερών του έργου, αλλά και η μελαγχολική διάθεση του ωραιότατου τρίτου μέρους, Allegretto grazioso, σε ρυθμό βαλς, 3/4, αναδείχθηκαν με πιστότητα. Ο αρχιμουσικός τόνισε τη μετάβαση στον ρυθμό των 2/4, με τον οποίο ολοκληρώνεται το μέρος αυτό, με σκέψη και  νόημα. Στο τέλος της συναυλίας, ανταποκρινόμενος στις επευφημίες του κοινού, ο Temirkanov προέτρεψε την ορχήστρα να ερμηνεύσει με γούστο τη σύνθεση  Salut dAmour, Op. 12, του Elgar.
Η τρίτη συναυλία της ορχήστρας, με αρχιμουσικό τον Alexeev, άνοιξε με το Κοντσέρτο αρ. 1, Op. 15, του Brahms. Σολίστ ήταν ο Γιώργος Λαζαρίδης, προικισμένος Έλληνας πιανίστας, που ερμήνευσε το έργο με μεγάλη ευαισθησία. Εκτιμήσαμε τον τρόπο με τον οποίο είχε εξετάσει την κάθε μουσική φράση της επικής αυτής παρτιτούρας, θηριωδών τεχνικών απαιτήσεων, που γράφτηκε το 1858 και διαρκεί πάνω από τρία τέταρτα της ώρας. Ο Λαζαρίδης είναι ένας μουσικός στοχαστής (με πόση φαντασία και εξομολογητική διάθεση φορμάρισε το δεύτερο μέρος, Adagio), που γνωρίζει πώς να φωτίσει τόσο τη στιγμή, όσο και τη μεγάλη φράση ή την ενότητα, την λεπτομέρεια, όσο και το σύνολο. H ορχήστρα (ιδιαίτερα καλή η απόδοση των ξύλινων πνευστών) και ο Alexeev συνόδευσαν με κατανόηση και ένταση δίνοντας σημασία στα εκτενέστατα ρητορικά σχήματα και στη μεγαλοπρέπεια της διατύπωσής τους. Εκτός προγράμματος χάρισε με ονειρική άνεση την Impromptu D 899 (Op.90), αρ. 2, του Franz Schubert.
Το δεύτερος της βραδιάς καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 4, Op. 36, του Tchaikovsky, που ακούστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 1878, με αρχιμουσικό τον Nikolai Rubinstein. Με το έργο αυτό, που ολοκληρώθηκε λίγο μετά την λήξη του ανεπιτυχούς γάμου του συνθέτη, ανοίγει ο κύκλος των τριών ύστατων συμφωνιών του, που σχετίζονται με το στοιχείο της Μοίρας. Η φανφάρα των χάλκινων πνευστών, που ακούγεται στην αρχή της Συμφωνίας, συμβολίζει –σύμφωνα με τον μουσουργό- την ίδια την Μοίρα, της οποίας η δύναμη εμποδίζει κάποιον από την επίτευξη του στόχου της ευτυχίας (1878, γράμμα προς την καλύτερή του φίλη και υποστηρίκτριά του για δεκατρία χρόνια, Nadezhda von Meck, στην οποίαν είναι αφιερωμένη η Συμφωνία).
Η πρόσφατη ανάγνωση του έργου που προτάθηκε από τις ρώσικες δυνάμεις, διέθετε χαρακτηριστικά και ποιότητες εξαιρετικές. Η Φιλαρμονική της Αγ. Πετρούπολης κατανοεί όσο λίγες τα ζητούμενα του συνθέτη και με την καθοδήγηση του Alexeev, έφερε στην επιφάνεια με ιδιωματικό τρόπο όλη τη ρομαντική έξαρση, τον μελωδικό πλούτο, τις αγωνίες και –κυρίως- το αίσθημα απόγνωσης του Tchaikovsky. Ο προσεκτικά λαξευμένος και όλο θέρμη και ομοιογένεια ήχος των εγχόρδων, άψογα ισορροπημένος με εκείνον των πνευστών, συνέδραμε στη δημιουργία μια εντυπωσιακά ωραίας όσο και αξέχαστης ηχητικής εικόνας. Ο Alexeev προέτρεπε τους μουσικούς του να ξεδιπλώσουν τις εκτενείς μελωδικές γραμμές με το κατάλληλο πάθος, που ζητά η μουσική του μεγάλου Ρώσου.
 Ο κύκλος των τριών συναυλιών ολοκληρώθηκε  με την ελκυστικά παιγμένη και εκτός προγράμματος, Gavotte από την Πρώτη Συμφωνία του Prokofiev.